Showing posts with label Δημοκρατία. Show all posts
Showing posts with label Δημοκρατία. Show all posts

Monday, August 19, 2019

Αστυνομία σκέψης στην τουρκοκρατούμενη Κύπρο

Του δημοσιογράφου Αλέκου Μιχαηλίδη 
Όλο αυτό που ξέσπασε τις τελευταίες μέρες με τον Γιώργο Μερκή του ΑΠΟΕΛ, την ελληνική σημαία και το σχόλιό του για τους δολοφόνους του Ισαάκ και του Σολωμού, δεν είναι τυχαίο. Δεν είναι ένστικτο μιας κοινωνίας που θέλει να προστατέψει τους συνανθρώπους της Τουρκοκύπριους ή που συνδέει (βλακωδώς) τη σημαία με τη χούντα και την ΕΟΚΑ Β’. Δεν είναι καν μια σπασμωδική αντίδραση από τις άγριες φυλές του διαδικτύου, που δεν αντέχουν την «πολεμική ρητορική» και που τρέχουν στα λιβάδια της ειρήνης με λουλούδια στο στόμα.

Όλο αυτό είναι μια καλά χωνεμένη εμφυλιοπολεμική και σκάρτη ρητορική. Μια φασίζουσα αφήγηση που ξεκινά από τους κρατούντες «opinion leaders» μιας συγκεκριμένης πολιτικής άποψης και τελειώνει στις μάζες αυτών που αντιδρούν α λα καρτ και ως κατά συρροή δολοφόνοι χαρακτήρων αφουγκράζονται τις προσταγές των αφεντών. Επί της ουσίας, αν και η ίδια μάζα ανθρώπων (;) αυτοβαφτίζεται ως η προοδευτική μερίδα της κοινωνίας, είναι η πιο μοχθηρή, σκοταδιστική, μεσαιωνική και ρατσιστική μερίδα μιας χώρας στην οποία τα πράγματα θα έπρεπε να είναι πιο ξεκάθαρα.

Όλο αυτό είναι μια καλά δουλεμένη εκστρατεία ενοχοποίησης των Ελληνοκυπρίων που δεν επικεντρώνεται πια μόνο στη «λύση» του Κυπριακού, μα διαχέεται σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Εξελίσσεται και γιγαντώνεται μια επικίνδυνη γκεμπελίστικη προσέγγιση των πραγμάτων, με σαφή σκοπό, όχι να προστατευτούν οι ευάλωτες ομάδες, μα να «δολοφονηθεί» βασανιστικά η ελεύθερη σκέψη.

ας μην γίνεται κατανοητό από πολλούς εκφραστές της προσέγγισης. Επί παραδείγματι, η ελληνική σημαία (του Γλέζου και του Λαμπράκη) βαφτίζεται «ξένη» και «εοκαβητατζίδικων καταβολών». Όποιος διερωτηθεί γιατί δεν τιμωρούνται οι δολοφόνοι του Ισαάκ και του Σολωμού είναι ναζί και εμμέσως θέλει να σκοτώσει όλους τους Τουρκοκύπριους. Παράλληλα, όποιος φωνάξει το ενστικτώδες σύνθημα της εποχής μετά το 1974 «έξω οι Τούρκοι από την Κύπρο» δολοφονούσε Τουρκοκύπριους στην Κοφίνου. Δεν θεωρείται δε «το ίδιο» αν φωνάζει κανείς έξω από την πρεσβεία των ΗΠΑ –«φονιάδες των λαών Αμερικάνοι».

Εν πάση περιπτώσει, όλο αυτό το σκηνικό παραλογισμού οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο έρεβος του εκφασισμού της κοινωνίας. Η αστυνομία σκέψης –αν και μη νομιμοποιημένη– βρίσκει πρόθυμους εθελοντές σε ΜΚΟ, πρεσβείες, κόμματα, ομάδες πολιτών και «ανώνυμους» του διαδικτύου. Σ’ αυτό το οργουελιανό σκηνικό δεν χωράνε όλες οι απόψεις. Οι εξουσιαστές ή οι γκεμπελίσκοι της ουδέτερης ζώνης δεν ανέχονται σύμπασα τη διαφορετικότητα. Δεν ανέχονται ότι σε τούτο το αποτυχημένο παραμύθι της κυπριακής τραγωδίας, είναι άνθρωποι που δεν αντέχουν την αδικία, το έγκλημα, τη σκλαβιά. Οι ίδιοι, που καμαρώνουν για τον φτιαχτό προοδευτισμό τους, θα ύψωναν τη σημαία της ειρήνης και θα μας έβαζαν στην γκιλοτίνα. Με προτίμηση, αντί στον Βολταίρο («Διαφωνώ με ό,τι λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες»), στη «Δίκη» του Κάφκα: «Ο καθένας έχει το δικαίωμα να έχει τη δική του άποψη, αρκεί να συμφωνεί με τη δική μου». Μας κοιτάζει ο χάρος και του τρέχουνε τα σάλια…

Αλέκος Μιχαηλίδης
alekos@phileleftheros.com
Facebook

Πηγή: Εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» 19 Αυγούστου 2019 

Saturday, January 12, 2019

How can we break the Brexit deadlock? Ask ancient Athens

By James Bridle

Citizens’ assemblies have their roots in sortition – selecting citizens at random to fill public posts – which was once central to democracy

In the central marketplace of ancient Athens, around 350BC, there stood a machine called the kleroterion. This was a six-foot-high slab of stone that had a series of slots on the front, and a long tube bored down from the top to the base. Those up for selection for the various offices of state would insert metal ID tags, called pinakia, into the slots, and a functionary would pour a bucket of coloured balls, suitably shaken, into the top of the tube. The order in which the balls emerged would determine who took which role, some for the day, some for a year.

Today the kleroterion survives, in fragments, in Athens’ Museum of the Ancient Agora, alongside other pieces of democratic technology such as the clepsydra, a water clock used to time orators’ speeches and the fragments of pottery, called ostraka, on which they scratched the names of the too-powerful politicans they wished to see banished from the city, and from which we derive the modern word “ostracism”.

The method of governance embodied in the kleroterion, which dates back to the very establishment of democracy, is called sortition, meaning selection by lot, as opposed to election by vote. The Athenians believed that the principle of sortition was critical to democracy. Aristotle declared that: “It is accepted as democratic when public offices are allocated by lot; and as oligarchic when they are filled by election.” But along the way, sortition – and the even more exciting possibility of actual banishment – has fallen out of most democracies’ toolkits.

Sortition in ancient Athens had a number of important qualities. First, those eligible for selection included the entire suffrage (which, it must be noted, was at the time limited to adult male citizens). Second, it applied to much more than jury selection, which is the only form in which sortition survives in most places today, and included magistrates, legislators and the main governing councils of the city – all the important posts, in fact, bar the military. And third, and perhaps most significantly, it both embodied and enabled transparent and participatory governance: that is, anybody could come down to the agora and not merely see but understand how the machine worked – and anyone could be selected by it.

A citizens’ assembly could break the politicians’ Brexit deadlock

Read more
Sortition has received an increasing amount of attention in recent years, as we seek alternatives to our creaking, gerrymandered and short-sighted electoral processes. The kind of citizens’ assembly called for recently by a number of public figures in the service of breaking the Brexit deadlock has its roots in sortition, involving members of the public, selected at random. This form of assembly has been employed in a number of other countries, most notably in Ireland, which created a citizens’ assembly in 2016 to consider a number of questions. The Irish version consists of 99 complete strangers, selected at random from the electoral roll, who meet over a series of weekends to learn about, debate and vote on contentious issues, such as abortion rights and climate change. And already, the results have been surprising: the citizens’ assembly has been credited with providing the momentum for the legalisation of abortion, and recently voted overwhelmingly for a series of measures to cut greenhouse emissions that politicians had dismissed as unworkable.

Some fascinating psychological research underlies the subversive possibilities of sortition, which is best summed up by the phrase “diversity trumps ability”. This is the theory that solutions to knotty problems are best found by starting from the greatest number of different viewpoints and experiences – that is, from as wide a selection of people as possible. The cognitive diversity of such a group – which is not the same as racial or gender diversity, but is highly correlated with it – leads it to different and potentially more effective solutions. This is notably counter to the belief, dominant in electoral systems, that there exists a mythical best person for the job, capable of engaging with any number of different areas of policy. It has been found in multiple studies that random selection from a large group produces better answers to complex problems than the appointment of a narrow group of experts, making sortition a quite revolutionary idea if we choose to take it seriously.

Citizens’ assemblies do away with elections, lessening the pressure to vote a particular way, and thus improving the quality of decisions made, particularly when it comes to difficult questions such as addressing the long-term effects of climate change – or leaving the European Union. They also provide a rare opportunity these days: for the citizenry to hear directly from experts in the field, to educate themselves properly about real issues, and then to take on the responsibility of decision-making for themselves.

The 99 strangers who proposed radical alternatives to existing political positions in Ireland did not start out as a homogeneous group. The assembly – randomly selected from the entire population, and thus truly representative of it – included those who were anti-abortion, pro-abortion and undecided; those who were fierce advocates for climate-change legislation, and those who rejected the scientific consensus. Yet through a careful and deliberate process of education and debate, it was possible not merely to reach consensus, but also to change minds: to progress, together, towards workable and even radical solutions. Citizens’ assemblies carry the whiff of populism, but they are the opposite of strongman politics. By providing transparency and participation, they are an opportunity for people to actually engage with the messy business of politics, rather than shout and wave flags from the sidelines.

In this, they have something of the kleroterion about them. It’s easy to forget in these days of obfuscatory and complex technologies, of electoral manipulation by hackers and bots, and when most of the government is having a conversation with itself via broadcast and social media – which is inherently oppositional and destructive – that the technologies of political process can also be tuned to transparency, accountability, understanding and education. And yet the possibility exists as clearly in the citizens’ assembly as it did in ancient Athens.

We spend our days hoping that somebody, anybody, will come up with solutions to the issues we face; but nobody is coming to save us. There is no appeal to a higher power here. We have to build our own alternatives – and that really does mean all of us, from those on opposing sides to those who have had little or no political voice or representation until now. (In ancient Athens, as previously noted, the suffrage was limited to adult male citizens, and looking at the current make-up of parliament and corporate boards it doesn’t feel like we’ve actually improved that much. Real change will look very different; the optics are just a start.)

It’s clear that the blunt instrument of referendums and the sclerotic, corrupt framework of party and electoral politics have contributed greatly to the mess that we find ourselves in today. It is equally evident that viable alternatives exist, and their signal qualities are clear: diversity of representation (produced effectively by sortition), collective education and true participation in the democratic process, which involves not merely having one’s voice heard, but listening to others too. After all, the word “idiot” derives ultimately from the ancient Greek for “private citizen” – that is, one who has no interest in politics, and fails to engage meaningfully with their fellow citizens. We cannot continue to pretend we do not have the means to do better.

• James Bridle is the author of New Dark Age: Technology and the End of the Future

As 2019 begins…
… we’re asking readers to make a new year contribution in support of The Guardian’s independent journalism. More people are reading our independent, investigative reporting than ever but advertising revenues across the media are falling fast. And unlike many news organisations, we haven’t put up a paywall – we want to keep our reporting as open as we can. So you can see why we need to ask for your help.

The Guardian is editorially independent, meaning we set our own agenda. Our journalism is free from commercial bias and not influenced by billionaire owners, politicians or shareholders. No one edits our editor. No one steers our opinion. This is important as it enables us to give a voice to those less heard, challenge the powerful and hold them to account. It’s what makes us different to so many others in the media, at a time when factual, honest reporting is critical.
The Guardian 25.12.2018

Tuesday, April 4, 2017

H δημοκρατία δεν είναι συνταγή

Του Χρήστου Γιανναρά 
Π​​λειοψηφία σημαίνει μέγεθος ποσοτικό, εξ υπαρχής παράκαμψη της ποιότητας. Στο «αντιπροσωπευτικό» λεγόμενο σύστημα της νεωτερικής δημοκρατίας τη διαχείριση των κοινών αναγκών αναλαμβάνει όποιο κόμμα κερδίσει την εύνοια της πλειονότητας των πολιτών. Eίναι άραγε προϋπόθεση της νεωτερικής δημοκρατίας η αδιαφορία για την ποιότητα, η παγίδευση σε συντελεστές που ευνοούν το κολάκευμα της μάζας, τον συμβιβασμό με απαιτήσεις μειωμένης καλλιέργειας και ευφυΐας, τις παραχωρήσεις στη μετριότητα;

Σίγουρα όλοι συμφωνούμε ότι η ποιότητα δεν αντικειμενοποιείται – είναι παρακινδυνευμένο να εντοπίσουμε την ανθρώπινη ποιότητα οριστικά και μόνιμα σε κάποιους «άριστους» πολίτες και να οργανώσουμε τον κοινό μας βίο μόνο με ό,τι εγκρίνει η δική τους ψήφος. H πείρα βεβαιώνει ότι κάθε τέτοια απόπειρα καταλήγει συνήθως στην τυραννία.

Oργανώνουμε λοιπόν τον συλλογικό μας βίο με βάση την ποσοτική εκτίμηση των απαιτήσεων. Που θα πει: εμπιστευόμαστε τις κοινωνικές μας στοχεύσεις, τους όρους της κοινής επιβίωσης, την προσωπική μας δημιουργική καταξίωση σε μέτρα και κριτήρια ποσοτικά. Kαι αν μεν ο μέσος όρος κατά κεφαλήν καλλιέργειας στην οργανωμένη συλλογικότητά μας είναι υψηλός, τότε η πλειοψηφία πιθανόν να εγγυάται ικανοποιητική ανταπόκριση σε ποσοτικές απαιτήσεις. Aν όμως η πλειονότητα είναι «λειτουργικώς αναλφάβητη», εμφανίζει γλωσσικό εκφυλισμό, μειωμένη ικανότητα σκέψης και κρίσης, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν. Δηλαδή:

Για να κερδίσει ένα κόμμα την εύνοια της άποιας πλειοψηφίας, πρέπει να παραιτηθεί από την ορθολογική επιχειρηματολογία, να εκφραστεί σε επίπεδο μειωμένης νοητικής ικανότητας. Nα αποφύγει τη γλώσσα της ειλικρίνειας, τη ρεαλιστική πολιτική ανάλυση. Nα παραβλέψει ή και να κολακέψει την έλλειψη καλλιέργειας, την ποδοσφαιρολαγνεία, την επιθεωρησιακή σαχλαμάρα, τις χυδαίες καταναλωτικές ενορμήσεις. Oφείλει (επαγγελματικά) να αγνοήσει την ποιότητα, αφού αφορά μόνο μειοψηφίες. Nα αδιαφορήσει για την κρίση των «επαϊόντων», για τους «γυμνασμένους νόες», για τις απροκατάληπτες και ανιδιοτελείς αξιολογήσεις.

Oμως, η μακροχρόνια προσαρμογή σε αυτή την αυτονόητη δεοντολογία δημιουργεί ανεπίγνωστους εθισμούς. Oι επαγγελματίες της πολιτικής στη μανιασμένη τους προσπάθεια να κερδίσουν τη μεγάλη μάζα των λιγότερο καλλιεργημένων και μειωμένης ευφυΐας ψηφοφόρων, παραιτούνται, προοδευτικά και ασυναίσθητα, από κάθε ποιότητα σκέψης και λόγου. Eίναι αυτή, ίσως, μια εξήγηση για το δραματικότερο μάλλον σύμπτωμα σήμερα του ελλαδικού πολιτικού βίου: άνθρωποι ευφυείς (κατά τεκμήριο), με εντυπωσιακές σπουδές, μακρά θητεία σε υψηλών απαιτήσεων διεθνή περιβάλλοντα, να μην αντιλαμβάνονται πότε ξεπέφτουν σε μικρονοϊκά ρητορεύματα, επιχειρηματολογικές παιδαριωδίες, βλακώδεις κομματικούς κομπασμούς, φτηνιάρικα τεχνάσματα για να εντυπωσιάσουν. Δεν καταλαβαίνουν ούτε καν πότε αυτοχειριάζονται πολιτικά, αυτοκαταδικάζονται σε ανυποληψία, καταντάνε περίγελως.

Xρυσοπληρωμένοι «επικοινωνιολόγοι» βομβαρδίζουν τους τάχα και πολιτικούς με «μελέτες αγοράς» που βεβαιώνουν ότι το εκλογικό αποτέλεσμα το καθορίζει μια «κρίσιμη μάζα» ψηφοφόρων διανοητικά υπολειπόμενων, δέσμιων στην ψυχολογική ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής. Πρέπει αυτούς να κερδίσουν, να προσαρμοστεί ο πολιτικός στη νοοτροπία, στη γλώσσα, στο ύφος του τραμπούκου. Kαι ο μακρόχρονος εθισμός σε αυτή την προσαρμογή έχει το αποτέλεσμα που βλέπουμε καθημερινά στη μικρή οθόνη: Yπουργοί, αξιωματούχοι του δημόσιου βίου, «αρχηγοί» ή στελέχη κομμάτων, εντελώς ανίκανοι να παρακολουθήσουν έναν σοβαρό προβληματισμό πέρα από το παιχνίδι των εντυπώσεων ή από τα εσωκομματικά μαγειρέματα.

Tους βλέπουμε να καβγαδίζουν με ανατριχιαστική μικρόνοια, σαν γλωσσούδες γειτόνισσες, να μιλάνε ακατάσχετα για να μην προλαβαίνει ο αντίπαλος να αρθρώσει αντίρρηση – κοκορευόμενοι εγωλάγνοι που γεννάνε ντροπή, πόνο και απελπισμό στον τηλεθεατή με το ανθρώπινο κατάντημά τους. Kαι επανέρχεται εφιαλτικό το ερώτημα: Eίναι άραγε προϋπόθεση της νεωτερικής δημοκρατίας η αυτοπαγίδευσή της σε μέτρα και κριτήρια μειωμένης ευφυΐας και καλλιέργειας, αποκλεισμού της ποιότητας, θριάμβου της ψευτομαγκιάς;

Tο ερώτημα επιδέχεται θεωρητική μόνο απάντηση: Σίγουρα, η δημοκρατία δεν είναι συνταγή, είναι κατόρθωμα, κοινωνική κατάκτηση. Eμείς πιθηκίζουμε την τυπολογία των θεσμών και βαυκαλιζόμαστε με τους πιθηκισμούς μας. Oμως σήμερα, το αντιπροσωπευτικό σύστημα δεν μπορεί να λογαριάζεται για δημοκρατία, αν δεν έχει κεντρικό λειτουργικό του άξονα το σχολειό, τους εκπαιδευτικούς θεσμούς, τον κοινωνικό έλεγχο της τηλεόρασης. Mόνο κοινωνίες με πρώτη και απόλυτη προτεραιότητα (στην πράξη) τη συνεχή άνοδο της κατά κεφαλήν καλλιέργειας μπορούν να γεύονται τα αγαθά της δημοκρατίας. Aς μη γελιόμαστε.

Στη σημερινή Eλλάδα, τραγικά θύματα και μοιραίοι θύτες στην προσχηματική (θεάτρου των σκιών) δημοκρατία μας μοιάζει να είναι, πριν από κάθε άλλον, δυο νέοι άνθρωποι, στον ανθό των δημιουργικών τους δυνατοτήτων: O πρωθυπουργός και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Eίναι το τρίτο ζευγάρι που προσφέρεται από το πολιτικό μας σύστημα βορά στον μινώταυρο της «κρίσης»: Πρώτα Kωστάκης - Γιωργάκης, ύστερα Σαμαράς - Bενιζέλος, τώρα Aλέξης - Kυριάκος. Eχουν όλοι διαδοχικά αποδείξει, με την πολιτική τους πράξη, πως είναι των αδυνάτων αδύνατο να υποψιαστούν την εξάρτηση του κοινοβουλίου από το σχολειό, της δημοκρατίας από την κατά κεφαλήν καλλιέργεια, της επιτυχίας από τη δημόσια αυτοκριτική.

Tα σαγόνια του μινώταυρου άλεσαν ή αλέθουν και τους έξι. Kαι κορυφαία δυστυχία μοιάζει να είναι η άργητα της στερνής γνώσης. Tο πολιτικό σύστημα, σε όλο του το φάσμα, δείχνει ολοκληρωτικά ανυποψίαστο για τα αίτια και τους ενόχους της τραγωδίας (των προσώπων και συνολικά του Eλληνισμού). 

Ωστόσο, παρά τις συνταγματικές αλχημείες της πασοκικής λοιμικής, ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας παραμένει ύστατη δυνατότητα προστασίας της δημοκρατίας. Όσης μας επιτρέπει η επιτρόπευση των «δανειστών».
Χρήστος Γιανναράς
Εφημ. Καθημερινή 2.4.2017
 


Saturday, December 5, 2015

Η σαγήνη του λαϊκισμού

Πώς η Ελλάδα μετατράπηκε σε «λαϊκιστική δημοκρατία»; Ο καθηγητής Τάκη Σ. Παππάς λύνει το γρίφο της αποτυχίας της χώρας
Συνέντευξη του Τάκη Σ. Παππά 
στην Αγγελική Μπιρμπίλη
Τι πήγε στραβά; Πώς η Ελλάδα μετατράπηκε από ισότιμο μέλος της ΕΕ σε μια πτωχευμένη «λαϊκίστικη» δημοκρατία διεθνή παρία; Μια ενδιαφέρουσα ανάλυση του λαϊκιστικού φαινόμενου θα διαβάσετε στο βιβλίο «Λαϊκισμός και κρίση στην Ελλάδα» του αναπληρωτή καθηγητή Συγκριτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Τάκη Σ. Παππά. 
Το βιβλίο καλύπτει την περίοδο της Μεταπολίτευσης, «που ξεκίνησε με όνειρα και κατέληξε σε πλήρη αποτυχία». Αν ο ορισμός της λαϊκίστικης δημοκρατίας είναι ένα κομματικό σύστημα που μοιράζει εκ περιτροπής προσόδους σε όλη την κοινωνία, τότε η Ελλάδα υπήρξε πρότυπο. 
Αυτή η υποτίθεται «δημοκρατική» μοιρασιά μεταμόρφωσε τους πολίτες σε πελάτες και μόλυνε όλο το σώμα της ελληνικής κοινωνίας. Το δόγμα ο καθένας για τον εαυτό του κυριάρχησε. Τώρα με την οικονομία μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, τη σχετική απώλεια εθνικής κυριαρχίας, τις συνεχείς διαψεύσεις, ένα νέο πολιτικό ξεκίνημα είναι απαραίτητο. Για να γίνει αυτό χρειαζόμαστε ολοκληρωμένες ερμηνείες της κρίσης. Σε αυτή την κατεύθυνση το βιβλίο αυτό έχει να προσφέρει.
Η Ελλάδα μέσα σε περίπου μια τεσσαρακονταετία κατέληξε ένα «αποτυχημένο» κράτος. Τι συνέβη; 
Σε αυτά τα χρόνια που είναι όσα περίπου και τα χιλιόμετρα ενός μαραθώνιου, η χώρα έτρεξε ένα μαραθώνιο! Με ποιoν τρόπο; Στην αρχή έκανε ένα πολύ δυνατό σπριντ με την εγκαθίδρυση (και όχι «αποκατάσταση», όπως συνηθίζουμε να λέμε) πλήρους δημοκρατίας. Ο στρατός επέστρεψε στους στρατώνες του, το ΚΚΕ νομιμοποιήθηκε, γεννήθηκαν κι άλλα πολλά κόμματα, έγιναν δημοκρατικές εκλογές, ψηφίστηκε το πιο φιλελεύθερο σύνταγμα που είχε ποτέ η Ελλάδα, καταφέραμε να μπούμε στην ΕΟΚ και, εντέλει, το ΠΑΣΟΚ κατέλαβε την εξουσία δίχως να ανοίξει ρουθούνι. Στις επόμενες δεκαετίες η χώρα έτρεξε πολύ αργά, μερικές φορές παραπατώντας, άλλοτε σκουντουφλώντας. Άλλες χώρες άρχισαν να την προσπερνάνε, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία που μπήκαν στην ΕΟΚ το 1986. Η Ιρλανδία έκανε τη δική της θεαματική κούρσα, ενώ οι πρώην κομμουνιστικές χώρες που μπήκαν στον αγώνα μετά το 1989, άρχισαν να κερδίζουν το ενδιαφέρον. Μια τελευταία προσπάθεια επιτάχυνσης έγινε επί Σημίτη, αλλά χωρίς θεαματικά αποτελέσματα. Μετά από αυτόν, η χώρα άρχισε να χάνει γρήγορα και τις τελευταίες δυνάμεις της. Και όταν ήρθε η κρίση, ενώ όλες οι άλλες χώρες συνέχιζαν την κούρσα, η Ελλάδα λιποθύμησε στο ταρτάν. Εκεί βρίσκεται λιπόθυμη μέχρι σήμερα καθώς την προσπερνούν ακόμη και πρώην τριτοκοσμικές χώρες.

Σήμερα η Ελλάδα αποτελεί κλασική περίπτωση αποτυχημένου κράτους και αυτό συμβαίνει πρώτη φορά σε χώρα της ΕΕ. Πού βλέπουμε την αποτυχία;
Σχεδόν παντού! Πρώτα-πρώτα, η χώρα έχει χρεoκοπήσει οικονομικά, βρίσκεται εκτός διεθνών αγορών και, συνεπώς, βασίζεται στον εξωτερικό δανεισμό. Δεύτερον, ενώ το παλαιό κομματικό σύστημα έχει καταρρεύσει ήδη από το 2012, δεν έχει ακόμη δημιουργηθεί ένα νέο. Η παρούσα κυβέρνηση δείχνει εντελώς ανίκανη να διαχειριστεί την κρίση, η αντιπολίτευση μοιάζει ανύπαρκτη, ενώ ένα φασιστικό κόμμα βυσσοδομεί μέσα κι έξω από τη Βουλή. Τρίτον, ο κρατικός μηχανισμός υπολειτουργεί ή, συχνά, δεν λειτουργεί καθόλου, όπως συμβαίνει με τα σχολεία χωρίς δασκάλους, τα νοσοκομεία χωρίς γιατρούς και φαρμακευτικό υλικό, την αστυνομία που μένει απαθής σε σοβαρές πράξεις δημόσιας βίας και πολλά άλλα. Τέταρτον, τα σύνορα της χώρας είναι ανοιχτά και αφύλακτα, πράγμα που έγινε εντελώς φανερό με τη συνεχιζόμενη κρίση του μεταναστευτικού, ενώ οι παραδοσιακοί μας σύμμαχοι στην Ευρώπη μάς παρακολουθούν με αυξανόμενη ανησυχία και μειούμενη υπομονή. Εντωμεταξύ, η ελληνική κοινωνία είναι οικονομικά εξαντλημένη, κοινωνικά διαιρεμένη, με ψυχολογία θύματος και επιρρεπής σε κάθε είδους βία. Οι καλύτεροι φεύγουν. Η δε έξοδος από το ευρώ παραμένει μια σοβαρή πιθανότητα. Εάν συμβεί, θα πρόκειται για ολική καταστροφή.

Στη μελέτη σας επιχειρείτε να λύσετε το γρίφο της αποτυχίας της χώρας στη βάση της ανάπτυξης ενός υπέρμετρου λαϊκισμού. Ο λαϊκισμός, σημειώνετε, «ανήλθε στην εξουσία το 1981». Να ζητήσουμε πολιτικές ευθύνες για την αποτυχία μας αποκλειστικά από το ΠΑΣΟΚ και από το ιδιότυπο σοσιαλιστικό πείραμα που εφήρμοσε;
Η ιδιοτυπία του ΠΑΣΟΚ ήταν ότι έλεγε σοσιαλισμό και έκανε λαϊκισμό. Πήρε μια χώρα που είχε κάνει μερικά γενναία, αλλά οπωσδήποτε ατελή βήματα προς την κατεύθυνση του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού και την έστρεψε προς έναν αντιευρωπαϊκό λαϊκισμό με έξοδα της Ευρώπης. Σιγά-σιγά, η Νέα Δημοκρατία συνειδητοποίησε ότι, για να επανέλθει στην εξουσία, θα έπρεπε κι αυτή να γίνει κάτι σαν δεξιό ΠΑΣΟΚ, δηλαδή ένα λαϊκιστικό κόμμα, κι έτσι ακριβώς έγινε επί ηγεσίας Έβερτ και, κατόπιν, Κώστα Καραμανλή. Έτσι, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, η χώρα μετατράπηκε σε αυτό που στο βιβλίο αποκαλώ «λαϊκιστική δημοκρατία», δηλαδή απέκτησε ένα πολιτικό σύστημα όπου, κάθε φορά, τόσο το κυβερνητικό κόμμα όσο και το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης εφάρμοζαν το λαϊκισμό.

Στη λαϊκίστικη δημοκρατία μας, λοιπόν, το κομματικό σύστημα μοίραζε εκ περιτροπής προσόδους σε αγαστή σύμπνοια με τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων. Όλοι ήταν ωφελημένοι! Η κρίση τελικά ήταν το αποτέλεσμα συλλογικής δράσης;
Ξέρετε, όλες οι μεγάλες ιδεολογίες εμπεριέχουν δύο απαραίτητα συστατικά – πρώτον, την προβολή μιας ιδανικής κοινωνίας την οποία και επιδιώκουν και, δεύτερον, ένα οικονομικό σύστημα ικανό να πραγματοποιήσει αυτή την επιδίωξη. Για παράδειγμα, ο κομμουνισμός επιδιώκει τη δικτατορία του προλεταριάτου μέσω της συγκέντρωσης των μέσων παραγωγής στο κράτος, ο φασισμός ήταν η ιδέα μιας ομογενοποιημένης και αυστηρά οργανωμένης κοινωνίας βασισμένης στον οικονομικό κορπορατισμό, ο φιλελευθερισμός στοχεύει στην ατομική ελευθερία και συστήνει την ελεύθερη αγορά, ενώ η σοσιαλδημοκρατία επιδιώκει το σοσιαλισμό μέσω της δημιουργίας του κοινωνικού κράτους. Αντίθετα, ο λαϊκισμός, ενώ διαθέτει ένα όραμα για την κοινωνία (ο λαός αδιαμεσολάβητα στην εξουσία), δεν έχει δικό του οικονομικό πρόγραμμα. Έτσι, όταν υπάρχουν οικονομικά αποθέματα (όπως οι ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις στην Ελλάδα ή οι πρόσοδοι από το πετρέλαιο στη Βενεζουέλα), οι λαϊκιστές τα χρησιμοποιούν με κλασικά πελατειακό τρόπο για την εξυπηρέτηση όσο το δυνατόν περισσότερων κοινωνικών ομάδων. Αυτό το φαινόμενο πήρε εξαιρετικά μεγάλες διαστάσεις στη χώρα μας ακριβώς διότι, μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, και τα δύο κόμματα εξουσίας συμπεριφέρθηκαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, δηλαδή μοιράζοντας απλόχερα κρατικές προσόδους εις βάρος του κοινού καλού. Με αυτό τον τρόπο, τόσο τα παλαιά πολιτικά κόμματα όσο και οι εκλογείς ενεπλάκησαν σε ένα παίγνιο άψογα συντονισμένης συλλογικής δράσης που άφηνε και τις δύο πλευρές κερδισμένες – τα μεν κόμματα διατηρούσαν ένα ολιγοπώλιο εξουσίας, οι δε εκλογείς μπορούσαν να απομυζούν συστηματικά το κράτος.

Ποιος όμως έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη;
Η ευθύνη λοιπόν της τελικής κατάρρευσης του παλαιού συστήματος μοιράζεται ανάμεσα σε όλους όσοι συμμετείχαν σε αυτό, αλλά όχι ισομερώς. Με άλλα λόγια, υπάρχει πρόδηλη συνενοχή αλλά δεν πρέπει να υπάρχει ίσος καταλογισμός ποινών. Και αυτό για δύο βασικούς λόγους. Πρώτα, και απλούστερα, διότι η λεηλασία του κράτους δεν έγινε στον ίδιο βαθμό από όλους τους συνυπεύθυνους. Ο δεύτερος όμως λόγος είναι ακόμη σημαντικότερος. Διότι αυτή η λεηλασία πήρε πολλές και διαφορετικές μορφές (που περιγράφονται αναλυτικά στο βιβλίο), διήρκεσε πολλά χρόνια και ακολούθησε ένα πλήρως οργανωμένο σχέδιο που δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί εάν είχε υπάρξει έγκαιρη και αποφασιστική αντίδραση στα ανώτερα κλιμάκια της πολιτικής, της οικονομικής και της κοινωνικής ζωής της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της διανόησης. Τέτοια όμως αντίδραση ουδέποτε υπήρξε, πλην βεβαίως ελαχίστων και απολύτως αναποτελεσματικών εξαιρέσεων.

Επισημαίνετε ότι ο λαϊκισμός είναι δημοκρατικός αλλά ποτέ φιλελεύθερος. Τελικά η εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία, σε αντίθεση με αυτό που πολλοί πιστεύουν, δεν αρκεί για να διασφαλιστεί ο δημοκρατικός φιλελευθερισμός;
Η εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία διασφαλίζει τη δημοκρατία αλλά όχι και το χαρακτήρα της, ο οποίος μπορεί να είναι φιλελεύθερος, μη φιλελεύθερος ή αυταρχικός. Για να δώσω ένα παράδειγμα, η Νορβηγία, η Ελλάδα και η Τουρκία είναι δημοκρατίες εφόσον και οι τρεις επιτρέπουν την εναλλαγή κομμάτων στην εξουσία μέσα από εκλογές. Μόνο η πρώτη χώρα όμως διαθέτει φιλελεύθερη δημοκρατία, δηλαδή ένα καθεστώς που υπόκειται στις αρχές του δημοκρατικού φιλελευθερισμού. Η Ελλάδα αποτελεί κλασική περίπτωση λαϊκιστικής δημοκρατίας, ενώ η Τουρκία έχει ένα καθεστώς που αποτελεί μείγμα μπόλικου αυταρχισμού με ολίγη δημοκρατία.

Το παπανδρεϊκό αφήγημα, ότι η Ελλάδα είναι μια «χώρα υπό ξένη κατοχή», συνεχίζεται. Τότε ο κόσμος πίστεψε το «έξω από την ΕΟΚ», τώρα το θα «διαπραγματευόμαστε για να αλλάξουμε την Ευρώπη». Ποιες είναι οι αναλογίες και γιατί έχει τόση απήχηση παρότι οι συνθήκες είναι τόσο διαφορετικές;
Μοιάζει να είναι το ίδιο πράγμα, αλλά δεν είναι. Στο παπανδρεϊκό λαϊκιστικό αφήγημα, η ΕΟΚ, μαζί με το ΝΑΤΟ και τον παγκόσμιο καπιταλισμό, αποτελούσαν «εχθρούς» του απλού λαού. Από τότε κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι και η απόσταση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ευρώπη μεγάλωσε πολύ και συνεχίζει να μεγαλώνει. Όσο αυτό το χάσμα γίνεται όλο και δυσκολότερο να γεφυρωθεί, το νέο λαϊκιστικό αφήγημα των ημερών μας παρουσιάζει την Ευρώπη, όχι τόσο σαν εχθρό, αλλά σαν έναν ασθενή που, έχοντας χάσει το μέτρο, την ηθική και τις αξίες του, χρειάζεται εμάς, τους υπέροχους Έλληνες, για να επανέλθει σε κατάσταση υγείας. Θεωρώ ότι αυτό το αφήγημα μπορεί να πάρει επικίνδυνες προεκτάσεις. Διότι, αν ο ασθενής-Ευρώπη δεν εννοήσει να «επανέλθει», γιατί εμείς να μην αποκοπούμε εντέλει από το σώμα του για να διαφυλάξουμε μόνοι τις «αξίες της δημοκρατίας και της Ευρώπης»;

Η Ευρώπη δεν φάνηκε βεβαίως να συμερίζεται αυτές τις απόψεις, εξού και η ασφυκτική κηδεμονία των «θεσμών». Αυτό θα περιορίσει τις δυνατότητες λαϊκίστικων ελιγμών όλων των κομμάτων ή οδεύουμε προς την «έξοδο»;
Κάτω από τις σημερινές συνθήκες, ο λαϊκισμός είναι ο δρόμος προς την καταστροφή. Αν δεν ανατραπεί, το κράτος δεν πρόκειται να μεταρρυθμιστεί, η οικονομία δεν θα γίνει παραγωγική και η κοινωνική συμβίωση θα παραμείνει προβληματική. Μόνη «διέξοδος» θα είναι η έξοδος από το ευρώ και στη συνέχεια πιθανώς την ΕΕ.

Οι μεταρρυθμιστές πάντως τιμωρούνται στην κάλπη. Γιατί να επιχειρήσει κάποιο κόμμα μεταρρυθμίσεις;
Πράγματι, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, οι μεταρρυθμιστές τιμωρήθηκαν σκληρά για την αποκοτιά τους. Τα πιο γνωστά παραδείγματα ήσαν ο Τάσος Γιαννίτσης και η Άννα Διαμαντοπούλου από το ΠΑΣΟΚ και η Μαριέττα Γιαννάκου από τη ΝΔ. Η αποτυχία μεταρρυθμίσεων στο ασφαλιστικό και την παιδεία είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για την κρίση που ακολούθησε. Αλλά και σήμερα, που είμαστε στον έκτο χρόνο της κρίσης, δεν βλέπω πουθενά καμιά επιθυμία για μεταρρυθμίσεις. Όσο για συγκεκριμένο σχέδιο...

O Ανδρέας Παπανδρέου αρχικά παρουσίασε το ΠΑΣΟΚ ως μαρξιστικό κόμμα σε ευθεία αντιπαράθεση με τη σοσιαλδημοκρατία. Ο ΣΥΡΙΖΑ δηλώνει ριζοσπαστικό αριστερό κόμμα. Πιστεύετε ότι, όπως και τότε έτσι και σήμερα θα δούμε μια στροφή προς την κεντροαριστερά;
Ο Παπανδρέου ήταν ένας πολιτικός με ικανότητα εντυπωσιακών πολιτικών ελιγμών και ένας από τους λόγους που μπορούσε να τους κάνει ήταν ότι, επί των ημερών του, το κράτος είχε τη δυνατότητα να δανείζεται απρόσκοπτα και να ξοδεύει αλόγιστα. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει απολύτως κανένα περιθώριο ελιγμών και αυτό δεν οφείλεται μόνο στις περιορισμένες ικανότητες του σημερινού πρωθυπουργού. Όσο για τη στροφή στην κεντροαριστερά για την οποία πολλοί ευελπιστούν, αυτή προϋποθέτει ένα κεντροαριστερό οικονομικό σχέδιο που δεν φαίνεται να υπάρχει. Στην πραγματικότητα, όπως φαίνεται, δεν υπάρχει απολύτως κανένα σχέδιο, εκτός βέβαια από τη με κάθε τρόπο παραμονή στην εξουσία.

Στη λαϊκίστικη δημοκρατία το πεδίο του εκλογικού ανταγωνισμού γίνεται τόσο ευρύ που απορροφά τους κεντρώους φιλελεύθερων τάσεων ψηφοφόρους. Αυτό σημαίνει ότι η πόλωση θα γίνει το νεκροταφείο του Ποταμιού, της Δημοκρατικής Συμπαράταξης κ.λπ.;
Όπως έχουμε δει στις τέσσερις εθνικές εκλογές που είχαμε από το 2012 μέχρι σήμερα, το πολιτικό έδαφος δεν είναι εύφορο για κεντρώα φιλελεύθερα κόμματα, που στο τέλος μαραίνονται και πεθαίνουν. Αυτό οφείλεται στην πολιτική ηγεμονία του λαϊκισμού. Μετά από τις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις του Ιανουαρίου και Σεπτεμβρίου, όμως, είδαμε και κάτι άλλο, ακόμη πιο επικίνδυνο – την πολιτική συμμαχία του αριστερού λαϊκισμού του ΣΥΡΙΖΑ με το δεξιό λαϊκισμό των ΑΝΕΛ που πλέον έχουν κατά κάποιον τρόπο περικυκλώσει το φιλελεύθερο κέντρο και το απειλούν με πολιτική ασιτία. Στο βιβλίο μου (που κυκλοφόρησε αρχικά σε αγγλική έκδοση το 2014) είχα προβλέψει επακριβώς την εκλογική συμμαχία των δύο λαϊκιστικών κομμάτων και, αν μου ζητούσατε να κάνω ξανά μια πρόβλεψη για το μέλλον των μικρών κεντρώων κομμάτων κάτω από τις παρούσες συνθήκες, αυτή φοβάμαι ότι δεν θα ήταν καθόλου αισιόδοξη.

Κλείνετε γράφοντας ότι δεν βλέπετε ούτε χαρισματικούς πολιτικούς ηγέτες ικανούς να εισηγηθούν ένα νέο πολιτικό και θεσμικό σχέδιο, ούτε κάποια νέα μεταρρυθμιστική πολιτική τάξη. Η μόνη μας ελπίδα για να επανέλθει η χώρα σε ένα «ενάρετο» κύκλο ανάπτυξης είναι να στραφεί στην Ευρώπη. Πώς θα ξεφύγουμε από το φαύλο κύκλο, αν δεν μπορούμε να στηριχθούμε στις δικές μας δυνάμεις

Αν υπήρχαν ικανοί ηγέτες ή μια κρίσιμη μάζα πολιτικών που θα μπορούσαν να τραβήξουν το κάρο έξω από τη λάσπη, θα τους είχαμε δει και θα τους ξέραμε. Αλλά, δυστυχώς, δεν υπάρχουν. Ίσως μάλιστα να τους είχαμε κιόλας εκλέξει! Αυτή τη στιγμή η χώρα διαθέτει πολιτικό προσωπικό μηδαμινών προσόντων, χαμηλών δυνατοτήτων και στενών οριζόντων. Σε τέτοιες συνθήκες, η μόνη ρεαλιστική λύση είναι αυτό που ονομάζω «υποχώρηση προς την Ευρώπη», που δεν είναι άλλο από την απλή εισαγωγή και εφαρμογή στην Ελλάδα μεθόδων και πρακτικών που έχουν δοκιμαστεί σε άλλες χώρες με επιτυχία. Αν θέλουμε, για παράδειγμα, να έχουμε ένα σωστό εκπαιδευτικό σύστημα δεν πρέπει να ανεχθούμε άλλους πειραματισμούς από τυχαίους υπουργούς. Άλλες χώρες στην Ευρώπη έχουν εδώ και χρόνια καταλήξει σε συστήματα που λειτουργούν εξαιρετικά και δεν καταλαβαίνω γιατί κάθε φορά πρέπει να ανακαλύπτουμε την πυρίτιδα. Το ίδιο ισχύει για το σύστημα υγείας, το ασφαλιστικό, τη νομοθεσία για τα ΜΜΕ, και για κάθε άλλο μικρό ή μεγάλο πρόβλημα που χρόνια τώρα ταλαιπωρεί την κοινωνία μας. Δεν είμαστε μοναδικοί, συνεπώς ούτε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε χρειάζονται κάποια «μοναδική» αντιμετώπιση. Κυρίως όμως δεν είμαστε μόνοι. Αποτελούμε μέλος του ευρωπαϊκού κλαμπ και από αυτό πρέπει να επωφεληθούμε με μακροχρόνιο ορίζοντα. Και τούτο γιατί, παρά τις οποιεσδήποτε ατέλειες, μόνο η Ευρώπη μπορεί να μας δώσει όλα όσα χρειαζόμαστε για να ορθοποδήσουμε ξανά. Τους θεσμούς που έχει ανάγκη η ευάλωτη δημοκρατία μας, τους οικονομικούς πόρους για να πετύχουμε την ανάπτυξη, τις πολιτικές συμμαχίες για να διακριθούμε ξανά διεθνώς, τη στρατιωτική υπεροπλία για να διατηρήσουμε την ασφάλεια των συνόρων μας, την κοινή ευρωπαϊκή κουλτούρα. Και κάτι ακόμη σημαντικό που έχει η Ευρώπη για εμάς: τις εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων που ζουν και προκόβουν στις διάφορες χώρες της και έχουν βαθιά ελληνική όσο και ευρωπαϊκή συνείδηση. Αυτοί είναι, ίσως, η μεγαλύτερη ελπίδα μας για τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Εσείς βλέπετε κάποια καλύτερη λύση εκτός Ευρώπης;
Πηγή: Athens Voice

Wednesday, December 12, 2012

Από την ελευθερία και την ισότητα στην κατάχρηση και την αναρχία

Γράφει ο Πάμπος  Κρασιάς
 


«Η ιστορία μας αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητος, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αναίδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αυθάδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία».
Ισοκράτης (436 π.Χ-338 π.Χ.)
Σπουδαίος ρήτορας της αρχαιότητας. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 436 π.Χ. και έζησε την περίοδο του Πελλοποννησιακού πολέμου.

Αυτά από τον Ισοκράτη, πριν δυόμισι περίπου χιλιάδες χρόνια, ως μια διαχρονική και τραγική  διαπίστωση, τόσο σύγχρονη και επίκαιρη. Η σημερινή κοινωνία και οι θεσμοί της νοσούν και καθημερινά προοιωνίζουν μια ανεπανόρθωτη σήψη. Το κράτος και τα θεσμικά του όργανα έχουν σχεδόν παραλύσει και έχουν καταστεί αναξιόπιστα και ανενεργά. Το μόνο που ενδιαφέρει τους πολιτειακούς αξιωματούχους και λοιπούς λειτουργούς του κράτους, είναι οι μισθολογικές κλίμακες, η προαγωγή, η διαπλοκή και το ρουσφέτι. Και τους περισσότερους από μας, η καταναλωτική μανία, τα υλικά και μόνον αγαθά και πώς θα ανέλθουμε κοινωνικά, χρησιμοποιώντας ακόμη και δόλιες μεθοδεύσεις αγνοώντας ή χωρίς να δίνουμε σημασία στις πραγματικές αξίες της ζωής, που μαζί με την υλική είναι και η ψυχική και πνευματική ευδαιμονία του ανθρώπου: η αγάπη, η καλοσύνη, η ανθρωπιά, το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπό μας, η συμμετοχή μας στα κοινά και η καλυτέρευση της κοινωνίας.
 
Το πρόβλημα, είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για τη συνολική πορεία του ανθρώπου και είναι πρώτιστα πρόβλημα παιδείας, με την Πλατωνική φυσικά διατύπωση, όπου βασικός σκοπός της παιδείας είναι η συνολική καλλιέργεια και η πολυεπίπεδη μόρφωση. Δυστυχώς, η μόνη έγνοια της σύγχρονης ωφελιμιστικής κοινωνίας, είναι η στείρα και μονόπλευρη γνώση, η απόκτηση προσωπικής φήμης και αξιωμάτων, χωρίς την απαραίτητη αυτή συνολική καλλιέργεια. Πτυχία και διπλώματα χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο: Και εξηγούμαι. Δεν εννοώ ότι ένα δίπλωμα ή ένα πτυχίο ή μια θέση ή ένα αξίωμα, που κατακτήθηκαν με κόπο και έντιμα αξιοκρατικά κριτήρια, δεν είναι σημαντικά και χρήσιμα. Κάθε άλλο. Αυτό που αναφέρω είναι η έλλειψη ενδιαφέροντος από την ίδια την πολιτεία, για μια παιδεία που καλλιεργεί και φτιάχνει χρήσιμους πολίτες, που καλλιεργεί τη ψυχή και το νου, το πνεύμα, την ανθρωπιά, την αλληλεγγύη και γενικά τις αξίες εκείνες που κάμνουν τον άνθρωπο άνθρωπο και όχι δούλο των προσωπικών συμφερόντων, του δόλου και της ιδιοτέλειας. Αναφέρομαι στο άνθρωπο ως πολίτη,  που μετέχει «στο γεγονός της πόλεως», όπως είπε και ο μεγάλος Αριστοτέλης.
  
Στην Αθηναϊκή Δημοκρατία του χρυσού αιώνα του Περικλή, η έννοια της λέξης «πόλις» και πολίτης ως προέκταση, ήταν διαφορετική απ’ αυτή που ισχύει στις μέρες μας. Ο πολίτης ήταν χρήσιμο μέλος ενός συνόλου, που οι ενέργειες και τα ενδιαφέροντά του αποσκοπούσαν στο κοινό συμφέρον, στην ευημερία και ευδαιμονία του συνόλου της κοινωνίας. Όλα διέπονταν και καθορίζονταν από ορισμένους ηθικούς κώδικες και κανόνες στάσης και συμπεριφοράς. Στη σημερινή μας κοινωνία αυτοί οι κανόνες παραβιάζονται καθημερινά και καταπατούνται βάναυσα και με ιδιαίτερη ευκολία, χωρίς ηθικές αναστολές, με αποτέλεσμα να ζούμε καθημερινά σε ένα χαοτικό κοινωνικό περιβάλλον που όλα επιτρέπονται, όλα είναι δυνατόν να συμβούν, με τεράστια κοινωνικά, άλυτα προβλήματα να συσσωρεύονται, και τη διαπλοκή, διαφθορά και εγκληματικότητα να είναι κανόνες ζωής. Αυτά, φυσικά, επιδεινώνονται και από την παγκοσμιοποίηση και οικουμενικοποίηση των ηθών και του ξενόφερτου τρόπου ζωής. Και πέρα από τα δικά μας, έκπληκτοι βλέπουμε και το τι συμβαίνει στην Ελλάδα στο λίκνο της δημοκρατίας και του πολιτισμού. Στην Ελλάδα που θεμελίωσε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και εδραίωσε τη φιλοσοφική σκέψη, ως την κορύφωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτή τη χώρα, που όλοι σχεδόν οι ξένοι μελετούν και θαυμάζουν και μόνο οι ίδιοι οι Έλληνες λησμόνησαν τι είναι, ποια κληρονομιά κουβαλούν και σε τι παρακμή και κοινωνική κατάπτωση οδεύουν.

Οι αρνητικές επιπτώσεις που καθημερινά βιώνουμε είναι πάρα πολλές και σε όλη την κοινωνική διαστρωμάτωση. Ιδιαίτερα όμως, το πιο ανησυχητικό, είναι οι επιπτώσεις που έχουν όλα αυτά επάνω στους νέους μας, οι οποίοι δεν έχουν όραμα και πυξίδα, δεν έχουν ηθικά στηρίγματα, δεν τους θωρακίζουμε με αξίες και ιδανικά, με αποτέλεσμα πάρα πολλοί να βρίσκουν διέξοδο στα ναρκωτικά και στην παραβατικότητα. Η μάστιγα αυτή των ναρκωτικών έχει μπει ήδη στα ίδια μας τα σπίτια, το ηλεκτρονικό έγκλημα είναι προ των πυλών, η βία και η εγκληματική παραβατικότητα σύνηθες φαινόμενο. Και μια πολιτεία που παραπαίει και είναι ανίκανη να αντιδράσει και να δώσει ριζικές λύσεις, γιατί απλούστατα η ίδια καλλιεργεί και προάγει την αναξιοκρατία, την άμβλυνση των ηθικών αξιών, τη διαπλοκή και διαμεσολάβηση. Οι νέοι μας αισθάνονται ότι τα όνειρα και τα ιδανικά τους χρεοκοπούν καθημερινά πριν ακόμη μπουν στο μύλο της ζωής.

Βρισκόμαστε μπροστά σε τεράστια διλήμματα για το πού οδεύουμε. Τα αδιέξοδα και η κρίση αξιών και θεσμών είναι παγιωμένα και αμετακίνητα. Δεν έχουμε πολλές επιλογές. Ή θα συνεχίσουμε μέχρι τέλους αυτή την κατρακύλα και την ηθική κατάπτωση ή θα ανασκουμπωθούμε «ο καθείς και τα όπλα του» όπως λέει κι ο ποιητής και θα παλέψουμε  για το αυτονόητο: Να σηκώσουμε τον άνθρωπο από το βούρκο και την παρακμή και να τον ανεβάσουμε στο βάθρο της αξιοπρέπειας και της κοινωνικής συνείδησης. Μόνον έτσι θα μπορέσει η πολιτεία, συντεταγμένη, να εμπνεύσει τους πολίτες της και να τους μετατρέψει, όπως είπε  ο Θουκυδίδης, «σε ενεργούς και χρήσιμους και όχι άχρηστους πολίτες».

Κλείνοντας, επιτρέψετε μου να διαβάσω ένα μικρό απόσπασμα, χωρίς σχόλια, από τον Περί Παραπρεσβείας λόγο του Δημοσθένη, του Σόλωνα του νομοθέτη: «Κι έτσι το  δημόσιο κακό έρχεται πια του καθενός την πόρτα να χτυπήσει. Να το κρατήσουν της αυλής οι ξώπορτες δεν έχουν όρεξη. Πηδά πάνω απ’ τη μάντρα τη ψηλή, κι έτσι κι αλλοιώς σε βρίσκει, ακόμα κι αν φεύγοντας χώθηκες στο βαθύτερο  μέρος του σπιτιού σου…»
Πάμπος  Κρασιάς



Wednesday, November 14, 2012

Δεν έχει ανάγκη η κοινωνία μας από στείρο και τυφλό μίσος

Αλκίνοος Ιωαννίδης: Συνέντευξη

 Δεν έχει ανάγκη αυτή τη στιγμή η κοινωνία μας από στείρο και τυφλό μίσος. Έχει ανάγκη από ανθρώπους που μέσα από συλλογικότητες θα μπορέσουν να προσφέρουν» ο συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτήσ Αλκίνοος Ιωαννίδης, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή την Πατρίδα*, συμμετέχοντας στο δημόσιο διάλογο του tvxs.
 
Κρ.Π.: Πώς έχεις βιώσει την σημερινή ελληνική κρίση; Πώς την έχεις αντιληφθεί, δηλαδή, με τη δική σου ματιά;

Αλκ.Ι.: Βιώνουμε αυτή την κρίση εδώ και πολλά χρόνια. Σίγουρα υπάρχουν νέα δεδομένα, αλλά δεν είναι κεραυνός εν αιθρία.
Είναι αποτέλεσμα χρόνιων ασθενειών. Βιώναμε τα συμπτώματά τους, κάποια τα συνηθίσαμε, για κάποια γκρινιάζαμε που και που, καμιά φορά κάναμε κάτι γι’ αυτά, καμιά φορά όχι… Ζήσαμε, και καλά ανύποπτοι, την πολυετή προετοιμασία της σημερινής κατάληξης. Δεν προέκυψε ξαφνικά.
Δεν αισθάνομαι, δηλαδή, ότι ζούσα σε μία υγιή χώρα, η οποία ξαφνικά αρρώστησε. Ίσα ίσα.

Δεχτήκαμε τόσα πράγματα όλα αυτά τα χρόνια, τα οποία δεν μας άγγιζαν, ίσως, ή –έστω- νομίζαμε ότι δεν μας άγγιζαν προσωπικά. Επιτρέπαμε, για παράδειγμα, στις πόλεις μας, να μην είναι φιλικές προς τα άτομα με αναπηρία, ή επιτρέπαμε στους εαυτούς μας και στους φίλους μας να ζουν χωρίς να νοιάζονται ουσιαστικά και έμπρακτα για τον διπλανό. Δεχόμαστε όλοι, δεκατρία χρόνια μετά τον σεισμό του ’99, τα ορφανά παιδιά του Χατζηκυριάκειου να ζουν σε κοντέινερ, αφού οι ζημιές στο κτήριο δεν έχουν ακόμη επισκευαστεί. Μα, ποιο μέλλον αξίζει σε μια κοινωνία που έχει τα ορφανά παιδιά της σε κοντέινερ;

Δεν ήταν καλά τα χρόνια που πέρασαν, κι ας μιλούν κάποιοι για τις «καλές εποχές». Ακόμα κι αν για κάποιους ήταν καλές όμως, δεν προετοιμαστήκαμε ούτε πνευματικά, ούτε πρακτικά, για τους δύσκολους καιρούς, που πάντοτε μπορούν να προκύψουν.
Υπήρχε φτώχεια γύρω και μέσα μας, από την οποία είχαμε πάψει να συγκινούμαστε. Όσοι δεν ήμασταν φτωχοί, όσοι καλύπταμε κουτσά-στραβά τις πραγματικές ή υπερβολικές μας ανάγκες, δεν δίναμε δεκάρα για τον διπλανό.

Με άλλα λόγια, δεν ένιωσα ποτέ πως ζω σε μια χώρα που υπόσχεται κάτι καλό. Νομίζω ότι πολλοί αναμέναμε ότι θα έρχονταν εποχές, όπου θα μας σκέπαζε το πέπλο αυτής της σημερινής μιζέριας. Και είναι κρίμα να κινητοποιούμαστε – όσο κινητοποιούμαστε, έστω αυτό το λίγο - μόνο αφότου έχει αγγίξει αυτή η υπόθεση το πορτοφόλι μας.

Κρ.Π.: Οι βασικότερες αιτίες που μας έφεραν στην σημερινή κατάσταση, ποιές είναι νομίζεις;

Αλκ.Ι.: Είναι πολύ σύνθετο το θέμα και ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να απαντήσει σε αυτό, αλλά νομίζω ότι αφεθήκαμε, ζήσαμε μέσα στην ηλιθιότητα για δεκαετίες, ξεχάσαμε τι είναι σημαντικό και τι όχι, κι αυτό είναι αρκετό.
Υπάρχουν σίγουρα και άλλοι παράγοντες, εξωγενείς, όπως σίγουρα υπάρχουν «καρχαρίες» έτοιμοι να καταπιούν ότι ευάλωτο βρουν στο δρόμο τους, αλλά το ίδιο σίγουρα, υπάρχει και μια ευθύνη στη μεριά του θύματος.

Κρ.Π.: Υπάρχει ευθύνη, πιστεύεις, στη μεριά του θύματος;

Αλκ.Ι.: Βέβαια υπάρχει ευθύνη. Κατ’ αρχήν, ευθύνη υπάρχει στο ότι ανεχτήκαμε αυτού του είδους την πολιτική τόσα χρόνια.
Δηλαδή, αν είμαστε άβουλα όντα, τα οποία δεν έχουν καμία δύναμη και δεν μπορούν να καθορίσουν στο παραμικρό τις εξελίξεις, τότε ας το πάρουμε απόφαση κι ας ζήσουμε σαν δούλοι. Αλλά, αν δεν το δεχόμαστε αυτό, τότε σίγουρα έχουμε ευθύνη για όσα έχουν συμβεί.

Κρ.Π.: Με λίγα λόγια, δηλαδή, ο κάθε πολίτης δεν είναι μόνο για να πηγαίνει να ψηφίζει κάθε τέσσερα χρόνια;

Αλκ.Ι.: Ξέρεις, αυτό δεν είναι δημοκρατία, ακριβώς… Δημοκρατία είναι το να συμμετέχεις στα κοινά, κι αυτό να είναι μια σταθερή και αδιαπραγμάτευτη λειτουργία της ζωής.
Να μπορείς να αυτό-οργανώνεσαι, να συμμετέχεις σε δράσεις, να έχεις ιδέες οι οποίες να μπορούν να εφαρμόζονται μέσα από μια διαδικασία συλλογική, να μπορείς να δεχτείς τη διαφορετικότητα του άλλου και να την αξιοποιήσεις, να καταφέρεις να συνεργαστείς με αυτόν που έχει άλλη άποψη από τη δική σου, να συνεννοηθείς με τον φίλο, με τον γείτονά σου, με τη γυναίκα σου, με τα παιδιά σου.

Στο τέλος να μπορείς να συνεννοηθείς με τον εαυτό σου… Κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο στις εποχές που ζούμε. Όλα αυτά είναι δημοκρατία. Δεν είναι η μεγάλη «χάρη» που μας κάνουν, να ψηφίζουμε κάθε τέσσερα χρόνια.

Κρ.Π.: Και ίσως το θεωρούν και κάποιοι, τρομερό γεγονός, το ότι ψηφίζουν κάθε τέσσερα χρόνια;

Αλκ.Ι.: Η αλήθεια είναι ότι μοιάζει να νομίζουν ότι μας κάνουν πολύ μεγάλη χάρη, να μας παραχωρούν αυτό το προνόμιο. Το οποίο, όμως, στις εποχές που ζούμε, ακόμα και αυτό, υπάρχουν άνθρωποι που το αμφισβητούν.

Κρ.Π.: Δηλαδή;

Αλκ.Ι.: Θέλω να πω, ότι υπάρχουν αρκετοί που λένε «Α, ρε, Παπαδόπουλε!», ή «μια χούντα μας χρειάζεται», ως απάντηση στην σαπίλα που έφερε το… άλλο σύστημα, το δημοκρατικό.

Κρ.Π.: Ποιό θεωρείς το σημαντικότερο πρόβλημα, σήμερα, στην Ελλάδα;

Αλκ.Ι.: Η έλλειψη πολιτισμού. Αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα. Διότι, ακόμα και αν μας ρουφήξουν το αίμα, αν υπάρχει κάποια ελπίδα, μέσα σε όλη αυτή την ιστορία, δεν έρχεται ούτε από την πολιτική, ούτε από τους οικονομολόγους, ούτε από τους τραπεζίτες.

Αντίθετα, έρχεται από το επίπεδο του πολιτισμού των ανθρώπων που κατοικούν σε αυτόν τον τόπο. Γιατί, ακόμα και αν πάμε οικονομικά καλύτερα, για λόγους που δεν μπορώ να φανταστώ, τι νόημα θα έχει, αν παραμείνουμε πνευματικά στο επίπεδο των εποχών που μας έφεραν ως εδώ;

Κοιτούσαμε, χρόνια, υποτιμητικά τους ανατολικο-ευρωπαίους «υπηρέτες», κι ας ήξεραν εκατό ποιήματα επ’ έξω, κι ας είχαμε εμείς να διαβάσουμε ποίημα από το σχολείο.

Αυτό το πνευματικό επίπεδο, που μεταφράζεται σε ποιότητα σκέψης, πράξης και ζωής, που καθορίζει την ηθική και την αισθητική, που γίνεται πολιτικό με την πιο καθαρή έννοια της λέξης, κατάφεραν οι υπεύθυνοι, εδώ και δεκαετίες, να το κατεβάσουν πάρα πολύ. Και όταν λέω «υπεύθυνοι», δεν εννοώ μόνο τους Υπουργούς Παιδείας.

Εννοώ και εμάς τους καλλιτέχνες, και αυτούς που ονομάζουμε «πνευματικούς ανθρώπους» και τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις και τα περιοδικά. Εννοώ, όλους τους ανθρώπους που υποτίθεται ότι ασχολούνται με αυτό που ονομάζουμε «πολιτισμό», είτε κάνουμε πράγματι πολισμό είτε νομίζουμε ότι κάνουμε. Και, μαζί, φταίει και η πλειοψηφία του «κοινού». Όλοι, έχουμε την ευθύνη μας σ’ αυτό.

Κρ.Π.: Έλλειψη πολιτισμού δεν είναι το ότι η πλειοψηφία ενδιαφερόταν τόσα χρόνια κυρίως για το προσωπικό τους συμφέρον;

Αλκ.Ι.: Μα, νομίζουμε πως το προσωπικό μας συμφέρον είναι να περνάμε καλύτερα από τον γείτονα.

Το γεγονός ότι δεν μας απασχολεί ο άνθρωπος που πεινά δίπλα μας, και μας απασχολεί η πείνα μόνον όταν φτάσουμε να πεινάμε οι ίδιοι, ή το γεγονός ότι ανεχόμαστε ένα κράτος-δολοφόνο, που αφήνει τη γιαγιά να πεθάνει αβοήθητη, ενώ πλήρωνε τόσα χρόνια τους φόρους και την ασφάλειά της, ή το γεγονός που ανέφερα πριν, δηλαδή τα άτομα με αναπηρία, που δεν μπορούν να πάνε ούτε για έναν καφέ, πόσο μάλλον να εργαστούν.

Πηγαίνω στο εξωτερικό πολύ συχνά, είτε στην Ευρώπη, είτε στην Αμερική, και παρατηρώ άτομα σε καροτσάκι να κυκλοφορούν στο δρόμο, και καμιά φορά ξεχνιέμαι και λέω «Τί έγινε; Έπαθαν όλοι ατύχημα, εδώ;». Και μετά θυμάμαι ότι απλά, εκεί μπορούν να κυκλοφορήσουν…

Κρ.Π.: Δεν είναι δηλαδή περιθωριοποιημένοι, είναι μία μειοψηφία, που όμως έχει τα ίδια δικαιώματα με όλους…

Αλκ.Ι.: Είδες; Φτάσαμε να συζητάμε τα αυτονόητα: Το αν έχουν οι μειοψηφίες το δικαίωμα στη ζωή! Και αυτό δεν είναι αποτέλεσμα της κρίσης, των τελευταίων δύο ετών. Αυτό συνέβαινε και πριν από δέκα χρόνια.

Κρ.Π.: Ίσως πολύ νωρίτερα; Για παράδειγμα, από τον εμφύλιο και μετά, που ο περισσότερος κόσμος άρχισε να… ιδιωτεύει με έμφαση στο προσωπικό συμφέρον, και να δείχνει με το δάχτυλο (και όχι μόνον) ως κακό παράδειγμα τους παντός είδους αντιρρησίες και αγωνιστές;

Αλκ.Ι.: Δεν θέλω να αναφέρομαι καν στον εμφύλιο πια, ειδικά σε αυτή την περίοδο και σε αυτή την κατάσταση που ζούμε τον τελευταίο καιρό. Είναι επικίνδυνα πράγματα αυτά. Υπάρχουν τόσα άλλα παραδείγματα που μπορείς να πεις...

Νιώθω ότι θα πρέπει να υπάρχει μία σύνεση στο πώς αναφερόμαστε σε τέτοια θέματα, πώς τα χρησιμοποιούμε αυτή τη στιγμή. Και μια προσοχή, στο πώς εκμεταλλεύονται τέτοιες κουβέντες κάποιοι πολεμοχαρείς. Δεν το λέω από μετριοπάθεια. Κάθε άλλο.

Κρ.Π.: Το λες και ως ένας άνθρωπος του πολιτισμού, επώνυμος, με μεγαλύτερη ευθύνη;

Αλκ.Ι.: Όχι. Το λέω γιατί νοιάζομαι για τον τόπο μου. Νοιάζομαι για τους ανθρώπους μου. Για τα παιδιά μου, που μεγαλώνουν εδώ. Γι αυτό το λέω. Είναι εγωιστικό, προκειμένου να υποστηρίξουμε μια άποψή μας, να μπαίνουμε σε θέματα τα οποία ανάβουν φιτίλια σε εποχές που δεν τα αντέχουν.

Κρ.Π.: Και πώς πιστεύεις ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τη σημερινή κατάσταση; Πιστεύεις π.χ. ότι είμαστε εκτός ελέγχου;

Αλκ.Ι.: Πιστεύω ότι έχουμε να ζήσουμε πολύ χειρότερα πράγματα. Είμαστε στην αρχή…

Δεν θεωρώ, δηλαδή, ότι μαγικά, π.χ. σε δύο χρόνια, όλα θα γίνουν καλύτερα, κι ότι ο κάθε άνθρωπος που σήμερα έχει οργή και βία μέσα του και είναι έτοιμος να την διοχετεύσει οπουδήποτε, ή να μισήσει οτιδήποτε του λένε πως αξίζει να μισηθεί, σε δύο χρόνια θα είναι ένας δημιουργικός άνθρωπος, που θα προχωράει πνευματικά και θα αναπτύσσεται.

Δεν νομίζω, δηλαδή, ότι η ανάκαμψη θα έρθει τόσο εύκολα και τόσο γρήγορα. Δυστυχώς.

Κρ.Π.: Και τί νομίζεις ότι θα έπρεπε να κάνουμε;

Αλκ.Ι.: Εδώ και χρόνια πίστευα ότι ζούσαμε σε μια εποχή που δεν ευνοούσε την συλλογικότητα.
Οι περισσότερες συλλογικότητες που είδα και που έζησα, μέσα στο μπερδεμένο, διασπασμένο, απρόσωπο, μεταπολιτευτικό τοπίο, παρά τις προσπάθειες και τις θυσίες πολλών, ήταν προβληματικές, ή αναποτελεσματικές, και άρα, χωρίς ουσιαστικό λόγο ύπαρξης.

Είχα λάθος, γιατί σήμερα υπάρχει μια προεργασία πολύτιμη. Πίστευα όμως, ότι η εποχή ήταν περισσότερο κατάλληλη για να μπορέσει ο καθένας να αναπτυχθεί προσωπικά, να μπορέσει ο καθένας να προχωρήσει σαν άνθρωπος, μέσα από μια προσωπική και ανένταχτη –όχι μόνο κομματικά- πορεία.

Τώρα βλέπω διάφορες συλλογικότητες να αρχίζουν να ανθούν γύρω, και αυτό με χαροποιεί. Και το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο το έργο που παράγουν, π.χ. το αν θα φάνε φαγητό κάποιοι άστεγοι, ή αν θα πάρουν τα φάρμακά τους κάποιοι άνθρωποι που τα έχουν ανάγκη, ή αν θα υποστηριχθούν κάποιοι διωγμένοι από την κοινωνία, το οποίο είναι από μόνο του σπουδαίο. Αλλά είναι και το γεγονός, ότι διαμορφώνει τρόπο σκέψης και λειτουργίας, και χαρίζει την εμπειρία της έμπρακτης και δημιουργικής ένταξης στο σύνολο. Και αυτό είναι κάτι ανεκτίμητο.

Δεν μιλώ για την «φιλανθρωπία». Μου είναι φρικτή σαν έννοια, αυτή η –συχνά δημόσια- εκ του ασφαλούς «προσφορά» μέρους του υπερ-περισσεύματος, για λόγους συνήθως αυτάρεσκους ή ύποπτους. Άσε που η ίδια η λέξη μπάζει νερό. Γιατί, για να είναι κανείς φιλόζωος, πρέπει ο ίδιος να μην είναι ζώο. Για να είναι φιλέλληνας, να μην είναι Έλληνας.

Δεν υπάρχει «φιλόζωο ζώο», ούτε «φιλέλληνας Έλληνας». Έτσι, ούτε και «φιλάνθρωπος άνθρωπος». Οι φιλάνθρωποι, θέτουν εαυτούς εκτός του συνόλου των ανθρώπων. Γίνονται υπεράνω του ανθρώπου, κάτι σαν ημίθεοι. Το θέμα είναι να είσαι Άνθρωπος, όχι φιλάνθρωπος.

Μόνος του, ο κάθε ένας μας είναι τρελός και ελλιπής, και συνήθως ανίκανος, κι ας έχει τη μαγεία του ο μοναχικός δρόμος. Αλλά, μέσα από τη συλλογική δράση, κερδίζει το άτομο και μαζί όλη η κοινωνία. Υπάρχει μεγάλη ανάγκη στον καθένα μας σήμερα, να αισθανθεί ότι δεν είναι μόνος του, ότι λειτουργεί, παραμένοντας ελεύθερος, στα πλαίσια μιας συλλογικότητας, μιας ομάδας.
Αυτό λειτουργεί και ανάποδα: νέα παιδιά εντάσσονται σε ομάδες που το μόνο που τους ενώνει είναι το μίσος προς κάποιους άλλους. Κι αυτό είναι μια ένταξη, μια συντροφικότητα. Δεν είναι όμως μια δημιουργική διαδικασία, δεν λύνει προβλήματα, δημιουργεί καινούργια.

Δεν έχει ανάγκη αυτή τη στιγμή η κοινωνία μας από στείρο και τυφλό μίσος. Έχει ανάγκη από ανθρώπους που μέσα από συλλογικότητες θα μπορέσουν να προσφέρουν.

Κρ.Π.: Και αυτό είναι και η δημοκρατία; Δηλαδή, μία οργανωμένη συλλογικότητα. Τουλάχιστον αυτό θα έπρεπε να είναι…

Αλκ.Ι.: Ναι. Το βιώσαμε τραυματικά, γιατί οι συλλογικότητες που «έδρασαν» μαζικά
στην κοινωνία μας για χρόνια, ήταν κυρίως τα πολιτικά κόμματα και οι ποδοσφαιρικές ομάδες.

Κρ.Π.: Και αυτές είναι κάθετες συλλογικότητες. Ενώ τώρα βλέπουμε ότι δημιουργούνται περισσότερο οριζόντιες συλλογικότητες.

Αλκ.Ι.: Ναι, αυτό έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Ενδιαφέρον έχει και η ανάγκη μας να βρεί ο καθένας τη συντροφιά του. Να συνενωθεί και να συνεννοηθεί. Αρκετά ζήσαμε σπασμένοι σε κόμματα και κομματάκια.

Κρ.Π.: Για όλους αυτούς που είναι χωρίς δουλειά, χωρίς, τίποτα… τί έχεις να πεις;

Αλκ.Ι.: Τι να πω; Όσοι ζούμε με κάποια άνεση, είτε κλέψαμε είτε όχι, οφείλουμε μια απολογία σε όσους, το ίδιο σύστημα που εμάς μας άφησε να επιβιώσουμε, αυτούς τους εκμεταλλεύτηκε και τους εκμηδένισε. Όχι με τις ανόητες, δακρύβρεχτες ενοχές του χορτάτου, αλλά με την επίγνωση πως θα μπορούσε να ήμασταν εμείς στη θέση τους.

Δεν έχω να δώσω καμιά συμβουλή, ούτε κουράγιο να πω, ούτε με τα λόγια μπορεί να βοηθήσει κάποιος σε αυτή την ιστορία. Χρειάζονται πράξεις, στην καθημερινή ζωή του καθενός μας, και μόνο έτσι μπορείς να σταθείς δίπλα στους συνανθρώπους σου. Και δεν μιλώ για εντυπωσιακές πράξεις, που να αξίζουν προβολής, αλλά τον συγκεκριμένο, συνειδητό τρόπο που στέκεται ο καθένας μας απέναντι στον κάθε συνάνθρωπο και στο κοινωνικό σύνολο γενικότερα.

Κρ.Π.: Ο Μπέκετ είχε πει, πως όταν είμαστε μέχρι το λαιμό μες στα σκατά, δε μας μένει τίποτ’ άλλο, παρά να τραγουδήσουμε… Ποιό τραγούδι θα έλεγες σε αυτή την περίπτωση;

Αλκ.Ι.: Δεν μου αρέσουν τα οργισμένα τραγούδια. Δεν πιστεύω ότι εξυπηρετούν, στο τέλος, τίποτα. Με το πολιτικό τραγούδι, έτσι όπως το εννοούμε συνήθως, είμαι τσακωμένος γενικώς. Θεωρώ πως ούτε το τραγούδι υπηρετεί, τελικά, ούτε την πολιτική.

Και επειδή βλέπω ό,τι υπάρχει μεγάλη ανάγκη έκφρασης, σήμερα, αυτή η έκφραση δεν θα έρθει ουρλιάζοντας συνθήματα μέσα από τα τραγούδια. Θεωρώ μεγάλο επαναστάτη, για παράδειγμα, τον Χατζιδάκι. Κι ας λένε πως ήταν δεξιός, δεν πα’ νάταν ότι ήθελε; Δε με ενδιαφέρει καθόλου. Το γεγονός ότι έδωσε τόση ομορφιά στον κόσμο, έδωσε πρόσωπο και σχήμα σε εποχές άσχημες και μας βοήθησε να γίνουμε καλύτεροι, είναι η πιο επαναστατική πράξη που μπορεί να κάνει κανείς.

Δεν χρειαζόταν να γράψει εμφανώς «πολιτικά» τραγούδια. Όπως και ο Γκάτσος, με τον οποίο κυρίως συνεργάστηκε. Αν καθίσεις να διαβάσεις τους στίχους του θα δεις έναν πολύ ευαισθητοποιημένο, γύρω από τα κοινωνικά θέματα, άνθρωπο.
Υπήρξαν κάποιοι που δεν εκμεταλλεύτηκαν ποτέ τα πιστεύω τους μέσα από το έργο τους. Από την άλλη βέβαια, δεν πλήρωσαν και το τίμημα, όπως κάποιοι φανερά στρατευμένοι. Όμως, νοιάστηκαν βαθιά την τέχνη τους και τον άνθρωπο. Τα υπηρέτησαν και τα δύο, κάνοντας πάρα πολύ καλά τη δουλειά τους. Κι αυτό, νομίζω, είναι αρκετό.

Κρ.Π.: Όμως, ο κόσμος έχει ανάγκη να ακούσει τη θέση που έχει κάποιος που εκτιμά. Είναι σημαντικό να μιλάτε. Έστω και για να πείτε ακριβώς αυτό. Επίσης, με την ευκαιρία που αναφέρθηκες στην ανάγκη για έκφραση, δεν είναι σημαντική σε αυτή την περίοδο και η δημιουργικότητα; 

Αλκ.Ι.: Μα ναι! Δεν γίνεται αλλιώς. Δηλαδή, αν παραμείνουμε καταναλωτές, έτοιμοι να καταπιούμε σαν έτοιμη τροφή αυτό που δημιουργούν οι άλλοι για μάς, δεν βλέπω κανένα μέλλον.

Το θέμα είναι να μπορέσει σιγά σιγά ο καθένας να δημιουργήσει τα δικά του πράγματα, με αφοσίωση και αγάπη, για να μπορεί να τα δώσει. Ότι κι αν φτιάχνει. Μπορεί να μεγαλώνει παιδιά, ή να γράφει ποιήματα, ή να είναι αγρότης, ή να μαγειρεύει, ή, ακόμα και να δημιουργεί πράγματα ακόμη πιο σπάνια, όπως μια ωραία ερωτική σχέση…

Κρ.Π.: Μα δεν δημιουργείς όταν κάτι σε εμπνέει; Και ο Χατζιδάκις έδινε έμπνευση… Και το σημαντικότερο είναι να μπορείς να εμπνέεις, όπως συμβαίνει και στις σχέσεις… Πώς και από τι θα εμπνευστούμε, λοιπόν, σήμερα;

Αλκ.Ι.: Πήγα στους Ζαπατίστας, δεν άκουσα ένα οργισμένο τραγούδι, ποτέ. Τα επαναστατικά τραγούδια τους, είναι τραγούδια γεμάτα ομορφιά. Τόση ομορφιά που σε πονά.
 
Και μετά σκέφτομαι τα επαναστατικά τραγούδια των άλλων επαναστάσεων της Λατινικής Αμερικής, ή του ισπανικού εμφυλίου. Κανείς δεν ουρλιάζει τη μιζέρια του, ούτε βρίζει το σύστημα, ούτε τραγουδάει το μίσος. Τα ακούς και έχεις την ανάγκη να κάνεις τον κόσμο καλύτερο, όχι γιατί απλώς σιχαίνεσαι αυτόν που υπάρχει, αλλά γιατί τον ονειρεύεσαι αλλιώς. Και έτσι πολεμάνε. Όχι με μίσος, αλλά με όνειρο.

Το άλλο μου φαίνεται πολύ μίζερο. Το να παραθέτεις τα κακώς κείμενα της εποχής σ’ ένα τραγούδι, με φωνή βραχνή συνήθως, κουρασμένη από τους «πολλούς αγώνες» και τα τσιγάρα, ή στεντόρια, σε στυλ «εμπρός γενναίοι μου, οπισθοχώρηση»...
Όλοι οι και καλά σκεπτόμενοι σύγχρονοι καλλιτέχνες, δεν αποφεύγουμε αυτήν την παγίδα, αλλά το αποτέλεσμα μάλλον δεν έχει νόημα.

Κρ.Π.: Οπότε προτείνεις να ψάξουμε να βρούμε ή να δημιουργήσουμε, οτιδήποτε μας εμπνέει να ζήσουμε μια καλύτερη ζωή;

Αλκ.Ι.: Ναι. Αλλά αν δεν ασχοληθείς παράλληλα με τον διπλανό σου και μείνεις αποκλειστικά στο πρόβλημά σου, όπως τόσα χρόνια έμενες στην πάρτη σου, είναι αδύνατον να ζήσεις μια καλύτερη ζωή.

Ασκώ επάγγελμα που προϋποθέτει μεγάλες δόσεις εγωισμού. Παρ’ όλα αυτά, προσπαθώ να μάθω στα παιδιά μου ότι εάν ο διπλανός σου δεν ζει αξιοπρεπώς, ούτε κι εσύ μπορείς να είσαι αξιοπρεπής. Όταν γύρω σου υπάρχει δυστυχία, όσο κι αν ψήνεσαι πως είσαι ευτυχής, είναι αδύνατον να ζήσεις καλά. Αν ένας πάει στην κόλαση, κανείς δεν πάει στον παράδεισο.

Κρ.Π.: Τι θα έλεγες για το τραγούδι σου «Πατρίδα»;

Αλκ.Ι.: Γράφτηκε το 2008 και κυκλοφόρησε αρχές του 2009, πριν την «κρίση». Αναφέρεται σε εμπειρίες που έζησα ο ίδιος. Δεν παραθέτω ιστορικά στοιχεία που διάβασα κάπου ή που παρακολούθησα στην τηλεόραση. Τις περισσότερες από αυτές τις εμπειρίες, τις έζησα στην Κύπρο ή εδώ, στην Ελλάδα. Κάποιες άλλες, σε άλλα μέρη.
Είναι περισσότερο υπαρξιακό, παρά πολιτικό τραγούδι. Αναφέρει γεγονότα που καθόρισαν τις αντιλήψεις μου, τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τον κόσμο, τις βεβαιότητες, την άγνοια, το μπέρδεμα και την ύπαρξή μου γενικώς.
Κρ.Π.: Η πατρίδα είναι η γη του πατρός…

Αλκ.Ι.: Ακριβώς. Σε πολλές περιπτώσεις, η δική μου γη του πατρός, έγινε γη… του πυρός. Τα περιστατικά που αναφέρω μέσα στους στίχους του, αυτό –μάλλον- δείχνουν.

Λέω για τις μνήμες που έχω από την εισβολή το ’74 στην Κύπρο, από την προδοσία και την επακόλουθη Τουρκική εισβολή. Είχαν συλλάβει οι πραξικοπηματίες τη μητέρα μου, που εργαζόταν ως εκφωνήτρια στο ραδιόφωνο και της έβαζαν το πιστόλι στον κρόταφο για να κάνει τις ανακοινώσεις τους… μέχρι που μπήκαν οι Τούρκοι και η «δουλειά» τους ολοκληρώθηκε.

Στον βομβαρδισμό, είχαμε κρυφτεί κάτω από το τραπέζι, για να μην πέφτουν οι σοβάδες από το ταβάνι πάνω μας, και τρώγαμε με τον αδερφό μου σταφύλι. Όταν άρχισαν να πέφτουν οι Τούρκοι αλεξιπτωτιστές, με πήγε στο παράθυρο ο πατέρας μου να τους δω και για να μην τρομάξω μου έλεγε, «κοίταξε τί ωραίοι που είναι, τι ωραία που πέφτουν…».

Για τους ορφανούς γονείς μου – ο ένας παππούς σκοτώθηκε από τους ναζί, ο άλλος από τους συνεργάτες τους, Βούλγαρους εθνικιστές.

Μετά, άλλα γεγονότα, στον πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία, όπου είχαμε φτάσει, μετά από ένα μεγάλο, επικίνδυνο και δύσκολο ταξίδι. Στο Βελιγράδι, το ξενοδοχείο που θα μέναμε ήταν βέβαια άδειο –ποιος θα πήγαινε να μείνει εκεί;- ήταν όμως ένας μπάτλερ στην υποδοχή, ντυμένος με φράκο, ένα εργαζόμενο φάντασμα... Έμεινα να κοιμάμαι ένα βράδυ μέσα στον βομβαρδισμό, δεν ξύπνησα από τις σειρήνες για να κατεβώ στο καταφύγειο, ούτε και οι βόμβες με ξύπνησαν, πάντα κοιμάμαι βαριά...

Την επομένη τραγούδησα στην πλατεία Δημοκρατίας, την κεντρική πλατεία της πόλης, μπροστά σε χιλιάδες χαμογελαστών ανθρώπων, που δεν ήξεραν αν θα ήταν ζωντανοί το επόμενο λεπτό, και ως τελευταία πράξη διάλεγαν να τραγουδήσουν. Την επομένη, είδα τα ανθρώπινα μέλη μέσα σε μπάζα στο Αλέξινατς, λίγες ώρες μετά τον βομβαρδισμό του.

Ή, το «Κ. Μαρούση», το κτήριο στη συμβολή Πανεπιστημίου και Ομόνοιας, όπου το είδα να καίγεται στη διάρκεια μεγάλης διαδήλωσης. Ήταν 10 Ιανουαρίου του 1991, μία μέρα μετά τη δολοφονία του Τεμπονέρα. Πήρε φωτιά το κτήριο, άλλοι λένε από μολότωφ, άλλοι από τα δακρυγόνα που έπεφταν ασταμάτητα. Άδειασε η λεωφόρος, ήρθε η πυροσβεστική, μείναμε λίγα άτομα να κοιτάμε ανήμπορα, αμίλητα.

Ανέβαιναν με σκάλες οι πυροσβέστες στα φλεγόμενα παράθυρα, όπου κρέμονταν άνθρωποι, ενώ οι αστυνομικοί πετούσαν από την Ομόνοια δακρυγόνα στους πυροσβέστες, εμποδίζοντάς τους. Τους περιγελούσαν και τους έβριζαν. Οι κάμερες των καναλιών γυρνούσαν αλλού το φακό. Κάηκαν τέσσερις άνθρωποι. Τους τρεις τους κλαίνε ακόμη οι δικοί τους. Ο τέταρτος δεν αναγνωρίστηκε και παραμένει άγνωστος. Ο άγνωστος Αθώος. Για μένα, ήταν μια καθοριστική στιγμή.

Ή, το «άνοιγμα» πριν από λίγα χρόνια της Πράσινης Γραμμής στην Κύπρο…

Η συγκίνηση κάποιων γερόντων που πήγαιναν μετά από τόσα χρόνια να δουν το σπίτι τους, άλλοι που δεν άντεχαν αυτή τη συγκίνηση και δεν πήγαιναν, και πονούσαν το ίδιο. Άλλοι που πήγαιναν στον τάφο των γονιών τους, για να τον βρουν ρημαγμένο. Και άλλοι, που πήγαιναν επειδή είχε καζίνο, ή επειδή ήταν φθηνότερα τα εστιατόρια, όχι δηλαδή σαν προσκυνητές, αλλά σαν καταναλωτές. Ανθρώπινα είναι όλα, αλλά δεν μπορώ να μην τα καταγράφω.

Κρ.Π.: Πατρίδα τί είναι για σένα;

Αλκ.Ι.: Η νοσταλγία. Αυτό είναι. Δεν υπάρχει κάτι άλλο στο οποίο να επιστρέφω τόσο συχνά. Όχι με τη ρομαντική της έννοια, αλλά με αυτή που σου σκίζει τα σωθικά, που σου φανερώνει ξανά το αληθινό σου πρόσωπο - το πρόσωπο που η ροή της καθημερινότητας σε κάνει να ξεχνάς - πριν σε εκσφενδονίσει πάλι μπροστά.

Ο τόπος, το χώμα του, το φως του και οι άνθρωποι που με καθόρισαν. Η νοσταλγία είναι η πατρίδα μου. Και τα παιδιά μου. Η μνήμη και η υπόσχεση.

Κρ.Π.: Λέγοντας για νοσταλγία, νιώθω ότι η πατρίδα που ήξερα, χάνεται. Μήπως θα ‘πρεπε ήδη, να είχαμε κάνει κάτι σημαντικότερο, με μεγαλύτερη συλλογικότητα; Δηλαδή, για παράδειγμα οι Ισπανοί, έφτιαξαν ένα καταστατικό, συμφώνησαν σε κάποια βασικά αιτήματα και τα διεκδικούν.

Αλκ.Ι.: Εμείς δεν ξέρουμε να είμαστε μαζί. Ενώ και οι Ισπανοί έζησαν έναν εμφύλιο, ίσως και εντονότερο από τον δικό μας, με κάποιον τρόπο καταφέρνουν σε κάποια βασικά πράγματα - ένα μεγάλο τουλάχιστον μέρος της κοινωνίας τους - να συνεννοούνται.

Εμείς ζούμε ο καθένας μέσα στο μικρό του κλουβάκι, που μπορεί να περιλαμβάνει και άλλους δυο-τρεις, αποφασίζουμε πως οι υπόλοιποι είναι μαλάκες και είμαστε ευχαριστημένοι.

Κρ.Π.: Και πολλοί πνευματικοί άνθρωποι της Ελλάδας, είναι… κρατικοδίαιτοι ή συμβιβασμένοι;

Αλκ.Ι.: Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Για παράδειγμα, επειδή αναφέραμε την Ισπανία, εκεί δεν υπάρχει ισπανικό μουσικό σχήμα που να βγαίνει να παίξει στο εξωτερικό και να μην έχει τη μικρή ή τη μεγάλη, πολλές φορές, στήριξη των πολιτιστικών υπηρεσιών της χώρας του. Το έχω ζήσει σε πολλά φεστιβάλ του εξωτερικού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το κράτος τους λειτουργεί καλά, ή ότι δικαιολογούνται όλα αυτά που έχουν συμβεί στη χώρα τους, αλλά ότι κάποιοι άνθρωποι που είναι σε κάποιες θέσεις, πραγματικά ασχολούνται και αγαπάνε αυτό που κάνουν και αισθάνονται μια υποχρέωση να το κάνουν καλά. Εδώ, για να είχε κάποιος μια ανάλογη στήριξη από το κράτος, έπρεπε να… κοιμάται με το κράτος!

Κι όταν στρέφονται οι Ισπανοί κατά του κράτους τους, ξέρουν πολύ καλά ποια είναι εκείνα τα καλά που πρέπει να κρατήσουν και τι, αντίθετα, πρέπει να αλλάξει στη λειτουργία του.

Όταν κάποιος εδώ στρέφεται κατά του κράτους, ή το κάνει γιατί είναι αντικρατιστής, οπότε θεωρητικά θα το έκανε όπου και αν βρισκόταν, ή αλλιώς, η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου που ξαφνικά αποστρέφεται το κράτος και τον κρατικό μηχανισμό, το κάνει γιατί διαπιστώνει, το ίδιο ξαφνικά, πως του είναι ασύμφορο. Σάμπως τόσα χρόνια, λειτουργούσε για το συμφέρον του.

Δες, αν θέλεις, πόσο έντονη παρουσία έχουν τα πολιτιστικά κέντρα άλλων χωρών εδώ, στην Ελλάδα, σε μια μικρού δηλαδή ενδιαφέροντος χώρα, και φαντάσου πώς λειτουργούν στις χώρες που τους ενδιαφέρουν πραγματικά. Δες το ισπανικό Ινστιτούτο Θερβάντες. Δες το Γαλλικό, δες το Βρετανικό, το Γκαίτε των Γερμανών, ή το Πούσκιν των Ρώσων. Και δες και τα αντίστοιχα, συνήθως ανύπαρκτα, δικά μας, στις άλλες χώρες... Κωμικοτραγική η κατάσταση.

Όποτε έγινε σοβαρή δουλειά, έγινε με τη θυσία ή το ψώνιο κάποιων τρελαμένων που μετά τους ζήτησαν και τα ρέστα. Κατά τα άλλα, απέραντη σιωπή... Πληρωμένη δεκαετίες τώρα με τεράστια κονδύλια.
 
Έχουμε δρόμο μακρύ και δύσκολο. Κι αυτό είναι το καλό της υπόθεσης! Δεν πρέπει να μας απογοητεύει η απόσταση που έχουμε να διανύσουμε. Πρέπει να μας δίνει χαρά. Γιατί η οργή, από μόνη της, δεν δημιουργεί τίποτα. Δημιουργικό δεν είναι το να φτάσει ο κόσμος στο απροχώρητο, στην κορύφωση της μεγαλύτερης οργής. Η οργή χωρίς όνειρο θα σε ξανακάνει πρόβατο. Δεν αρκεί το να γκρεμίζεις. Θα ζήσουμε καλύτερα, όταν αποφασίσουμε τι θέλουμε να χτίσουμε στα ερείπια αυτού που θέλουμε να γκρεμίσουμε.

Κρ.Π.: Η οργή είναι και δευτερεύον συναίσθημα. Δηλαδή, πρώτα κάτι άλλο αισθάνθηκα και δεν το διαχειρίστηκα, έτσι ώστε έφτασα να οργιστώ, τελικά.

Αλκ.Ι.: Για να φτάσεις σ’ αυτό το συμπέρασμα, προϋποτίθεται μια συνομιλία με το βαθύτερο είναι σου. Μα δε μιλιόμαστε με τον εαυτό μας εδώ και δεκαετίες. Και δεν συνομιλούμε ουσιαστικά ούτε με τον διπλανό μας.

Αδιάφορες χαριτωμένες κουβεντούλες κάνουμε οι περισσότεροι, ή καυγαδάκια, στο σπίτι, στα καφέ, στις τηλεοράσεις και στη δουλειά, για να περνά η ώρα. Κι εμένα, με πιάνουν τα διαόλια μου και γίνομαι φλύαρος και ξερόλας, το αναγνωρίζω.

Αλλά ας μιλήσουμε, ας βγάλουμε τα κουσούρια μας ο καθένας στη φόρα, ας εκτεθούμε, ας γνωριστούμε, δεν πειράζει... Κι ας ακούσουμε και τον άλλον, τι έχει να μας πει.-
 
 Αλκίνοος Ιωαννίδης
 TVXS