Του Φοίβου Νικολαΐδη
Αφιερωμένο στους
νεκρούς κομάντος της Α’ Μοίρας καταδρομών κατά την εισβολή των Τούρκων
στην Κύπρο το 1974
Μια περιγραφή ορισμένων γεγονότων που έζησε από πρώτο χέρι στην και για την αγαπημένη μας Κύπρο, όπως ακριβώς συνέβησαν χωρίς την παραμικρή υπερβολή. Τελικά τα γεγονότα αυτά έμελλε να γίνουν μέρος απ’ τα πολύ λίγα εξαιρετικά και σημαντικά γεγονότα της ζωής του, όπως περιγράφει με εξαιρετικό λόγο ο φίλος γιατρός Ευάγγελος Κύρκος.
Νοιώθουμε δέος, όταν αναλογιζόμαστε την ηρωική θυσία τόσο νέων παλικαριών, κλαίμε για το ανεπούλωτο τραύμα της πατρίδας μας και λυγίζουμε μπροστά στο ανεξόφλητο χρέος που μας κληροδότησαν.
Η θυσία τους δεν πήγε χαμένη, γιατί οι επιζώντες πολεμιστές κράτησαν όρθια την τιμή της πατρίδας και πολέμησαν ηρωικά σώζοντας ένα μεγάλο κομμάτι της Λευκωσίας. Πάντα θα είναι στις καρδιές και στη σκέψη μας ως τηλαυγής φάρος, να μας φωτίζει για το υπέρτατο χρέος απέναντι στην πατρίδα.
Παρά την πίκρα της ήττας, τη ντροπή των προδοτών και της καταστροφής του 1974, είναι χρέος μας να θυμόμαστε συνεχώς την προδοσία της Χούντας, αλλά και τα εγκλήματα των εισβολέων, για να φωτίζουν καλύτερα τα μελλοντικά μας βήματα. Μέσα στις οιμωγές της τραγωδίας, τις πληγές, τη θλίψη και τους θρήνους, ο κυπριακός ουρανός δακρυσμένος και μελαγχολικός σε μια ατέρμονη σιωπηλή υπενθύμιση για την υπέρτερη θυσία τους, κραυγάζει για την άσβεστη μνήμη και τη φλόγα των αιώνων ελληνικής ταυτότητας και ιστορίας.
Το τραγικό μέχρι σήμερα είναι ότι, ενώ υπάρχουν
αποδείξεις για τα ιστορικά καταγεγραμμένα γεγονότα και συγκλονιστικές
μαρτυρίες, που αποτελούν την σφραγίδα
της μέγιστη προδοσίας, δεν λογοδότησε ποτέ κανείς και για τίποτα. Οι ευθύνες
παραμένουν αντικείμενο ιστορικής έρευνας, μελέτης και συζήτησης…
Τα γεγονότα όμως βοούν και οι πληγές των ανθρώπων ακόμη
να επουλωθούν… Μια συγκλονιστική προσωπική μαρτυρία για την «Επιχείρηση ΝΙΚΗ»
το 1974 καταγράφεται από τον γιατρό -νεαρό τότε κομάντο- Ευάγγελο Κύρκο, τον
οποίο Θεία τύχη αγαθή συνάντησα τον περασμένο Αύγουστο σε ένα ταξίδι στη Λέσβο.
Δεν είχε κλείσει τα 25 του ο Ευάγγελος το 1974, όταν, με τους άλλους συμπολεμιστές του, πέταξαν στην Κύπρο (άλλοι πέταξαν στα επουράνια) στα πλαίσια της επιχείρησης «ΝΙΚΗ». Άνθρωπος πράος με κριτική σκέψη και λόγο μεστό, γνήσιος πατριώτης που κουβαλά ακατάλυτες αρχές και αξίες του Ελληνισμού, θυμάται έντονα τα γεγονότα που χάραξαν ανεξίτηλα τη μνήμη του.
Νιώθει προδομένος πολεμιστής της μοιραίας εκείνης επιχείρησης και διπλά προδομένος για τη “σημαδεμένη αναμέτρηση” με τους Τούρκους στην Κύπρο, που παραβίασαν ανοιχτές θύρες, χάριν σε αργυρώνητους και εξωμότες της Ελληνικής παρακαταθήκης…
Φοίβος Νικολαΐδης
Ο ίδιος αφηγείται:
Με την ευκαιρία της ανακοίνωσης του… «ανοίγματος» του φακέλου της Κύπρου θα ήθελα να διηγηθώ μετά από 40 χρόνια (Χρειάστηκαν σαράντα χρόνια για να καταλαγιάσει ο θυμός, ο πόνος και η απογοήτευση) μια προσωπική ιστορία, μια εμπειρία, που ήθελα να την ξεχάσω, γιατί με πλήγωνε και με πληγώνει μέχρι και σήμερα και συνάμα με θυμώνει και λόγω του θυμού δεν είναι καθόλου εύκολο να φύγει από το μυαλό ένα τόσο σημαντικό γεγονός που μπορεί να συμβεί στη ζωή ενός ανθρώπου.
Μετά βέβαια από τόσα χρόνια οι πληγές επουλώθηκαν αρκετά, τα γεγονότα φαντάζουν πιο αχνά, η αγανάκτηση μειώθηκε και με κυρίευσε μια παρόρμηση, να μάθει ο κόσμος αυτό το γεγονός, μια που η πατρίδα μας, έκανε τα ‘’αδύνατα- δυνατά’’ να το διαγράψει απ’ τα κατάστιχα της Ελληνικής ιστορίας. Κρίμα.
Για πρώτη φορά έπειτα από 40 χρόνια μιλάω για τα τραγικά δραματικά εκείνα γεγονότα της Κύπρου τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974 στη μνήμη των 30 παληκαριών της Α’ Μοίρας Καταδρομών γιατί εμείς οι συμπολεμιστές τους είμαστε οι μόνοι που τους θυμόμαστε και βέβαια και οι μανάδες και οι πατεράδες τους, που χάσανε τα σπλάχνα τους.
Η πολιτεία και οι κρατούντες, οι τότε και οι σημερινοί
όχι μόνο τους έχουνε ξεχάσει αλλά θεωρήθηκε φιάσκο η όλη επιχείρηση και γι’ αυτό
έπρεπε να σβηστεί από τα κατάστιχα του στρατού λες και για την επιχείρηση αυτή
ήταν υπεύθυνα τα παιδιά που σκοτώθηκαν, ή τα παιδιά που τράβηξαν τόσα πολλά
κατά τη διάρκεια αυτού του προδομένου πολέμου. Kαι καλά εμείς που… ζήσαμε…
Στις μανάδες και στους πατεράδες αυτών που χάσανε τα σπλάχνα τους, τους γιούς
τους τι θα πούνε; Κρίμα.
Όπου και να κοιτάξω η Ελλάδα με πληγώνει…
Η επιχείρηση ΝΙΚΗ
Είναι 21η Ιουλίου 1974. Ώρα 15:30, ο διοικητής μας, ταγματάρχης Γεώργιος Παπαμελετίου, έλαβε προφορική εντολή από τον ταξίαρχο Γιάννακα της Διοίκησης Καταδρομών να αναδιατάξουμε τις δυνάμεις μας, να αναπροσαρμόσουμε τους φόρτους και τον οπλισμό μας, προκειμένου να αναλάβουμε αποστολή στην Κύπρο, για να υπερασπιστούμε την ανεξαρτησία και ελευθερία της.
Είχαμε πληροφορηθεί ότι η Τουρκία είχε κάνει στρατιωτική εισβολή, το πρωί της 20ής Ιουλίου. Στη Μοίρα υπηρετούσαν δύο γιατροί και εγώ τρείς. Εγώ στην Μοίρα ήμουνα μόνο 10 μέρες (οπλίτης Ιατρός). Ο υπίατρος έλειπε με άδεια στην Αθήνα και ένας άλλος πιο παλιός οπλίτης γιατρός ήταν στο Ηράκλειο, σ’ ένα κλιμάκιο της Μοίρας, που υπήρχε εκεί.
Ενώ ήμασταν προετοιμασμένοι πολεμικά για τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, (ο χώρος ανάπτυξης της Μοίρα μας σε καιρό πολέμου ήταν η Ρόδος) στις 3:30 το απόγευμα, με καλεί ο Διοικητής μας και μου λέει ότι αποστολή μας ήταν πλέον άλλο μέρος, στο οποίο θα μεταφερόμασταν με αεροσκάφη της Πολεμικής Αεροπορίας που είχαν ήδη απογειωθεί από τα αεροδρόμια της Ελευσίνας και του Βόλου και πετούσαν προς τη Σούδα . «Που θα πάμε κύριε Διοικητά»; Γιατρέ Κύρκο να μη σε νοιάζει. Ήταν η απάντηση του. Εμείς είχαμε φορτώσει ένα Reo με υγειονομικό υλικό, σύμφωνα με προηγούμενη διαταγή και ο Διοικητής μου δίνει νέα εντολή, μαζί με τους δύο νοσοκόμους, να πάρουμε ότι μπορούμε να σηκώσουμε γεμίζοντας τα μπέρκιν με υγειονομικό υλικό, σφαίρες, μια φόρμα και “κανένα” σώβρακο, (…επί λέξει).
Έξω στο προαύλιο βρίσκεται όλη η δύναμη της Μοίρας, που ήταν σε ετοιμότητα. Ο κάθε καταδρομέας καθισμένος κάτω στο δάπεδο έχει μπροστά στα πόδια του μια κούτα με σφαίρες και γεμίζει γεμιστήρες. “…Ανάστα ο κύριος”. Εκείνη τη στιγμή, αφού κατάλαβα ότι κάτι σοβαρό γίνεται, κάθομαι και γράφω ένα γράμμα προς τους γονείς μου και το ρίχνω στο γραμματοκιβώτιο. Πιστεύω ότι ακόμα… εκεί θα βρίσκεται.
Σιγά-σιγά η μέρα περνάει. Η απορία με την αγωνία είναι ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων μας. Αρχίζει να σουρουπώνει. Γίνεται η αναφορά της Μοίρας και συντεταγμένα πλέον και πειθαρχημένα, γύρω στις 19.30, επιβιβαστήκαμε στα επιταγμένα λεωφορεία του ΚΤΕΛ από τα Χανιά που είχαν φτάσει. Ο ενθουσιασμός των καταδρομέων ήταν μεγάλος, το ηθικό “ακμαιότατο”, όπως λένε και στο στρατό.
Όλοι μας τραγουδούσαμε τα τραγούδια της Κρήτης, αντάρτικα και κυρίως το επαναστατικό τραγούδι «Πότε θα κάμει ξαστεριά», με το βαρύνοντα συμβολισμό του. Περνούσαμε μέσα από την αγορά των Χανίων και ο κόσμος που ήταν ενημερωμένος χειροκροτούσε και μας έλεγε “στο καλό, παιδιά, και καλό βόλι!”. Αυτοί ξέρανε και εμείς δεν είχαμε ιδέα, που πηγαίναμε.
Φτάνοντας στο αεροδρόμιο της Σούδας γύρω στις 20.00-20.30, είδαμε ότι είχαν φτάσει τα περισσότερα αεροσκάφη και μέσα βρισκόταν μόνο ένα μέρος του πληρώματος. Οι χειριστές είχαν ήδη μεταβεί στο κέντρο επιχειρήσεων, για να ενημερωθούν από τον ταξίαρχο Στεφαδούρο για τις συνθήκες της αποστολής. Έξω απ’ τα αεροσκάφη αφού παρατάχτηκε η Μοίρα, μας ανακοινώνει ο Διοικητής: «Παλληκάρια πάμε για Κύπρο». Νεκρική σιγή. Ανατριχίλα. Φόβος. Θυμός. Ίσως στο …βάθος λίγο… υπερηφάνεια, ίσως ένα κενό. Χαμός από αισθήματα, που όταν τα αναλογίζεσαι μετά από τόσα χρόνια φέρνει στη μνήμη σου την τραγική εκείνη στιγμή.
Το πρώτο αεροσκάφος πρέπει να απογειώθηκε γύρω στις 21.00, με κατεύθυνση από το αεροδρόμιο προς στον κόλπο της Σούδας, ανατολικά των Λευκών Ορέων, και στη συνέχεια θα κατέβαινε σε πολύ χαμηλό ύψος πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η ενημέρωση που είχε γίνει από τον ταξίαρχο Στεφαδούρο, που ήταν απεσταλμένος από το Αρχηγείο της Αεροπορίας, προς τους αεροπόρους και το διοικητή της Μοίρας ήταν ότι θα υπήρχε πλήρης σιγή ασυρμάτου, φώτα πλεύσεως σβηστά, απόλυτο σκοτάδι και ότι μέσα στα αεροσκάφη δεν θα κινούνταν ούτε κουνούπι. Δεν θα άναβε κανένα φως, ούτε τσιγάρο ή αναπτήρας, τίποτε! Ήταν πραγματικά ηρωική αυτή η αποστολή, με την έννοια ότι έγινε από πιλότους που, στο σύνολό τους, δεν είχαν δει ποτέ την Κύπρο και τα αεροσκάφη πήγαιναν, για πρώτη φορά, μόνο με χάρτη και πυξίδα!
Την εποχή εκείνη, ένα τέτοιο εγχείρημα ήταν εντελώς δύσκολο, ήταν μια αποστολή θανάτου, και με το δεδομένο ότι τα αεροσκάφη ήταν παλιά και με πτητικά προβλήματα. Γι’ αυτό και από το διεθνή Τύπο και πολλούς στρατιωτικούς κύκλους, αλλά και από το δημοσιογράφο Αλί Μπιράντ της Τουρκίας, ονομάστηκε “αποστολή αυτοκτονίας”. Εάν οι Τούρκοι μέσα από τα ραντάρ έβλεπαν την αποστολή, αρκούσε ένα αεροσκάφος αναχαίτισης για να μας ρίξει όλους μέσα στη θάλασσα. Και ενώ ειπώθηκε ότι εμείς θα είχαμε συνοδεία μαχητικών αεροσκαφών, ώστε να γίνουν αναχαιτίσεις σε περίπτωση προσβολής από τουρκικά αεροσκάφη, εκ των υστέρων μάθαμε ότι τέτοια δυνατότητα δεν υπήρχε.
Γιατί πρώτον, εμείς
πετούσαμε στα 80-100 μέτρα, ίσως και χαμηλότερα, πάνω από τη θάλασσα, κάτι
απαγορευτικό για τα μαχητικά αεροσκάφη, που δεν έχουν τέτοια δυνατότητα, καθώς
υπάρχει κίνδυνος ατυχήματος. Και δεύτερον, τα Ελληνικά μαχητικά έπρεπε να
παραμείνουν στον αέρα πάνω από 5 ώρες, για να συνοδεύσουν το πήγαινε, αλλά και
την επιστροφή των Noratlas, και δεν υπήρχε δυνατότητα ανεφοδιασμού. Παράλληλα, πετώντας σε μεγαλύτερα
ύψη, θα γίνονταν αντιληπτά και από τα ραντάρ και η Τουρκική αεροπορία θα σήκωνε
αεροσκάφη. Έτσι θα υπήρχε εναέρια εμπλοκή, με ότι αυτό συνεπάγονταν.
Εγώ επιβιβάστηκα στο 6ο αεροπλάνο, με τον κωδικό “Νίκη 6”
με επικεφαλής τον αείμνηστο Υπολοχαγό κ. Μπένο. Πλήρης συσκότιση. Κάποια στιγμή
ανεβαίνουν οι πιλότοι. “Παιδιά φοράτε τα αλεξίπτωτα σας, έτσι;;”. Λέει ένας
πιλότος. “Ποια αλεξίπτωτα…;”. Δεν έχουμε αλεξίπτωτα. “Ωχ κατάλαβα”, λέει ο
πιλότος… Χάος.
Με την ψυχολογία αυτή, αρχίζει το αεροπλάνο μας να τροχοδρομεί και ξεκινάει η οδύσσεια που έμελλε να μας στιγματίσει για όλη μας την ζωή. Ο υπολοχαγός μας δίνει εντολή να ξεφορτωθούμε τα σακίδια, τις σφαίρες, τα όπλα μέχρι να φθάσουμε στην Κύπρο.
Στο ταξίδι χωρίς γυρισμό (…εγώ προσωπικά έτσι νόμιζα). Στο μυαλό μας υπήρχε ένα απόλυτο κενό σκέψης και συναισθημάτων σε τέτοιο βαθμό, που μπορεί και να με πήρε ο ύπνος ένα διάστημα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, παρ’ όλη τη φασαρία από τις μηχανές του αεροπλάνου. Πετούσαμε τόσο χαμηλά που φαινόταν πολύ έντονα κάποια πλοία που βρίσκονταν στο δρόμο μας, σχεδόν από πάνω τους. Πότε –πότε μου ερχόταν στο μυαλό η μορφή της μάνας και του πατέρα μου να παίρνουν ένα τηλεγράφημα που να λέει (Ο γιός σας έπεσε υπέρ πατρίδος τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι). Αυτές τις βαρύγδουπες κουβέντες, των πολιτικών που εκστομίζουν ενώ κάθονται στον καναπέ τους, στη σιγουριά του σπιτιού τους.
Μετά από ώρες… ποιος ξέρει πόσες (τελικά 4 ώρες ) είδαμε κάποια φώτα από τα φινιστρίνια του NORATLAS. Ο υπολοχαγός μας δίνει εντολή «φορτωθείτε τα πράγματα σας, φθάσαμε, είμαστε πάνω από την Κύπρο».
Εκείνη την στιγμή περίπου ακούω κάποιους περίεργους θορύβους κάτι σαν να πέφτει βροχή και χαλάζι πάνω σε λαμαρίνες. Άραγε τι γίνεται; Βρέχει στην Κύπρο; Ρίχνει χαλάζι; Βλέπω από το παράθυρο του αεροπλάνου και τι να δω!! Ο ουρανός είχε γεμίσει τροχιοδεικτικά. Διασταυρούμενα πυρά. Παράλληλα βλέπω τα φώτα του διαδρόμου του αεροδρομίου να αναβοσβήνουν. Άραγε τι κάνεις όταν είσαι σε μεταγωγικό αεροπλάνο και σε πολυβολούν από κάτω με αντιαεροπορικά;;; Τέτοιο ερώτημα στην εκπαίδευση μας δεν τέθηκε ποτέ. Η «βροχή» που άκουγα, ήταν οι σφαίρες από τα αντιαεροπορικά που τρυπούσαν την άτρακτο του αεροπλάνου μας.
Το μόνο που σου μένει είναι να κάνεις το σταυρό σου, και να περιμένεις. Ο πιλότος αγωνίζεται να προσγειώσει το σκάφος του. Η μία μηχανή βγαίνει off και παίρνει φωτιά. Όλοι προσπαθούμε να προφυλαχτούμε. Πώς; Εκείνη την στιγμή ο διπλανός μου, πρέπει να ήταν ο αείμνηστος Οικονομάκης, (δεν τους γνώριζα καλά γιατί ήμουν καινούριος στη Μοίρα) μέσα στις αναλαμπές από τις φωτιές έρχεται με ανοιχτά τα μάτια και πέφτει κατ’ απάνω μου. Νόμισα ότι το έκανε από φόβο, γι’ αυτό και τον έσπρωξα λέγοντάς τον “Μην φοβάσαι ρε βλάκα”. Έπεσε δίπλα μου ακίνητος. Απέναντι μου, ένα άλλο παιδί σφάδαζε από τους πόνους. Πρέπει να τον είχε πάρει το βλήμα στην κοιλιά.
Στη μέση της ατράκτου είχε ανοίξει μια μεγάλη τρύπα και έμπαινε ο αέρας
με δύναμη. Αμέσως σβήνει και η άλλη μηχανή. Το αεροπλάνο γίνεται ανεμόπτερο. Οι
πιλότοι προσπαθούν να το προσγειώσουν χωρίς μηχανές. Μας έσωσε (όπως φάνηκε
μετά) το ότι είχαμε αρκετό ύψος. Το αεροπλάνο βρομούσε κηροζίνη. Το πως δεν
πήρε φωτιά ένας Θεός ξέρει. Μετά από λίγο, αφού δεχόμαστε ένα δυνατό τράνταγμα
αισθανόμαστε το σκάφος να σέρνεται πάνω στα χόρτα στην άκρη του διαδρόμου, και
μετά από ένα ακαθόριστο διάστημα σταμάτησε.
Επειδή το σκάφος είχε γύρει στο αριστερό πλάι δεν χρειάστηκε σκάλα. Πηδήξαμε έξω απ’ το αεροπλάνο. Ο λεβέντης ο Σαμούρκας έπεσε σε μια από τις τρύπες ενός μέτρου που ανοίξανε τα αντιαεροπορικά στην άτρακτο, φορτωμένος με τα βλήματα του ΠΑΟ. (Όταν αργότερα λήξανε τα γεγονότα τον είχα στο ιατρείο κάθε μέρα με τη μέση του). Μόλις κατεβήκαμε ο υπολοχαγός μας φωνάζει: “Παιδιά ακροβολιστείτε να μην μας κτυπήσουν με όλμους” νομίζοντας ότι αυτοί που μας κτυπούσαν όταν ήμασταν στον αέρα ήταν οι Tούρκοι.
Ακροβολιστήκαμε όλοι οι κομάντος δεξιά και αριστερά του διαδρόμου προσγείωσης μέσα στα χόρτα και πήραμε θέσεις μάχης. Εγώ προσπαθούσα να περιποιηθώ τους τραυματίες μέσα στο σκοτάδι. Μερικοί ήταν ελαφρά τραυματισμένοι, άλλοι βαρύτερα, ο ένας πολύ βαριά, το υγειονομικό μου σακίδιο σχεδόν άδειασε και το χειρότερο, είχαμε και δύο νεκρούς. Οικονομάκης Κωνσταντίνος και Νομπελής Σπυρίδων. Τραυματίες εννέα 9.
Διασκορπισμένοι στα χόρτα βλέπαμε τα αεροπλάνα ένα- ένα να προσγειώνονται να αποβιβάζουν τους κομάντος και να απογειώνονται αμέσως μέσα σε καταιγιστικά πυρά. Όταν έφυγαν όλα τα αεροπλάνα επικρατούσε μια απόλυτη ησυχία. Τα αντιαεροπορικά σταμάτησαν. Εκείνη τη στιγμή έρχεται ένας αξιωματικός του Κυπριακού στρατού και μας λέει: «Παιδιά ηρεμίστε οι Τούρκοι είναι αρκετά μίλια μακριά από δω που βρισκόμαστε. Ανακουφισμένοι απ’ την πληροφορία αυτή ανάψαμε το πρώτο μας τσιγάρο στην Κύπρο. Μετά από αυτό, ήρθε ο Διοικητής μας σε επαφή με τη φρουρά του αεροδρομίου και με τον επικεφαλής συνταγματάρχη Παπαδόπουλο, που ήταν σε μια κατάσταση αλλοφροσύνης, δεν ήξερε τι του γινόταν τα είχε χαμένα.
Εκείνος μας είπε ότι γνώριζε ότι τα αεροπλάνα ήταν ελληνικά, αλλά δεν είχαν πάρει το σήμα οι υπόλοιπες δυνάμεις γύρω από το αεροδρόμιο, λόγω έλλειψης επικοινωνίας. (Η επικοινωνία των μονάδων γινόταν με δυο τρία μηχανάκια, που έτρεχαν από μονάδα σε μονάδα αντιαεροπορικών που βρίσκονταν διασκορπισμένα στις ταράτσες των πολυκατοικιών).
Η έλλειψη συντονισμού, λόγω του εγκληματικού πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου, είχε ως αποτέλεσμα να χτυπηθούν σχεδόν και τα 13 αεροσκάφη από ελληνοκυπριακά αντιαεροπορικά πυρά στον αέρα της Λευκωσίας, επειδή θεωρήθηκαν ότι τα αεροπλάνα ήταν τουρκικά! Βέβαια όλη την ημέρα οι διαταγές που παίρνανε οι πυροβολητές ήταν, να προσέξουν μην τυχόν ρίξουν οι Τούρκοι αλεξιπτωτιστές, επομένως όταν είδαν τα NORATLAS στο αέρα έπεσαν με τα μούτρα κατά πάνω τους.
Μας συμβούλεψε λοιπόν ο Κύπριος συνταγματάρχης να
κινηθούμε γρήγορα σε μια άκρη του αεροδρομίου, γιατί κατέφθαναν στρατιωτικά
οχήματα να μας παραλάβουν και να μας οδηγήσουν εκτός αεροδρομίου, καθώς η ώρα
πλησίαζε 05.30 και η τουρκική αεροπορία ξεκινούσε τους βομβαρδισμούς με το
ξημέρωμα. Στην συνέχεια ήρθαν και πήραν τους νεκρούς και τους τραυματίες και
τους μετέφεραν στο νοσοκομείο. Αργότερα μάθαμε ότι ένα άλλο αεροσκάφος είχε
πέσει, δεν το είχαμε δει και φλεγόταν στο λόφο της Μακεδονίτισσας, που απείχε 3
χιλιόμετρα.
Αυτόπτες μάρτυρες μας είπαν ότι είχε δεχτεί πυρά στις δεξαμενές
καυσίμων και φλεγόταν όταν ακόμα ήταν στον αέρα. Η αναγνώριση των νεκρών
παιδιών ήταν αδύνατη, γιατί οι περισσότεροι είχαν καεί. Και, για να μη γίνουν
βορά στα σκυλιά, δόθηκε εντολή να πάει ένα γκρέιντερ και να σκεπάσει τα
συντρίμμια σε έναν ομαδικό τάφο. Είναι οι σοροί των παλικαριών που πρόσφατα
φέρανε από την Κύπρο.
–ΜΕΡΟΣ Β-
ΠΡΟΔΟΣΊΑ
Μετά τα γεγονότα της άφιξης μας στο αεροδρόμιο είμαστε πια σε Κυπριακό έδαφος. Με στρατιωτικά οχήματα μας μεταφέρουν σε ένα χωράφι με μεγάλες λεμονιές, σε μια ιερατική σχολή, κοντά στη Λευκωσία. Αρχίζει να χαράζει. Οι καταδρομείς κατάκοποι είναι ξαπλωμένοι κάτω απ’ τα δένδρα, μερικοί κοιμούνται ,άλλοι συζητούν, άλλοι φροντίζουν τα όπλα τους, άλλοι κοιμούνται, άλλοι τρώνε κάτι ξεροκόμματα που μας φέρανε. Με το που βγαίνει ο ήλιος ακούμε τον βόμβο των αεριωθούμενων F104 και το κροτάλισμα των πολυβόλων τους που πετούσαν πάνω από την Λευκωσία πολυβολώντας αδιάκριτα, μέχρι και τις εγκαταστάσεις του νοσοκομείου, οι αθεόφοβοι.
Η αεράμυνα της Κύπρου ήταν μόνο τα αντιαεροπορικά, τα οποία ήταν αρκετά και κάνανε καλή δουλειά. Σχεδόν σε κάθε πολυκατοικία είχε και από ένα. Γι’ αυτό και είχαν οι Κύπριοι πολυβολητές αρκετές επιτυχίες καταρρίψεων. Απ’ ότι μάθαμε μετά, κατέρριψαν περίπου 24 αεροπλάνα, σ’ όλη την διάρκεια των συγκρούσεων.
Την πρώτη μέρα την περάσαμε στην Λευκωσία κάτω απ’ τις λεμονιές μην τολμώντας να ξεμυτίσουμε σαν μονάδα αφού οι Τούρκοι πετούσαν συνεχώς από πάνω μας. Εγώ ήμουνα με τους νοσοκόμους μου δίπλα σε ένα Land Rover επιταγμένο, μαζί με τον Κύπριο οδηγό, το οποίο είχε ασύρματο και επικοινωνούσε με όλες τις στρατιωτικές μονάδες του ΓΕΕΦ που βρίσκονταν στην Κύπρο. Όλη την μέρα την έβγαλα δίπλα στον ασύρματο ακούγοντας την εισβολή και τις ελάχιστες αψιμαχίες που γίνονταν σ’ όλη τη χώρα. Αχ, να είχα ένα μαγνητόφωνο (το 1974 δεν υπήρχαν ακόμη μαγνητόφωνα με κασέτα) θα κατέγραφα με ντοκουμέντα όλη την προδοσία του ζητήματος της Κύπρου.
Σκέφτηκα να καταγράψω στο χαρτί όλα εκείνα που άκουγα να συμβαίνουν, αλλά μετά είπα μέσα μου «θα ζήσω άραγε να τα δώσω σε κάποιον να τα διαβάσει;». Έτσι τα παράτησα. Κακώς!!! Έχουνε καταγραφεί όμως στο μυαλό μου τόσο έντονα που είναι, σαν να τα ακούω αυτή τη στιγμή μετά από σαράντα τόσα χρόνια και πιστεύω ότι θα είναι καταγραμμένα και για τα επόμενα χρόνια (...εκτός γεροντικής άνοιας).
Οι Τούρκοι στο μεταξύ συνέχιζαν να κατεβάζουν δυνάμεις με
σχεδόν καθόλου αντίσταση οι μονάδες που ήταν επιφορτισμένες για τη φύλαξη της
περιοχής ήταν στην Λευκωσία για τους πραξικοπηματίες. Το βράδυ δε προ της
εισβολής, ενώ ο όλος ο κόσμος βούιζε ότι επίκειται εισβολή των Τούρκων, ραδιόφωνα,
BBC,τηλεοράσεις, το ΓΕΕΦ καθησύχαζε τους διοικητές των μονάδων και τους
παρότρυνε να πάνε στα σπίτια ή στις μονάδες τους να κοιμηθούν ήσυχα και δεν πρόκειται να συμβεί τίποτα Έτσι
έμεινε η Κύπρος αφύλακτη και έγινε αυτό που έγινε. Προδοσία;
Το πρωί έγινε η εισβολή
Μια παρένθεση. Ο Πενταδάκτυλος είναι το βουνό της Κύπρου που είναι πάνω από την περιοχή όπου και γινόταν η εισβολή, εκεί υπήρχαν πάρα πολλές μονάδες του πυροβολικού των Κυπριακών δυνάμεων (Εθνική Φρουρά) με Έλληνες αξιωματικούς… Κατά την διάρκεια της εισβολής οι παρατηρητές των Κυπριακών δυνάμεων που βρίσκονταν στην παραλία που γινόταν η εισβολή, μέσω ασυρμάτου, φώναζαν, ωρύονταν στην κυριολεξία, «...πενταδάκτυλε (προφανώς απευθύνονταν στις μονάδες του πυροβολικού) βλέπω τούρκικο αποβατικό στις 1000 γιάρδες με συντεταγμένες τόσο βόρεια τόσο νότια, ρίξε τις οβίδες σου βούλιαξε το…». Τσιμουδιά από τον Πενταδάκτυλο. Ξανά «...μα γιατί δεν ρίχνεις πενταδάκτυλε; σου δίνω άλλες συντεταγμένες τόσο βόρεια τόσο νότια...το αποβατικό βρίσκεται στις 500 γιάρδες σου δίνω συντεταγμένες για δεύτερο αποβατικό τόσο βόρεια, τόσο νότια…». Αυτό γινόταν ώρες.
Τελικά δεν ρίχτηκε ούτε μια οβίδα όλη την ημέρα. (Το βεληνεκές των πυροβόλων μπορεί να έφθανε μέχρι και τα Τούρκικα παράλια). Αν οι πυροβολητές παίρνανε εντολή να ρίξουν θα τους είχαν διαλύσει, θα τους είχαν ρίξει στον πάτο της θάλασσας. Μου έκανε τόσο εντύπωση που δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νους μου. Και από εκεί και πέρα μου μπήκαν ψύλλοι στα αυτιά… Εδώ κάτι δεν πάει καλά… Εδώ κάτι γίνεται.
Αχ να είχα ένα μαγνητόφωνο ρε “γαμώτο”
Ενώ θα μπορούσαν να τους διαλύσουν, γιατί δεν συμμετείχαν στη διαδικασία; Προδοσία; Όταν σαν παιδιά είμασταν γαλουχημένοι με τα ιδεώδη της εποχής εκείνης, πατρίδα, σημαία, ιστορία, αρχαία Ελλάδα, 1821, αυτά που συμβαίνουν είναι αδιανόητα. Είναι τρέλα. Έχεις την αίσθηση του προδομένου, αυτού που ενώ εσύ κινδυνεύεις να σκοτωθείς ανά πάσα στιγμή αγωνιζόμενος, κάποιοι κάνουν τα πολιτικά τους παιχνίδια προδίδοντας τον δικό σου αγώνα, τον αγώνα του απλού κόσμου, του απλού Πατριώτη που νομίζει ότι πρέπει να υπερασπιστεί την οικογένεια του, την Πατρίδα του, την σημαία «εν ονόματι των εθνικών ιδεωδών» κ.τ.λ.
Αχ να είχα ένα μαγνητόφωνο… Θα ήταν ένα φοβερό ντοκουμέντο. Βέβαια δεν ήταν το μοναδικό ντοκουμέντο προδοσίας. Έτσι σιγά σιγά, με τα αεροπλάνα των Τούρκων να πετάνε όλη την ημέρα βομβαρδίζοντας και πολυβολώντας περνούνε οι ώρες κάτω από τα δέντρα λουφάζοντας για να μην μας πάρουν “χαμπάρι” οι αεροπόροι Τούρκοι. Έγινε απόγευμα. Έγινε εκεχειρία.
Έρχονται κάτι πουλμανάκια πολιτικά των είκοσι ατόμων και
μας μεταφέρουν στο αεροδρόμιο της
Λευκωσίας που ήταν κοντά. Το αεροδρόμιο είναι έρημο. Οι μόνοι που κυκλοφορούν
μέσα στις αίθουσες του αεροδρομίου είναι κάτι κατσαπλιάδες της προσωπικής
φρουράς του Μακαρίου (Εφεδρικό για τους γνωρίζοντες), με μπλε μπερέδες και
πολιτικά, οι οποίοι κάνουν πλιάτσικο στις βιτρίνες των duty free (αφορολόγητα) με τα χρυσαφικά, τα είδη δώρων και τις βαλίτσες που ο κόσμος
δεν πήρε μαζί του εγκαταλείποντας το αεροδρόμιο. Ένας από αυτούς είχε ένα
τσεκούρι και διέλυε τις βιτρίνες με τα αφορολόγητα του αεροδρομίου, τις
κουζίνες, τα ψυγεία, τα γραφεία τα πάντα. Τον ρωτάω: «Γιατί ρε φίλε τα χαλάς
όλα;». «Όταν καταλάβουν το αεροδρόμιο οι Τούρκοι να μην βρουν τίποτε, μου λέει…».
Όταν είδαν οι δικοί μας καταδρομείς το “γιάγμα” που γινότανε, πέσανε σαν ακρίδες… που λέτε… στις κούτες με τα τσιγάρα Rothmas, Marlboro, Pall Mall… Χαμός (Θυμάστε τι γινόταν τότε με τα Αμερικάνικα τσιγάρα).
Όταν μαζεύτηκε λοιπόν όλη η Μοίρα, ένας, ένας οι λόχοι με όλο των εξοπλισμό τους ακροβολίστηκαν στην ταράτσα του αεροδρομίου, στον Πύργο Ελέγχου και εγώ με τον νοσοκόμο έφτιαξα ένα υποτυπώδες ιατρείο για τυχόν τραυματίες στο ισόγειο του αεροδρομίου. Σε μια στιγμή και ενώ γινόταν… πανηγύρι με τα αφορολόγητα τσιγάρα άρχισαν να ακούγονται πυροβολισμοί από βαρέα όπλα. «Τι γίνεται κύριε Διοικητά;».
Δεχόμαστε επίθεση από την ΤΟΥΡΔΥΚ (κάτι αντίστοιχο με την ΕΛΔΥΚ) με τανκς και πυροβολικό. Οι τούρκικες δυνάμεις ξεκίνησαν να καταλάβουν το αεροδρόμιο νομίζοντας ότι είναι αφύλακτο. Έτσι είχαν ενημερωθεί από τους Οηέδες. Ευτυχώς οι λόχοι της Μοίρας μας είχαν προλάβει να πάρουν θέσεις, με αποτέλεσμα να τους έχουμε από κάτω σε αρκετή απόσταση. Τα πολυβόλα, κροτάλιζαν οι οβίδες έπεφταν αρκετά μακριά στην αρχή από εκεί που ήμασταν εμείς. Όσο πλησίαζαν όμως τόσο είχαν καλύτερες επιτυχίες.
Ο Διοικητής μας (Παπαμελετίου Γεώργιος ) δίνει εντολή «Παλληκάρια δεν πρέπει να ριχθεί ούτε μια βολή αν δεν έχουμε σίγουρο στόχο». Εγώ έστησα ένα υποτυπώδες ιατρείο στο αεροδρόμιο. Τραυματίζεται ένας κομάντος στον αγκώνα από πολυβόλο 50ρι με ένα τραύμα αρκετά σοβαρό με αρκετή αιμορραγία και διατομές τενόντων. Πρώτες βοήθειες, αιμόσταση, ακινητοποίηση και παρακολούθηση. Όταν οι Τούρκοι πλησίασαν ακόμα πιο κοντά τότε αρχίζει το πανηγύρι.
Τα δικά μας ΠΑΟ 90 ολοκαίνουργα στη μοίρα, τα πολυβόλα και τα αυτόματα κάνουν θραύση. Τα τούρκικα τανκς σηκώνονταν στον αέρα, οι Τούρκοι οπλίτες που ακολουθούν τα τεθωρακισμένα αρχίζουν να οπισθοχωρούν πανικόβλητοι. Πέσανε πολλά κορμιά. Μακελειό. Δεν ξέραν από τους ερχότανε. Σφαγή. Η μάχη διάρκεσε δύο ώρες περίπου. Όταν είδαν οι Οηέδες ότι δεν μπορεί να καταληφθεί το αεροδρόμιο από τους Τούρκους, ήρθαν με κάτι τζιπ με σημαίες του ΟΗΕ και ζητήσανε κατάπαυση του πυρός. Πράγμα το οποίο και έγινε.
Αρχίσανε οι διαπραγματεύσεις. Αυτό που ζητούσαν ήταν να πάρει τη Μοίρα ο διοικητής μας και να φύγει. Αλλά εκείνος ήθελε να παραλάβει επίσημα το αεροδρόμιο ο ΟΗΕ, για να είναι σίγουρος ότι δεν θα περνούσε το αεροδρόμιο χωρίς μάχη στα χέρια των Τούρκων. Μας ζήτησαν οι άνδρες του ΟΗΕ λοιπόν να φύγουμε. Πρώτη άρνηση του διοικητού μας στον επικεφαλής του ΟΗΕ.
Στη συνέχεια τον παίρνουν από το επιτελείο στρατού( ΓΕΣ ) της Ελλάδος και του δίνουν πάλι εντολή να πάρει τη Μοίρα και να φύγει. Δεύτερη άρνηση του διοικητού. …Προδοσία. Η άρνηση ήτανε “δεν φεύγω αν δεν παραδώσω το αεροδρόμιο κανονικά στον ΟΗΕ”. Παίρνουν τηλέφωνο από το ΓΕΕΦ της Κύπρου να πάρει την μονάδα και να φύγει. Άρνηση. Βάζουνε τον διοικητή των καταδρομών της Κύπρου, τον Κοντόκη, που ήτανε και φίλοι με τον Παπαμελετίου, να πάρει τηλέφωνο, τον διοικητή μας, για να τον πείσει να φύγει. Άρνηση… Προδοσία;… Παίρνει στη συνέχεια τηλέφωνο ο Έλληνας πρέσβης στην Κύπρο, να φύγουμε. Άρνηση πάλι του διοικητού.
Όταν είδαν λοιπόν και απόειδαν ότι δεν γίνεται τίποτα και η Μοίρα δεν φεύγει αν δεν παραδοθεί το αεροδρόμιο στον ΟΗΕ υποχρεωθήκανε οι Οηέδες φυσικά, τις πρώτες βραδινές ώρες , να παραλάβουν το αεροδρόμιο και μάλιστα ο διοικητής μας τους είπε “βάλε μου τον επικεφαλής, βάλε μου ένα τζιπ μπροστά, ένα τζιπ στο τέλος κι αν θέλεις τώρα παράδωσέ το, στους Τούρκους το αεροδρόμιο”. Οι απώλειες των Τούρκων ήτανε πολλές, γιατί από την ταράτσα του αεροδρομίου όπως είπα προηγουμένως που έβλεπα τα ασθενοφόρα, μαζεύανε πάρα πολλούς νεκρούς και τραυματίες μετά τη μάχη. Εμείς είχαμε μόνο τον τραυματία. Έτσι τελείωσε η Μάχη του Αεροδρομίου το οποίο ακόμη και σήμερα παραμένει κλειστό υπό τον ΟΗΕ. Το αεροδρόμιο παραδόθηκε στο προσωπικό του ΟΗΕ, όταν απωθήθηκαν οι Τούρκοι, διαφορετικά κανείς δεν ξέρει πια θα ήταν η τύχη ολόκληρης της Λευκωσίας αν έπεφτε το αεροδρόμιο στα χέρια τους.
Έτσι τελειώνει και ο ΑΤΤΙΛΑΣ 1. Αφού οι Τούρκοι έφτιαξαν
ένα προγεφύρωμα κοντά στην Κυρήνεια για να το χρησιμοποιήσουν στον Αττίλα 2.ΑΤΤΊΛΑΣ 2
Αφού εγκαταστάθηκαν στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας οι Οηέδες και έγινε εκεχειρία, τότε οι Τούρκοι μαζέψανε τους νεκρούς τους και τις πρώτες βραδινές ώρες όλη η Μοίρα επέστρεψε στο χώρο κάτω από τις λεμονιές και εκεί περάσαμε το βράδυ.
Η επόμενη μέρα ήταν μια ήρεμη καλοκαιρινή μέρα χωρίς να βομβαρδίζουν αεροπλάνα χωρίς βόμβες ναπάλμ, χωρίς τανκς, αφού έγινε εκεχειρία. Ήταν τόσο ήσυχα τα πράγματα που λες και δεν είχε γίνει τίποτα. Η Μοίρα πήρε εντολή να εγκατασταθεί σε ένα στρατόπεδο φτιαγμένο με πρόχειρες κατασκευές τολ, που όπως μας είπαν ήταν στρατόπεδο του «εφεδρικού» (Το εφεδρικό ήταν ο προσωπικός στρατός του Μακαρίου).
Το θέαμα που αντίκρισα μόλις μπήκαμε μέσα με το Διοικητή και τον υποδιοικητή ήταν
τραγικό. Οι λαμαρίνες του tol, τα στρώματα, τα πατώματα, τα κρεβάτια
όλα ήταν μες το αίμα. «Τι έγινε εδώ
κύριε Διοικητά;». Ρωτάω τον Διοικητή μας. «Εδώ πρέπει να έγινε χαμός στο
πραξικόπημα του Σαμψών», μου απαντάει. Και από ότι μάθαμε αργότερα έγιναν
φοβερές μάχες μέσα στη Λευκωσία και στο προεδρικό μέγαρο με νεκρούς και πολλούς
τραυματίες… μεταξύ των Ελλήνων βέβαια.
(Σκέψεις: Μήπως το πραξικόπημα στην Κύπρο έγινε για να δοθεί η αφορμή και να ακολουθήσει η εισβολή των Τούρκων; Μήπως κάποιοι επικυρίαρχοι φρόντισαν να συμβούν κάποια γεγονότα ώστε να ακολουθήσουν… κάποια άλλα; Και ακόμη πιο πολύ, μήπως το πραξικόπημα στην Ελλάδα έγινε για να γίνει το πραξικόπημα στην Κύπρο και να τελειώσει με την εκδίωξη του Μακαρίου και την εισβολή και κατάληψη της μισής Κύπρου; Αμφιβάλει κανείς το αν ήταν προδοσία η όχι;
Το πρωί στην αναφορά της Μοίρας νιώσαμε τι σημαίνει,
πρωινή αναφορά μονάδας, που για όσους υπηρέτησαν, στην ουσία, είναι μια βαρετή
διαδικασία. …Λαμβάνω την τιμή να αναφέρω: Οπλίτες παρόντες 270. Απόντες 30
Πρινιανάκης Στυλιανός… έπεσε υπέρ πατρίδος.
Νάκος Κωνσταντίνος… έπεσε υπέρ πατρίδος.
Τι έγινε ρε παιδιά; (Δεν ξέραμε ότι είχε πέσει το αεροπλάνο αύτανδρο από το οποίο σώθηκε μόνο ένας). Γενική κατήφεια… στενοχώρια και… κλάματα… ναι κλάματα… χθες ήμασταν όλοι μαζί… πώς έγινε; Έτσι μάθαμε για το αεροπλάνο που έπεσε. Τραγικές στιγμές. Κρίμα.
Μετά το σοκ
και τη στενοχώρια, αφού περάσανε μερικές μέρες
η “πληγωμένη” Μοίρα μας άρχισε να μπαίνει σε κανονικό ρυθμό. Στα τολς
μείναμε μέχρι τις αρχές Αυγούστου, αν θυμάμαι καλά.
Τις παραμονές του ΑΤΤΙΛΑ 2 εγκατασταθήκαμε στο Σταυροβούνι, λίγο έξω από τον Κόρνο, ένα χωριό στον δρόμο μεταξύ Λευκωσίας και Λεμεσού. Εκεί κάναμε ορύγματα κατόπιν εντολής του Διοικητή μας σε δεύτερη γραμμή άμυνας παρακούοντας ξανά την εντολή του ΓΕΕΦ, (αφού ο Διοικητής μας ήταν σίγουρος ότι όλα είχαν προκαθοριστεί και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μην έχει άλλους νεκρούς) γιατί η Ανώτατη διοίκηση της Κύπρου μας ήθελε στην πρώτη γραμμή, επειδή, στην ουσία ο Κυπριακός στρατός είχε διαλυθεί και οι οπλίτες φρόντιζαν τις οικογένειές τους μεταφέροντας τες προς την Λεμεσό και την Λάρνακα. (Πρώτη φορά είδα τόσες πολλές Mercedes και Jaguar).
Η Κερύνεια άδειασε, η Αμμόχωστος άδειασε, η Λευκωσία έμεινε νεκρή πόλη. Και μετά από τόσα χρόνια έχω την γνώμη, ίσως και την πεποίθηση ότι τουλάχιστον αν ο κόσμος δεν έφευγε από την Αμμόχωστο τα πράγματα θα ήταν σήμερα διαφορετικά.
ΑΤΤΙΛΑΣ 2
14 Αυγούστου 1974, αρχίζει ο ΑΤΤΙΛΑΣ 2. Το κύριο σώμα της
Μοίρας βρίσκεται έξω από τον Κόρνο, όπως είπαμε προηγουμένως, σε οργανωμένες
θέσεις μέσα στα ορύγματα. Μόνο τις βραδινές ώρες βγαίναμε για φαγητό, επειδή τα
τούρκικα αεροπλάνα πετούσαν όλη την ημέρα είτε πολυβολώντας, είτε
βομβαρδίζοντας. Μέχρι και το νοσοκομείο της Λευκωσίας βομβάρδισαν, οι
αθεόφοβοι.
Βέβαια είχαμε και το Μπαϊράκ, τον τούρκικο ραδιοσταθμό, που όλη μέρα μας βομβάρδιζε με προπαγανδιστικά μηνύματα. “Μην αντιστέκεστε Έλληνες”... Ο τουρκικός στρατός είναι ειρηνικός στρατός”… κ.τ.λ. Ενώ το ΡΙΚ με πατριωτικά μηνύματα και το κλασικό «Αι ημέτεραι δυνάμεις αναδιπλούνται ομαλώς»…
Εδώ η βοήθεια της Μοίρας μας ήταν πάλι καθοριστική, (… ο Διοικητής μας, δέχτηκε να στείλει μόνο συστοιχίες με ΠΑΟ 90 χιλ/στών) γιατί οι Τούρκοι θα καταλάμβαναν και την Λευκωσία με τεθωρακισμένα αφού δεν την υπερασπιζόταν κανένας. Ο κυπριακός στρατός (Εθνική Φρουρά) είχε διαλυθεί. Σχεδόν όλοι οι οπλίτες αυτομόλησαν πήραν τις οικογένειες τους και πήγαν στην Λεμεσό, Λάρνακα και αλλού. Οι μόνοι που αγωνίζονταν ήταν οι Μοίρες καταδρομών της Κύπρου στα βουνά και εμείς στην Λευκωσία. Δύο στοιχεία ΠΑΟ εγκαταστάθηκαν σε ένα λόφο, στην περιοχή Κολοκασίδη, στο δρόμο Κερύνειας- Λευκωσίας.
Όταν ξεκίνησε η Διμοιρία από την Μοίρα όλα τα παιδιά, ήταν αμίλητα και κατσουφιασμένα. Πήγαιναν στην πρώτη γραμμή για έναν προδομένο αγώνα, να εκτελέσουν χρέη πεζικού, ενώ ήταν εκπαιδευμένοι για άλλου είδος αγώνα. Ένα παιδί μόνο, Φωτιάδης ονόματι από Θεσσαλονίκη, ήταν χαμογελαστός και χαριεντίζονταν με τους άλλους λες και δεν συνέβαινε τίποτα. Και θυμάμαι ότι τότε έκανα την σκέψη: ή χαζός είναι, η έχει την στόφα αυτό που λέμε ήρωας.
Εκεί λοιπόν που εγκαταστάθηκαν τα στοιχεία των ΠΑΟ εμφανίζονται τρία τανκς τούρκικα με στρατιώτες πίσω τους που ακολουθούν πορεία στον κεντρικό δρόμο για να καταλάβουν την Λευκωσία (αν και έχω την γνώμη ότι δεν ήθελαν να καταλάβουν την Λευκωσία). Λίγο έξω από την πόλη ο πυροβολητής σημαδεύει το τανκ και ρίχνει την πρώτη του βολή χωρίς να βρει στόχο, ξαναγεμίζει και βλέπει το τανκ να σηκώνεται στον αέρα. Οι τούρκοι στρατιώτες γυρνούν πίσω και κρύβονται πίσω από το δεύτερο. Αλλάζει θέση το στοιχείο του ΠΑΟ και ξαναγεμίζει, τρίτη βολή και το τανκ ακινητοποιείται και παίρνει φωτιά, το τρίτο που ακολουθούσε αλλάζει πορεία και γυρίζει πίσω. Αυτό το επεισόδιο, κατά την γνώμη μου ήταν η αιτία να σωθεί η Λευκωσία γιατί δεν υπήρχε ούτε ένας στρατιώτης Κύπριος να την υπερασπιστεί.
Στους δρόμους υπήρχε νέκρα. Τελικά οι τουρκικές δυνάμεις κατέλαβαν χωρίς αντίσταση μέχρι και την πόλη της Αμμοχώστου και απέκοψαν ολόκληρη τη χερσόνησο της Καρπασίας. Η κυπριακή Εθνοφρουρά, κάτω από την πίεση των πολύ ισχυρότερων τουρκικών δυνάμεων και τον ανελέητο αεροπορικό βομβαρδισμό, αναγκάστηκε να υποχωρήσει κάτω από την «πράσινη γραμμή» Λευκωσίας και νότια των οδών Λευκωσίας-Αμμοχώστου και Λευκωσίας-Μόρφου. των οποίων η έκταση αντιστοιχούσε στο 37% του κυπριακού εδάφους.
Αυτοί που πολέμησαν ηρωικά με απώλειες ήταν οι Μοίρες καταδρομών της Κύπρου. Κατά την προέλασή τους, οι Τούρκοι στρατιώτες προέβησαν σε ανατριχιαστικές ωμότητες και πράξεις βίας. Χιλιάδες Κύπριοι εκδιώχτηκαν από τα σπίτια τους κι ένα κύμα 200.000 προσφύγων κινήθηκε από τις καταληφθείσες περιοχές στον ελεύθερο νότο. Την αντίθετη πορεία ακολούθησαν 51.000 Τουρκοκύπριοι.
Η Κύπρος είχε διχοτομηθεί με δύο εθνοτικά συμπαγείς
πληθυσμούς, μια κατάσταση που διαρκεί μέχρι τις μέρες μας. Έτσι τελειώνει μια
ιστορία που έμελλε να μας στιγματίσει για όλη μας τη ζωή κυρίως στους τομείς
πατρίδα, έθνος, πόλεμος, πολιτική, κυβερνήσεις, πολιτικοί. Και μετά σου λένε
για φάκελο της Κύπρου. Σα δε ντρέπονται.
Επίλογος
Όταν τελείωσαν τα γεγονότα της Κύπρου (ΑΤΤΙΛΑΣ 1 και ΑΤΤΙΛΑΣ 2) σε όλους τους καταδρομείς της Α’ Μοίρας Καταδρομών και στους συγγενείς των νεκρών, μετά από εντολή του αρχηγείου, δόθηκε στον καθένα μας από ένα πολυγραφημένο χαρτί (δεν υπήρχαν εκτυπωτές τότε) που έγραφε ότι: «Ο ανωτέρω συμμετείχε στην πρώτη αερο-απόβαση της Ελλάδος μοναδικό γεγονός στα Ελληνικά και παγκόσμια χρονικά και προτείνεται για τον μετάλλιο εξαιρέτου πράξεως, τον σταυρό του… τάδε... το μετάλλιο δείνα κλπ. κλπ. κ.τ.λ.
Όταν όμως άλλαξε η κυβέρνηση (μεταπολίτευση) δόθηκε
εντολή πάλι από το αρχηγείο να μας πάρουν τα χαρτιά αυτά πίσω γιατί η όλη
επιχείρηση θεωρήθηκε “φιάσκο” και αν μας παίρνανε είδηση οι ξένοι, θα
γινόμασταν ρεζίλι. Το μόνο που δεν είπαν είναι... ότι για το φιάσκο αυτό ήταν
υπεύθυνα τα 30 εικοσάχρονα παιδιά που σκοτώθηκαν υποτίθεται για την τιμή της
Πατρίδος… Οι αλ..τες. Βέβαια τα παράσημα και τα μετάλλια δεν δόθηκαν ποτέ… Όπου
και να κοιτάξω η Ελλάδα με πληγώνει…
Παραλειπόμενα
Οι αφανείς
Αυτοί που δεν ήλθαν στο προσκήνιο αλλά τράβηξαν όλη την
αγωνία, τον φόβο και γιατί όχι την απόγνωση γι’ αυτά τα παιδιά που σκοτώθηκαν
και για τα άλλα τα παιδιά που τα είχαν χαμένα για μήνες. Αναφέρομαι στις
μανάδες, στους πατεράδες, στις αδελφές και στις γυναίκες που καρτερούσαν τα
δικά τους πρόσωπα. Φαντάζεται κανείς τι σημαίνει για ένα γονιό, να έχει το
παιδί του, χαμένο για ένα μήνα σε μια περίοδο πολέμου, ανώμαλη, χωρίς το
παραμικρό σημείο ζωής;
Με την ευκαιρία θα σας πω κάτι που συνέβη στην δικιά μου
οικογένεια. Tι και πόσο υποφέρανε, λόγω του “μπάχαλου” που επικρατούσε στις τότε ένοπλες
δυνάμεις και γενικά στις διάφορες κρατικές υπηρεσίες. Αφού λοιπόν με είχανε χαμένο ένα μήνα σχεδόν,
πήγε ο γαμπρός μου με την αδελφή μου στο Γ΄ Σώμα στρατού στην Θεσσαλονίκη να
ρωτήσουν τι έγινε μ’ αυτόν, που δεν έχουνε κανένα σημείο ζωής.
«Που υπηρετούσε»; Τον ρωτάει ο αξιωματικός. «Στην Κρήτη, στην Α’ Μοίρα Καταδρομών. Απάντηση. «Ωχ… τι τον έχετε»; «Αδελφός»… «Τι να σας πω… η μονάδα τους πήγε με 10 αεροπλάνα στην Κύπρο, από τα οποία πέσανε τα 8 και σώθηκαν τα δύο, αν ήταν τυχερός και ήταν σ’ αυτά που σώθηκαν».
Καταλαβαίνει κανείς τι πληροφόρηση υπήρχε και τι οργάνωση. Η αδελφή μου έκλεγε για μέρες, χωρίς να πει βέβαια τίποτε στους γονείς μου. Μέχρι που έστειλε η Μοίρα ένα τηλεγράφημα από την Λευκωσία στο σπίτι του καθενός μας με την στερεότυπη πρόταση για όλους: «Είμαι καλά».
Μια μέρα κατά τις 10 η ώρα το πρωί, η Μάνα μου, η συγχωρεμένη, ενώ άπλωνε τα ρούχα στην αυλή βλέπει τον ταχυδρόμο. Καλώς τον Χρήστο. Τι έχουμε; Ένα τηλεγράφημα. Το παίρνει η Μάνα μου και διαβάζει: «Είμαι καλά». Από πού είναι κυρ Χρήστο; Ρωτάει. «Είναι από τον γιό σας λέει ο ταχυδρόμος και έρχεται από την Nikozia». Η Μάνα μου με το άκουσμα του μαντάτου αρχίζει να σταυροκοπιέται. Σε φχαριστώ Παναγίτσα μου, σε φχαριστώ Χριστέ μου, το παιδάκι μου ΖΕΙ κ.τ.λ. κ.τ.λ.
Αφού συνήλθε κάπως, ρωτάει: «Και που είναι αυτή η Nikozia»; «Νικόζια είναι η Λευκωσία από την Κύπρο», λέει ο ταχυδρόμος. Δηλαδή είναι στην Κύπρο; Ναι. …Πάρτην κάτω. Μετά από πολλά συνήλθε… Φαντάζεται κανείς τι τραβήξανε οι άνθρωποι. Αυτά όλα μου τα λέει ο ταχυδρόμος όταν γύρισα.
Μετά από ένα μεγάλο διάστημα ίσως να ήταν και μήνας μας δώσανε την ευκαιρία να επικοινωνήσουμε τηλεφωνικά με τα σπίτια μας. Στο προαύλιο της Μοίρας υπήρχε μια μεγάλη κλούβα διαβιβαστών που επικοινωνούσε με το ράδιο Αθήνα. Μέσω Αθηνών λοιπόν μας συνέδεαν με τα τηλέφωνα των σπιτιών μας. Όταν ήλθε η σειρά μου και πήρα τηλέφωνο το σηκώνει ο Πατέρας μου. «Γεια σου μπαμπά τι κάνετε»; «Εσύ είσαι Βαγγέλη; Τι γίνεται ρε παιδί, είσαι καλά, πως τα περνάτε εκεί;». «Τώρα είναι καλά μπαμπά, σταμάτησε ο πόλεμος και έχουμε ησυχία». «Ωραία… να πάρε και την Μάνα σου». «Εσύ είσαι Βαγγέλη…;». Σιγή… το ξαναπαίρνει το τηλέφωνο ο πατέρας μου. «Τι έγινε ρε μπαμπά;». Ταυλαρώθηκε η Μάνα…μου λέει. Μεγάλος πόνος… μεγάλος πόνος. Αυτοί ήταν οι πραγματικοί ήρωες, μ’ αυτά που τραβήξανε.
Θα σας πω και ένα αστείο γεγονός .Όταν τελείωσαν τα γεγονότα μετά τον ΑΤΤΙΛΑ 2 εγκατασταθήκαμε στα κτήρια από κάτι παλιές κατασκηνώσεις στην περιοχή Σταυροβούνι. Μετά από ένα μήνα μας πληρώσανε τον πρώτο μισθό που για τους οπλίτες ήταν 16 κυπριακές λίρες. Όταν ένας καταδρομέας, ονόματι Τσαλπαράς από την Κοζάνη, πήρε στα χεριά του, για πρώτη φορά τα χάρτινα νομίσματα με φωνάζει «Έλα δω γιατρέ τι είνι αυτά;». Κυπριακές λίρες, του λέω, και κάνει 80 δραχμές η μία. Τι λε ρε γιατρέ ιγώ στ΄ αεροδρόμιο που άνοιξα μια βαλίτσα με την ξιφολόγχη, όταν σταμάτησαν τα μπάμ-μπούμ ήταν γιομάτ(ι) μι τέτοια και δεν τα πήρα γιατί νόμιζα ότι ήταν χαρτιά για διαφημίσεις κι τα είχαν για πέταγμα. Το τι γέλιο που έπεσε ήταν άλλο πράγμα… Θα αγόραζε όλη την Κύπρο και θα… περισσεύανε κιόλας.
Έχω κι άλλα να πω αλλά τα αφήνω για μια άλλη φορά.
Επανομή - Θεσσαλονίκη









