Showing posts with label Διήγημα. Show all posts
Showing posts with label Διήγημα. Show all posts

Wednesday, December 18, 2019

Ένας καλός λόγος μπορεί να σου φτιάξει τη μέρα

Της Αφροδίτης Φωτιάδου
Είναι γεγονός ότι ένας καλός λόγος μπορεί να σου φτιάξει τη μέρα... ακόμα και από αγνώστους... Αυτό έγραψα σήμερα αλλα θέλω να πω κι αλλα... 

Σήμερα το πρωι δεν είχα λόγο να βγω από το σπίτι παρόλο που ήταν μια ωραία μερα... Έλα όμως όμως που τις πρώτες πρωινές ώρες ονειρεύτηκα ότι έτρωγα κεφτέδες... αυτούς που έφτιαχναν τα χερακια της μάνας μου... και ως γνωστό οι κεφτέδες της μάνας μας είναι πάντα οι καλύτεροι... τραγανοι από έξω και μαλάκοι μυρωδάτοι από μεσα... ήθελα κι άλλο...κι άλλο που παρολίγον να ξυπνήσω με βαρύ στομάχι... ένοιωθα τη μυρωδιά τους και στο ξύπνιο μου... εκει που αρχίζεις να παράγεις σάλιο... 

Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που έφτιαξα αυτό φαγητό... Μου έμεινε όμως η εικόνα του ονείρου που έπρεπε να βγει αληθινό... Δεν είχα όμως μαϊντανό... κύριο συστατικό του... Εκεί στην αγορα... η χαρωπή μαγείρισσα... βρεθηκα δίπλα από μια όμορφη καλοντυμένη... αλλά μικρόσωμη κυρία... Ζήτησε τη βοήθεια μου για να πάρει κάτι από τα ψηλά ράφια... κατι για χορτοφάγους... 

Είμαι χορτοφάγος μου είπε... και άρχισε να μου λέει πως έφτιαχνε το συγκεκριμένο φαγητό... Ήμουν και εγώ...της απάντησα....μεχρι τα δεκατέσσερα... όχι μόνο γιατί δεν ήθελα να τρώω ζώα αλλά γιατί έβλεπα και τη γιαγιά μου να ξεπουπουλιαζει κότες και περιστέρια... όσο για τα αθώα κουνελάκια... τι να πω... τραυμα... Δεν ξέρω μετά τι πήγε λάθος και άλλαξαν τα πράγματα αλλά δεν θα δυσκολεύουν καθόλου να το κόψω εάν τα παιδιά μου δεν ήταν τόσο φίλοι με το κρέας...

Μιλήσαμε για λίγο... Με ευχαρίστησε για την βοήθεια και μου είπε τόσο ωραία λόγια που δεν περίμενα να ακούσω εκείνη τη στιγμή... Σας βοήθησα της είπα και θέλετε να το ανταποδωσετε με έναν ωραίο λόγο... Όχι... απάντησε... ειναι μέσα από την καρδιά μου...

Τα λόγια της χρωμάτισαν τη μέρα πρέπει να πω... Και σκεφτόμουν πόσο ωραίο είναι να στρέφεις την προσοχή σου σε ωραία πράγματα... αντι να εστιαζεις σε άσχημα και ενοχλητικά... Να φωτογραφίζεις με τη φαντασία σου χαρούμενα πράγματα... στο δρόμο... παντού όπου κινείσαι... 

Να καραδωκείς το ωραίο... αντί να στρέφεις το βλέμμα σου στους κατσουφιδες... Κοίταξε το χρώμα του Ουρανού... ένα όμορφο λουλούδι... ένα ερωτευμένο ζευγάρι... μια μαμά που χαϊδεύει το παιδί της... ένας γλυκός ψίθυρος φυλλωματων στο φύσημα του αερα...

Εμπλουτισμός της ζωής μας από θετικές εικόνες, είναι ένα φανταστικό άλμπουμ που μας δίνει μια άλλη εικόνα του κόσμου... Και ένας καλός λόγος μπορεί να δώσει άλλη διάσταση στις σχέσεις των ανθρώπων... και η καλοσύνη μπορεί να λάμψει περισσότερο κι από τα ωραιότερα κοσμήματα... 

Μπορει όλο αυτό να ακούγεται ρομαντικό για πολλούς... 
Για αυτό θέλω να τελειώσω με κάτι πεζό και καθημερινό... 

Οι κεφτέδες σήμερα πλησίασαν κατά πολυ με αυτούς που έτρωγα από τα χεράκια της μάνας μου... 
Πήραν και αυτοί τα πάνω τους και μου φέρθηκαν με αγάπη.... 
❤️❤️❤️
Αφροδίτη Φωτιάδου

Thursday, April 25, 2019

Αν είχε ο ήλιος πρόσωπο

Της Ζωής Χατζηθωμά
Ας πούμε ότι δύο άνθρωποι ζουν μια ιστορία αγάπης, μεγάλη όμως, μυθιστορηματική. Που σε βυθίζει σε ρομαντικά πηγάδια και αρνείσαι πεισματικά να βγεις από κει και που το σκοτάδι σημαίνει φως και δεν το διαπραγματεύεσαι. Και κάνει τη γη να γυρίζει σε τρελή τροχιά αφημένη στο έλεος μια ακατανίκητης δύναμης, πότε σε θάλασσες ακύμαντες, πότε σε χλοερά λιβάδια και πότε σε βότσαλα και σε αμμόλοφους. Τώρα αν κινείσαι με δύο ή με τέσσερα πόδια ή με πατίνια ή με φτερά, δεν μπορεί να το πει κανείς με ασφάλεια. 

Τι λέγαμε... Α, ναι... Αγκαλιές, βόλτες στα δειλινά και στα ακρογιάλια μέσα στο μέλι και με ριψοκίνδυνες καταδύσεις σε ρομαντικά βάθη. Και να τα ταβερνάκια και τα καυτά φιλιά και να τα “Θα είμαστε πάντα μαζί… δεν έχω ανάσα χωρίς εσένα και μόνο εσένα έχω και να τα "Σ’αγαπώ... όχι εγώ περισσότερο... όχι... εγώ πιο πολύ... Σε ζηλεύω... δε θέλω ούτε να ρίχνει τα μάτια του κανείς πάνω σου... μόνο για για μένα... μόνο εσύ... εγώ... εμείς...’’, και ξαφνικές σκηνές και εντάσεις και παραλογισμοί και παρακάλια και δάκρυα...

Γιατί δεν είναι έρωτας αν δε συρθείς, γιατί θέλει και ο έρωτας την ξεφτίλα του! Οποιαδήποτε ομοιότης με πρόσωπα ή καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική... Για άλλους λέμε τώρα, φιλολογικές προσεγγίσεις κάνουμε μόνο. Εξάλλου αυτά μόνο στους άλλους συμβαίνουν, εμείς ποτέ μα ποτέ δε κάνουμε τέτοιες ανοησίες, γιατί τα έχουμε τετρακόσια και ελέγχουμε τον εαυτό μας απόλυτα, είμαστε Αϊνστάιν και δε συμμαζεύεται όλοι μας και όλα καλά! 

Περνάνε που λέτε οι μήνες και κάποια στιγμή, όπως μαγικά ήρθε, έτσι και έφυγε η πυρκαγιά και το πάθος και οι φλέβες που φούσκωναν από αίμα ερωτικό και η ιστορία τους τελείωσε, έφυγε και κανείς δεν ξέρει πού... Αλήθεια, πού πάνε οι μεγάλες αγάπες όταν φεύγουν; Τελείωσε, όπως τελειώνει πάντα ένα όμορφο παραμύθι.

Όλα είναι στιγμές και ανάσες και βλέμματα και καρδιοχτύπια και αναψοκοκκινισμένα μάγουλα και αναμονές και προσδοκίες, μεγάλες ή και μικρές, από κείνες που έχουν οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι, που περιμένουν το κομματάκι εκείνο της ευτυχίας που τους αναλογεί στη ζωή. 

Έζησαν έναν μεγάλο έρωτα ή, αν προτιμάτε, μια μεγάλη αγάπη, που δε θα τελείωνε ποτέ... Ή τουλάχιστον έτσι πίστευαν…

Να παίξουμε λίγο πονηρά τώρα; Την ιστορία που έζησαν αυτοί οι δύο άνθρωποι, αν τους βάλουμε να τη διηγηθούν με κάθε λεπτομέρεια μέσα σε ένα δωμάτιο χωριστά και χωρίς να ξέρουν ότι θα ζητηθεί και από τους δύο να διηγηθούν όσα έζησαν. Ο καθένας τους, λοιπόν, θα τα πει όπως τα έζησε, τα ένιωσε και τα κράτησε στην ψυχή του. Κανένας από τους δύο δεν θα έχει την ίδια άποψη για τον έρωτά αυτόν, ούτε θα τον αποδώσει με τον ίδιο τρόπο. Όταν όμως τους βάλεις και τους δύο στο ίδιο δωμάτιο και κοιταχτούν στα μάτια, ο ένας από τους δύο θα χαμηλώσει πρώτος το κεφάλι. Αυτό τα εξηγεί όλα…
Έγιναν τα πάντα σαφή τώρα!

Δεν παίζω τίμια απόψε, αλλά... να, είναι κι αυτή η Άνοιξη που αργεί να φέρει φέτος τα χελιδόνια... Είναι που υπάρχουν ασυνήθιστα καλοί άνθρωποι γύρω μας, χωρίς να έχουν ιδέα πόσο υπέροχοι είναι και αυτό τους κάνει ακόμη πιο γοητευτικούς... Αυτό είναι και το μυστικό τους! Είναι που μου’ρθε τώρα δα το: ‘’Αν είχε ο ήλιος πρόσωπο, θα ήταν το δικό σου, γιατί φωτίζεται όλη η γη μ’ ένα χαμόγελό σου’’. 
Ζωή Χατζηθωμά

Monday, January 8, 2018

Το Ναυάγιο, Αφροδίτης Φραγκιαδουλάκη

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ • ένα διήγημα για τα Θεοφάνεια, Αφροδίτης Φραγκιαδουλάκη
 Κόντευαν Θεοφάνεια. Η Φροσύνη σηκώθηκε χαράματα κι άναψε την παραστιά. Το ψηλοτάβανο δωμάτιο μοσχοβολούσε ανθόνερο, γλυκό κουταλιού δαμάσκηνο και χειμωνιάτικο πεπόνι. Τα ρόδια στο κεφάλι της, αλλού κιτρίνιζαν κι αλλού τα είχε βάψει η ζέστη κατακόκκινα. Στόλιζαν την κουζίνα έτσι όπως κρέμονταν από τα ξύλινα δοκάρια. Παραμέρισε την πλεγμένη κόμπο κόμπο με το βελονάκι κουρτίνα κι έριξε μια ματιά στο παράθυρο. Απβραδίς χιόνισε. Ένα ασημένιο δίχτυ είχε καλύψει τα παρτέρια, τις ξερές μπουκαμβίλιες, τα δέντρα του περιβολιών, τις πεζούλες. Το νησί είχε ασπρίσει. Παραφύλαξε για ελάχιστα λεπτά στο προσκέφαλο των παιδιών της. Προσευχήθηκε σιωπηλά και μέτρησε τις μέρες. Εφτά τις έβγαλε. Η φωτογραφία του της χαμογέλασε από την πιατοθήκη. Φορούσε την πατατούκα του κι έναν τεράστιο με γούνινα αυτιά σκούφο, πίσω του στην ομίχλη ξεπρόβαλε το λιμάνι και τα πανύψηλα κτίρια της Νέας Υόρκης, μα αυτή τα μαύρα μάτια του έβλεπε και τίποτα άλλο. Τέσσερεις, πέντε, έξι, συνέχισε να μετράει. Στις εφτά αναστέναξε. Θα τον έσφιγγε ξανά στα δυο της χέρια. Θα τον έπλενε με σαπούνι από βότανα και μελισσοκέρι. Θα τον χτένιζε. Θα του ψαλίδιζε το μουστάκι. Και θα τον φιλούσε. Αχ. Τυλίχτηκε σε μια πατανία και βγήκε στο χιονιά να αρμέξει τις αίγες. Σε λίγο θα ξυπνούσαν τα κούτσικα κι ήθελε να προφτάσει να βράσει ρυζόγαλο και να κοπανήσει την κανέλα…

Η Έφη φώναξε από την κουζίνα.

“Γιαγιάκα θες κανέλα στην κρέμα σου;”

Η γιαγιά της σιχαινόταν την κανέλα. Όμως της άρεσε να την πειράζει. Δεν πήρε απάντηση. Τέντωσε το λαιμό και είδε τη Φροσύνη να έχει γείρει στην πολυθρόνα και να έχει αποκοιμηθεί δίπλα στο τζάκι. Δεν την ξύπνησε. Σπάνια την έπαιρνε καθιστή ο ύπνος. Σπανιότερα χαμογελούσε. Η γιαγιά της ήταν ιδιάζουσα περίπτωση. Ήταν από εκείνους τους διάφανους, διακριτικούς ανθρώπους που δεν ήσουν ποτέ απολύτως σίγουρος αν ζουν ή αναπνέουν. Που ένιωθες την ανάγκη να κολλήσεις το μάγουλο στο στήθος τους για να αφουγκραστείς τη ψυχή τους. Έβαλε μια γενναιόδωρη δόση κανέλας σε όλα τα πιάτα εκτός από ένα και ρούφηξε μια βαθιά ανάσα βανίλιας και ευτυχίας. Ο γιος της έπαιζε στα πόδια της κοιμισμένης γυναίκας και ο άντρας της θα σχολούσε από ώρα σε ώρα και θα επέστρεφε σπίτι. Πήγε και κάθισε οκλαδόν, πλάι στο στολισμένο με μπάλες και γιρλάντες δέντρο. Παρακολουθούσε τα ρόδινα μάγουλα του παιδιού καθώς φούσκωναν, εγκλωβίζοντας τον θερμό αέρα και εκτόξευαν κραυγούλες, σάλια και γέλια. Στο ένα χέρι κρατούσε μια ξύλινη μαριονέτα ντυμένη με ναυτικά ρούχα και στο άλλο ένα πολύχρωμο καραβάκι που διέσχιζε αγέρωχο τον ωκεανό του χαλιού.

Τα βλέφαρα της γριούλας με τα αγορίστικα λευκά μαλλιά τρεμοέπαιξαν. Τα γυαλιά της από ταρταρούγα γλίστρησαν χαμηλά στα ρουθούνια. Κάτι έλαμπε ανάμεσα στις βλεφαρίδες της, κάτι που πολεμούσε να δραπετεύσει, να σκεπάσει τις θλίψεις και να καταπνίξει τις θύμησες. Κάτι που αντανακλούσε τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια όπως άναβαν κι έσβηναν ασταμάτητα. Ένα δάκρυ.

Αγαπημένη μου μην κλαις…

Δυο μάτια κάρβουνα την ξύπνησαν, πυρπόλησαν την καρδιά της. Δεν τα κατάφερε να ξανακοιμηθεί. Ξυπόλητη, με το λευκό της νυχτικό, σωριάστηκε μπροστά στο εικονοστάσι. Ξέπλεξε τις κοτσίδες της και τούφα τούφα έκοψε τα μαλλιά της. Ήξερε πριν το μάθει. Το πρωί έφτασε το τηλεγράφημα. Το φορτηγό «Αγγελής» εβυθίστη αύτανδρο στον Ατλαντικό. Ουδείς διεσώθη. Ψυχές και σώματα ντύθηκαν στα μαύρα. Κλείστηκε στην κάμαρά της. Αγάπη μου δεν κλαίω, έγραψε με μεγάλα, καλλιγραφικά γράμματα σε μια κόλλα χαρτιού αλληλογραφίας. Τη δίπλωσε και τη σταυροφίλησε. Άρπαξε το τσίπουρο από τη τζακόταβλα, ήπιε μια γουλιά, πλάνταξε και την έφτυσε, έχυσε το υπόλοιπο στο νεροχύτη. Το σούρουπο κατέβηκε στο γιαλό, πέταξε μήνυμα και μπουκάλι. Το είδε να αναπηδά δυο, τρεις, τέσσερεις… εφτά φορές σαν αφρόψαρο πριν απομακρυνθεί για πάντα. Σφάλισε τα βλέφαρα. Τα δάκρυα, μια θάλασσα αλμυρή, φυλακίστηκαν μέσα της κι έπνιξαν τη Φροσύνη.

* Η Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη κατάγεται από το Ηράκλειο, κυκλοφορούν δυο βιβλία της, «το ραντεβού» και η «Κερασία», ενώ έπεται το τρίτο της μυθιστόρημα. Έχει γράψει ακόμα μια ανέκδοτη συλλογή με μικρά ποιήματα και χαϊκού, ενώ πολλά διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στο διαδικτυακό τύπο. Διατηρεί ένα μπλογκ τέχνης, το afroui • me & myself (afrouif.tumblr.com). Τη βρίσκετε στο Twitter ως @afroui και στο Facebook με το όνομά της.
Έγραψα αυτό - ευχαριστώ την καθημερινή εφημερίδα της Κρήτης ΠΑΤΡΙΣ για τη δημοσίευση.

Wednesday, May 24, 2017

Όλα είναι κύκλος


Της Χρυσαυγής Κανάρη
Περπατώντας δίπλα στην θάλασσα αγναντεύοντας την ομορφιά της ο ήλιος σαν μια στρογγυλή φωτεινή σφαίρα άπλωσε τις αχτίδες του και έπαιζε ανάμεσα στο απέραντο γαλάζιο της... Όλα είναι κύκλος σκέφτηκα... όσο και αν ακούγεται πάντα τόσο κλισέ...

Μου άρεσε θυμάμαι από μικρή να ζωγραφίζω κύκλους... στην άμμο, στο χαρτί παντού... δεν μου άρεσαν τα τρίγωνα σχήματα οι ευθείες τα τετράγωνα...

Η ζωή μας μια σειρά από ομόκεντρους κύκλους σκέφτηκα... Η πανσέληνος, ο ήλιος. Μετά τον Χειμώνα πάντα έρχεται το καλοκαίρι μετά το σούρουπο έρχεται η αυγή... Το ρολόι πάντα γυρίζει κυκλικά... οι άνθρωποι στη ζωή μας έρχονται και φεύγουν, οι φιλίες, ο έρωτας οι σχέσεις τα συναισθήματα ανοίγουν στην καρδιά μας και κλείνουν έπειτα σαν ένας... κύκλος...

Άλλοτε είναι μικροί, άλλοτε μεγάλοι ,όμορφοι... ή κακοζωγραφισμένοι... Γυρίζω, μετράω, κλείνω... μα ποτέ δεν ξανανοίγω είπα... Και αν κλείσει ένας παραμένουν πάντα οι εμπειρίες που βίωσες και τα μαθήματα που πήρες...

Και αν θέλω;... αν θέλω, να γυρίσω πίσω, να ανοίξω ξανά ένα;... σκέφτηκα... Έριξα ένα βότσαλο μέσα στη θάλασσα απορροφημένη μέσα στις σκέψεις μου και ξαφνικά μια σειρά από κύκλους σχηματίστηκαν μέσα στο νερό!!! Μικρός, πιο μεγάλος... Πιο μεγάλος σαν να μου έδωσαν την απάντηση.

Κλείνεις ένα μικρό κύκλο και σίγουρα μετά θα έρθει ένας μεγάλος... πιο μεγάλος!!! Μην φοβηθείς να κλείσεις κύκλους σίγουρα θα έρθουν πιο ωραίοι πιο μεγάλοι πιο όμορφοι πιο αληθινοί!!! 

Χρυσαυγή Κανάρη

Thursday, February 9, 2017

Η Άνοιξη φταίει!

Γράφει η Ζωή Χατζηθωμά
Μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις πως όσα δύσκολα πέρασες ίσως τελικά και να σου είναι εντελώς άχρηστα. Είναι τόσο άχρηστα, όσο τα κοσμήματα και το μακιγιάζ σε μια υπέροχη ερημική παραλία στο Αιγαίο τον Αύγουστο. Σημασία έχει να τακτοποιείς, να ξεκαθαρίζεις και να πετάς. Είναι εκείνα τα ζόρικα μαζέματα...

Σημασία έχει να μην τα παρατάμε: να πονάμε, να μετράμε, να μετριόμαστε και να βρίσκουμε τις αναλογίες της ψυχής μας. Κόψε, ράψε ξήλωνε και υπολόγισε. Σημασία έχει να είσαι ουσιαστικά στο παιχνίδι. Να μην χάνεσαι σε μιζέρια, αντιδικίες και χαμένες ώρες με άδεια σώματα και ψυχές, γιατί το μόνο που θα καταφέρεις είναι να πέσεις πάνω σε έναν τοίχο που θα σε συντρίψει. 

Σημασία έχει να μπορείς να στέκεσαι στα πόδια σου, να νιώθεις ολόκληρος και να κοιμάσαι ήσυχα τα βράδια. ''Αυτοπραγμάτωση'' το λένε αυτό. Και αυτό θέλει κότσια, είναι το ζόρικο μισάωρο, όταν όλοι έχουν κοιμηθεί και μένεις να ψάχνεσαι, να φορτίζεσαι και να κάνεις τις καταθέσεις σου. Την ώρα εκείνη κανείς δεν μπορεί να σε πλησιάσει, να σε μισήσει, όλοι κοιμούνται. Κανείς δεν μπορεί να σου δώσει ελπίδες πατενταρισμένες σε γυαλιστερό περιτύλιγμα.

Καρφώνεις δυο λέξεις, σφίγγεις τα χέρια και ψάχνεις στα σκοτάδια πότε τα όνειρά σου πήραν σύνταξη! Γυρίζεις ξανά στις τράπεζες εκείνες που κανείς δεν ξέρει και καταθέτεις τα καλύτερα κομμάτια σου, κατάθεση ζωής λέγεται και όποιος δεν έχει να δώσει λέγεται μπατίρης ζωής. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη ήττα. Εξάλλου το πιο σημαντικό κριτήριο είναι ο ανταγωνισμός με τον εαυτό μας. 

Αύριο είναι Δευτέρα, καμώνεσαι πώς τάχα γελάς και ποντάρεις στην άνοιξη, μια αγαπάς και μια τα χάνεις με τους ανθρώπους. Πόσο απαραίτητο είναι για να ζήσεις το μισάωρο πριν κοιμηθείς τις νύχτες! Ζηλεύω εκείνους που δεν τα μετράνε όλα τόσο πολύ, τουλάχιστον δε θα χαθούν ποτέ στους λογαριασμούς. Θα ήθελα να ήταν αλλιώς, μα μπορούμε και έτσι και η ζωή συνεχίζεται...

Είδα μια οικογένεια προσφύγων σήμερα, μπαμπάς και μαμά δυο νέα παιδιά και ένα μωρό στο καρότσι να κάνουν βόλτα στον ήλιο. Τους χάζευα...όταν είδα τον πατέρα, ένα ξερακιανό παιδί, να δίνει ένα κέρμα σε ένα κορίτσι που ζητιάνευε. Μου κόπηκαν τα πόδια! 

Οι καταθέσεις μας που λέγαμε πιο πριν, υγεία, αγάπη και πείσμα για ζωή. Σε κάποιους οφείλουμε πολλά, μην το ξεχνάμε αυτό. Η άνοιξη πλησιάζει, ας κάνουμε κανένα μερεμέτι μέσα έξω, μη μας βρει χάλια, αμαρτία είναι!

Ζωή Χατζηθωμά
Facebook  

Friday, July 22, 2016

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου 
Ντυμένος με ένα γκρίζο πουκάμισο, μακρύ μανίκι μέσα στο κατακαλόκαιρο , με τη ζέστη να χτυπάει κόκκινο κάπου μπροστά στις στήλες του Ολυμπίου Διός. Περίμενε υπομονετικά μέσα στο κίτρινο ταξί του. Κατεβήκαμε σχεδόν τρέχοντας τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου , ψάχνοντας με το βλέμμα την αναμονή του. Βιαστικοί μες στο απομεσήμερο, κυνηγημένοι από μια ζέστη ανυπόφορη στο κέντρο της Αθήνας. Μπήκαμε με ανακούφιση στον κλιματισμό του αυτοκινήτου, την ώρα που η εξάντληση έξω έσερνε βαριά τα βήματά της σε μια καυτή άσφαλτο στο κέντρο της ελληνικής πρωτεύουσας.

Του ζητήσαμε να μας πάει στο Σούνιο, μία ώρα περίπου δρόμο. Χαμογέλασε, δεν του τύχαιναν συχνά τέτοιοι πελάτες. Με επιδέξιους , έμπειρους χειρισμούς στο τιμόνι του, απέφυγε την πυκνή κίνηση, βγήκε στην Καισαριανή, πήρε μια ανάσα και τότε ένιωσε άνετα να μας μιλήσει. ΄Ανθρωπος τυραγνισμένος, δεμένος λες με το τιμόνι του, ένα άγαλμα που πρέπει να προσποιείται ζωή για να επιζήσει. Δύσκολος ο βίος, δυσκολότερος τα τελευταία χρόνια. 

Μεροκάματο λειψό, σκέψη ρουφηγμένη μέχρι την ανάγκη. Και μια αγωνία εικοσιτετράωρη για το τι μέλλει γενέσθαι σε μια χώρα που η αβεβαιότητα κόβει βόλτες στα καλντερίμια και η φτώχια σε αιφνιδιάζει με την εξαθλίωσή της στα πάρκα και στα πεζοδρόμια με τους άστεγους. Και δεν φτάνει η ελληνική σημαία που κυματίζει περήφανα στην Ακρόπολη, όχι, δεν φτάνει πια ο ιερός βράχος, για να κρατήσει στέρεη την πίστη μέσα σε μια θρησκεία κοσμική που απαρνιέται πρώτιστα τον Θεό και ύστερα το δημιούργημά του.

Δουλεύει, λέει, ώρες πολλές. ΄Εχει την κόρη στο Πανεπιστήμιο. Σπουδάζει Οικονομικά κι ας έχει γκρεμιστεί η οικονομία. Θα μπορούσαν άραγε κάποτε οι νέοι να έφτιαχναν τη χώρα έτσι όπως έφτιαχναν και τα όνειρά τους; Με ανεμόσκαλες ίσαμε τον ουρανό; Η γυναίκα του κρατάει το σπίτι. Μέχρι πέρυσι κρατούσε και μια θέση καθαρίστριας, μα τα πράγματα δεν ήταν πια τόσο καθαρά στο μέλλον για να συνεχίσει με τη δουλειά της. Ευτυχώς που υπάρχει το χωριό κοντά στην Κόρινθο. Κι η μάνα του που στέλνει πού και πού καλούδια από τη γη τους. Κι ό,τι περισσέψει από τη σύνταξη για την εγγονή.

Κι ο ίδιος, όμως, έχει βρει κι ένα άλλο δρόμο…Μακριά από την πολύβουη Αθήνα, την κίνηση , το στριμωξίδι. Το λέει και ενθουσιάζεται μοναχός του. Γελάει με τα μάτια, με τις λέξεις. Τρέχει, λέει… Δρομέας στα σαράντα πέντε του και βάλε. Βγαίνει από τις έξι το πρωί στον δρόμο και καλύπτει χιλιόμετρα. Τρέχει και στον ετήσιο δρόμο που διοργανώνεται με εκκίνηση τον Μαραθώνα, σαν την αρχαία ιστορική διαδρομή. Καθημερινή προπόνηση κι ύστερα κολύμπι στη θάλασσα του Σαρωνικού, να ξεπλύνει φόβους και δισταγμούς. Κι όλο και βελτιώνονται οι χρόνοι, όλο και πιο άνετος φαίνεται ο δρόμος, πιο ευκολοδιάβατη η ζωή. 

΄Εχει και τον ήρωά του. Τον γνωστό υπερμαραθωνοδρόμο Γιάννη Κούρο, που άφησε εποχή με τις προσπάθειες και τις επιδόσεις του στους δρόμους μεγάλων αποστάσεων. Χαμογελάει και μόνο με τη σκέψη του, ενθουσιάζεται και μόνο που αναφέρεται σε αυτόν. Με κοιτάζει κάθε τόσο από το καθρεφτάκι και βλέπω τα μάτια του να λάμπουν, την ψυχή του ολάκερη να σκαρφαλώνει σε δρόμους και μέρες αντοχής. 

Μα ασυναίσθητα σκέφτομαι ,καθώς το ταξί πλησιάζει σιγά σιγά προς τον αρχαίο ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο και οι περήφανες κολόνες ήδη μας στέλνουν τους πρώτους αγέρωχους χαιρετισμούς: «Μέχρι πότε μπορεί άραγε κανείς να κρατιέται με καμάρι από ένα ωραίο παρελθόν, χωρίς να τον γκρεμίζει και να τον συνθλίβει ένα γκρίζο του παρόν»;
Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Wednesday, July 13, 2016

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου
Iούλης σε αποχρώσεις του γκρίζου, σε χρωματισμούς του έντονου καημού. Ιούλης που φοριέται ολόχρονα σαν καλοκαιρινό παλτό ενάντια στο ψύχος της μνήμης. Kαύσωνας ψυχής, οδοιπορικό ερήμου στα σαράντα και πλέον χρόνια υπό σκιά …κατοχής.

Μας έρχεται πάντοτε αυτός ο μήνας με αποσκευές θλίψης, με προεκτάσεις τραγωδίας. Μήνας διακοπών της αμέριμνης περιδιάβασής μας στο γαλάζιο της θάλασσας, στο ανέφελο του θέρους . Γιατί είναι πολλά αυτά που πυροδοτούν τον εφησυχασμό, έντονα όσα ανακαλούν το μαύρο των επετείων. Σαν ελάχιστη σήμερα διαμαρτυρία ενός παιδιού που υποχρεώθηκε λόγω της σκληρότητας των ημερών να μεγαλώσει άγρια και απότομα στα γεγονότα εκείνα του Ιουλίου, στα αποτρόπαια εκείνα σκηνικά που μετέτρεψαν εμάς από πρωταγωνιστές της ζωής και της πατρίδας μας σε ήρωες μιας ασύλληπτα νέας τραγωδίας, παραθέτω στίχους ποιητών μας που αναμοχλεύουν την Ιστορία και καταθέτουν τον πόνο της γης, τα πάθη των ανθρώπων.

Χαρακτηριστικό το ποίημα του Λεύκιου Ζαφειρίου με τίτλο: « 15.7.1974».

Οι νεκροί βρομούσαν από΄να μίλι μακριά, ήταν ανελέητο το τελευταίο καλοκαίρι-τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων , τις στέγες των σπιτιών. Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους, μπάσαν τους νεκρούς απ΄ την πίσω πόρτα στον ΄Αη-Γιάννη , δεν τους φορούσαν, λέει, τα φέρετρα. Κι ο πιτσιρικάς-πήχτρα το αίμα στα ρούχα του –άνοιγε λάκκους, τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα στους κροτάφους, στη μνήμη βαθιά ως το μέλλον. Τον ήξερες αλλιώτικα τον κυπριώτικο ήλιο θεία Μαρίνα την αυγή με τα περιστέρια στους ώμους.

Η εισβολή ως αποκορύφωμα πια της σφαγής της πατρίδας έδωσε φωνή στα έντονα συναισθήματα των ποιητών, που μπόρεσαν, αφού αποκρυστάλλωσαν τον αιφνιδιασμό ενός «περιττού καλοκαιριού» κατά τον Κώστα Μόντη , να εγκιβωτίσουν το άπλετο σκότος της θλίψης στο αυτόφωτο στοιχείο της ποίησης και να το αφήσουν σαν καράβι να ταξιδεύει στα χρόνια που ήρθαν στις θάλασσες πότε της μνήμης και της θλίψης κι άλλοτε της διαμαρτυρίας και της ελπίδας.

Πλήθος τα ποιήματα που έχουν γραφτεί για τις μέρες και τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής.΄Αλλα γνωστά και ανθολογημένα και άλλα ίσως άγνωστα ακόμα στο ευρύτερο κοινό. Αρκετά έχουν μελοποιηθεί και έχουν γίνει με τη μελωδία τους συνώνυμα πλέον των συναισθημάτων που εγείρουν μέσα μας οι μνήμες της τραγωδίας. Για το σημερινό κείμενο επιλέγω το ποίημα « Παιδί με μια φωτογραφία» του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, ένα ποίημα που συγκινεί με την απλότητα και την ειλικρίνειά του.

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι, με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

Ο κόσμος γύρω του πολύς· κι αυτό είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα–στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα και την κρατούσε ανάποδα· μου κακοφάνη.

Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές που ’χαν παγώσει και δεν σάλευε καμιά.

Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του τήνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.

Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.

Κι ύστερα από ένα τέτοιο φριχτό καλοκαίρι, όπου το αίμα έπηζε από τον φόβο και την απόγνωση, με τόσες ψυχές χαμένες από άδικο, ανατρέχω στους στίχους του Κύπρου Χρυσάνθη με τον τίτλο « Εξομολόγηση», για να …εξομολογηθώ μαζί του την αγωνία που γέμιζε τα στήθια και τον πικρό ιδρώτα της αβεβαιότητας, που ξεκινούσε από ένα ρίγος καρδιάς κι έφτανε μέχρι την άκρη της ζωής μας ολάκερης.

Δώστε μας πίσω τα παιδιά μας. Και την ψυχή μας, την ψυχή μας. {…} Το μέσα πλούτος μας. Κι ας είναι ελιά το δείπνο μας. Και το νερό γλυφό. Δώστε μας πίσω τα παιδιά μας. Και την ψυχή μας.

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Monday, June 27, 2016

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου
Δεν του άρεσε ιδιαίτερα το καλοκαίρι. Αποσυντονιζόταν με την υπερβολική ζέστη, δυσανασχετούσε με την υγρασία και τον ιδρώτα. Παιδί μιας άλλης εποχής, γεννημένος εκεί στη μέση του χειμώνα, κουβαλούσε θαρρείς ολόχρονα μαζί του τις μοίρες της γέννησής του. Αυτός ζωντάνευε σαν λουλούδι μέσα στα σύννεφα, αντάμα με τη βροχή. Γινότανε μια φωτιά ενέργειας δίπλα από το αναμμένο τζάκι, διαβάζοντας, ακούγοντας μουσική, διεκπεραιώνοντας εκκρεμότητες από τη δουλειά στο γραφείο. Κι όταν ερχότανε το καλοκαίρι, ένιωθε μια σκληρή εισβολή στην περιχαρακωμένη του ζωή, στη θωρακισμένη του προσωπικότητα. Λες κι ο Ιούνης έμπαινε με όνομα και χάρη Θεριστής και μάζευε άτσαλα όλες τις αγνές προθέσεις του, τιμωρημένες να τις βάλει αποξηραμένες σε μια γωνιά.

΄Ηταν και πάλι ένα από εκείνα τα αποπνικτικά απομεσήμερα. Ο κλιματισμός δούλευε αγκομαχώντας κι η καρδιά του μάζευε αποθέματα αντοχής για το ζεστό καλοκαίρι των άλλων, για τον δικό του ανάποδο καιρό. Έξω στον δρόμο πηγαινοερχόταν μονάχα η σιωπή της ραστώνης, ενώ στο σαλόνι του μέσα είχε από ώρα στρογγυλοκαθίσει η ανία. Ο υπολογιστής του, ενεργοποιημένος, του φαινόταν πως έχασκε σαν χαλασμένη οδοντοστοιχία . Περίμενε τις επόμενες λέξεις του, τις καινούριες προτάσεις του, μα όλα μες στο μυαλό του ήτανε λες και ανηφόριζαν ασθμαίνοντας ώρες που ιδρωκοπούσαν. Αποφάσισε να εγκαταλείψει τη μάταιη προσπάθεια να συγκεντρωθεί σε ιστογράμματα και αναφορές, που ασύντακτα πλέον ξεπηδούσαν από την ξεψυχισμένη οθόνη.

Περπάτησε μηχανικά προς το μπάνιο, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του. Κάπως δροσίστηκε. Στιγμιαία. Γιατί αμέσως μετά, ένιωσε και πάλι εκείνη την ασφυξία των αισθήσεων. Αποφάσισε μια απόδραση από τα στενά πλαίσια του μικρού διαμερίσματός του. ΄Ισως λίγο περπάτημα μέχρι το κοντινό πάρκο να ελευθέρωνε όλη την έντασή του από τις πατούσες προς το χώμα και να τη φύτευε εκεί παντοτινά.

Τα δέντρα τον υποδέχτηκαν σιωπηλά . Ένας ουρανός ανάλαφρος , γαλανός, έπαιζε κρυφτό μέσα στις φυλλωσιές τους. Έψαξε για ένα κάθισμα. Είχε ήδη κουραστεί. Δεν ήταν συνηθισμένος σε πεζοπορίες. Μόνο στην καθιστική ζωή μπροστά στον υπολογιστή με μια κούπα καφέ. Σύρθηκε μέχρι το πρώτο ξύλινο παγκάκι , έκλεισε τα μάτια, αφέθηκε σε μια χαλάρωση που την είχε σχεδόν λησμονήσει. Όταν θυμήθηκε και πάλι την αίσθηση της όρασης , ένιωσε δίπλα του μια παρουσία. 

Ένα μικρό αγόρι, γύρω στα έξι, στεκόταν και τον κοίταζε με ένα μικρό χαμόγελο στην άκρη των χειλιών. Στα χέρια του ένα παγωτό ανυπεράσπιστο στη ζέστη , είχε αρχίσει ήδη να αφήνει στο χώμα τα αποτυπώματα από το λιώσιμό του. Κοιτάχτηκαν έντονα για δευτερόλεπτα . Εκείνος χάζευε ελαφρώς με έκπληξη, το αγόρι με καθαρά παιχνιδιάρικη διάθεση. « Θες κι εσύ λίγο;» , του είπε τείνοντάς του το παγωτό. « Πάρε..είναι πολύ νόστιμο» , συνέχισε και του έχωσε σχεδόν το παγωτό στη χούφτα.

Τα΄χασε μπροστά στην επιμονή του παιδιού. Το παγωτό ήδη του λέρωνε τα δάχτυλα και του καθάριζε μία μία τις αισθήσεις.

Πόσος καιρός αλήθεια είχε περάσει από τότε που πήρε ένα χωνάκι παγωτό στα χέρια; Χρόνια ίσως ολόκληρα… Εκεί, πλάι στη θάλασσα συνήθως, με τον πλανόδιο παγωτοπώλη να τον κερνά και ένα τεράστιο χαμόγελο. Και τώρα ξανά η ίδια αίσθηση στα δάχτυλα. Με δυο παιχνιδιάρικα μάτια να τον κοιτάζουν, γαλάζια , ήρεμα, σαν θάλασσα καλοκαιρινή, που σε προσκαλεί στα ταξίδια της. «Όχι μικρέ, καλύτερα να πάρω το δικό μου», είπε τελικά στο αγόρι και του έδωσε πίσω το χωνάκι, αφού πρώτα φρόντισε να το καθαρίσει για να μην κολλάει στα χέρια. 

Τότε είδε τη γιαγιά να σπεύδει στη σκηνή, να μαλώνει τρυφερά το παιδί που ενόχλησε τον κύριο που ήρθε, λέει , να ξεκουραστεί κι αυτός τον ζαλίζει με τις ερωτήσεις του. Κατόρθωσε ευτυχώς γοργά να συνέλθει από το ξάφνιασμα. Κι ύστερα, λες και συντελέστηκε ανάσταση ενός μικρού Θεού μέσα του, ψέλλισε : «Αφήστε το παιδί… Δεν ενοχλεί… Ίσα ίσα που μου θύμισε πως προλαβαίνω ακόμα λίγο καλοκαίρι… με ένα χωνάκι παγωτό στο χέρι».
Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Monday, June 6, 2016

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου
Μπήκε λοιπόν και ο Ιούνιος. Με βλέμμα καλοκαιρινό, πέδιλο στο πόδι, παιχνιδιάρικο χαμόγελο στην άκρη των χειλιών. Είναι πια περίεργη η αίσθηση που αφήνει το πέρασμα του χρόνου. Κάπως θολό κι απρόβλεπτο το τοπίο, αφού οι μήνες πλέον διαφοροποιούνται από τη δεδομένη ταυτότητά τους, οικειοποιούνται άλλα καιρικά φαινόμενα και μας υποχρεώνουν ολόχρονα να κρατάμε μια επιφύλαξη για τις αληθινές προθέσεις τους. 

Απρόσμενες χαλαζοθύελλες εντός του θέρους, αδικαιολόγητα υψηλές θερμοκρασίες σε μήνες χειμερινούς. ΄Ολα κραυγάζουν πως ο πλανήτης γονατίζει μπροστά στην αποσταθεροποίηση που του έχει προκαλέσει η ασύδοτη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και η αλόγιστη χρήση και κατάχρηση πηγών από τον παράγοντα άνθρωπο. 

Σήμερα, 5 Ιουνίου, Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος, περισσότερο από ποτέ η σκέψη οδηγείται σε ατραπούς περισυλλογής και στοχασμού γύρω από τη φύση και τη στάση μας απέναντί της. Η ημέρα αυτή αποτελεί την κύρια εκδήλωση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών από το 1972 για την ενημέρωση του παγκόσμιου κοινού σχετικά με περιβαλλοντικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Και πάντα η έγνοια είναι να μην τεθεί σε κίνδυνο η επιβίωση του πλανήτη και η δυνατότητα ικανοποίησης των αναγκών των μελλοντικών γενεών. Με άλλα λόγια, υιοθετείται έστω και φραστικά, έστω και θεωρητικά, η ρήση του Γαλλοελβετού φιλόσοφου Ζαν Ζακ Ρουσσώ «Επιστροφή στη φύση».

Εδώ που έχουμε καταλύσει, όμως, στον έντονο προβληματισμό και στα υπερμεγέθη περιβαλλοντικά προβλήματα, πόσο εφικτή είναι πλέον αυτή η επιστροφή; Πόσο προνοήσαμε για το μέλλον , όταν θέταμε το παρόν σε ομηρία; « Η γη παράγει αρκετά για να ικανοποιήσει τις ανάγκες κάθε ανθρώπου , όχι όμως την απληστία του», είπε χαρακτηριστικά ο Μαχάτμα Γκάντι. Και η γη σήμερα αιμορραγεί , χτυπημένη ουσιαστικά από την πλεονεξία και τον εγωισμό του ανθρώπινου είδους. Ενδεικτικά τόνιζε ο Κινέζος φιλόσοφος Κομφούκιος, αιώνες πριν τη σημερινή εικόνα, πως «…ο Δάσκαλος ψάρευε με αγκίστρι αλλά όχι με δίχτυ. Και ποτέ δεν έριχνε το βέλος του σ΄ένα πουλί που καθόταν σ΄ένα κλαδί ήσυχο».

Η ισορροπία, όμως, αυτή, διαταράχτηκε επικίνδυνα στο πέρασμα των χρόνων και στην έντονη προσπάθεια του ανθρώπου να αποσπάσει όλο και περισσότερα από ένα θησαυρό, που έτσι κι αλλιώς δεν του δόθηκε ποτέ με δυνατότητες απεριόριστες. Η εικόνα σήμερα του πλανήτη δεν είναι απλώς ανησυχητική. ΄Εχει καταστεί εδώ και καιρό επικίνδυνη και ίσως η καθιέρωση μιας Παγκόσμιας Ημέρας Περιβάλλοντος , έστω και με τα τόσο ηχηρά μηνύματά της, να είναι μια ελάχιστη προσπάθεια αποσόβησης του μοιραίου. 

Από καιρό οι ανάγκες και οι ελλείψεις επιτάσσουν μια καθολική αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων, ούτως ώστε οι προσπάθειες να μην έρχονται εκ των υστέρων ως φρούδες ελπίδες μπροστά σε μια αναπόφευκτη καταστροφή, αλλά να τίθενται σε τροχιά αποτελεσματικής πρόληψης και σωτήριου ελιγμού για αποφυγή περαιτέρω επώδυνων και δυσοίωνων προοπτικών.

Η ανθρωπότητα συνειδητοποιεί την ανάγκη. Πρέπει, όμως, οι διακηρύξεις να γίνουν έργα ουσίας, δράσεις αποτροπής της καταστροφής. Δεν είναι αρκετό πλέον να αφήνεται η σωτηρία του πλανήτη κυρίως στα χέρια και στα έργα δυναμικών μεν αλλά λίγων ακτιβιστών με ιδιαίτερες ευαισθησίες σε περιβαλλοντικά θέματα. 

Η τρύπα του όζοντος, το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η όξινη βροχή, η καταστροφή στη ζούγκλα του Αμαζονίου, η ατμοσφαιρική ρύπανση, η ηχορύπανση, η καταστροφή του εδάφους, τα οικιακά απορρίμματα, τα ραδιενεργά κατάλοιπα , τα φυτοφάρμακα, είναι οι σύγχρονες απειλές για τον κάθε άνθρωπο, σε όποιο σημείο του πλανήτη κι αν κατοικεί. 

Και είναι υπόθεση όλων να εργαστούν για το σύνολο, γιατί, όπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο Μάρσαλ Μακλούαν, Καναδός ακαδημαϊκός και συγγραφέας, «Δεν υπάρχουν επιβάτες στο διαστημόπλοιο Γη. Είμαστε όλοι πλήρωμα».
Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Monday, May 30, 2016

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου 
Γράφει εδώ και χρόνια μια ιστορία. Χωρίς αρχή , δίχως τέλος . Με μικρές ή μεγάλες εκπνοές ενός χρέους που ποτέ δεν κατάλαβε πώς ακριβώς θα πρέπει να ξεπληρώσει. Οι δόσεις, όμως, καταβάλλονται ανελλιπώς . Με τόκο από απόσταγμα ψυχής. Κι εκεί που λέει πως πρέπει να σωπάσει, ατέλειωτο ποτάμι οι λέξεις έρχονται μες στη ζωή του και τον πνίγουν. Και τότε, μόνο σωσίβιό του, απομένει η έκφραση, η απελευθέρωση. Αρχίζει τότε η κατάθεσή του στον λόγο: Φθόγγο φθόγγο, λέξη λέξη, σαν ρανίδες αίματος που πρέπει να ποτίσουν ένα δέντρο ζωής.

Κι όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο πολύ κλείνεται σε αυτό το ξέσπασμα. Πίσω από ένα βλέμμα δυσπιστίας, μια κουβέντα αμφιβολίας, μια περαστική ειρωνεία, εκείνος θωρακίζεται, αμύνεται κι ύστερα ρίχνεται στον πόλεμο που του επιβάλλει μόνο αυτή η έμφυτη ορμή προς τη γραφή. Δεν τολμά ακόμα να μιλήσει για λογοτεχνία. Μεγάλη κουβέντα αυτή κι οι λέξεις του δεν μπορούν ακόμα να τη σηκώσουν. Σεμνά κι αθόρυβα θέλει να πορεύεται σε τούτο το ταξίδι του. Σαν πεζοπόρος που διασχίζει το όνειρό του στη μέση μιας απέραντης ερήμου.

Κι όχι! Δεν έχει δείξει ακόμα τα γραπτά του σε κανένα. Ίσως να γίνεται κανείς ιδιαίτερα ντροπαλός στα σαράντα και κάτι. Λες και πέφτουν τα χρόνια με περίεργη συστολή και του κρατάνε τα βήματα καθηλωμένα στη χώρα που δεν καρποφορούν οι αποφάσεις. Γράφει κρυφά τις νύχτες , από φόβο ίσως να αποκαλυφθεί ακόμα και στον ίδιό του τον εαυτό. Κι είναι φορές που ξαφνιάζει και τον ίδιο αυτός ο χείμαρρος σκέψης , αυτά τα περίεργα συναισθήματα, σχεδόν…απωθημένα, που κατακλύζουν τη σκέψη και ύστερα ολόκληρο το είναι του.

Κάποτε , κάτω από ένα περίεργο φεγγάρι, προσπαθεί να βρει την άκρη του νήματος. Όχι πως έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία, μα είναι καλά ένα ρυάκι σαν τις λέξεις του, να προσπαθεί να θυμάται πού και πού την πηγή του. Από ανάγκη όχι να επιστρέψει αλλά να καθορίσει περισσότερο την ύπαρξή του. Σαν μετανάστης που βαδίζει πια στο μέλλον του αλλά κρατιέται από τη θύμηση μιας γνώριμης γης, για να βαθαίνουν περισσότερο τα βήματά του. Mόνο για λίγο, όμως. Για όσο χρειάζεται η καινούρια κάθε φορά διαδρομή. Και παίρνει αμέσως βάρκα και κουπιά για μια αργή του περιπλάνηση στη μαγεία του λόγου ή γρήγορο, ταχύπλοο καράβι, να βγει με δύναμη σε ένα καινούριο πέλαγό του.

Εκεί στα ανοιχτά ανακαλύπτει όλους τους θησαυρούς που είχε κι όλους τους θησαυρούς που ψάχνει. Σκέψη και όνειρο γίνονται η θάλασσα κι ο ουρανός του, να ανταμώσουν στο γλαυκό των λέξεων. Και γεμίζει με όστρακα και κοχύλια το πνεύμα της συγκομιδής, που αν τα βάλει στο αυτί, θα ακούσει όσα κράταγε καλά κρυμμένα όλα τα χρόνια που φοβότανε μια έκθεση στις γλώσσες των ανθρώπων.

Σήμερα , δεν ξέρει γιατί… έχει ξυπνήσει με μια περίεργη αίσθηση. Κάποιο παράθυρό του έμεινε ψες μισάνοικτο και τρύπωσε απρόσκλητη μια ηλιαχτίδα στο κρεβάτι του και του ανακάτεψε τη μέρα που ήθελε κι άλλο να κρυφτεί κάτω από τα λευκά σεντόνια της. Ήτανε κάτι σαν χάδι μάνας, που έρχεται από κόσμο άλλο, από διάσταση άγνωστη, να του θυμίσει την αγάπη της. Σηκώθηκε λες και τον αγγίζανε φτερά από άγγελό του νιοφερμένο.

Βρήκε ευλαβικά βαλμένα στην τραπεζαρία όλα τα λόγια που ψιθύριζε στα γραφόμενά του μέχρι το ξημέρωμα. Τα ακούμπησε στο στήθος λες και ήθελε να τους εξομολογηθεί την απόφασή του. Και νιώσανε θαρρείς εκείνα την αλλαγή, φτερούγισαν σαν πουλιά και ετοιμάστηκαν για τη μεγάλη συνάντηση με τους ανθρώπους.
Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου 

Monday, May 23, 2016

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου
Κι ενώ ο Μάης ετοιμάζεται για μια τιμητική… έξοδο από τη σκηνή, υποκλινόμενος μπροστά στους θαυμαστές και θιασώτες του, ας κάνουμε μια τελευταία βόλτα από τους ποιητικούς κήπους, να μαζέψουμε χρώματα και ευωδιές, να συλλέξουμε στίχους ανθισμένους, να τους κρεμάσουμε στη σκέψη να έχει να μοσκοβολά και στους μήνες που θα έρθουν. Aς ανεβούμε, λοιπόν, στα φτερά των χελιδονιών, να κόψουμε λουλούδια από τον ουρανό, κατά τον Γιάννη Ρίτσο. Γιατί «…είναι ωραίο αίνιγμα τα λουλούδια…» σύμφωνα με τον ποιητή Γιάννη Στίγκα και αξίζει κανείς να το… λύσει για να χαρεί την ομορφιά του.

Αυτή την αναζήτηση της ωραιότητας του άνθους εκφράζει και η Μυρτιώτισσα όταν γράφει: Ένα λουλούδι εγύρεψα, μονάχα ένα λουλούδι μ᾽ολόγλυκη ευωδιά. Κι εγώ το αντάξιό του για σας θε να’ λεγα τραγούδι, να σας ευφράνω την καρδιά».

Και ο Κώστας Βάρναλης, συνδέοντας το πλήθος και την ομορφιά των λουλουδιών με την τροφή και τη σκέπη που τους δίνει ο ήλιος, γράφει χαρακτηριστικά: «Τα λουλούδια από χώρες, που ο ήλιος τες πνίγει, σε γαλάζια, χρυσά, κατακόκκινα ρίγη, των πουλιών τα τραγούδια, που αχούν σε νερά, σε κλαριά, με φεγγάρι και μ’ ήλιο, της ζωής τη χαρά, της χαράς το βασίλειο, όπου πάω και σταθώ μ’ ακλουθούν, όλο ζέστα, ευφροσύνη και φως, το τραγούδι κι ο ανθός».  

Aσυγκίνητος δεν μένει ούτε ο Κωστής Παλαμάς μπροστά στο κάλλος των λουλουδιών και ειδικά των πανσέδων. Με ποιητική μαεστρία γράφει για την ιδιαίτερη αγάπη του: «Στον κήπο μού γελούσανε τα ρόδα, οι μενεξέδες , κάτου από πέπλους μού έστελναν δροσοχαιρετισμούς. Και πέρασα. Οι αμύριστοι στοχαστικοί πανσέδες με κοίταζαν, ασάλευτοι. Και στάθηκα σ’ αυτούς».

Και αν για τον Παλαμά τα λουλούδια αποπνέουν στοχαστική διάθεση, για τον Νίκο Εγγονόπουλο είναι η ίδια ευγένεια στα μάτια μιας αγαπημένης. «Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μες την καρδιά σου, μες στα μαλλιά σου, μέσα στο βλέμμα σου».

Την τιμητική του στις ποιητικές αναφορές έχει ο λεγόμενος βασιλιάς των λουλουδιών, το τριαντάφυλλο. Σύμβολο ανυπέρβλητης ομορφιάς, συνυφασμένο με το ίδιο το χρώμα του πάθους και της ζωής. Γνωστοί οι υπέροχοι στίχοι του Οδυσσέα Ελύτη: «Έτσι συχνά όταν μιλώ για τον ήλιο μπερδεύεται στη γλώσσα μου ένα μεγάλο τριαντάφυλλο κατακόκκινο. Αλλά δεν μου είναι βολετό να σωπάσω». Για τον Γιώργο Σεφέρη το τριαντάφυλλο βαπτίζεται πιο πολύ ρόδο και συμβολίζει την ίδια τη μοίρα σε έναν άτυχο έρωτα. Πολύ γνωστό το ποίημά του «Ερωτικός Λόγος», όπου γράφει : «Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις, μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί».

Ο Νίκος Καρούζος από την άλλη, δίνει μάλλον στην τριανταφυλλιά και στα άνθη της τη σημασία της ίδιας της ζωής, της ομορφιάς και της δροσιάς της που χάνονται στο πέρασμα του χρόνου. Γι΄αυτό και γράφει: «Η αγωνία υπερβαίνει τη ζωή, γι’ αυτό κι αχρηστεύει τις απολαύσεις. Αχ, τι λάκκος από σκοτάδι που κάποτε μ’ έναν κόκορα στο κεφάλι για να τρελάνω τη νύχτα ούρλιασα ξαφνικά σαν να μου φύτεψαν βόλι: -Μια τριανταφυλλιά στο φεγγαρόφωτο! Τι φρίκη, την τρώνε τα δευτερόλεπτα!». 

Κλείνοντας αυτό το αφιέρωμα, στεκόμαστε στον ποιητή Βύρωνα Λεοντάρη, ο οποίος συνδέει την ομορφιά του άνθους με το κάλλος της ανθρώπινης ψυχής. Τη γνησιότητα και την ωραιότητα του ανθρώπου γυρεύει μέσα στα πέταλα της ωραιότητας της φύσης. Γι΄αυτό και γράφει στους στίχους του: «Τι μοίρα αλήθεια αυτή! …πάντα να στέκεις γλυκός κι αλύγιστος σαν άνθος ανθρωπιάς…»
Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου  

Monday, May 16, 2016

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου 
Περνούσε ο καιρός σαν ελαφρύ αεράκι μέσα από τα φύλλα. Ανεπαίσθητα. Χωρίς μεγάλους κρότους, χωρίς εξάρσεις. Με την ηρεμία μόνο της ασφάλειας, που ώρες, ώρες μοιάζει με αποπνικτική ρουτίνα. Kι ήταν οι μέρες σαν της βροχής τις στάλες. Πανομοιότυπες. Βγαλμένες λες από καρμπόν. Mόνο η ώρα του δειλινού ξεχώριζε. H ώρα που βασίλευε ο ήλιος και ανέτελλαν οι σκέψεις. Έβγαιναν τότε στο σεργιάνι, ρουφούσαν λίγο αγέρα από θύμησες και ξεκινούσαν τις δικές τους ιστορίες, σαν καλόβολες γιαγιάδες που βρήκαν άξαφνα παιδικά αυτιά γεμάτα περιέργεια.

Κι έτσι καθώς ο φωτεινός δίσκος βούλιαζε λίγο, λίγο στη θάλασσα, εκείνος έπαιρνε παραμάσχαλα τον μπόγο με τις σκέψεις του και κίναγε νοερά για της ζωής του το ταξίδι. Γύρω στα εξήντα πια, με τα μαλλιά κάτασπρα, το μέλλον μικρή στενή λουρίδα που έπρεπε να διαβεί σαν να΄χε απέναντί του λεωφόρο.

Όταν ήταν παιδί, λαχτάραγε να κάνει πολλά. Τα δρομάκια του χωριού, που μάζευαν το ξέφρενο ποδοβολητό του, ήξεραν πως είχαν να κάνουν με ένα μυαλό που έτρεχε ήδη μες στο μέλλον του. Διψούσε για το καινούριο, το αλλόκοτο, το απρόσμενο, το γοητευτικό. Γι’ αυτό και έδεσε μεγάλο κόμπο στην καρδιά του την έγνοια του για τα ταξίδια. Κι όλο ονειρευότανε μια φυγή σε κάτι που δεν γνώριζε , αλλά ασκούσε επάνω του μια γοητεία πρωτόγνωρη, μυστηριώδη.

Ειδικά τις μέρες που έπεφτε βροχή και γέμιζαν οι αλάνες με μικρές λιμνούλες, εκείνος μάζευε κρυφά τα παλιά φύλλα εφημερίδων από το καφενείο, κάνοντας τάχα πως βοηθάει τον θείο του στο συγύρισμα. Κι ύστερα τα΄ βαζε στο πάτωμα, τα δούλευε με τα δάχτυλα ώσπου να γίνουν χάρτινα καράβια και τ΄ αμολούσε στα νερά με τα δυο μάτια του γεμάτα σπίθα. Τα καραβάκια του, όμως, λίγο ταξίδευαν και πιο πολύ βούλιαζαν μες στην κλειστή θάλασσά τους. Γι΄ αυτό απέμενε από παιδί να ονειρεύεται ωκεανούς και να τραμπαλίζεται σαν μεγάλη πεθυμιά στο άπειρο.

Πέρασαν τα χρόνια, μεγάλωσε, χτύπησε τον τόπο η εισβολή και το θανατικό. Πρόσφυγας πέρασε στον Νότο, εκεί, στην πιο καλή του ηλικία, ένα χρόνο πριν τελειώσει το Γυμνάσιο. Και του ΄δεσαν άξαφνα τα χέρια η ένδεια και το Λίγο των καιρών. Οι σπουδές μετανάστευσαν στη χώρα του ανέφικτου κι εκείνος έπιασε δουλειά στις οικοδομές, ίσα, ίσα να βγαίνει το καρβέλι και να επιβιώνει το όνειρο. Μα τα χρόνια πέρασαν κι εκείνος έμεινε να χτίζει ολημερίς μια χίμαιρα. Παντρεύτηκε μια γειτονοπούλα στον συνοικισμό, ήρθαν γρήγορα και τα παιδιά. Κι άλλο δεν του έμεινε παρά να ταξιδεύει μοναχά τις νύχτες, κοιτάζοντας ένα χλομό φεγγάρι, που τον αντάμωνε περίλυπο θαρρείς.

Κι ίσως να έφτανε κάποτε η μέρα που θα ξανοιγόταν στα πέλαγά του. Σαν θα μεγάλωναν τα παιδιά, σαν θα μίκραιναν οι ανάγκες. Μα τον πρόλαβε εκείνο το ατύχημα στη μεγάλη λεωφόρο, όταν χαμένος κάποιο βράδυ μες στις σκέψεις, με μια πανσέληνο να του παίρνει τα μυαλά, κάρφωσε το αυτοκίνητο σε ένα πάσσαλο ηλεκτρικής. Το τραύμα βαθύ, αφού πλέον μια αναπηρία θα τον συνόδευε για το υπόλοιπο της ζωής του. Κι όλα τα στάσιμα που μέχρι τότε είχε αποδεχτεί, έγιναν τώρα αναπόφευκτα πιο βαριά, προεκτάθηκαν και στο μέλλον, ακινητοποίησαν και τις στερνές επιθυμίες.

Μα όταν βασίλευε ο ήλιος, ζητούσε από τη γυναίκα του να οδηγήσει το αυτοκίνητο μέχρι τη θάλασσα. Να τον βοηθήσει ύστερα με το αναπηρικό του το καρότσι. Και να τον αφήσει μετά να αντικρίζει τη δύση του ήλιου, την ανατολή των σκέψεων.

Κι αν τύχαινε κάποιο καράβι να διαβαίνει εκείνη την ώρα στον ορίζοντα, το φόρτωνε με τα δυο μεγάλα αχόρταγα μάτια του και το κοίταγε να διαρρηγνύει τις γραμμές του ουρανού και της θάλασσας. Και ταξίδευε πια, με ιλιγγιώδη αγάπη μονάχα η ψυχή του.

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου   

Sunday, May 8, 2016

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου
Περί πίστης ο λόγος τέτοια μέρα. Κι ένας Θωμάς που δεν μπόρεσε, χωρίς τον τύπο των ήλων, να πιστέψει στο θαύμα. Για τούτο και διαχρονικά έχει καταστεί σύμβολο αμφιβολίας και δυσπιστίας. Κι όμως, ο πρότερος βίος του κάθε άλλο παρά αυτό αποδεικνύει. ΄Ενας φτωχός ψαράς ήταν ο Θωμάς, πριν γίνει μαθητής του Χριστού. Εντούτοις, στο κάλεσμα του Ιησού, δεν δίστασε ούτε στιγμή να αφήσει πίσω τη μέχρι τότε ζωή του και να ακολουθήσει τον καινούριο δρόμο που του άνοιγε ο δάσκαλος από την Ιουδαία. 

΄Εγινε, μάλιστα, ένας από τους πιο ένθερμούς του υποστηριχτές. Στο Ευαγγέλιο δε του Ιωάννη, όταν όλοι οι μαθητές προσπαθούσαν να πείσουν τον Ιησού να προστατέψει τον εαυτό του και να μην επιστρέψει στην Ιουδαία, ο Θωμάς ήταν αυτός που τους παρακινούσε όλους να συνοδεύσουν τον δάσκαλό τους και να πεθάνουν μαζί του, αν χρειαστεί.

Τυγχάνει τώρα ο Θωμάς να είναι ο μοναδικός απόστολος που απουσιάζει, όταν ο αναστημένος Χριστός κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή του στους μαθητές του. Κι όταν επιστρέφει, όπως είναι φυσικό, οι άλλοι με δέος και θαυμασμό του εξιστορούν τη συνάντηση με τον Κύριό τους. Κι εδώ, ανέλπιστα, ο Θωμάς αποδεικνύεται δύσπιστος. Δεν αποδέχεται τη νέα πραγματικότητα, δεν πείθεται από τον ενθουσιασμό των υπολοίπων. Οι άλλοι του διηγούνται λεπτομερώς τα γεγονότα, αλλά αυτός αρνείται να πιστέψει στο θαύμα. Ζητά μάλιστα να αγγίξει ο ίδιος τις πληγές στα χέρια του Χριστού από τα καρφιά του σταυρού, επιθυμεί να βάλει ο ίδιος το χέρι στο τραύμα που δημιούργησε το δόρυ του Ρωμαίου στρατιώτη στο πλευρό του Ιησού. Μόνο έτσι θα είναι απόλυτα σίγουρος για την ανάσταση.

Οκτώ μέρες μετά, ο Κύριος εμφανίζεται και πάλι ανάμεσα στους μαθητές του. Κι αυτή τη φορά είναι εκεί και ο Θωμάς. Ο Χριστός αμέσως τον καλεί να πραγματοποιήσει αυτό που έχει ζητήσει. Να ακουμπήσει δηλαδή τα χέρια του στις πληγές του. Κι ο Θωμάς, μπροστά στον αναστημένο Κύριό του, δεν μπορεί παρά να σκύψει το κεφάλι ταπεινά, με μετάνοια μάλλον για τη δυσπιστία του και να ομολογήσει: «Εσύ είσαι ο Κύριος και Θεός μου».

Ο Θωμάς είδε και πίστεψε. Μακάριοι, όμως, κατά τον Ιησού, είναι αυτοί που δεν θα δουν και θα πιστέψουν. Αυτοί που δεν θα ζητήσουν αποδείξεις, αυτοί που γνωρίζουν τη δύναμη του Θεού και καταθέτουν την πίστη τους στο μεγαλείο του.

Ο « άπιστος Θωμάς» έχει περάσει , όμως, στην ιστορία της θρησκείας. Κι όταν λέμε σε κάποιον « Μη γίνεσαι άπιστος Θωμάς», ουσιαστικά του ζητάμε να μην αμφισβητεί την αλήθεια των λόγων μας, γυρεύοντας αποδείξεις και τεκμήρια που είναι δύσκολο να προσκομιστούν.

Γιατί υπάρχουν και πράγματα που τα πιστεύει πιο πολύ κανείς με την καρδιά του παρά με τα μάτια του. Πιότερο με τη δύναμη της ψυχής παρά με τη δύναμη των αισθήσεων. Και είναι αυτή τη δύναμη που ζητά ο Θεός από τους ανθρώπους, αφού ο ίδιος ενσαρκώθηκε, πορεύτηκε ανάμεσά τους, δίδαξε, θαυματούργησε , σταυρώθηκε για χάρη της αμαρτωλής ανθρωπότητας και τελικά αναστήθηκε.


Όπως εύστοχα σημειώνει και ο Ιερός Αυγουστίνος, «Πίστη είναι να πιστεύεις αυτό που δεν βλέπεις. Η ανταμοιβή είναι να δεις αυτό που πιστεύεις.».

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Monday, May 2, 2016

Με το φακό των λέξεων


Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου
Xριστός Ανέστη! Κι είναι η μέρα λαμπρή κι είναι οι ώρες χρωματισμένες από τη χαρά της αναστάσεως. Χαρακτηριστικά σημειώνει στους στίχους του ο Στέλιος Σπεράντζας: « Η Aνάσταση. Kαι γέμισε χαρά, λουλούδισε η ψυχή μου σαν το κρίνο. Kι ανοίγω της λαχτάρας τα φτερά, ψηλά μες στης αυγής τα φωτερά, γαλάζιο ένα αστροφώς κι εγώ να γίνω. Aνάσταση. Tα σήμαντρα χτυπούν. Kι όλα τα δένδρα ανθίζουν πέρα ως πέρα. Στον κόσμο αυτό ας μάθουν ν’ αγαπούν, όσοι το μίσος έσπειραν κι ας πουν «Xριστός Aνέστη ετούτη την ημέρα.».

Μέρα ολόφωτη, μέρα ανύψωσης, μέρα δόξας του Χριστού και των πιστών, που τον ακολούθησαν στο Πάθος, στη Σταύρωση και γεύονται τώρα περιχαρείς το μέγα θαύμα.

Ενδεικτικοί και οι στίχοι του εθνικού μας ποιητή, Διονύσιου Σολωμού, ο οποίος εξυμνεί το φως της ημέρας και τη δύναμη της αγάπης που θριαμβεύει πάνω στις δυνάμεις του σκότους. «Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες, όλοι, μικροί – μεγάλοι, ετοιμαστείτε, μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες, με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε, ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες ομπροστά στους Αγίους και φιληθείτε! Φιληθείτε γλυκά, χείλη με χείλη, πέστε Χριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!»

Ειρήνη, αγάπη, ευφροσύνη, κατακλύζουν τις καρδιές παίρνοντας χρώματα από τη μαγευτική ανοιξιάτικη φύση, ευωδιές από τους μυρωμένους κήπους , ελπίδες από τις λευκές λαμπάδες της Ανάστασης. Εκείνο το «Δεύτε λάβωμεν φως» πλημμυρίζει τις ψυχές, ζεσταίνει, παρηγορεί. Γιατί είναι πολύ το κρύο και το γκρίζο μέσα στον κόσμο. Είναι πολλοί εκείνοι που τραβάνε ακόμα έναν σταυρό στον ώμο, χωρίς έναν Σίμωνα Κυρηναίο να τους τείνει χείρα βοηθείας. Κι όμως σηκώνουν τον σταυρό και ανηφορίζουν, γιατί ξέρουν πως μόνο έτσι, εκεί στην κορυφή, θα έχουν δικαίωμα να προσδοκούνε την ανάσταση.

Πολύ όμορφα θέτει τον αγώνα του ανθρώπου δίπλα στον αγώνα του θεανθρώπου ο Νίκος Καζαντζάκης, γράφοντας ενδεικτικά: «...Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του Ανθρώπου σηκώνει τον σταυρό του κι ανεβαίνει τον Γολγοθά του. Πολλοί, οι πιο πολλοί, φτάνουν στο πρώτο, στο δεύτερο σκαλοπάτι, λαχανιάζουν, σωριάζονται στη μέση της πορείας και δε φτάνουν στην κορφή του Γολγοθά -θέλω να πω στην κορφή του χρέους τους- να σταυρωθούν, ν' αναστηθούν, και να σώσουν την ψυχή τους. Λιποψυχούν, φοβούνται να σταυρωθούν και δεν ξέρουν πως η σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης. 'Αλλον δεν έχει...».

Αυτόν μας έδειξε ο Κύριος με την πορεία της ζωής του αλλά κυρίως με τον θάνατο και τη λαμπρή ανάστασή του. Γι΄αυτό , τούτη τη μέρα, ας μην περιοριστούμε μόνο στους εορτασμούς και στα χαρούμενα μηνύματα που αυτή φέρει. Γιατί δυστυχώς υπάρχουν και δράματα που ακόμα συνεχίζονται. Πίσω από κλειστές πόρτες, πίσω από τραυματισμένες περηφάνιες, κάποιοι μπορεί να ανηφορίζουν και να λιποψυχούν. Και άλλοι ενδέχεται να ψάχνουν ένα χέρι να τους κρατήσει λίγο το μαρτύριο μέχρι να ανασκουμπωθούν, να πάρουν μια ανάσα και να συνεχίσουν πάλι τον κακοτράχαλό τους δρόμο.
Ας μην τους προσπεράσουμε μες στην αγαλλίαση του θαύματος. Ας μην κλείσουμε απαθείς τα μάτια. ΄Ετσι που να μπορούμε, ατενίζοντας τη ν υπέρλαμπρη δόξα του Κυρίου , να λέμε από τα βάθη της ψυχής μας: Χριστός Ανέστη! Αληθώς και ο άνθρωπος ανέστη!

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Tuesday, April 26, 2016

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου
Κυριακή των Βαΐων και όλα πια μυρίζουνε Πάσχα κι Ανάσταση. Λίγο πριν το Θείο Πάθος, μες στην καρδιά της άνοιξης, όταν τα λούλουδα ετοιμάζονται να γίνουν στεφάνια για τις εξώθυρες του Mάη, έρχεται μια μοσκοβολιά από ανάταση ανθρώπινης ψυχής κι Ανάσταση Θεού. Οι παπαρούνες , σαν κόκκινες καρδιές μέσα στους κάμπους, κυματίζουν τη χαρά του κόσμου για το θαύμα. 

Και τα βάγια για ποιον και για τι θα στρωθούνε φέτος; Ποιος Μεσσίας αναμένεται της λύτρωσης από βαριά δεσμά; Πέραν του Θεού που καταφτάνει στα Ιεροσόλυμα εν μέσω πανηγυρισμών, γνωρίζοντας όμως πολύ καλά τον Γολγοθά που καιροφυλακτεί, άλλοι σύγχρονοι Μεσσίες θα έπρεπε να αναμένονται ως σωτήρες δεσμών και σκλάβων , νοσηρών καταστάσεων, που ταλανίζουν την ανθρωπότητα. Κι ίσως θα πρέπει να βαδίσουμε λίγο ανορθόδοξα, προσπερνώντας τα γνωστά γεγονότα. Να γίνει η υποδοχή του Μεσσία και να ακολουθήσει απευθείας η ανάσταση. Γιατί ο Γολγοθάς έχει γίνει πλέον μέρος της καθημερινότητάς μας και το μόνο που χρειάζεται να πυροδοτηθεί είναι ο μηχανισμός της αποτίναξής του.

Να ερχότανε ,ας πούμε, ένας Μεσσίας κοσμοκράτορας, που θα έβαζε τέρμα στην κατασκευή των όπλων, τέρμα και στις αιματοχυσίες. Διακαής πόθος όλων των θυμάτων διαμέσου των αιώνων, διαμέσου των δεινών. Αλλά, εις μάτην. Ισχυρά συμφέροντα διακυβεύονται και οι βωμοί των θυσιών φλέγονται αδιαλείπτως. Πολύ εύστοχα σημειώνει ο Γερμανός φιλόσοφος Εμμάνουελ Καντ: « Θα πειστεί κάποτε το χοντροκέφαλο ανθρώπινο γένος ότι μεγαλύτερη μωρία και συμφορά από τον πόλεμο δεν υπάρχει, και από τα παθήματα του θα διδαχθεί κάποτε ότι πρέπει να τον καταργήσει, σαν υπερβολικά οδυνηρό και ακριβό τρόπο για επίλυση διαφορών;»

Δύο ολόκληρους αιώνες μετά , το ανθρώπινο γένος δεν έχει πειστεί για την αναγκαιότητα της ειρήνης. « Θέλεις ειρήνη; Φτιάξε αγάπη», διακήρυξε εύστοχα ο Βίκτωρ Ουγκώ. Αλλά τον Θεό της Αγάπης οι ισχυροί της γης, οι λαμβάνοντες τις αποφάσεις, τον έχουν μονίμως στον σταυρό με ένα Τετέλεσται στο βλέμμα.

Γι΄αυτό και οι στρατιές των προσφύγων, γι΄αυτό και το άδειο βλέμμα της αγωνίας. Για τούτο τα παιδιά που μένουν δίχως Αύριο και το Αύριο που μένει χωρίς ελπίδα.

Και πού να είναι κι ο Μεσσίας που θα σώσει εκατομμύρια από τη μάστιγα της πείνας ; Σε ποια βάγια θα βαδίσει και θα μπει θριαμβευτής στη χώρα της αφθονίας; Για να φωνάξουν επιτέλους Ωσαννά της γης οι πεινασμένοι και να γεμίσουν τα μάτια τους με αφράτα ψωμιά, ολοστρόγγυλα σαν ήλιοι ζωοδότες.

Γίνανε πια, οι πληγείσες περιοχές της γης, Ιερουσαλήμ που αναμένουν τον Σωτήρα τους. Και στρώνουν καρδιές σαν κόκκινους χιτώνες και προσμένουν. Και βάζουν την ψυχή τους οδόστρωμα, να περάσει η Αγάπη, να διαβεί το «Ειρήνη Υμίν».


Μα φαίνεται πως είναι μακρύς ακόμα ο δρόμος. Κι ακόμα μακρύτερος για κάποιους ο Γολγοθάς. Και τι άλλο να ευχηθεί κανείς τέτοια μέρα, τέτοιες ταραγμένες εποχές, παρά Ανάσταση σε όλα τα διάσπαρτα στη γη νεκρά μας όνειρα. 

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Monday, April 11, 2016

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου 
Και τι μπορεί να είναι ο πανικός πέρα από μια θηλιά στον λαιμό που πνίγει; Τι μπορεί να είναι ο τρόμος πέρα από ένα αργό, βασανιστικό θάνατο μες στην καθημερινότητα; Κι όλα τα ζούσε πια σε αναμονή σεισμού , σε προσμονή του αναπόφευκτου. Γιατί το παραμύθι μόλις είχε τελειώσει και δεν έζησε καλύτερα . Πέθανε άπειρες φορές μέσα σε μια παράνομη σχέση, σε ένα διαρκές κυνηγητό του ίδιου του εαυτού της , όπως όταν κυνηγάει κανείς τον ένοχο και του ξεφεύγει συνεχώς στη γωνία με τα κλοπιμαία: Τη γαλήνη, την ηρεμία, την ασφάλειά της.

Μια στιγμή αδυναμίας ήταν αρκετή για να αφεθεί στη δύναμη ενός ψεύτη έρωτα. Να αγνοήσει όλα τα προειδοποιητικά σήματα που έστελνε η λογική της και να πέσει μέσα σε βαθύ γκρεμό πάθους σκοτεινού. Είναι και ώρες που νικάει ο διάβολος κι ύστερα όλες οι αμαρτίες μοιάζουνε με αίσθηση ελευθερίας σε επίγειο παράδεισο. Μέχρι που η νύχτα κάποτε τελειώνει κι ένα μικρό αχνό φως έρχεται μες στην άβυσσο του μυαλού και ταρακουνάει όλες τις αισθήσεις. Είναι η στιγμή που το πάθος ξεθωριάζει και φαντάζει πιο πολύ σαν λάθος, η ώρα που αναβλέπει ο τυφλός λες και ένιψε τα μάτια του ο ίδιος ο Θεός.

Kαι τώρα καθόταν μόνη μες στον συλλογισμό της και έψαχνε σκάλες να ανεβεί, βροχή για να ξεπλύνει το σκονισμένο δεφτέρι των παρεκκλίσεων. Και σαν απόκαμε να στίβει την επιείκεια κι αυτή να μην κατεβάζει ούτε μια στάλα εξαγνισμού, τα΄βαλε με τον φαρμακερό όφη που την έβγαλε από τον παράδεισό της. ΄Ολο και ερχόταν ξανά και ξανά εμπρός της η μορφή του, με εκείνο το χαμόγελο που πρώτα τη σκλάβωσε και μετά έγινε μικρό σπαθί , σαρδόνιο κόψιμο, που τεμάχιζε κάθε μέρα τη σιγουριά και την αξιοπρέπειά της.

Πώς ξεκινούν και πώς τελειώνουν έτσι οι έρωτες; ΄Η μήπως …οι δήθεν έρωτες; Οι ενθουσιασμοί, οι πλάνοι προσανατολισμοί. Τα αισθήματα που δεν προλαβαίνουν να ζυμωθούν μέσα στον χρόνο, που δεν προφταίνουν να ταυτιστούν με τα κελεύσματα της μοίρας. Που είναι ίσως απλώς μια έλξη της σάρκας, μια απεγνωσμένη ανάγκη να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε, να ζήσουμε το απόλυτο, να φτάσουμε στα άκρα. Μα κάποτε εκεί στα άκρα παραφυλάει ένας γκρεμός. Μια ολισθηρή κατάβαση χωρίς σχοινί ασφαλείας. Βράχοι απουσίας που ματώνουν με τις αιχμηρές αλήθειες τους τις σκέψεις. Κι εκείνος να μετατρέπεται σιγά σιγά σε μια μορφή που εξατμίζεται πάνω από μια θάλασσα κλειστή , ίδια πια με βάλτο .

Κάθισε για ώρες μες στην περισυλλογή, επιστρατεύοντας λόγια καρφιά, να σταυρώσει τον δρόμο που εκείνος άνοιγε πια δίχως εκείνη. Μα μία μία ένιωθε τις πρόκες να καρφώνονται στο στήθος της . Κι όταν το αίμα χύθηκε έξω από την αντοχή της κι άρχισε να της λερώνει το μέλλον , ένιωσε ένα πουλί να πνίγεται τόσο πολύ μέσα της , που δεν άντεξε. Σηκώθηκε, στάθηκε μπρος σε ένα καθρέφτη , βύθισε τα μάτια της μέσα στο βλέμμα του ειδώλου απέναντί της. 

Και τότε μόνο αντίκρισε τον αληθινό ένοχο αυτής της μιζέριας που κουβαλούσε μέσα της η πτώση από ένα κίβδηλο όνειρο. Σαν δικαστής κατέγραψε αμέσως στην ψυχή της την απόφαση. Ισόβια, αληθινή αγάπη για τον ευαίσθητο εαυτό της. ΄Υστερα πήρε ανάσα βαθιά από ανοιξιάτικο παράθυρο και ετοιμάστηκε να πληρώσει το κόστος των επιλογών της. 
Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

Monday, April 4, 2016

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου
Μπήκε και ο Απρίλης σαν ρόδο που σκάει μύτη μες στον κήπο της ζωής. Κι όλα πια οδεύουν προς το μακρύ καλοκαίρι της Μεσογείου μας. Η άνοιξη κυρίαρχη στη φύση και στις συνειδήσεις. Κι ας μην έβρεξε πολύ φέτος. Κι ας ήρθε ο χειμώνας σαν ξεδοντιασμένη εποχή, αδύναμη, ασθενική, που λίγο φύσηξε σε μια απέλπιδα προσπάθεια να δικαιολογήσει το όνομά της κι ύστερα εγκατέλειψε τη σκηνή σαν άπειρος ηθοποιός που ξεχνάει τα λόγια του.

Η άνοιξη, λοιπόν, είναι εδώ, χωρίς την προϊστορία του χειμώνα. Ζωγραφίζει στον καμβά της εδώ και καιρό, από μέρες που το ημερολόγιο τις κατέγραφε ως χειμερινές. Τιμώντας σήμερα το ανθισμένο βάδισμά της, παραθέτω μερικούς από τους ωραιότερους στίχους, που γράφτηκαν για την πιο ευωδιαστή εποχή του χρόνου.

Χαρακτηριστικές οι ποιητικές διαδρομές του Τάσου Λειβαδίτη για τη μοναδική, θεϊκή ομορφιά της άνοιξης , όταν γράφει: «Κύριε, όλα από σένα ξεκινούν. Κι όλα σε σένα θα ‘ρθουν να τελειώσουν. Κι η άνοιξη δεν είναι παρά η νοσταλγία σου για κείνες τις λίγες ώρες που έζησες στη γη».

Η εποχή των αρωμάτων, σαν λουλουδιασμένη ελπίδα , ανθίζει μες στην καρδιά του ανθρώπου. Γράφει ο Γιάννης Ρίτσος: “Κάθε λουλούδι έχει τη θέση του στον ήλιο, κάθε άνθρωπος έχει ένα όνειρο. Κάθε άνθρωπος έχει έναν ουρανό πάνου από την πληγή του κι ένα μικρό παράνομο σημείωμα της άνοιξης μέσα στην τσέπη του.”

Ζωγραφίζοντας δε περαιτέρω την άνοιξη με τις λέξεις του, ο Ρίτσος σημειώνει με τη δύναμη της ποίησής του στο ομώνυμό του ποίημα. « Απόψε κοιμηθήκαμε στην αγκαλιά της άνοιξης, ακουμπώντας το κεφάλι στην καρδιά της. Ακούγαμε στον ύπνο μας τις ανάσες των πουλιών και την καρδιά μας. Το πρωί που ξυπνήσαμε, είδαμε τον ουρανό να περπατάει στην κάμαρά μας σαν γαλανό πουλί με χρυσά μάτια που τσίμπαγε τα ψίχουλα των σκιών που ΄χαν μείνει από χθες βράδυ στο πάτωμα».

Και ο Γιώργος Σαραντάρης, όμως, στο ίδιο κλίμα, εμπνευσμένος από τη δύναμη που φέρνει μαζί του το έαρ, έγραψε τα τραγούδια της άνοιξης, υμνώντας το μεγαλείο της εποχής. Στο δεύτερο από αυτά, συσχετίζοντας την ομορφιά του ανοιξιάτικου τοπίου με τη δροσιά και τη φρεσκάδα του κοριτσιού, γράφει στους στίχους του: «Έλα να δεις την άνοιξη που περπατάει, που με τα σύννεφα αγκαλιά μας χαιρετάει. Έλα να δεις την κόρη μου πώς έγινε μεγάλη και τραγουδάει με μια φωνή που δεν ήταν δικιά της. Και τραγουδάει μ΄ένα παλμό που είναι του κόσμου όλου. Σαν να βρέχει τα χείλια της στη βρύση τ΄ουρανού. Σαν να πετάει η καρδούλα της με κάθε χελιδόνι. Και να μην ξέρει η άνοιξη αν είν΄ δικιά της κόρη!»

Την ωραιότητα της εποχής αντικρίζει και ο Κώστας Μόντης σε ένα όμορφο πρόσωπο , όταν λακωνικά γράφει: « Από το όνομά σου ξεκινά η άνοιξη. Απ' τις συλλαβές του κρέμουνται κόκκινα κεράσια.» Με λίγες επίσης λέξεις κατορθώνει λιτά αλλά τόσο παραστατικά να μας μεταφέρει τις εικόνες ενός εαρινού κόσμου ο Οδυσσέας Ελύτης, στο ποίημα που γράφει για μια άνοιξη στην Αθήνα . «Άνοιξη θρύψαλο μενεξεδί, Άνοιξη χνούδι περιστέρας, Άνοιξη σκόνη μυριόχρωμη…».

Η άνοιξη , λοιπόν, είναι εδώ με όλα τα χρώματα και τις μυρωδιές της, με όλα τα ποιητικά μονοπάτια που την περπάτησαν, με όλες τις λέξεις που την τραγούδησαν, με όλα τα χρώματα που της χάρισε ο Ποιητής και Δημιουργός των πάντων.

Ανοίγουμε διάπλατα τις αισθήσεις μας και χαιρόμαστε αυτό το λουλουδιασμένο πανηγύρι του καιρού ,προσμένοντας πάντα και την ολόχρονη άνοιξη της χαράς και της ελπίδας για τον άνθρωπο.

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου  

Sunday, March 27, 2016

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου
Ανάμεσα σε δύο εθνικές επετείους, μεταξύ αγώνων και θυσιών, ένας Μάρτης στην εκπνοή του και ένας Απρίλης που κρυφοκοιτάζει πίσω απ΄την κουρτίνα, προβάρει συνεχώς τα λόγια του και είναι έτοιμος να μπει στη σκηνή και να μας καθηλώσει με τον ρόλο του. Η άνοιξη συνυφασμένη με το ξύπνημα της φύσης αλλά και την αφύπνιση των συνειδήσεων. Σκλάβα δεν μένει η φύση στου χειμώνα τα δεσμά, τα σπάει και απελευθερώνεται με πολύχρωμες εκρήξεις ζωής. Και η ψυχή, σε αυτό το παραλήρημα της λευτεριάς, αποζητά το μερτικό της, ορθώνεται πάνω από την υποδούλωση, κραυγάζει για τα αυτονόητα που δικαιώνουν την ύπαρξη του ανθρώπου: Λευτεριά και αξιοπρέπεια.

Mέσα σε ένα τέτοιο σκηνικό εξέγερσης μυαλού και καρδιάς συνάντησα τους εκπαιδευτικούς και τα παιδιά από το κατεχόμενο Ριζοκάρπασο. Έφτασαν στο χωριό Ερήμη, φιλοξενούμενοι της κοινότητας και του σχολείου.  Άνθρωποι εκεί, που αγαπούν και νοιάζονται, έδωσαν τα χέρια και δημιούργησαν ένα ευχάριστο διήμερο για τα παιδιά και τους παιδαγωγούς, που επιμένουν να κρατιούνται στη γη τους και να αντιστέκονται σθεναρά στα όποια τετελεσμένα θέλουν να επιβάλουν η εισβολή και η κατοχή.

Στα σκαλιά του σχολείου τα περίμεναν παιδιά από το Δημοτικό Ερήμης, για να τα πάρουν από το χέρι, να ενώσουν μαζί τους την ανάγκη για αγάπη, φιλία, συνεργασία, όπως ήταν και το όμορφο σύνθημα της όλης προσπάθειας, και να τα οδηγήσουν στον χώρο όπου και επίσημα πια θα τα υποδεχόταν το σχολείο. Μαζί με τα παιδιά οι δασκάλες τους, η Γεωργία, η Κατερίνα, η Ελένη, τρεις νέες κοπέλες που μεγάλωσαν μέσα στον εγκλωβισμό της Καρπασίας, έφυγαν για λίγο για να σπουδάσουν και επέστρεψαν για να δώσουν ψυχή και καρδιά στο σκλαβωμένο χωριό τους, πνοή στο μικρό σε μέγεθος, μεγάλο σε έργο σχολείο τους.

Τρία νέα κορίτσια που παίρνουν κάθε μέρα αυτά τα παιδιά και τα οδηγούν μέσα από τα δύσκολα μονοπάτια της κατοχής. Σε ένα σχολείο που μόνο απέμεινε στον Βορρά, επίμονο, σταθερά προσηλωμένο στην Ιστορία, να μιλάει τη γλώσσα και τη θρησκεία, τα ήθη και τα έθιμα των προγόνων. Για σαράντα δύο τώρα χρόνια μένει χωρίς σημαία ο ιστός του σχολείου, μα η σημαία του αγώνα δεν υποστέλλεται μέσα στη σκέψη, μέσα στη θέληση. Εκεί μέσα κυματίζει και αφήνει το ανέμισμά της να αντανακλάται στα μάτια αυτών των νεαρών δασκάλων, που στη ζωή τους όρισαν να φυλάγουν το μέλλον μέσα σε ένα δύσκολο παρόν, κρατώντας γερά την παράδοση του παρελθόντος.

Και τα παιδιά, μια μικρή ομάδα, μια μεγάλη περηφάνια. Σε κοιτάζουν και νιώθεις ένα κύμα συγκίνησης να σε αρπάζει, να σε ταξιδεύει μέχρι τις ακτές της Καρπασίας και να σε ρίχνει μετά δυνατό, αποφασισμένο στον βράχο μιας απόφασης για αγώνα μέχρι την τελική δικαίωση. Γιατί είναι τα παιδιά. Και τα παιδιά μένουν εκεί, ανάμεσα στα ανθισμένα κυκλάμινα, που μας προσφέρουν φυτεμένα μέσα στο άγιο χώμα της χερσονήσου του Αποστόλου Αντρέα. Και τα παιδιά επιμένουν να μιλούν, να γράφουν και να διαβάζουν ελληνικά, όταν γύρω τους παρελαύνουν τα μισοφέγγαρα του κατακτητή. Και πώς μπορείς μετά εσύ να σωπαίνεις; Πώς νομιμοποιείσαι να αδρανείς;

Κι είναι και η Γεωργία, η Κατερίνα, η Ελένη. Νιάτα σε μια ηλικιωμένη ελπίδα. Μας περιμένουν να ανταμώσουμε, καθώς εμείς θα επιστρέφουμε σε μια μεγάλη αγάπη που χρόνια τώρα την ποτίζουν να μην μαραθεί. 

Νιώθει κανείς τόσο μικρός μπροστά σε μια τόσο μεγάλη προσφορά. Και κλίνει ευλαβικά το γόνυ σε έναν αγώνα που διεξάγεται δίχως άρματα, με καρδιά μονάχα και πείσμα, με το γινάτι της φυλής, έτσι καθώς σαν αετός πετά και ανοίγει τα φτερά του πάνω από χαλάσματα άγονων χρόνων.

Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου 

Monday, March 21, 2016

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου
Σήμερα βράζει ένα μικρό θυμό στο μπρίκι του καφέ, τον αφήνει να φουσκώσει και μετά τον χύνει στον νεροχύτη, μην μπορώντας να αντέξει το υπερχείλισμά του. Είναι κι αυτές οι μέρες. Που δεν ακούνε πλέον για υπομονή. Που βράζουν και χύνονται στην γκαζιέρα, στα πλακάκια, στην ανοχή που αρπάζει άξαφνα μια σημαία επανάστασης.

Κράτησε πολύ καιρό μέσα του αυτό το ποτάμι. Κι εκείνο όλο κατεβαίνει και φέρνει μαζί του μικρές απώλειες, μεγάλες ήττες, ελάχιστες προοπτικές. ΄Ιδια με λάσπη , ξύλα, σάπια φύλλα, που κουβαλάει αθόρυβα μια ψυχή πλημμυρισμένη από αγανάκτηση. Μα ποια ήταν η πηγή αυτής της ταραχής, που έψαχνε εδώ και ώρα την εκβολή της ; Μήπως η στάση των άλλων απέναντί του; Μήπως το λίγο τους, που θα΄θελε να ήταν πολύ; ΄Η μήπως το ελάχιστο που τελικά του δώσανε και δεν του χόρτασε την ύπαρξη;

Μια ζωή ο αποδιοπομπαίος τράγος. Η εύκολη λεία για τον υπέρμετρο εγωισμό του καθενός. Κλητήρας σε μια εταιρεία. Θέση χαμηλή, μισθός ακόμα χαμηλότερος. Μια ζωή, λοιπόν, στα χαμηλά τα στρώματα που όλο βάθαιναν και γίνονταν υπόγειο. Αυτός για τους φακέλους που θα έπρεπε να παραδοθούν, αυτός και για τους καφέδες του προσωπικού, τα θελήματα, αυτός , μόνο αυτός, για τα ξεσπάσματα του πρωινού, για τα νεύρα του μεσημεριού. Και να κυλάνε οι μέρες σαν χιονοστιβάδα σε κατήφορο, που όλο μαζεύει, όλο φορτώνει στην πορεία της και κάποια στιγμή φτάνει στο τέρμα γεμάτη με τη μέγιστη ένταση, με την ελάχιστη πλέον υπομονή.

Σήμερα Κυριακή έχει τα γενέθλιά του. Πολλά τα χρόνια που σκαρφαλώνουν αμείλικτα στις ρυτίδες του. Λίγο ακόμα και θα μπορεί να βγει στη σύνταξη. Πώς πέρασε έτσι ο καιρός; Πώς πέρασε έτσι η νιότη; Πώς φεύγουν γενικά έτσι οι ευκαιρίες; Σαν περαστικοί απ΄το κατώφλι σου, που δεν στέκονται να τους φιλέψεις ούτε ένα κρύο νερό από τη δίψα σου! Είχε , λοιπόν, σήμερα τα γενέθλιά του , μα δεν είχε κανένα να μοιραστεί τον χρόνο του που λιγόστευε. Κανέναν να δώσει λίγη έστω από την αγάπη που περίσσευε. Και οι ώρες σήμερα να μην κυλάνε. Να έχουν σταματήσει πεισματικά οι δείκτες στην ανάγκη και να του φωνάζουν επίμονα τις ελλείψεις που παραδέχεται η καρδιά του.

Κάποτε , εκτός από τα θέλω των άλλων, είχε και τα δικά του. Πίστευε στον εαυτό του, πίστευε στις στιγμές, στα όνειρα. Μετά μπήκε στη ζωή του ο ανεκπλήρωτος έρωτας, ο γλυκός καρπός ενός παραδείσου, που έστεκε μπροστά του με απαγορευτικές πινακίδες. Πάλεψε να ξεφύγει από αυτά τα δίκτυα, που όλο και έριχνε η Μοίρα στη φουρτούνα του. 

Μα ήτανε το συναίσθημα τόσο δυνατό, που γινότανε τελικά λεπίδι και του κατέτρωγε τα σωθικά. Άλλαξε πόλη, άλλαξε δουλειά, εντοίχισε τη ζωή του, το είναι του, μες στο τσιμέντο μιας απρόσωπης εταιρείας. Ταύτισε τις ανάγκες του με τις μικρές και μεγάλες ανάγκες των άλλων. Έγινε μια κουκκίδα και χάθηκε μέσα στην τύρβη της καθημερινότητας. Έτσι, που όταν έφτανε το βράδυ στο σπίτι, το κορμί του τον έστελνε επιτακτικά σε ένα λήθαργο βαθύ. Να μην θυμάται, να μην ονειρεύεται.

Μα ήτανε και μέρες σαν τη σημερινή, που ξυπνούσε μέσα του ό,τι βίαια είχε αποκοιμίσει. Σηκωνόταν άξαφνα και τον κυνηγούσε με όλα τα φαντάσματα , με όλα τα χάσματα . Κι αυτός παραδινόταν σε μια αιματηρή ανάμνηση.

Ακούμπησε τον καφέ στην άκρη, άνοιξε την πόρτα, πήρε τον κεντρικό δρόμο, κατέβηκε μέχρι το παραλιακό μέτωπο, στάθηκε απέναντι στη θάλασσα. Τόσο απέραντη, τόσο φλύαρα σιωπηλή. 

Τον κοίταξε λες και τον καλούσε σε ένα από τα ταξίδια της. Είχε το βλέμμα εκείνης η θάλασσα. Γαλάζιο, τρυφερό, μυστηριώδες. Αύριο, υποσχέθηκε σιωπηλά, αύριο θα το προσπαθούσε, θα άνοιγε τα πανιά της ψυχής και θα αφηνόταν σε ό,τι μια νέα θάλασσα θα μπορούσε να του φέρει...
Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου