Showing posts with label Πρόσφυγες. Show all posts
Showing posts with label Πρόσφυγες. Show all posts

Wednesday, June 26, 2024

Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων, είκοσι Ιουνίου

Πρόσφυγες
Γράφει ο Δρ. Ανδρέας Σοφόκλης
Ο όρος αυτός αναφέρεται στους ανθρώπους που υποχρεώνονται διά της βίας, που αναγκάζονται, διά βιαιοπραγιών, να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους ή την περιοχή της μόνιμης κατοικίας τους ή/και των προγόνων τους.

Οι άνθρωποι αυτοί, ως εκ της βίας που ασκείται σε αυτούς και ως εκ του άμεσου κινδύνου που διατρέχουν υποχρεώνονται να καταφεύγουν σε μια άλλη, ξένη, γι` αυτούς χώρα είτε υποχρεώνονται να εγκαθίστανται σε άλλες περιοχές της δικής τους χώρας, οι οποίες θεωρούνται ασφαλείς. Η εγκατάλειψη της πατρίδας ή της περιοχής της μόνιμης διαμονής συνδέεται άμεσα με πολεμική, με στρατιωτική βία, με όλες τις συνεπακόλουθες συνέπειες.

Υπάρχει ειδοποιός διαφορά μεταξύ των θυμάτων των στρατιωτικών βιαιοπραγιών που υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν τα δικά τους μέρη, από όποιους άλλους λόγους, όπως οικονομικούς, όπου αποχωρούν από τις πατρίδες, από τις περιοχές τους, για εγκατάσταση κάπου αλλού, συνήθως προγραμματισμένα και οργανωμένα, με στόχο το καλύτερο οικονομικό ή και όποιο άλλο όφελος.

Οι οικονομικοί μετανάστες, φεύγουν αλλά γνωρίζουν πως οι ίδιοι το επέλεξαν, για τους δικούς τους λόγους. Γνωρίζουν, επίσης, πως όποια στιγμή επιθυμούν απρόσκοπτα δύνανται να επιστρέψουν. Οι πρόσφυγες, ως θύματα στρατιωτικών βιαιοπραγιών, ποτέ δεν επιστρέφουν πίσω. Ας μου επιτραπεί να χαρακτηρίσω αυτή τη φράση ως: Δόγμα.

Δεν κάνουν (αυτοί που σχεδιάζουν τις στρατιωτικές επιθέσεις, αυτοί που ευθύνονται γι` αυτές, αυτοί που τις πραγματοποιούν), τους πρόσφυγες για να τους επιστρέψουν πίσω στις πατρίδες τους, στη γη των προγόνων τους. Πρόσφυγες υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν, χιλιάδες. Είναι, θα λέγαμε, επιβεβλημένη ανάγκη. Είναι τα πειραματόζωα.

Οι πρόσφυγες είναι αυτοί που συμπληρώνουν τους κενούς χώρους, όταν δεν υφίστανται οι ανάλογες γεννήσεις, όταν περιοχές εγκαταλείπονται από τους ντόπιους και πρέπει να ξαναγεμίσουν από πληθυσμούς, με ικανότητες διαχείρισης επαγγελμάτων, ως φθηνά εργατικά χέρια αλλά με δυνατή νόηση. Πρόσφυγες είναι οι εργαζόμενοι, ως φθηνοί αλλά πολύ δημιουργικοί, με γνώσεις, ικανότητες, δεξιότητες, εμπειρίες που δε διαθέτουν οι αυτόχθονες κάτοικοι.

Για σκοπούς επιβίωσης, ασκούν τα πιο σκληρά εργασιακά επαγγέλματα, τα πιο απάνθρωπα, οι γυναίκες, θύματα πειραμάτων, μικρά παιδιά, στα σύγχρονα σκλαβοπάζαρα, γνωρίζοντας ότι εξευτελίζονται, ότι φθείρουν την υγεία τους αλλά τα πράττουν αλλά εργάζονται σε αυτές τις τραγικές έως δύσκολες συνθήκες, διότι πρέπει να επιβιώσουν αυτοί, οι οικογένειες, τα παιδιά τους.

Στην πορεία του χρόνου, χιλιάδες πρόσφυγες διακρίνονται ως επιτυχημένοι, στους διάφορους τομείς της οικονομίας, των επιστημών, στην κοινωνία. Αυτοί συμβάλλουν ουσιαστικά στη θεμελίωση, στην οικοδόμηση των νέων, των σύγχρονων εποχών.

Αυτοί, οι πρόσφυγες αυξάνουν ποσοτικά και αναπτύσσουν ποιοτικώς τη μόρφωση, την οικονομία, τις κλειστές συντηρητικές κοινωνίες των ντόπιων πληθυσμών, των συνήθως κλειστών στον δικό τους μικρόκοσμο.

Οι πρόσφυγες είναι τα προερχόμενα θύματα από αναπτυγμένες γνωσιολογικώς, κοινωνικώς, πνευματικώς περιοχές. Ας δούμε ενδεικτικώς περιοχές. Πρόσφυγες στην Κύπρο: Αμμόχωστος, Κερύνεια, Καρπασία, Μόρφου. Ελλάδα, με ορόσημο το 1922, Μικρασιατική Καταστροφή αλλά και χρονικώς πιο πριν και πιο μετά: Εύξεινος Πόντος: Μπάφρα, Σαμψούντα, Κερασούντα, Τραπεζούντα. Ελενούπολη, Θεοδοσιούπολη, Νίκαια, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, ευρύτερα Μικρά Ασία, Ιωνία, Αιολίδα, Καππαδοκία, Αϊβαλί, Αϊδίνιο. Επίσης Συρία, Λίβανος, Ουκρανία, Ρωσία, Συρία.

Εύκολα δύναται ο μελετητής αυτής της σκληρής έως τραγικής ανθρώπινης πτώσεως, δηλαδή των προσφύγων, να διαπιστώσει τα ευεργετικά αποτελέσματα που αποκτούν οι κοινωνίες των νέων αυτών κατοίκων. Οι πρόσφυγες μεταφέρουν, όσο μπορούν, χρήματα, τιμαλφή, τα οποία ξοδεύουν για την ασφαλή τους διαδρομή αυτών και μελών των οικογενειών τους μέχρι την εγκατάστασή τους, εάν το επιτύχουν, σε ασφαλείς περιοχές. Οι κερδίζοντες, λόγω των εκτοπισμένων προσφύγων και των προσφύγων, είναι πολλοί, συγκεκριμένων δράσεων και επαγγελμάτων, «καθώς πρέπει κύριοι και κυρίες», εκπρόσωποι οργανισμών.

Τα «μαύρα» ανενόχλητα και ταυτοχρόνως μετατρέπονται σε «λευκά». Στην πορεία του χρόνου η πληθυσμιακή ανάμειξη αποτελεί γεγονός και μέσα από τα επαγγέλματα και μέσα από τους γάμους.

Στις ανοικτές κοινωνίες των κοσμοπολίτικων πόλεων, το στίγμα του πρόσφυγα δεν ισχύει τόσο, θα έλεγα μάλιστα πως γρήγορα εκμηδενίζεται, ισχύει, βεβαίως, η ποικίλως, πολυτρόπως, παντοιοτρόπως στυγνή εκμετάλλευση των προσφύγων, νομίμως και παρανόμως. Στις κλειστές, όμως, μικρές κοινωνίες μικρών πόλεων και κοινοτήτων, οι ντόπιοι είναι οι ντόπιοι, είναι οι κυρίαρχοι. Αντιθέτως οι πρόσφυγες παραμένουν πρόσφυγες, ανεξαρτήτως από την εργασιακή, από την οικονομική τους προσφορά. Αυτό είναι προφανές και σε ότι αφορά την κοινωνία και σε ότι αφορά την Πολιτεία.

Πόσοι, για παράδειγμα, έγιναν Υπουργοί, Πρωθυπουργοί, Προέδροι, από τους διωγμένους πληθυσμούς των Ελλήνων, από τους απογόνους τους, στην Ελληνική Δημοκρατία; Ποια η αναλογία; Πόσοι έγιναν υπουργοί από το 1974 μέχρι σήμερα πρόσφυγες, παιδιά, εγγόνια προσφύγων, από τις κατεχόμενές μας περιοχές; Ποια η αναλογία;

Πόσοι έλαβαν αξιώματα σε ανώτερες θέσεις της Πολιτείας, με καταγωγή από τις κατεχόμενες περιοχές; Ποια η αναλογία; Τα πάρα πάνω σε αντίθεση με τις διακρίσεις στον επαγγελματικό, στον επιστημονικό τομέα.

Αφού οι πάντες μιλούν και στηρίζουν τις αναλογίες, τι γίνεται με αυτής της ποιότητας τις αναλογίες; Μήπως δεν υπάρχουν εκτοπισμένοι πρόσφυγες ικανοί και γνώστες, ενώ για όλους τους άλλους τομείς, όπου ενισχύουν και σημαντικά μάλιστα την οικονομία, πληρώνοντας σημαντικά οικονομικώς φορολογικά οφέλη, για την ανάπτυξη του Κράτους σε όλους τους τομείς, υπάρχουν;

Μήπως ισχύουν και υποκειμενικού τύπου φοβίες πίσω από αυτές τις ισχνές έως μηδενικές αναλογίες; Αυτά είναι σημαντικά θέματα που πρέπει να τίθενται, όχι γιατί εμείς οι πρόσφυγες κλαιγόμαστε. Αντιθέτως, σε ένα ανταγωνιστικότατο επαγγελματικό περιβάλλον, σε όλους τους τομείς, στο οποίο φυσιολογικώς, το τοπικιστικό στοιχείο υπερισχύει, αφού οι ντόπιοι γνωρίζουν ο ένας τον άλλο, ο γείτονας τον γείτονα, ο χωριανός τον χωριανό, σε συμπαγείς οικογένειες-συγγένειες-γενεές, με τις μεταξύ τους στηρίξεις, καλύψεις, συνεργασίες. 

Οι πρόσφυγες εκτοπισμένοι, αρχίζοντας από το υπό το μηδέν και μη έχοντας τα πάρα πάνω πλεονεκτήματα των ντόπιων, σε ηλικίες που στις περιοχές τους δε θα χρειάζονταν να ιδρώσουν ούτε μία φανέλα, όπως λέγεται για τους επιτυχημένους ανθρώπους, μόνοι τους αγωνιζόμενοι, κυρίως με τη δύναμη της νόησης, διότι ανεξαρτήτως επαγγέλματος η νόηση κάνει τη διαφορά, επιτυγχάνουν ασύγκριτα αποτελέσματα. Ξεπερνούν κάθε λογικό προσδοκώμενο, στην οικονομία, στην επαγγελματική επιτυχία. Επανέρχονται, με κόπους, με μόχθους αλλά σε σύντομο χρονικό διάστημα στα δικά τους επίπεδα, με τα πατροπαράδοτα κριτήρια.

Οι πρόσφυγες θεμελιώνουν και οικοδομούν, στις νέες περιοχές εγκατάστασής τους, με τις δικές τους Πατρίδες κλεισμένες μέσα στο ροδοπρόσωπο αίμα της καρδιάς τους, ελπίζοντας για την ημέρα της επιστροφής και ζώντας γι` αυτή την ημέρα. Αυτή η ημέρα, όμως, δεν είναι, δυστυχώς, γραμμένη στη λογική αυτών που κάνουν τους πρόσφυγες και αυτών που έχουν ανάγκη την παντοιοτρόπως εκμετάλλευση των προσφύγων.

Για να γράφουμε πλέον, όχι μόνο να λέμε, κατά τη σοφή λαϊκή ρήση: Τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη! Πενήντα χρόνια εκτοπισμένοι πρόσφυγες της Κύπρου. Αλήθεια ποιος νοιάστηκε;

Δρ. Ανδρέας Σοφόκλης
Ερευνητής, Αρθρογράφος, Δοκιμιογράφος

Sunday, August 27, 2023

Μικρασιατική Καταστροφή. Η Ιστορία της Μακαριστής Αργυρώς.

Γράφει ο Δρ Ανδρέας Σοφόκλης

Είναι μία από τις πραγματικές ιστορίες, που μέχρι τώρα δεν είδαν το φως της δημοσιότητας. Ευνοήθηκα από το Θεό να την ακούσω, μετά από διάλογο που είχαμε για τα θέματα της προσφυγιάς του 1974, με την πεθερά μου Παρασκευή Κοκκινογένη-Ζορπά, από την Κοινότητα Ορά της Επαρχίας Λάρνακας.

Αυτή η ιστορία, είναι από εκείνα τα γεγονότα που θεωρώ ότι δεν αφήνουν ασυγκίνητο τον κάθε πρόσφυγα αλλά και τον κάθε ευαίσθητο άνθρωπο για τα τραγικά πρόσωπα που τα έζησαν, που τα ζουν και δυστυχώς θα τα ζουν αφού ο άνθρωπος είναι το πλέον αρπακτικό ζώο πάνω στον πλανήτη.

Η νομοτέλεια τονίζει ότι ο εκάστοτε ισχυρός αρπάζει από τον αδύναμο ανεξάρτητα από τις ηθικές αρχές, αφού η ισχύς είναι αδηφάγο Ον μέσα στη νοημοσύνη των ανθρώπων, των Κρατών, των εξουσιών.

Οι διεθνείς νόμοι περί δικαίου είναι η παρηγοριά των αδύναμων, οι οποίοι αγωνίζονται να τους εφαρμόζουν αλλά ταυτόχρονα φτιάχνονται για να δύνανται οι ισχυροί να τους παραβιάζουν εντός της ισχύς τους, ανενόχλητοι και ανεμπόδιστοι.

Ο Ηράκλειτος το έχει καθορίσει: Πόλεμος Πάντων Πατήρ Εστί.

Ο Θουκυδίδης το έχει συγκεκριμενοποιήσει: Τέτοια γίνονται και τέτοια θα γίνονται έως ότου η Φύσις των ανθρώπων παραμένει η Ίδια.

Ο Κικέρωνας το έχει ορίσει στις πραγματικές του διαστάσεις: Homo Hominy Lupus.

Τονίζω και πάλι ότι η ιστορία αυτή είναι πραγματική, όπως και τα ονόματα των προσώπων τα οποία θα καταγραφούν.

Την ιστορία της μακαριστής Αργυρώς την κατέγραψα όπως ακριβώς μου τη διηγήθηκε.

Η Αργυρώ την Ιστορία της ζωής της τη διηγήθηκε στην πεθερά μου Παρασκευή Κοκκινογένη-Ζορπά, όταν η ίδια βρισκόταν σε σχεδόν προχωρημένη ηλικία, ενώ η Παρασκευή ήταν τότε μαθήτρια του δημοτικού σχολείου Οράς, στην Τετάρτη Τάξη. Ένα ιστορικό δημοτικό σχολείο, το οποίο δυστυχώς θυματοποιήθηκε όπως και άλλα για τον Μολόν όχι της ασφάλτου αλλά του χρήματος και ας ταλαιπωρούνται και ας χάνουν γνώσεις τα παιδιά των κοινοτήτων αυτών και ας υποχρεώνονται οι νέες οικογένειες να εγκαθίστανται στις πόλεις για να έχουν πρόσβαση τα παιδιά τους στο μέλλον στα σχολεία και ας ερημώνεται από νέες οικογένειες η ύπαιθρος.

Η διήγηση αρχίζει από τη στιγμή που η τότε μαθήτρια Παρασκευή διάβαζε μεγαλόφωνα στα πλαίσια του μαθήματός της, τα τραγικά γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922.

Όταν η τότε μαθήτρια Παρασκευή-το 1948-τελείωσε τη μεγαλόφωνη ανάγνωση των τραγικών εκείνων γεγονότων, σήκωσε τα μάτια της από το βιβλίο και τότε είδε την Κυρία Αργυρώ, όπως από σεβασμό την αποκαλούσε, λουσμένη στα κλάματα.

Η μικρή τότε Παρασκευή τη ρώτησε γιατί κλαίει, αυτή της απάντησε αρχίζοντας και ολοκληρώνοντας τη διήγησή της την οποία καταγράφω, όπως ακριβώς την άκουσα:

«Εμείς τα περάσαμε αυτά, όταν μπήκαν οι Τούρκοι στη Μικρά Ασία. Έσφαζαν δολοφονούσαν μπροστά στα μάτια μας. Εμείς είμασταν μικρά παιδιά. Είδαμε να σφάζουν τον πατέρα μας μπροστά μας. Τίποτα από τα παλαμωμένα από χρυσάφι, από σταφίδες, σπίτια μας δεν προλάβαμε να πάρουμε. Όλα γίνονταν με τέτοια ταχύτητα που πολλοί, κυρίως γυναίκες, που έσφαζαν τους συζύγους, τα παιδιά τους, μπροστά τους, τρελαίνονταν.

Εμάς μας πετούσαν από εδώ και από εκεί. Πέσαμε, για καλή μας τύχη, σε πλοίο, εγώ μαζί με τη μητέρα μου.

Τον αδελφό μου τον χάσαμε, δεν γνωρίζαμε τι απέγινε.

Το πλοίο μας πήγε, όλους τους πρόσφυγες, που πρόλαβαν και ανέβηκαν σ` αυτό, στην Αίγυπτο. Εκεί, στην Αλεξάνδρεια, μία μητέρα με ένα κοριτσάκι, δεκαέξι-δεκαεπτά ετών, σε αυτή την επικίνδυνη ηλικία. Φοβισμένες καθίσαμε στη γωνία των σκαλοπατιών ενός σπιτιού. Το βράδυ, έφτασε ο σπιτονοικοκύρης. Μας είδε. Μας ρώτησε: Από που είστε;

Η μητέρα μου του απάντησε ότι είμαστε πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και φοβόμαστε για τη ζωή μας εδώ στο άγνωστο. Ο κύριος αυτός μας διαβεβαίωσε ότι δεν κινδυνεύουμε πια. Μας ενημέρωσε ότι είναι κι αυτός Έλληνας από την Κύπρο. Συγκεκριμένα η καταγωγή του ήταν από την Κοινότητα Ορά της Επαρχίας Λάρνακας. Λόγω της έλλειψης εργασιών και της διαφαινόμενης και γι` αυτόν φτώχειας, αν έμενε στη γενέτειρά του, ξενιτεύτηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου είχε, όπως είναι γνωστό, δυνατή παροικία Ελλήνων, οικονομικώς και πνευματικώς αναπτυγμένη. Έκτοτε ζούσε και εργαζόταν εκεί.

Μας διαβεβαίωσε, όπως και το έπραξε, ότι είμαστε πλέον ασφαλείς στο σπίτι του. Πέρασε αρκετός καιρός, ηρεμήσαμε, κάπως, νιώθοντας πλέον σιγουριά για τη ζωή μας, από όσα τραγικά περάσαμε. Βέβαια τα τραγικά αυτά γεγονότα δε φεύγουν ούτε από τη μνήμη μας την ημέρα, ούτε τις νύκτες από τον ύπνο μας, δεν ξεχνιούνται ούτε στιγμή.

Ένα απόγευμα, παρακάλεσε τη μητέρα μου, ο κύριος Ανδρέας Πιρικκής, ο σπιτονοικοκύρης μας, ότι το βράδυ ήθελε να μιλήσουν. Η μητέρα μου συμφώνησε. Το ίδιο εκείνο βράδυ, έκανε στη μητέρα μου την πρόταση, εάν τόσο η μητέρα μου, όσο κι εγώ είμασταν δεκτές, να με παντρευτεί, δηλαδή με ζητούσε σε γάμο. Ο ίδιος δεν είχε κάνει προηγουμένως άλλο γάμο και δεν είχε παιδιά. Αν αποδεχόμασταν, το σπίτι και όλη η περιουσία του στην Αλεξάνδρεια θα ήταν δικά μας.

Η μητέρα μου, μου το ανακοίνωσε. Αμέσως το αποφασίσαμε, αφού διαπιστώναμε ότι ήταν ένας εξαίρετος χαρακτήρας, έντιμος που έχαιρε εκτιμήσεως στον κόσμο της Αλεξάνδρειας. Ανεξαρτήτως από τα χρόνια που μας χώριζαν διαφαινόταν ότι θα είμασταν και ευτυχισμένες και προστατευμένες. Έγινε ο γάμος μας, με τον Ανδρέα, με κάθε ωραιότητα.

Δυστυχώς, όμως, κάθε ωραίο έχει και τέλος. Ο Νάσερ έδιωξε, ως γνωστό όλους τους Ευρωπαίους από την Αίγυπτο, φυσικά διωχθήκαμε κι εμείς. Η εκδίωξή μας έγινε εξαιτίας της λεγόμενης εκμετάλλευσης των ντόπιων πληθυσμών από Ευρωπαίους. Φυσικά οι άνθρωποι αυτοί, με τις επιχειρηματικές και με τις εμπορικές τους δραστηριότητες ανέπτυξαν την Αίγυπτο. Δε λέω ότι δεν υπήρχε και η εκμετάλλευση ντόπιων, ως εργατών και η άσχημη συμπεριφορά, αυτά εντάσσονται στους χαρακτήρες των ανθρώπων, τα συναισθήματα, όπως η κακία, η εκμετάλλευση, η ανθρωπιά, η καλοσύνη.

Το βέβαιο είναι ότι με την εκδίωξή μας οι περιουσίες, το βιός, οι επιχειρήσεις, τα σπίτια, τα καταστήματα, με όλα όσα περιείχαν, που χρειάστηκαν κόποι, βάσανα, κίνδυνοι για να γίνουν, πέρασαν διά της βίας στα χέρια των ντόπιων, με τον ίδιο τρόπο, διά της ταχύτητας, διά της βίαιης εκδίωξης.

Καταφύγαμε, και πάλι εκδιωγμένοι φυγάδες, στο Λονδίνο. Ο Ανδρέας, εκεί είχε αδέλφια και συγγενείς, οι οποίοι ως οικογένεια ήταν πολύ δεμένοι μεταξύ τους. Με τη βοήθεια των συγγενών του, και λόγω των δικών του επαγγελματικών ικανοτήτων, γρήγορα επαναδραστηριοποιήθηκε στο Λονδίνο.

Μετά από λίγο χρονικό διάστημα ζούσαμε σχετικά άνετα. Αποφασίσαμε να κάνουμε ένα ταξίδι στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα επισκεφθήκαμε την Αθήνα. Την επόμενη ημέρα της διαμονής μας στην Αθήνα, αφού περπατήσαμε λίγο, καθίσαμε σ` ένα εστιατόριο για φαγητό.

Απέναντί μας καθόταν ένα ζευγάρι, ο άνδρας ήταν νέος, στην ηλικία μου περίπου, η σύζυγός του σε κάποια ηλικία σχετικά προχωρημένη. Μου φάνηκε πως μοιάζαμε, ως προς τα χαρακτηριστικά. Το είπα στον Ανδρέα και τους χαιρετήσαμε.

Τους ρωτήσαμε από που είναι. Η κυρία μας απάντησε, από την Αθήνα. Ο σύζυγός της από τη Μικρά Ασία. Μας διηγήθηκε τα τραγικά γεγονότα, όπως τα θυμόταν, ακριβώς τα ίδια με τα δικά μου και της μητέρας μου. Δεν αργήσαμε να αναγνωρίσουμε, λουσμένοι στα κλάματα, όπως και οι σύζυγοί μας, ο ένας τον άλλο.

Για εμένα ήταν ο χαμένος αδελφός, για εκείνων ήμουν η χαμένη αδελφή και η μητέρα μας του ήταν η χαμένη μητέρα. Η χαρά και η ευτυχία μας δεν περιγράφονταν.

Τόσο ο αδελφός μου όσο κι εγώ παντρευτήκαμε δύο εξαίρετους ανθρώπους, ειλικρινείς και έντιμους, που μας προστάτευσαν, που τους αγαπήσαμε από ευγνωμοσύνη, όμως μεγάλους στην ηλικία, χωρίς να αποκτήσουμε δικά μας παιδιά. Ήρθαμε εδώ στην Ορά για να επισκεφθούμε την Κουνιάδα μου την Ορθοδοξία Σιμεού και τους χωριανούς του Ανδρέα, αφού όλοι οι άλλοι συγγενείς του μένουν μόνιμα στο Λονδίνο».

Την Ιστορία αυτή της μακαριστής Αργυρώς, την γράφω, επειδή είναι από εκείνες τις μαρτυρίες που εκτιμώ ότι δεν πρέπει να σβηστούν στην αφάνεια και στη λήθη. Αποτελεί μέρος της τραγικής Ιστορίας του Ελληνισμού της Μικρασιατικής Καταστροφής και όχι του συνοστισμού. Της εκδίωξης από την Αίγυπτο των Ευρωπαίων, φυσικά και των Ελλήνων, λόγω οικονομικών συμφερόντων και όχι λόγω συναισθημάτων.

Αυτές τις διηγήσεις οφείλουμε να τις σώζουμε, ως κτήμα, ως ιστορικά παραδείγματα, για να γνωρίζουν οι επόμενες γενεές Ελλήνων και ευρύτερα ανθρώπων, ώστε να αποφεύγουν τραγικά σφάλματα διχόνοιας των προγόνων τους. Να γνωρίζουν ότι οι εχθροί δεν κάνουν διαλείμματα, αλλά συνεχώς αυξάνονται με γεννήσεις, συνεχώς εκσυγχρονίζονται με σύγχρονο οπλισμό και με στρατιωτικές τακτικές. Να γνωρίζουν ότι οι εχθροί αναμένουν και αδημονούν για νέες κατακτήσεις, που τις μετατρέπουν, με το πέρασμα του χρόνου σε δικές τους περιοχές.

Να γνωρίζουν ότι ο εχθρός σέβεται μόνο όταν φοβάται, αφού η πηγή του σεβασμού είναι ο φόβος και σέβεται όταν το εθνικό μέτωπο είναι συμπαγές, αποφασισμένο, οργανωμένο, πληθυσμιακά με γεννήσεις, οικονομικώς, στρατιωτικώς.

Δρ. Ανδρέας Σοφόκλης

Ερευνητής, Αρθρογράφος, Δοκιμιογράφος 

Thursday, June 8, 2023

Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων, 20 Ιουνίου

Γράφει ο Δρ. Ανδρέας Σοφόκλης

Ο όρος αυτός αναφέρεται στους ανθρώπους που υποχρεώνονται διά της βίας, που αναγκάζονται, διά βιαιοπραγιών, να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους ή την περιοχή της μόνιμης κατοικίας τους ή/και των προγόνων τους.

Οι άνθρωποι αυτοί, ως εκ της βίας που ασκείται σε αυτούς και ως εκ του άμεσου κινδύνου που διατρέχουν υποχρεώνονται να καταφεύγουν σε μια άλλη, ξένη, γι` αυτούς χώρα είτε υποχρεώνονται να εγκαθίστανται σε άλλες περιοχές της δικής τους χώρας, οι οποίες θεωρούνται ασφαλείς.

Η εγκατάλειψη της πατρίδας ή της περιοχής της μόνιμης διαμονής συνδέεται άμεσα με πολεμική, με στρατιωτική βία, με όλες τις συνεπακόλουθες συνέπειες.

Υπάρχει ειδοποιός διαφορά μεταξύ των θυμάτων των στρατιωτικών βιαιοπραγιών που υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν τα δικά τους μέρη, από όποιους άλλους λόγους, όπως οικονομικούς, όπου αποχωρούν από τις πατρίδες, από τις περιοχές τους, για εγκατάσταση κάπου αλλού, συνήθως προγραμματισμένα και οργανωμένα, με στόχο το καλύτερο οικονομικό ή και όποιο άλλο όφελος.

Οι οικονομικοί μετανάστες, φεύγουν αλλά γνωρίζουν πως οι ίδιοι το επέλεξαν, για τους δικούς τους λόγους. Γνωρίζουν, επίσης, πως όποια στιγμή επιθυμούν απρόσκοπτα δύνανται να επιστρέψουν.

Οι πρόσφυγες, ως θύματα στρατιωτικών βιαιοπραγιών, ποτέ δεν επιστρέφουν πίσω. Ας μου επιτραπεί να χαρακτηρίσω αυτή τη φράση ως: Δόγμα.

Δεν κάνουν (αυτοί που σχεδιάζουν τις στρατιωτικές επιθέσεις, αυτοί που ευθύνονται γι` αυτές, αυτοί που τις πραγματοποιούν), τους πρόσφυγες για να τους επιστρέψουν πίσω στις πατρίδες τους, στη γη των προγόνων τους.

Πρόσφυγες υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν, χιλιάδες. Είναι, θα λέγαμε, επιβεβλημένη ανάγκη. Είναι τα πειραματόζωα.

Οι πρόσφυγες είναι αυτοί που συμπληρώνουν τους κενούς χώρους, όταν δεν υφίστανται οι ανάλογες γεννήσεις, όταν περιοχές εγκαταλείπονται από τους ντόπιους και πρέπει να ξαναγεμίσουν από πληθυσμούς, με ικανότητες διαχείρισης επαγγελμάτων, ως φθηνά εργατικά χέρια αλλά με δυνατή νόηση.

Πρόσφυγες είναι οι εργαζόμενοι, ως φθηνοί αλλά πολύ δημιουργικοί, με γνώσεις, ικανότητες, δεξιότητες, εμπειρίες που δε διαθέτουν οι αυτόχθονες κάτοικοι.

Για σκοπούς επιβίωσης, ασκούν τα πιο σκληρά εργασιακά επαγγέλματα, τα πιο απάνθρωπα οι γυναίκες, θύματα πειραμάτων μικρά παιδιά, στα σύγχρονα σκλαβοπάζαρα, γνωρίζοντας ότι εξευτελίζονται, ότι φθείρουν την υγεία τους αλλά τα πράττουν αλλά εργάζονται σε αυτές τις τραγικές έως δύσκολες συνθήκες, διότι πρέπει να επιβιώσουν αυτοί, οι οικογένειες, τα παιδιά τους.

Στην πορεία του χρόνου, χιλιάδες πρόσφυγες διακρίνονται ως επιτυχημένοι, στους διάφορους τομείς της οικονομίας, των επιστημών, στην κοινωνία. Αυτοί συμβάλλουν ουσιαστικά στη θεμελίωση, στην οικοδόμηση των νέων, των σύγχρονων εποχών.

Αυτοί, οι πρόσφυγες αυξάνουν ποσοτικά και αναπτύσσουν ποιοτικώς τη μόρφωση, την οικονομία, τις κλειστές συντηρητικές κοινωνίες των ντόπιων πληθυσμών, των συνήθως κλειστών στον δικό τους μικρόκοσμο.

Οι πρόσφυγες είναι τα προερχόμενα θύματα από αναπτυγμένες γνωσιολογικώς, κοινωνικώς, πνευματικώς περιοχές. Ας δούμε ενδεικτικώς περιοχές. Πρόσφυγες στην Κύπρο: Αμμόχωστος, Κερύνεια, Καρπασία, Μόρφου. Ελλάδα, με ορόσημο το 1922, Μικρασιατική Καταστροφή αλλά και χρονικώς πιο πριν και πιο μετά: Εύξεινος Πόντος: Μπάφρα, Σαμψούντα, Κερασούντα, Τραπεζούντα. Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, ευρύτερα Μικρά Ασία, Ιωνία, Αιολίδα, Καππαδοκία, Αϊβαλί, Αϊδίνιο. Επίσης Συρία, Λίβανος, Ουκρανία, Ρωσία.

Εύκολα δύναται ο μελετητής αυτής της σκληρής έως τραγικής ανθρώπινης πτώσεως, δηλαδή των προσφύγων, να διαπιστώσει τα ευεργετικά αποτελέσματα που αποκτούν οι κοινωνίες των νέων αυτών κατοίκων.

Οι πρόσφυγες μεταφέρουν, όσο μπορούν, χρήματα, τιμαλφή, τα οποία ξοδεύουν για την ασφαλή τους διαδρομή αυτών και μελών των οικογενειών τους μέχρι την εγκατάστασή τους, εάν το επιτύχουν, σε ασφαλείς περιοχές. Οι κερδίζοντες είναι πολλοί, συγκεκριμένων δράσεων και επαγγελμάτων, «καθώς πρέπει κύριοι», εκπρόσωποι οργανισμών.

Τα «μαύρα» ανενόχλητα και ταυτοχρόνως μετατρέπονται σε «λευκά».

Στην πορεία του χρόνου η πληθυσμιακή ανάμειξη αποτελεί γεγονός και μέσα από τα επαγγέλματα και μέσα από τους γάμους.

Στις ανοικτές κοινωνίες των κοσμοπολίτικων πόλεων, το στίγμα του πρόσφυγα δεν ισχύει τόσο, θα έλεγα μάλιστα πως γρήγορα εκμηδενίζεται. Στις κλειστές, όμως, μικρές κοινωνίες μικρών πόλεων και κοινοτήτων, οι ντόπιοι είναι οι ντόπιοι, είναι οι κυρίαρχοι. Αντιθέτως οι πρόσφυγες παραμένουν πρόσφυγες, ανεξαρτήτως από την εργασιακή, από την οικονομική τους προσφορά. Αυτό είναι προφανές και σε ότι αφορά την κοινωνία και σε ότι αφορά την Πολιτεία.

Πόσοι, για παράδειγμα, έγιναν υπουργοί, Πρωθυπουργοί, Προέδροι, από τους διωγμένους πληθυσμούς των Ελλήνων, από τους απογόνους τους, στην Ελληνική Δημοκρατία; Ποια η αναλογία;

Πόσοι έγιναν υπουργοί από το 1974 μέχρι σήμερα πρόσφυγες, παιδιά, εγγόνια προσφύγων, από τις κατεχόμενές μας περιοχές; Ποια η αναλογία;

Πόσοι έλαβαν αξιώματα σε ανώτερες θέσεις της Πολιτείας, με καταγωγή από τις κατεχόμενες περιοχές; Ποια η αναλογία;

Τα πάρα πάνω σε αντίθεση με τις διακρίσεις στον επαγγελματικό, στον επιστημονικό τομέα.

Αφού οι πάντες μιλούν και στηρίζουν τις αναλογίες, τι γίνεται με αυτής της ποιότητας της αναλογίες; Μήπως δεν υπάρχουν ικανοί και γνώστες, ενώ για όλους τους άλλους τομείς των φορολογιών, της ανάπτυξης υπάρχουν;

Μήπως ισχύουν και υποκειμενικού τύπου φοβίες πίσω από αυτές τις ισχνές έως μηδενικές αναλογίες;

Αυτά είναι σημαντικά θέματα που πρέπει να τίθενται, όχι γιατί εμείς οι πρόσφυγες κλαιγόμαστε. Αντιθέτως, σε ένα ανταγωνιστικότατο επαγγελματικό περιβάλλον, σε όλους τους τομείς, στο οποίο φυσιολογικώς, το τοπικιστικό στοιχείο υπερισχύει, αφού οι ντόπιοι γνωρίζουν ο ένας τον άλλο, ο γείτονας τον γείτονα, ο χωριανός τον χωριανό, με τις μεταξύ τους στηρίξεις, καλύψεις, συνεργασίες. Οι πρόσφυγες, αρχίζοντας από το υπό το μηδέν, σε ηλικίες που στις περιοχές τους δε θα χρειάζονταν να ιδρώσουν ούτε μία φανέλα, όπως λέγεται για τους επιτυχημένους ανθρώπους, μόνοι τους αγωνιζόμενοι, κυρίως με τη δύναμη της νόησης, διότι ανεξαρτήτως επαγγέλματος η νόηση κάνει τη διαφορά, επιτυγχάνουν ασύγκριτα αποτελέσματα. Ξεπερνούν κάθε λογικό προσδοκώμενο, στην οικονομία, στην επαγγελματική επιτυχία. Επανέρχονται, με κόπους, με μόχθους αλλά σε σύντομο χρονικό διάστημα στα δικά τους επίπεδα, με τα πατροπαράδοτα κριτήρια.

Οι πρόσφυγες θεμελιώνουν και οικοδομούν, στις νέες περιοχές εγκατάστασής τους, με τις δικές τους Πατρίδες κλεισμένες μέσα στο ροδοπρόσωπο αίμα της καρδιάς τους, ελπίζοντας για την ημέρα της επιστροφής και ζώντας γι` αυτή την ημέρα. Αυτή η ημέρα, όμως, δεν είναι, δυστυχώς, γραμμένη στη λογική αυτών που κάνουν τους πρόσφυγες και αυτών που έχουν ανάγκη την παντοιοτρόπως εκμετάλλευση των προσφύγων.

Για να γράφουμε πλέον, όχι μόνο να λέμε, κατά τη σοφή λαϊκή ρήση: Τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη!

Δρ. Ανδρέας Σοφόκλης
Ερευνητής, Μελετητής

Saturday, December 31, 2022

‘Πρόσφυγας’ ή ‘μετανάστης’ – Ποιος όρος είναι ο σωστός;

 

Με περισσότερους από 70 εκατομμύρια βίαια εκτοπισμένους σε όλο τον κόσμο και καθώς τα πλοία που διασχίζουν τη Μεσόγειο εξακολουθούν να βρίσκονται τακτικά στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, παρατηρούμε συχνά τους όρους ‘πρόσφυγας’ και ΄μετανάστης’ να χρησιμοποιούνται χωρίς καμία διαφοροποίηση τόσο από τα μέσα ενημέρωσης, όσο και στις δημόσιες συζητήσεις. Υπάρχει όμως τελικά διαφορά ανάμεσα σε αυτούς τους δύο όρους, και αν ναι, έχει σημασία;

Ναι, υπάρχει διαφορά και όντως έχει σημασία. Οι δύο όροι έχουν διακριτά και διαφορετικά νοήματα και συγχέοντάς τους δημιουργούνται προβλήματα και για τους δύο πληθυσμούς. Ας εξετάσουμε το γιατί:

Οι πρόσφυγες είναι άτομα τα οποία διαφεύγουν από ένοπλες συρράξεις ή διώξεις. Στα τέλη του 2018, υπήρχαν 25,9 εκατομμύρια πρόσφυγες παγκοσμίως. Η κατάσταση στην οποία βρίσκονται είναι συχνά τόσο επικίνδυνη και δύσκολη που αναγκάζονται να διασχίσουν εθνικά σύνορα για να αναζητήσουν ασφάλεια σε γειτονικές χώρες. Αναγνωρίζονται συνεπώς σε διεθνές επίπεδο ως ‘πρόσφυγες’ και έχουν πρόσβαση στην παροχή βοήθειας από τα κράτη, την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και άλλους οργανισμούς. Αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες ακριβώς επειδή είναι πολύ επικίνδυνο για αυτούς να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και χρειάζεται να αναζητήσουν καταφύγιο κάπου αλλού. Πρόκειται για ανθρώπους στους οποίους η άρνηση ασύλου έχει πιθανότατα θανάσιμες συνέπειες.

Οι πρόσφυγες καθορίζονται και προστατεύονται από το διεθνές δίκαιο. Η Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967, καθώς και άλλα νομικά κείμενα, όπως η Σύμβαση του 1969 του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας, παραμένουν οι ακρογωνιαίοι λίθοι για την προστασία των προσφύγων στη σύγχρονη εποχή. Οι νομικές αρχές που κατοχυρώνουν διαπερνούν πλέον αναρίθμητους άλλους διεθνείς, περιφερειακούς και εθνικούς νόμους και πρακτικές. Η Σύμβαση του 1951 καθορίζει το ποιος είναι πρόσφυγας και χαράσσει το πλαίσιο των βασικών δικαιωμάτων, τα οποία τα Κράτη πρέπει να εγγυόνται για τους πρόσφυγες. Μια από τις πιο θεμελιώδεις αρχές που καθορίζεται στο διεθνές δίκαιο, είναι ότι οι πρόσφυγες δεν πρέπει να επιστρέφονται ή να επαναπροωθούνται σε καταστάσεις όπου κινδυνεύει η ζωή ή η ελευθερία τους.

Η προστασία των προσφύγων έχει πολλές διαστάσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται η προστασία από το να επιστρέφονται οι πρόσφυγες στους κινδύνους από τους οποίους έχουν διαφύγει, η πρόσβαση σε δίκαιες και αποτελεσματικές διαδικασίες ασύλου, καθώς και μέτρα που να διασφαλίζουν ότι τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματά τους γίνονται σεβαστά. Ώστε να ζουν με ασφάλεια και αξιοπρέπεια μέχρι να βρεθεί μια πιο μακροπρόθεσμη λύση. Τα κράτη φέρουν την πρωταρχική ευθύνη για αυτήν την προστασία. Κατά συνέπεια, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες εργάζεται στενά με τις κυβερνήσεις, παρέχοντάς τους συμβουλευτική και υποστήριξη, όπου απαιτείται, ώστε να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους.

Οι μετανάστες επιλέγουν να μετακινηθούν, όχι εξαιτίας κάποιας άμεσης απειλής δίωξης ή θανάτου, αλλά υρίως για να βελτιώσουν τη ζωή τους αναζητώντας καλύτερες εργασιακές συνθήκες ή, σε κάποιες περιπτώσεις, για να ενωθούν με μέλη της οικογένειάς τους που βρίσκονται ήδη στο εξωτερικό, όπως επίσης για εκπαιδευτικούς ή άλλους λόγους. Σε αντίθεση με τους πρόσφυγες που δεν μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους με ασφάλεια, οι μετανάστες δεν αντιμετωπίζουν αντίστοιχο εμπόδιο στην επιστροφή τους. Εάν επιλέξουν να επιστρέψουν, θα συνεχίσουν να απολαμβάνουν την προστασία της κυβέρνησής τους.

Για την κάθε κυβέρνηση, αυτή η διάκριση είναι σημαντική. Οι χώρες αντιμετωπίζουν τους μετανάστες με βάση τους δικούς τους μεταναστευτικούς νόμους και διαδικασίες. Αντίστοιχα, τα κράτη αντιμετωπίζουν τους πρόσφυγες μέσα από κανόνες για το άσυλο και για την προστασία των προσφύγων, οι οποίοι καθορίζονται τόσο στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας όσο και του διεθνούς δικαίου. Οι χώρες έχουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις απέναντι στα άτομα που αναζητούν άσυλο στην επικράτεια ή στα σύνορά τους. Η ‘Υπατη Αρμοστεία βοηθά τις χώρες να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους ως προς την προστασία των προσφύγων και το άσυλο.

Η πολιτική έχει έναν τρόπο να παρεμβαίνει στο δημόσιο διάλογο για τέτοια θέματα. Η ταύτιση των προσφύγων με τους μετανάστες μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες στις ζωές και την ασφάλεια των προσφύγων. Η σύγχυση αυτών των δύο όρων αποσπά την προσοχή από την ειδική νομική προστασία που απαιτείται για τους πρόσφυγες. Είναι πιθανό να υπονομεύσει τη δημόσια στήριξη προς τους πρόσφυγες και τον θεσμό του ασύλου σε μια χρονική στιγμή που περισσότεροι πρόσφυγες από ποτέ χρειάζονται αυτή την προστασία. Πρέπει να αντιμετωπίζουμε όλους τους ανθρώπους με σεβασμό και αξιοπρέπεια. Πρέπει επίσης να διασφαλίζουμε ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα των μεταναστών γίνονται σεβαστά. Παράλληλα, είναι αναγκαίο να υπάρχει η απαραίτητη ανταπόκριση για τους πρόσφυγες σε νομικό επίπεδο, εξαιτίας αυτής της ιδιαίτερα δύσκολης κατάστασης που βιώνουν.

Μιλώντας για την Ευρώπη και τους ανθρώπους που φτάνουν τα τελευταία χρόνια δια μέσω θαλάσσης στην Ελλάδα, την Ιταλία και αλλού. Τι από τα δύο είναι; Πρόσφυγες ή μετανάστες;

Στην πραγματικότητα, μπορεί να είναι και τα δύο. Η πλειονότητα των ανθρώπων που φτάνουν στην Ιταλία και ιδιαίτερα στην Ελλάδα προέρχονται από χώρες που μαστίζονται από πολέμους ή που θεωρούνται ότι ‘παράγουν’ πρόσφυγες και οι οποίοι χρήζουν διεθνούς προστασίας. Παρ’ όλα αυτά, ένα μικρότερο ποσοστό ανάμεσά τους είναι από άλλες χώρες, και για πολλούς απο αυτούς τους ανθρώπους, ο όρος ‘μετανάστης’ θα ήταν σωστός.

Επομένως, στην Ύπατη Αρμοστεία μιλάμε για ‘πρόσφυγες και μετανάστες’ όταν αναφερόμαστε σε μετακινήσεις ανθρώπων δια θαλάσσης ή σε άλλες περιπτώσεις, στις οποίες πιστεύουμε ότι εμπλέκονται άνθρωποι και από τις δύο ομάδες. Οι μετακινήσεις με πλοιάρια στην Νοτιανατολική Ασία είναι ένα παράδειγμα μιας τέτοιας περίπτωσης. Αναφερόμαστε σε ‘πρόσφυγες’ όταν εννοούμε ανθρώπους που τρέπονται σε φυγή λόγω πολέμου ή διώξεων διασχίζοντας διεθνή σύνορα. Και χρησιμοποιούμε τον όρο ‘μετανάστες’ όταν εννοούμε ανθρώπους που μετακινούνται για λόγους οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στο νομικό ορισμό του πρόσφυγα. Ελπίζουμε ότι και άλλοι θα εξετάσουν το ενδεχόμενο να κάνουν το ίδιο. Γιατί η επιλογή των λέξεων, έχει όντως σημασία.

Πηγή: UNHCR, The Refugee Agency, By Adrian Edwards, Γενεύη 11 Ιουλίου 2016