Monday, February 9, 2026

Κοινοτάρχες Αγλαντζιάς 1960 – Σήμερα (2026)

 Του Φοίβου Νικολαΐδη

Αγλαντζιά – Από αγροτική κοινότητα σε σύγχρονη πόλη

Στα πολύ παλιά χρόνια η Αγλαντζιά ήταν μια αγροτική κοινότητα, ένα μικρό χωριό στις παρυφές της Λευκωσίας. Ο οικισμός είχε περιορισμένη έκταση, χαμηλή πληθυσμιακή πυκνότητα και έντονο το στοιχείο της παραδοσιακής κοινοτικής ζωής, με στενούς κοινωνικούς δεσμούς. Οι κάτοικοί της ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, καλλιεργώντας σιτηρά, ελιές και χαρούπια. Λειτουργούσαν επίσης λατομεία με εξορύξεις πέτρας (ασβεστόλιθου) και σε ορισμένες περιοχές γύψου. Τα υλικά αυτά χρησιμοποιούνταν για οικοδομικές εργασίες.

Η Αγλαντζιά αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα περιοχής της Κύπρου που εξελίχθηκε από μια μικρή αγροτική κοινότητα στα ανατολικά της Λευκωσίας σε μια σύγχρονη αστική πόλη, ακολουθώντας τις κοινωνικές, οικονομικές και πολεοδομικές αλλαγές του 20ού και 21ού αιώνα.

Τουρκοκρατία (1571 -1878)

Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας που διήρκησε πάνω από 300 χρόνια (1571 -1878), οι μικρές χριστιανικές κοινότητες διοικούνταν κυρίως εσωτερικά, με σχετική αυτονομία, αλλά πάντοτε υπό την εποπτεία της Οθωμανικής εξουσίας. Κεντρικό πρόσωπο σε αυτό το σχήμα ήταν ο μουχτάρης (από το τουρκικό muhtar = εκλεγμένος). Ήταν ο εκπρόσωπος της κοινότητας απέναντι στις οθωμανικές αρχές. Συνήθως, εκλεγόταν από τους προεστούς ή τα μέλη της κοινότητας ή διοριζόταν.

Ο θεσμός του μουχτάρη υπήρξε αρκετά δημοφιλής, γιατί αποτελούσε αξίωμα κύρους και γιατί πολλά θέματα και προβλήματα που αφορούσαν την κοινότητα, λύνονταν στο επίπεδο του ή μέσω αυτού και της ανώτερης αρχής. Ήταν υπεύθυνος για τη συλλογή των φόρων και την απόδοσή τους στην εξουσία, την τήρηση της τάξης στο χωριό, την έκδοση πιστοποιητικών γέννησης, θανάτου, οικογενειακής κατάστασης και τη μεταφορά εντολών της εξουσίας (με κάποιο φιρμάνι ή διαταγή) προς τους κατοίκους.

Υπήρχαν επίσης οι προεστοί ή δημογέροντες, οι οποίοι ήταν συνήθως εύποροι ή μορφωμένοι χωρικοί. Συμμετείχαν στη λήψη αποφάσεων για κοινοτικά ζητήματα (νερό, γη, εκκλησία, διαχείριση των φόρων). Σε πολλές περιπτώσεις είχαν μεγάλη πραγματική εξουσία, περισσότερη ίσως από τον ίδιο τον μουχτάρη.

Στο ευρύτερο πλαίσιο διακυβέρνησης, η κοινότητα υπαγόταν σε έναν αγά ή μπέη (τοπικό αξιωματούχο). Για νομικές διαφορές αρμόδιος ήταν ο καδής (μωαμεθανός δικαστής). Οι χριστιανοί θεωρούνταν ραγιάδες οι οποίοι δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα.

Να σημειωθεί ότι σε μικτά χωριά όπου ζούσαν μουσουλμάνοι και χριστιανοί, η διοίκηση ασκείτο ξεχωριστά για κάθε θρησκευτική κοινότητα. Έτσι, υπήρχε μουχτάρης μουσουλμάνος για τους μουσουλμάνους κατοίκους και μουχτάρης χριστιανός (ή προεστοί) για τη χριστιανική κοινότητα.

 Αγγλοκρατία (1878–1960)

Όταν η εξουσία πέρασε στους Άγγλους (1878–1960), οι χριστιανοί (κυρίως Ελληνοκύπριοι) και οι μουσουλμάνοι (Τουρκοκύπριοι) θεωρούνταν πλέον υπήκοοι της ίδιας αποικιακής αρχής. Το 1885 οι Άγγλοι κατάργησαν όλους του νόμους που θέσπισαν οι Οθωμανοί που αφορούσαν τις δημοτικές υποθέσεις. Κατά τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας θεσμοθετήθηκαν επίσημα οι κοινοτικές αρχές / κοινοτικά συμβούλια υπό τον απόλυτο έλεγχο των Άγγλων με βάση αποικιακούς νόμους. Η κάθε κοινότητα διοικείτο από κοινοτικό συμβούλιο, με επικεφαλής τον μουχτάρη (κοινοτάρχη). Ο μουχτάρης και τα μέλη του συμβουλίου είτε διορίζονταν, είτε εκλέγονταν, (με περιορισμένο εκλογικό σώμα) και πάντα με την έγκριση των Βρετανών.

Μετά το 1908 οι δημοτικές εκλογές διεξάγονταν κάθε τρία χρόνια μέχρι την  Οκτωβριανή εξέγερση του 1931. Απαγορεύτηκαν τότε οι εκλογές και τα δημοτικά συμβούλια διορίζονταν από τους Άγγλους μέχρι το 1943. Την χρονιά αυτή επιτράπηκαν οι εκλογές λόγω της προσπάθειας προσέγγισης του ελληνικού πληθυσμού, για να πολεμήσει μαζί με τους Άγγλους στον τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και στη δεκαετία του 1950, οι Άγγλοι δημιούργησαν σε τοπικό επίπεδο τα πρώτα συμβούλια βελτιώσεως. Σκοπός του θεσμού ήταν η υποβοήθηση στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των χωριών και των κωμοπόλεων. Οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα τους ήταν περίπου παρόμοια με τα σημερινά δημοτικά ή κοινοτικά συμβούλια.

Οι τοπικές αρχές ασχολούνταν κυρίως με τη συλλογή φόρων και τελών, τη συντήρηση δρόμων και κοινόχρηστων χώρων, ζητήματα ύδρευσης και υγιεινής και την εφαρμογή οδηγιών της αποικιακής διοίκησης. Δεν είχαν ουσιαστική πολιτική αυτονομία και οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονταν από τον έπαρχο Λευκωσίας και τη Βρετανική κυβέρνηση.

Το 1955 λόγω του αντιαποικιακού αγώνα της ΕΟΚΑ αναστάλθηκαν και πάλι οι δημοτικές εκλογές. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στις μέχρι τότε εκλογές δικαίωμα ψήφου είχαν μόνο οι άνδρες.

 Ανεξαρτησία 1960 και μετά

Μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου το 1960, η Αγλαντζιά άρχισε να αναπτύσσεται ταχύτερα. Η εγγύτητά της στη Λευκωσία την κατέστησε ελκυστική περιοχή για κατοίκηση. Μετά την τουρκική εισβολή και κατοχή το 1974, η Αγλαντζιά δέχθηκε μεγάλο αριθμό εκτοπισμένων, γεγονός που οδήγησε σε ραγδαία οικιστική ανάπτυξη και αλλαγή της κοινωνικής της δομής.

Στις επόμενες δεκαετίες, η Αγλαντζιά μετατράπηκε σε ένα σύγχρονο αστικό κέντρο. Αναπτύχθηκαν υποδομές, σχολεία, πολιτιστικοί χώροι και αθλητικές εγκαταστάσεις, ενώ η ίδρυση και λειτουργία του Πανεπιστημίου Κύπρου στην περιοχή ενίσχυσε σημαντικά τον εκπαιδευτικό και οικονομικό της ρόλο.

Το 1960 η Κύπρος αποκτά την ανεξαρτησία της και συνεχίζεται ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης με τα κοινοτικά συμβούλια στις μη δημαρχούμενες περιοχές. Την 1η Ιανουαρίου 1963 καταργήθηκε ο νόμος για τους Δήμους και όλες οι περιοχές των δήμων ανακηρύχθηκαν ως περιοχές διοίκησης και βελτίωσης. Καθήκοντα δημάρχων εκτελούσαν οι έπαρχοι κάθε επαρχίας. Τον Ιανουάριο του 1965, λόγω έκτακτης ανάγκης που δημιούργησε η τουρκοκυπριακή ανταρσία, ψηφίστηκε νόμος για διορισμό δημοτικών επιτροπών. 

Τοπική αυτοδιοίκηση Αγλαντζιάς

Οι δραστηριότητες και δράσεις της τοπικής αυτοδιοίκησης στην Αγλαντζιά πάνε δεκαετίες πίσω και σίγουρα πριν το 1960 που ανακηρύχθηκε η Κύπρος σε ανεξάρτητη δημοκρατία. Μετά το 1960 συνέχισαν να λειτουργούν κανονικά στο πλαίσιο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Αγλαντζιά λειτούργησε ως κοινότητα με επικεφαλής τον κοινοτάρχη από την εποχή της Τουρκοκρατίας, συνεχίστηκε επί Αγγλοκρατίας (1878 – 1960) και μετά την ανεξαρτησία του 1960 μέχρι το 1986 που τέθηκε σε εφαρμογή ο νέος περί Δήμων νόμος του 1985 που ανακηρύχθηκε η Αγλαντζιά σε δήμος και αντικαταστάθηκε έτσι η κοινοτική διοίκηση από δήμαρχο και δημοτικό συμβούλιο. 

Παρ’ όλο που η τοπική αυτοδιοίκηση χρησιμοποιήθηκε από τους Άγγλους κυρίως ως εργαλείο ελέγχου του πληθυσμού, αποτέλεσε χώρο όπου άρχισαν να αναδεικνύονται τοπικοί παράγοντες με εθνική και πολιτική δράση, ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1930. Η Αγλαντζιά κοντά στη Λευκωσία, επηρεάστηκε έντονα από τα εθνικά κινήματα (Ένωση, αργότερα ΕΟΚΑ).

 Μεταξύ 1960 και 1986 επικεφαλής της τοπικής αυτοδιοίκησης ήταν το κοινοτικό συμβούλιο Αγλαντζιάς με τον κοινοτάρχη με τα μέλη να εκλέγονται από τους κατοίκους. Με την ανακήρυξή της Αγλαντζιάς σε δήμο με πλήρη δημοτική αυτοδιοίκηση το 1986, το κοινοτικό συμβούλιο καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον δήμαρχο και το δημοτικό συμβούλιο.

 Στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία τέθηκε σε πλήρη εφαρμογή την 1η Ιουλίου 2024, ο Δήμος Αγλαντζιάς συνενώθηκε με τον Δήμο Λευκωσίας και αποτελεί πλέον δημοτικό διαμέρισμα, του νέου, διευρυμένου Δήμου Λευκωσίας.

 Για τους πρώην δήμους που ενσωματώθηκαν σε δήμους ως δημοτικά διαμερίσματα όπως η Αγλαντζιά, εκλέγηκαν αντιδήμαρχοι και δημοτικοί σύμβουλοι. Στις δημαρχούμενες πόλεις όπως είναι η Λευκωσία, διορίστηκαν επίσης κοινοτάρχες από το υπουργείο εσωτερικών. Ο θεσμός του κοινοτάρχη διατηρήθηκε γιατί κρίθηκε απαραίτητος στην προσφορά ειδικών πλέον υπηρεσιών στους δημότες.Σήμερα, η Αγλαντζιά είναι μια σύγχρονη πόλη, που διοικητικά χαρακτηρίζεται ως διαμέρισμα του ευρύτερου δήμου της Λευκωσίας με έντονη πολιτιστική και κοινωνική δραστηριότητα, οργανωμένο πολεοδομικό σχεδιασμό και ποικιλία πληθυσμού. Παρότι έχει εκσυγχρονιστεί, διατηρεί στοιχεία της ιστορικής της ταυτότητας, συνδυάζοντας το παρελθόν με τις απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής.

Κατά σειρά κοινοτάρχες Αγλαντζιάς

 Ο πρώτος κοινοτάρχης μετά την ανεξαρτησία του 1960 ήταν ο Νίκος Κωνσταντίνου

αδελφός της Δέσποινας Χριστοφή, συζύγου του Αδάμου Χριστοφή, μετέπειτα κοινοτάρχη Αγλαντζιάς. Ο Νίκος Κωνσταντίνου ήταν νονός του Κώστα Χριστοφή, γιός της Δέσποινας και Αδάμου Χριστοφή.

Ο Νίκος Κωνσταντίνου είχε στη Λευκωσία το γνωστό καθαριστήριο, «New London» με συνέταιρο τον Χριστάκη Γεωργίου Μαραγκό και οι δυο από την Αγλαντζιά, μέλη της ΕΟΚΑ. Ο Νίκος Κωνσταντίνου υπηρέτησε ως κοινοτάρχης Αγλαντζιάς τα πρώτα χρόνια μετά την ανεξαρτησία και μετά από διαφωνία με τον υπουργό Εσωτερικών Πολύκαρπο Γιωρκάτζη, παραιτήθηκε. Τον διαδέχθηκε ο Δημοσθένης Πιττάκας μέχρι το 1970. Τον Δημοσθένη Πιττάκια τον διαδέχθηκε για ένα διάστημα ο Νίκος Κωνστναντίνου, ο οποίος επανήλθε ως κοινοτάρχης και μετά από ασθένεια 6 μηνών, απεβίωσε το 1973.

Μετά από σχολαστική έρευνα μηνών, τα διαθέσιμα στοιχεία των προσώπων που διετέλεσαν Κοινοτάρχες Αγλαντζιάς από το 1960 μέχρι και σήμερα είναι:

1.         1960 -  1965:   ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

2.         1965 – 1971:   ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΠΙΤΤΑΚΑΣ

3.          (από 20/10/1971)  αρχές 1972 ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

4.          1972 - 1973     ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΠΙΤΤΑΚΑΣ

5.          (από 28/07/1973) μέχρι το1988   ΑΔΑΜΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ

6.         1990 – 1991 :   ΔΩΡΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ (Αναπληρωτής Κοινοτάρχης εξελέγη  δημοτικός 

                                         σύμβουλος στη συνέχεια)

7.         1991 – 1999:   ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΠΕΤΡΟΥ

8.        2000 – 2001:  ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΟΥΡΓΟΥΡΑΣ (αντικατ. λόγω θανάτου)

9.       2001 – 2008:  ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

10.       2009 – 2011:   ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΙΟΚΚΑΣ

11.       2012 – 2025:   ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

12.       2025 –              ΦΙΛΙΠΠΟΣ (ΦΟΙΒΟΣ) ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

 Φοίβος Νικολαΐδης

Πρώην δημοτικός σύμβουλος Αγλαντζιάς

Κοινοτάρχης Αγλαντζιάς

Friday, January 30, 2026

Τοπική αυτοδιοίκηση Αγλαντζιάς 1960 – 2024

Του Φοίβου Νικολαΐδη

Η περιοχή της Αγλαντζιάς βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο της Λευκωσίας. Το μεγαλύτερο της μέρος είναι κτισμένο σε λόφους και πλαγιές λόφων, που προσφέρουν ωραία θέα. Κτίστηκε κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους και οπωσδήποτε πριν από την Τουρκοκρατία. Η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων αποτελείτο πάντοτε από Ελληνοκύπριους. Ο μικρός αριθμός Τουρκοκυπρίων που ζούσε στην Αγλαντζιά, σταδιακά μετακινήθηκε αλλού και στις αρχές του 1960 εγκατέλειψε την κοινότητα.

Η γεωγραφική θέση της Αγλαντζιάς ως πλεονέκτημα, βοήθησε στην ανάπτυξη της μετά την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960. Η τουρκική εισβολή και κατοχή, του 1974 είχε τεράστιες επιπτώσεις στη μορφή και στο ρυθμό ανάπτυξης της περιοχής. Η Αγλαντζιά βρέθηκε απρόσμενα να συνορεύει με την Πράσινη Γραμμή, γεγονός που επηρέασε τα μελλοντικά πολεοδομικά σχέδια.

Κτίστηκαν δυο μεγάλοι προσφυγικοί συνοικισμοί και η οικοδομική δραστηριότητα στο Πλατύ της Οικοδομικής Εταιρείας Δημοσίων Υπαλλήλων, άλλαξε άρδην τα δεδομένα για την περιοχή. Η μετακίνηση πληθυσμού από τις τουρκοκρατούμενες περιοχές προς τις ελεύθερες περιοχές, αύξησε τον πληθυσμό των μόνιμων κατοίκων της Αγλαντζιάς.

Φυσικό επακόλουθο στη συνέχεια ήταν η ίδρυση σχολικών μονάδων και άλλων ιδρυμάτων. Η ίδρυση δε του Πανεπιστημίου Κύπρου στην Αγλαντζιά το 1989, που είναι και το πρώτο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα που ιδρύθηκε στο νησί, ώθησε στη ραγδαία οικιστική ανάπτυξη με την οικοδόμηση νέων κτιρίων και οικιστικών μονάδων. Η παρουσία του πανεπιστημίου στην περιοχή έδωσε ώθηση στη γενικότερη αναβάθμιση της τοπικής οικονομίας, της κοινωνικής ζωής και της πολιτιστικής ανάπτυξης.

Θεσμικό Καθεστώς 1960–1986: Κοινότητα Αγλαντζιάς
Μέχρι το 1986 η Αγλαντζιά λειτουργούσε μέσα από το κοινοτικό συμβούλιο, που εκλεγόταν από τους δημότες. Η τοπική αρχή ασχολείτο κυρίως με ζητήματα κοινοτικών έργων, υδροδότησης και βασικών υποδομών. Υπήρχε ισχυρή εξάρτηση από την κεντρική κυβέρνηση και οι σημαντικές αποφάσεις εγκρίνονταν από την Επαρχιακή Διοίκηση ή το Υπουργείο Εσωτερικών.


1986 Δήμος Αγλαντζιάς
Από το 1986 και μετά η περιοχή ανακηρύχθηκε επίσημα ως Δήμος Αγλαντζιάς, αποκτώντας καθεστώς δήμου, με δήμαρχο και δημοτικό συμβούλιο εκλεγμένους από τους δημότες, με πλήρεις αρμοδιότητες τοπικής αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με τον νέον περί Δήμων Νόμο.

Στις 25 Μαΐου 1986 έγιναν οι πρώτες δημοτικές εκλογές στην Κυπριακή Δημοκρατία για ανάδειξη δημάρχων και δημοτικών συμβουλίων στα νέα δημοτικά σχήματα. Σχηματίστηκε Δημοτικό Συμβούλιο (με δήμαρχο και δημοτικούς συμβούλους), με την Αγλαντζιά να έχει πλέον θεσμική και διοικητική αυτονομία — δυνατότητα λήψης αποφάσεων τοπικού χαρακτήρα.

Η σημαντική αλλαγή του 1986 αποτέλεσε σημείο καμπής στην ανάπτυξη της Αγλαντζιάς και στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής των κατοίκων. Από μια σχεδόν παραμελημένη κοινότητα με περιορισμένο ρόλο, που κυρίως περιοριζόταν στη διαχείριση της καθημερινότητας, εξελίχθηκε σε έναν σύγχρονο θεσμό αστικής ανάπτυξης και στρατηγικού σχεδιασμού. Η σχετική αυτοτέλεια στην εκτέλεση έργων, κοινωνικές δομές και ενεργό αναπτυξιακή πολιτική είχε ως αποτέλεσμα της μεταμόρφωση της περιοχής σε μια σύγχρονη πόλη.   

Από πολύ παλιά, η Αγλαντζιά ευτύχισε να έχει πολλούς και ικανούς ανθρώπους με έντονο ενδιαφέρον και αγάπη για την πόλη τους. Τα κοινοτικά συμβούλια ή οι χωρητικές αρχές παρά την περιορισμένη εκτελεστική δύναμη που είχαν, με την οργάνωση, τις δράσεις και τις ενέργειες τους, πίεζαν την κεντρική κυβέρνηση με εισηγήσεις για διάφορα αναπτυξιακά έργα, πετυχαίνοντας στο μέτρο του δυνατού αρκετή βελτίωση, της Αγλαντζιάς.

Το τελευταίο δε κοινοτικό συμβούλιο με πρόεδρο της κοινότητας, τον αείμνηστο Αδάμο Χριστοφή και τους συνεργάτες του, υπήρξε πολύ δραστήριο και αποτελεσματικό ώστε άφησε ως προζύμι τις προσπάθειες που ακολούθησαν για μια σειρά από έργα που ακολούθησαν με το νεοκλεγέν δημοτικό συμβούλιο.

Οι Δήμαρχοι Αγλαντζιάς
Πρώτος δήμαρχος Αγλαντζιάς εξελέγη ο Ανδρέας Πέτρου (1986–2011), ένας άνθρωπος με πλούσια συμμετοχή στα κοινά, μεγάλη όρεξη για προσφορά και όραμα για την πόλη. Μαζί με τον αείμνηστο αντιδήμαρχο Κώστα Βαφεάδη, τους συνεργάτες τους, το δημοτικό συμβούλιο και το ικανό προσωπικό του Δήμου, υπήρξαν οι στυλοβάτες, στην υλοποίηση αναπτυξιακών έργων, που άλλαξαν ριζικά το πρόσωπο της περιοχής.

Η μακρά και επιτυχημένη θητεία του Ανδρέα Πέτρου στο πηδάλιο της δημαρχίας της Αγλαντζιάς, έθεσε τα γερά θεμέλια, για την περαιτέρω αναπτυξιακή πορεία του Δήμου. Επί εποχής του και των διαδόχων του, η Αγλαντζιά προχωρούσε με επιτυχία και ξεχώρισε σε πολλά σημεία από άλλους δήμους.

Ακολούθησε ο δεύτερος δήμαρχος Κώστας Κόρτας (2023 – 2016), ο οποίος συνέχισε με τον ίδιο ζήλο και ενδιαφέρον για τα κοινά του δήμου, συμβάλλοντας κι αυτός στην αναπτυξιακή πορεία και επιτυχία των δημοτικών δρώμενων.

Ο τρίτος κατά σειρά δήμαρχος ήταν ο Χαράλαμπος Πετρίδης (2017–2020), ο οποίος προσπάθησε κι αυτός να αφήσει το δικό του στίγμα με την προσπάθεια για ηλεκτρονική μεταμόρφωση των υπηρεσιών του Δήμου. Ο δήμος συνέχισε με επιτυχία την πορεία του.

Ο τέταρτος και τελευταίος δήμαρχος ήταν ο Ανδρέας Κωνσταντίνου (2020–2024), ο νεαρότερος από όλους τους άλλους, ο οποίος με πολύ όρεξη και μεράκι συνέχισε το έργο των προηγουμένων δημάρχων, εμπλουτίζοντας το με το σύγχρονο έργο της ανακύκλωσης. Ο δήμος δεν σταμάτησε να ξεχωρίζει από άλλους δήμους για το επίπεδο διαχείρισης των υποθέσεων του.

Με τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2024, ο Δήμος Αγλαντζιάς συνενώθηκε με τον Δήμο Λευκωσίας και αποτελεί πλέον δημοτικό διαμέρισμα, του νέου, διευρυμένου Δήμου Λευκωσίας.

Γενικά, ο Δήμος Αγλαντζιάς από της ιδρύσεως του το 1986 μέχρι το 2024 έδειξε σημεία διάκρισης από πολλούς άλλους δήμους, τόσο στην οργάνωση όσο και στην εκτέλεση έργων. Δίκαια οι δημότες Αγλαντζιάς είναι υπερήφανοι για τις επιτυχίες που σημειώθηκαν μεταξύ 1960 – 2024 και προσδοκούν ότι σύντομα θα υπάρξουν εκείνες οι συνθήκες που θα δώσουν στο δημοτικό διαμέρισμα Αγλαντζιάς την παλιά του αίγλη και αξία.

Φοίβος Νικολαΐδης
Πρώην δημοτικό σύμβουλος Αγλαντζιάς
Κοινοτάρχης Αγλαντζιάς  

Οι Τρεις Ιεράρχες

Του Δρ. Ανδρέα Σοφόκλη

Οι Τρεις Ιεράρχες, Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Γρηγόριος ο Θεολόγος, έδρασαν σε μία εποχή που η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έψαχνε την ταυτότητά της.

Στην εποχή όπου ο Θρησκευτικός φανατισμός, ενίσχυε την ροπή καταστροφής αρχαίων ελληνικών έργων και προβαλλόταν ως πίστη, οι τρεις αυτοί Ιεράρχες, μορφωμένοι και γνώστες της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού, δίδαξαν τον ελληνικό πολιτισμό στις σωστές του βάσεις και αρχές, επαναφέροντας σε ισχύ τα: Όμαιμο, Ομόγλωσσο κι ως φυσική συνέχεια το Ορθόδοξο Χριστιανικό Ομόθρησκο.

Είναι γνωστό στους σοβαρούς ιστορικούς μελετητές της Ορθόδοξης Χριστιανικής Θρησκείας  και του Δωδεκάθεου του Ολύμπου, πως τα ισχυρά μυαλά της Αρχαίας Ελλάδας, Σωκράτης, Πλάτωνας, Αριστοτέλης, όχι μόνο δεν πίστευαν στο Δωδεκάθεο, αλλά πίστευαν στον Άγνωστο Θεό των ηθικών αρχών κι αξιών, τις οποίες τίμησε ο Σωκράτης διά της εθελούσιας θυσίας του, παίρνοντας το κόνιο.

Ταυτόχρονα, οι Τρεις Ιεράρχες, διά των ομιλιών και διά της διδασκαλίας τους, έδωσαν έμφαση στην ιστορικοπνευματική συνέχεια του ελληνισμού, εξοβελίζοντας τον κίνδυνο της καταστροφής έργων τέχνης, πολιτισμού, συγγραμμάτων των προγόνων μας, τα οποία είναι διαχρονικώς θαυμαστά και αποτελούν αντικείμενο μελέτης και μόρφωσης εκατομμυρίων ανθρώπων.

Σημειώνω, πως αυτή η σύζευξη του αρχαίου ελληνικού πνεύματος με την Ορθοδοξία κράτησε ζωντανό τον ελληνισμό στους τραγικούς αιώνες της οθωμανοκρατίας, όπου «όλα τα  `σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά»

Ταυτοχρόνως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, κρατώντας γερά αυτή τη σύζευξη, αποτελεί το μοναδικό ιστορικό φαινόμενο, όπου ένα κράτος έχει αφανισθεί από τον χάρτη των κρατών, όμως, εξακολουθεί να υπάρχει και να κυριαρχεί στα κατακτημένα εδάφη, μέσα από τον πνευματικό του πολιτισμό, προκαλώντας τον σεβασμό στους κατοίκους, στους επισκέπτες. Η Αγία Σοφία, το Φανάρι, η Σχολή της Χάλκης, η Ιωνία, η Αιολίδα, ο Εύξεινος Πόντος. Τα Λογίως Σοφά διδακτικά τους κείμενα είναι πρότυπα διδακτικά εγχειρίδια.

Οι Τρεις Ιεράρχες δίδαξαν την έμπρακτη αγάπη, τη δωρεάν παιδεία, τη διά βίου μάθηση, τη δωρεάν ίαση, την προστασία των ορφανών παιδιών. Τους ευγνωμονούμε, αφού οι πρέπουσες αρχές και αξίες προέρχονται, σε μεγάλο βαθμό, από αυτούς.

Τα διαχρονικά τους διδάγματα οφείλουμε και πρέπει να τα ακολουθούμε, ώστε να έχουμε μέλλον ως Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι, ειδικά στο διαμορφούμενο παγκοσμίως κοινωνιοπολυπολιτισμικό περιβάλλον.

Δρ. Ανδρέας Σοφόκλης

Συγγραφέας, Ερευνητής, Αρθρογράφος, Δοκιμιογράφος



Monday, January 19, 2026

Μολυσμένα νερά, Ανδρέας Ονουφρίου

Ανδρέας Ονουφρίου 
Συγγραφέας και εκλεκτός πνευματικός άνθρωπος 
με σπάνια κοινωνική συνείδηση και μοναδικό ήθος
Ο καταξιωμένος και βραβευμένος συγγραφέας, Ανδρέας Ονουφρίου, συμβάλλει αδιάλειπτα στα πνευματικά δρώμενα του τόπου μας με το  ξεχωριστό του έργο και τα εκλεκτά του βιβλία γεμάτα αγάπη και πάθος για μια καλύτερη κοινωνία. Ακούραστος υπηρέτης του γραπτού λόγου γράφει ασταμάτητα για τον πολιτισμό, την κοινωνία και τον άνθρωπο. Η δημιουργική συγγραφική του έφεση είναι αξιοσημείωτη. Με πολλή μεράκι στο γράψιμο, αγάπη στην αλήθεια και σεβασμό στο δίκαιο, πλάθει και εξιστορεί ιστορίες γεμάτες ηθικοπλαστικά διδάγματα και μοναδικά μηνύματα. Ούτε λίγο ούτε πολύ έχει συγγράψει και εκδώσει μέχρι στιγμής δεκαπέντε βιβλία, που το περιεχόμενο όλων μαζί, συνθέτουν ένα πανέμορφο μωσαϊκό πνευματικής δημιουργίας. Και συνεχίζει ακάθεκτος στη ρότα της συγγραφικής του ενασχόλησης, που αποτελεί πολύτιμο στοιχείο στη ζωή του,  ανακοινώνοντας μάλιστα και νέα του βιβλία υπό έκδοση.

Ταλαντούχος και πολυγραφότατος, ο Ανδρέας Ονουφρίου, πρόσφυγας από την Αμμόχωστο, συνεχίζει ακάθεκτος να εκπλήσσει συνέχεια με τα δοκίμια, τα κείμενα και τα ξεχωριστά βιβλία του με επίκεντρο τον άνθρωπο και την κοινωνία, οι ισορροπίες της οποίας διαταράχθηκαν με τη βάρβαρη τουρκική εισβολή το 1974 και την τραγωδία που επακολούθησε. Προσπάθεια του πάντοτε, να διατηρήσει άσβεστη τη μνήμη της κατεχόμενης γης μας. Κάθε βιβλίο του είναι και μια σπονδή στην τέχνη του γραπτού λόγου, που χειρίζεται με τόση άνεση. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί βγαίνει μέσα από τα εσώψυχα του, λιτή και κατανοητή, τις πιο πολλές φορές σπαρακτική, που βροντοφωνάζει για το δίκαιο.

Σεμνός και ταπεινός καταγράφει με πάθος, αλλά καθαρή ματιά ιστορίες που πλάθει με μαεστρία στα μυθιστορήματα του. Τα λόγια των πρωταγωνιστών και των χαρακτήρων που χρησιμοποιεί στην πλούσια συγγραφική του φαρέτρα είναι γεμάτα νοηματικές αποχρώσεις και μηνύματα, που δίνουν τροφή για τις απαραίτητες προεκτάσεις και περαιτέρω προβληματισμό.

Άνθρωπος με καλλιέργεια, παιδεία και φωτεινό μυαλό, πορεύεται σταθερός και αταλάντευτος με σπάνιο ήθος και αξιοπρέπεια στο δρόμο του καλού και του ωραίου.

Ακαταπόνητος και ανεξάντλητος με τεράστια δημιουργική πνοή, μας χαρίζει το νέο του βιβλίο, με πλοκή και δράση, που κρατάει το ενδιαφέρον από την αρχή μέχρι το τέλος, που κορυφώνεται με την αγωνία που δημιουργεί στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου.

 «Μολυσμένα νερά», είναι ο τίτλος του νέου μυθιστορήματος, του Ανδρέα Ονουφρίου. Ένας τίτλος που παραπέμπει στα κοινωνικά προβλήματα ως επακόλουθο της τουρκικής εισβολής. Ένα μυθιστόρημα όπως και τα προηγούμενα του, γραμμένο με τη γνώριμη σαγηνευτική απλότητα, της γραφής του συγγραφέα. Μια ιστορία που διαδραματίζεται μετά τα γεγονότα της εισβολής και της κατοχής σε ένα χωριό, όπου πρόσφυγες προσπαθούν, να σταθούν στα πόδια τους μετά την ανέλπιστη τραγωδία. 

Σίγουρα, ο Ανδρέας Ονουφρίου λατρεύει τον τόπο του και την κοινωνία, που θέλει να τη βλέπει, να πορεύεται με αρχές, αξίες, ανθρωπιά και ήθος, παράμετροι που βασικά κυριαρχούν ως κύριο μήνυμα στα βιβλία του. Η εξαιρετική γραφίδα με τη σχεδόν αστυνομική πλοκή και ανέλπιστες εξελίξεις, καθηλώνει τον αναγνώστη. Γι’ αυτό και η καλογραμμένη ιστορία του, με την αδιαμφισβήτητη ευαισθησία που διακατέχει όλα τα κεφάλαια του βιβλίου, ακούγεται σαν φωνή διαμαρτυρίας για το άδικο.

Ο Ανδρέας Ονουφρίου αφηγείται σαν παραμύθι το μυθοπλαστικό του υλικό σε μια συνεχή πάλη, με τους ήρωες του από τη μια ως άκακα αμνοερίφια και τους αντιπάλους τους ως αφηνιασμένους λύκους από την άλλη.

Ήρωάς του πάντοτε ο ηθικός άνθρωπος που βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα, ανυπεράσπιστος και αδύνατος να βαδίζει σε κακοτράχαλους δρόμους ξυπόλυτος στ’ αγκάθια με ματωμένη καρδιά και καταπιεσμένη ψυχή, αλλά με θέληση για το καλύτερο. Οι λύκοι γύρω του να βυσσοδομούν και να μηχανεύονται τρόπους να τον κατασπαράξουν, όπου ο από μηχανής θεός επεμβαίνει υπέρ του αδυνάτου και αποδίδεται η απαραίτητη δικαιοσύνη.

Η κακία, η απληστία, η δυστυχία, ο ανθρώπινος πόνος, η αδικία, το ψέμα τα ατέλειωτα κοινωνικά τραύματα που επιζητούν επούλωση βρίσκουν τη θέση τους μέσα στην ιστορία του Ονουφρίου, όπου στο τέλος κυριαρχεί η καλή πλευρά των πραγμάτων. Η πάλη του καλού και του κακού είναι παλιά όσο και ο άνθρωπος επί της Γης… οι δυο όψεις, της ζωής με τον αέναο φαύλο κύκλο, της δυαδικότητας, του καλού και του κακού. Από τη μια η χαρά και από την άλλη η λύπη. Από τη μια ο πόνος και από την άλλη η αγαλλίαση. Ο συγγραφέας σε ένα κεφάλαιο γράφει χαρακτηριστικά: «-Δεν μου λες, παπά μου, εσύ που είσαι και γραμματιζούμενος γιατί ο άνθρωπος που ‘χει το λογικό να ξεχωρίζει το κακό απ’ το καλό, να κάνει πάντα το κακό; Ενώ τα ζώα που δεν έχουν το λογικό, κάνουν πάντα αυτό που πρέπει! –Αχ Στασή! Μεγάλο κεφάλαιο ανοίγεις φίλε μου και γω δεν είμαι στα καλά μου για να σου δώσω τις πρεπούμενες απαντήσεις».

Ο Παντελής, ένα προσφυγόπουλο, λαχταρά να ανοίξει τα φτερά του και να υλοποιήσει τα όνειρά του, κάποιοι όμως του φράσσουν το δρόμο την ίδια ώρα που η αδελφή του αφήνει το φτωχόσπιτό τους και καταφεύγει στην Αθήνα όπου την καταπίνει η νύχτα και εξαφανίζεται. Και ενώ όλα φαίνονται χαμένα, μια μυστηριώδης γυναίκα θα του ανοίξει την πόρτα στο μέλλον και θα φτάσει κι αυτός στην Αθήνα όπου θα συναντήσει τον έρωτα που όμως τον σκιάζει ένα σκοτεινό μυστικό. Και ενώ η μια ανατροπή θα φέρει την άλλη, μια δολοφονία θα ανατρέψει τα πάντα και ένα ορμητικό ποτάμι θα τα παρασύρει όλα αποκαλύπτοντας κρυμμένα θανάσιμά μυστικά και τελικά θα οδηγήσει στην κάθαρση.

Όπως και τα προηγούμενα έργα, έτσι και στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα το τραγικό βίωμα της εισβολής και της προσφυγιάς διαπλέκεται με μυθοπλαστικά στοιχεία. Η αφήγηση εμφορείται από έντονη συναισθηματική φόρτιση, καθώς αποτυπώνει την ψυχική κατάσταση των χαρακτήρων μέσα από δυνατές εικόνες και προσωπικές εξομολογήσεις. Η ψυχική οδύνη των προσώπων εκφράζεται με τις δραματικές συνθήκες που βιώνουν, καθώς και με τα «μολυσμένα νερά» της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας. 

Πολλά ήθελε να κάνει ο Παντελής, είναι αλήθεια, μόνο που δεν έβρισκε πώς. Ήθελε να μάθει τον κόσμο, να γνωρίσει τα όρια του, να γνωρίσει ανθρώπους που να του έδιναν απαντήσεις και εξηγήσεις για τόσα μυστήρια που έκρυβε η ζωή. Πρώτα πρώτα, να γνωρίσει τον εαυτό του, να γνωρίσει τον Θεό, τον διπλανό του. Τόσα αναπάντητα γιατί που περίμεναν απαντήσεις. Γιατί η αδικία είναι τόσο καλοδεχούμενη στον κόσμο; Γιατί οι άνθρωποι μετράνε το δίκιο με το συμφέρον τους; Γιατί την σφαγή, εδώ στη γη του, την χαρακτηρίζουν οι κοσμοκράτορες, «ειρηνική εκστρατεία»;

Ήταν και άλλα που τυραννούσαν τη ψυχή του Παντελάκη. Ήταν κάτι νύχτες που τον έπιανε μια έξαψη, μια ταραχή που γόργιζε το αίμα στις φλέβες του, που ένιωθε τη σάρκα του να τσουρουφλίζεται και το μυαλό του να γεμίζει εικόνες αδιερεύνητες, στα όρια της αμαρτίας… (σελίδες 21-22).

Αντίθετα, η μικρή Κλειώ κατάφερνε πάντα ν’ αρπάζει τη μπουκιά ακόμα κι αν την άρπαζε από το στόμα του άλλου. Είναι ζήτημα καπατσοσύνης, τελικά, να επιβιώνεις σε τούτο τον κοσμάκη. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που στέκονταν άναυδοι μπροστά στις όποιες αναποδιές ή στα όποια προβλήματα συναντούσε στο δρόμο της. Ούτε κατάπινε απογοητεύσεις και να κάθεται να κλαψουρίζει. Είχε στόχους. Ξεκάθαρους και αμετάκλητους. Να πετύχει! Να αρπάξει όσες μπουκιές μπορούσε να αρπάζει. Οι άλλοι… ζαμανφού! (σελίδα 49).

Τα όνειρα τα γεννά η απαντοχή και τα θρέφει η ελπίδα. Κι απέ, μια ατέρμονη μάχη να τα σαρκώσεις. Ένας αγώνας είναι η πορεία και η ψυχή στο μετερίζι να παλεύει για το όνειρο. Κι η ζωή να την αντιμάχεται. Άνισα, όμως. Γιατί έχει η ζωή στη φαρέτρα της τον κεραυνό. Και σύ, στ’ απρόσμενο και στ’ απροσδόκητο, μένεις, στη μέση της παλαίστρας, με τα χέρια γεμάτα στάχτες και τη ψυχή κουρέλι, στο κοντάρι της απόγνωσης… (σελίδα 222).

Η επιτυχία του Ανδρέα Ονουφρίου αποτυπώνεται πάνω στην εκφραστική συμπεριφορά της γλώσσας που χρησιμοποιεί με τόση άνεση και της ευφάνταστης πλοκής του έργου που αφηγείται. Σκιαγραφεί με επιτυχία και τον απαραίτητο δραματικό τρόπο το σκοτάδι της ανείπωτης απανθρωπιάς από τη μια με το αναφυόμενο φως της δικαιοσύνης από την άλλη.

Η κρυμμένη απελπισία, του ‘ποιμένα’, με την άγνωστη ιδιοσυγκρασία των αμνών του, στο απρόσμενο κυνικό σκηνικό, των λύκων με το πάντα αιωρούμενο και ποθούμενο πάθος, της δικαιοσύνης, μετουσιώνεται σιγά, σιγά μέσα από την πλοκή της ιστορίας σε συγκεκριμένες δράσεις, που ενεργοποιούν όλες τις δυνάμεις μαζί με τις πέντε αισθήσεις. Γράφει κάπου ο συγγραφέας: «Από τι κινδυνεύει άραγε αυτό που έχει φτερά; Μα από κείνον που δεν έχει τίποτ’ άλλο παρά νύχια. Τα νύχια κρύβονται μέσα στο σκοτάδι. Καιροφυλακτούν στο επίπλαστο καλημέρισμα, στο αρρίζωτο χαμόγελο. Δεν αποπνέουν καμιά μυρωδιά τα κρυμμένα νύχια, ούτε έχουν φωνή να ακούσεις την απειλή…».

Μοίρα του αυθεντικού συγγραφέα είναι, με τη γλώσσα, του γραπτού λόγου, να ανοίγει την καρδιά του και να δείχνει την ψυχή του. Από μακρινούς και συχνά δύσκολους δρόμους ξεκίνησε ο Ανδρέας Ονουφρίου. Από τα ανήσυχα νιάτα του άρχισε το συγγραφικό ταξίδι. Τα σημάδια αυτής της πορείας υπάρχουν στα βιβλία του, μέσα από το λόγο του που δράχνει ηθικά νήματα. Η συγγραφή, του έδωσε «το ωραίο ταξίδι» γεμάτο διακρίσεις, επαίνους και βραβεία, που λόγω χαρακτήρα, τον έκαναν ακόμη πιο σεμνό και δυνατό.

Καλοτάξιδο να είναι και το βιβλίο του αυτό.

Φοίβος Νικολαΐδης