Showing posts with label Αξιοκρατία. Show all posts
Showing posts with label Αξιοκρατία. Show all posts

Saturday, February 23, 2019

Η Άγνωστη Λέξη «Καθήκον», Η Παραγωγή Τεμπέληδων Και Το Σχολείο Που Δημιουργεί Πτυχιούχους Βλάκες.

Του Σαράντου Ι. Καργάκου 
Το μεγαλύτερο πρόβλημα των νέων μας εδώ και 30 χρόνια δεν είναι η ανεργία αλλά η… εργασία. Ο νέος δεν φοβάται την αναδουλειά αλλά τη δουλειά. Το επίκαιρο άρθρο του Σαράντου Καργάκου.

Ένα παλαιό, αιχμηρό άρθρο του Σαράντου Καργάκου, που αξίζει να μας βάλει σε σκέψεις και αυτοκριτική -ιδίως όσους υπηρετούν την εκπαίδευση.

Κατά την άποψή μας, ο λόγος είναι υπερβολικά αυστηρός, ενίοτε και ισοπεδωτικός, σήμερα που η ανεργία ειδικά των νέων με ουσιαστικά και όχι τυπικά προσόντα βρίσκεται στα ύψη και πολλοί για να ζήσουν αναγκάζονται να αναζητήσουν εργασία στο εξωτερικό.

Εν τούτοις, το αίτημα για (καλύτερη) αξιοποίηση των ανθρωπιστικών σπουδών και της πνευματικής κληρονομιάς μας για καλλιέργεια κριτικής σκέψης, αγωνιστικού φρονήματος, ήθους, εργατικότητας, τόλμης, πρωτοβουλίας και δημιουργικότητας είναι επίκαιρο και διαχρονικό.

«Ακούω ότι το μεγαλύτερο σήμερα πρόβλημα των νέων μας είναι η ανεργία.

Διαφωνώ. Εδώ και τριάντα χρόνια είναι η… εργασία. Ο νέος δε φοβάται την αναδουλειά, φοβάται τη δουλειά. Μια οικογενειακή αντίληψη, ότι δουλειά είναι ό,τι δεν λερώνει, επεκτάθηκε και στο νέο-σουσουδιστικό σχολείο με ευθύνη των κομμάτων, που για λόγους ψηφοθηρίας απεδύθησαν σε μια χυδαία πολιτική παιδοκολακείας, η οποία μετά τη δικτατορία εξέθρεψε και διαμόρφωσε δύο γενιές «κουλοχέρηδων»… παιδιών δηλαδή που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους -πέρα από τη μούντζα- για καμιά εργασία από αυτές που ονομάζονται χειρωνακτικές, επειδή -τάχα- είναι ταπεινωτικές.

Κι ας βρίσκεται μέσα στη λέξη «χειρώναξ», σαν δεύτερο συνθετικό το «άναξ», που κάνει τον δουλευτή, τον άνακτα χειρών, βασιλιά στον χώρο του, βασιλιά στο σπιτικό του, νοικοκύρη δηλαδή, λέξη άλλοτε ιερή που ποδοπατήθηκε κι αυτή μες στην ασυναρτησία μιας πολιτικής που έδειχνε αριστερά και πήγαινε δεξιά και τούμπαλιν. Γι’ αυτό τουμπάραμε…

Κάποτε, έγραφα πως η ανεργία στον τόπον μας είναι επιλεκτική, ότι δουλειές υπάρχουν αλλά ότι δεν υπάρχουν χέρια να τις δουλέψουν. Κι έπρεπε να κατακλυσθεί ο τόπος από 1,5 εκατομμύριο λαθρομετανάστες, για να αποδειχθεί ότι στην Ελλάδα υπήρχε δουλειά πολλή αλλ’ όχι διάθεση για δουλειά. Τα παιδιά -τα μεγάλα θύματα αυτής της ιστορίας- είχαν γαλουχηθεί με τη νοοτροπία του «White collar workers».

Έτσι σήμερα, το πιο φτηνό εργατικό και υπαλληλικό δυναμικό είναι οι… πτυχιούχοι, που ζητούν εργασία ακόμη και στον OΤΕ ως έκτακτοι, τηλεφωνητές, προσκομίζοντας στα πιστοποιητικά προσόντων ακόμη και διδακτορικά! Γέμισε ο τόπος πανεπιστήμια, σχολές επί σχολών, επιστημονικούς κλάδους αόριστους, ομιχλώδεις και ασαφείς, απροσδιορίστου αποστολής και χρησιμότητας. Πτυχία-φτερά στον άνεμο σαν τις ελπίδες των γονιών, που πιστεύουν ότι τα παιδιά μόνον με τα «ντοκτορά» θα βρουν δουλειά. Έτσι παράγονται επιστήμονες που είναι δεκαθλητές του τίποτα, ικανοί μόνο για το δημόσιο ή για υπάλληλοι κάποιας πολυεθνικής.

Παρ’ όλο που γέμισε η χώρα μας τεχνικές σχολές (τι ΤΕΛ, τι ΤΕΙ, τι ΙΕΚ!), οι πιο άτεχνοι νέοι είναι οι νέοι της Ελλάδος. Παίρνουν πτυχίο τεχνικής σχολής και δεν έχουν πιάσει κατσαβίδι οι πιο πολλοί. Δεν ξέρουν να διορθώσουν μια βλάβη στο αυτοκίνητό τους, στο ραδιόφωνο ή στο τηλέφωνό τους. Είναι άχεροι, ουσιαστικά χωρίς χέρια. Τώρα με τα ηλεκτρονικά ξέχασαν να γράφουν, ξέχασαν να διαβάζουν, εκτός φυσικά από «μηνύματα» του αφόρητου «κινητού» τους.

Τούτη η παιδεία, που όχι μόνο παιδεία δεν είναι αλλ’ ούτε καν εκπαίδευση, αφού δεν καλλιεργεί καμιά δεξιότητα, εκτός από τη ραθυμία, την αναβλητικότητα και τον φόβο της δουλειάς, όχι μόνο δεν καλλιεργεί τον νέο εσωτερικά αλλά τον πετρώνει δημιουργικά σαν τα παιδιά της Νιόβης. Τα κάνει άχρηστα τα παιδιά για παραγωγική εργασία, γιατί ο θεσμός της παπαγαλίας και η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας, με το πρόσχημα να μην τα κουράσομε, τους αφαιρεί την αυτενέργεια, την πρωτοβουλία, τη φαντασία και την πρωτοτυπία. Το σχολείο, αντί να μαθαίνει τα παιδιά πώς να μαθαίνουν, τα νεκρώνει πνευματικά.

Δεν τα μαθαίνει πώς να σκέπτονται αλλά με τι να σκέπτονται. Έτσι τα κάνει πτυχιούχους βλάκες.Βάζει όρια στον ορίζοντα της σκέψης και των ενδιαφερόντων. Τα χαμηλοποιεί. Τα κάνει να βλέπουν σαν τα σκαθάρια κοντά, κι όχι να θρώσκουν άνω, να έχουν έφεση για κάτι πιο πέρα, πιο τρανό και πιο μεγάλο. Το έμβλημα πια του ελληνικού σχολείου δεν είναι η γλαυξ, είναι ο παπαγάλος, ο μαθητής-βλαξ που καταπίνει σελίδες σαν χάπια και που θεωρεί ως σωστό ό,τι γράφει το σχολικό.

Και το λεγόμενο «σχολικό» είναι συνήθως αισχρό και ως λόγος και ως περιεχόμενο. Και τολμώ να λέγω αισχρό, διότι πρωτίστως το «Αναγνωστικό», που πρέπει να είναι ευαγγέλιο πνευματικό ειδικά στο Δημοτικό, αντί να καλλιεργεί την αγάπη για τη δουλειά, καλλιεργεί την απέχθεια. Πού πια, όπως παλιά, ο έρωτας για την αγροτική, τη βουκολική και τη θαλασσινή ζωή;

Ο ναύτης δεν είναι πρότυπο ζωής. Πρότυπο ζωής είναι ο «χαρτογιακάς». Όσο κι αν ήσαν κάπως ρομαντικά τα παλιά «Αναγνωστικά», καλλιεργούσαν τον έρωτα για τη δουλειά. Ακούω πως δεν πάει καλά η οικονομία. Μα πώς να πάει, όταν με τη ναυτιλία που προσφέρει το 5,6% του ΑΕΠ ασχολείται μόνο το 1% των Ελλήνων; (Με τον αγροτικό τομέα που προσφέρει το 6,6% του ΑΕΠ ασχολείται το 14,5% του πληθυσμού). Διερωτώμαι, τι είδους ναυτικός λαός είμαστε, όταν αποστρεφόμαστε τη θάλασσα και στα ελληνικά καράβια κυριαρχούν Φιλιππινέζοι, Αλβανοί και μελαψοί κάθε αποχρώσεως;

Το σχολείο καλλιεργεί τον έρωτα για την τεμπελιά, όχι για δουλειά. Τα πανεπιστήμια και οι ποικιλώνυμες σχολές επαυξάνουν τον έρωτα αυτό. Πράγματα που μπορούν να διδαχθούν εντός εξαμήνου -και μάλιστα σε σεμιναριακού τύπου μαθήματα- απαιτούν τετραετία! Βγαίνουν τα παιδιά από τις σχολές και δικαίως ζητούν εργασία με βάση τα «προσόντα» τους, αλλά τέτοιες εργασίες που ζητούν, τέτοια προσόντα δεν υπάρχουν. Αν δεν απατώμαι, υπάρχουν δύο σχολές θεατρολογίας -πέρα από τις ιδιωτικές θεατρικές σχολές- που προσφέρουν άνω των 300 πτυχίων το έτος. Πού θα βρουν δουλειά τα παιδιά αυτά;

Αν όμως το σχολείο από το Δημοτικό καλλιεργούσε την τόλμη, την αυτενέργεια, βράβευε την πρωτοβουλία, την ανάληψη ευθυνών, την αγάπη για την οποιαδήποτε δουλειά, ακόμη και του πλανόδιου γαλατά, θα είχαμε κάνει την Ελλάδα Ελδοράδο, όπως έγινε Ελδοράδο για τους εργατικούς Αλβανούς, Βουλγάρους, Πολωνούς, Γεωργιανούς, Αιγυπτίους αλιείς, Πακιστανούς και Ουκρανούς.

Σήμερα αυτοί είναι η εργατική κι αύριο η επιχειρηματική τάξη της Ελλάδος. Κι οι Έλληνες, αφήνοντας την πατρώα γη στα χέρια των Αλβανών που τη δουλεύουν, την πατρώα θάλασσα στα χέρια των Αιγυπτίων που την ψαρεύουν, θα μεταβληθούν σε νομάδες της Ευρώπης ή των ΗΠΑ ή θα τρέχουν για δουλειά στην Αλβανία, που ξεπερνά σε νόμιμη και παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα όλες τις χώρες της Βαλκανικής.

Γέμισαν τα Τίρανα ουρανοξύστες, κτίρια γιγάντια, κακόγουστα μεν, σύγχρονα δε. Περίπου 100 ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν στην πρωτεύουσα της χώρας των αετών. Εμείς αφήσαμε αδιαπαιδαγώγητη την εργατική και την αγροτική τάξη. Στην πρώτη περάσαμε σαν ιδεολογία-θεολογία το σύνθημα «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» και υποχρεώσαμε πλήθος επιχειρήσεις να κλείσουν ή να μεταφερθούν αλλού.

Μετά διαφθείραμε τους αγρότες με παροχές χωρίς υποχρεώσεις και τους δημιουργήσαμε νοοτροπία μαχαραγιά. Γέμισε η επαρχία με… «Κέντρα Πολιτισμού», όπου «μπαγιαντέρες» κάθε λογής και φυλής άναβαν πούρο με φωτιά πεντοχίλιαρου ! Το μπουκάλι με το ουίσκι βαπτίστηκε … αγροτικό! Τώρα, όμως, που έρχονται τα «εξ εσπερίας νέφη», χτυπάμε το κεφάλι μας. Και πού να φθάσουν τα «εξ Ανατολής», σαν εισέλθει η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Θα γίνει η Ελλάς vallis flentium (=κοιλάς κλαυθμώνων) και θα κινείται quasi osculaturium inter flentium et dolorum (=σαν εκκρεμές μεταξύ θλίψεως και οδύνης)

Δεν είμαι υπέρ μιας παιδείας που θα υποτάσσεται στην οικονομία. Θεωρώ ολέθριο να χαράσσεται μια εκπαιδευτική πολιτική με κριτήρια οικονομικής αναγκαιότητας. Θεωρώ ολέθρια όμως και την παιδεία που εθίζει τα παιδιά στην οκνηρία, που τα κουράζει με την παπαγαλία και το βάρος άχρηστων μαθημάτων. Το μεγαλύτερο κεφάλαιο της χώρας είναι τα κεφάλια των παιδιών της.

Τούτη η παιδεία αποκεφαλίζει τα παιδιά. Τα κάνει ικανά να μην κάνουν τίποτε. Ούτε να βλαστημήσουν. Ακόμη και η αισχρολογία τους περιορίζεται στη λέξη που τα κάνει συνονόματα. Αν τους πεις βρισιά της περασμένης 20ετίας θα νομίσουν ότι μιλάς αρχαία Ελληνικά!

Είναι θλιβερή η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα, παρουσίαζε χθες και θα παρουσιάζει κι αύριο η ελληνική κοινωνία: να υπάρχουν άνθρωποι άνω των 65 ετών, άνω των 70 ετών, που, ενώ έχουν συνταξιοδοτηθεί, εργάζονται νυχθημερόν, για να συντηρούν τα παιδιά τους μέχρι να τελειώσουν τις ατελείωτες σπουδές τους, τα παιδιά που λιώνουν τα νιάτα τους στα «κηφηνεία», που πάνε σπίτι τους να κοιμηθούν την ώρα που οι Αλβανοί πάνε για δουλειά. Θα μου πείτε, τι δουλειά; Οποιαδήποτε δουλειά, αρκεί να είναι τίμια.

Όταν μικροί -ακόμη στο Δημοτικό- μαθαίναμε απέξω τον Τυρταίο (ποιος τολμά σήμερα να διδάξει Τυρταίο;), δεν τον μαθαίναμε για να γίνουμε πολεμοχαρείς αλλά για να νιώθουμε ντροπή, όταν στη μάχη της ζωής, στην πρώτη γραμμή είναι οι παλαιότεροι, οι «γεραιοί» και οι νέοι κρύβο­νται πίσω από τη σκιά τους. «Αισχρόν γαρ δη τούτο… κείσθαι πρόσθε νέων, άνδρα παλαιότερον». Σήμερα, βέβαια, οι χειρωνακτικές εργασίες ελέγχονται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα από ξένους. Στις οικοδομές μιλούν αλβανικά, στα χωράφια πακιστανικά. Σε λίγο, οι χειρωνακτικές επιχειρήσεις θα περάσουν στα χέρια των Κινέζων που κατασκευάζουν ήδη το μεγαλύτερο μέρος των τουριστικών ειδών που θυμίζουν… Ελλάδα. Ακόμη και τις σημαίες μας στην Κίνα τις φτιάχνουν!

Κι εμείς; Εμείς, όπως πάντα, φτιάχνουμε τα τρία κακά της μοίρας μας. «Φτιάχνουμε» τη ζωή μας στην τηλοψία, που δίνει τα μοντέρνα πρότυπα οκνηρίας στη νεολαία, ποθούμε μια χρυσίζουσα ζωή σαν αυτήν που προσφέρει το «γυαλί», αγοράζουμε πολυτελή αυτοκίνητα με δόσεις, κάνουμε διακοπές με «διακοποδάνεια», εορτάζουμε με «εορτοδάνεια» και πεθαίνουμε με «πεθανοδάνεια». Έλεγε ο Φωκίων, που πλήρωσε τέσσερις δραχμές τη δεύτερη δόση του κωνείου που χρειαζόταν για να «απέλθει», πως στην Αθήνα δεν μπορεί ούτε δωρεάν να πεθάνει κανείς.

Έπρεπε να ζούσε τώρα… Λυπάμαι που θα το πω, αλλά πρέπει να το πω: το σχολείο, οι σχολές και τα ΜΜΕ σακάτεψαν και σακατεύουν τη νεολαία, γιατί μιλούν συνεχώς για τα δικαιώματά της -δικαιώματα στην τεμπελιά- και ποτέ για υποχρεώσεις, ποτέ για χρέος, ποτέ για καθήκον. Το καθήκον έγινε άγνωστη λέξη».Σαράντος Ι. Καργάκος 
* Εκπαιδευτικός, ιστορικός, συγγραφέας
Πηγή: www.diaforetiko.gr

Monday, May 18, 2015

Κισόρ Μαμπουμπάνι: Αξιοκρατία και αριστεία είναι θεοί στη χώρα μου

Του Γιάννη Παλαιολόγου
Καθημερινή 17/5/2015
Ο Κισόρ Μαμπουμπάνι (Kishore Mahbubani) δεν είχε έρθει στην Ελλάδα για δουλειά. Ο 66χρονος ακαδημαϊκός και πρώην διπλωμάτης, από τις σημαντικές φυσιογνωμίες στη ραγδαία πορεία της Σιγκαπούρης από τριτοκοσμική αποικία σε οικονομία-υπόδειγμα του ανεπτυγμένου κόσμου, θα ταξίδευε οδικώς στην Πελοπόννησο με την αμερικανικής καταγωγής σύζυγό του, για να γιορτάσουν την τριακοστή επέτειο του γάμου τους.

Ωστόσο, δεν μπόρεσε να αποφύγει κάποιες υποχρεώσεις: το πρωί της ημέρας πριν ξεκινήσουν την εκδρομή τους, ο Μαμπουμπάνι μίλησε σε εκδήλωση του «Δικτύου», της δεξαμενής σκέψης της Αννας Διαμαντοπούλου, σε μία μικρή ομάδα επιχειρηματιών, καθηγητών, πολιτικών και δημοσιογράφων. Το μεσημέρι, είχε ραντεβού με την «Κ», στο εστιατόριο του Μουσείου Μπενάκη στη Βασιλίσσης Σοφίας, για ένα «γεύμα» που θα ξέφευγε, στη θεματολογία του, από τη θλιβερή καθημερινότητα της ελληνικής κρίσης.

Ο Μαμπουμπάνι -κοσμοπολίτης, εύγλωττος, με μία αδιατάρακτη αυτοπεποίθηση που μπορεί να παρεξηγηθεί ως υπεροψία- είναι σήμερα πρύτανης και καθηγητής της Πρακτικής της Δημόσιας Πολιτικής στη Σχολή Δημόσιας Πολιτικής Lee Kuan Yew του Εθνικού Πανεπιστημίου της Σιγκαπούρης. Για 33 χρόνια, από το 1971-2004, εργαζόταν στο υπουργείο Εξωτερικών της Σιγκαπούρης, φτάνοντας να την εκπροσωπήσει ως πρέσβης στα Ηνωμένα Εθνη. Ως συγγραφέας, είναι διεθνώς γνωστός ως ο προεξάρχων απόστολος της ανόδου της Ασίας και του τέλους εποχής της δυτικής πρωτοκαθεδρίας.

Αφού βρήκαμε τραπέζι και παραγγείλαμε, στράφηκα σε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες πτυχές της θεωρίας του περί της «μεγάλης σύγκλισης» της Ασίας και της Δύσης - της ανοχής που επιδεικνύει απέναντι στον αυταρχισμό του κινεζικού καθεστώτος. Η αναδυόμενη ασιατική υπερδύναμη, σημείωσα, όντως έχει πετύχει τεράστια επιτεύγματα στην οικονομική ανάπτυξη και τη μείωση της φτώχειας τα τελευταία 35 χρόνια.

Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, η απουσία ενός πλαισίου στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν ελεύθερα διαφορετικές ή αιρετικές σκέψεις, δεν αποτελεί ζωτικό μειονέκτημα;

«Μία από τις μεγάλες αδυναμίες της δυτικής σκέψης είναι μία τάση να βλέπει τα πράγματα ως μαύρα ή άσπρα. Ή είσαι ελεύθερος ή είσαι ανελεύθερος» απαντά αφοπλιστικά ο Μαμπουμπάνι. Αυτός ο τρόπος σκέψης, σημειώνει, είναι προϊόν ενός «μονοθεϊστικού κόσμου». Στο ινδουιστικό περιβάλλον στο οποίο εκείνος μεγάλωσε, αντιθέτως, «λατρεύαμε πολλές θεότητες».

Σύμφωνα με την εκτίμησή του, ζούμε σήμερα «τη μετάβαση από έναν άκαμπτο ασπρόμαυρο κόσμο σε ένα πολύχρωμο, καλειδοσκοπικό κόσμο. Οντως, οι Κινέζοι δεν έχουν το δικαίωμα να βγουν στους δρόμους και να διαμαρτυρηθούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν την ελευθερία να προτείνουν διαφορετικές λύσεις με πιο διακριτικούς τρόπους. Οι νέοι Κινέζοι σήμερα έχουν πρόσβαση σε πολύ περισσότερη πληροφορία από οποτεδήποτε άλλοτε. Δεν είναι τυχαίο ότι πλέον η υπ’ αριθμόν ένα γλώσσα στο Διαδίκτυο είναι τα μανδαρίνικα, ή ότι Κινέζοι καθηγητές παραιτούνται από θέσεις στο διδακτικό προσωπικό βορειοαμερικανικών πανεπιστημίων για να επιστρέψουν στην Κίνα. Συνολικά εκατό εκατομμύρια Κινέζοι φεύγουν κάθε χρόνο από τη χώρα τους για ταξίδια και επιστρέφουν πίσω. Είναι εκπληκτικό νούμερο! Αν πείτε σε έναν Κινέζο σήμερα ότι το μυαλό του είναι κλειστό, θα σας κοιτάξει απορημένος».

Οι «προφητείες»

Ο Μαμπουμπάνι αναφέρεται περιπαικτικά στην πληθώρα προφητειών για το τέλος του κινεζικού θαύματος ως «το αγαπημένο χόμπι των Αγγλοσαξόνων διανοούμενων». Του αναφέρω την αντίστοιχη βιομηχανία πρόβλεψης της κατάρρευσης των ΗΠΑ, η οποία έχει διαρκέσει δεκαετίες. Συμμερίζεται την άποψη όσων μιλούν για την οικονομική παρακμή της Αμερικής;

«Οχι. Οι ΗΠΑ από πολλές απόψεις παραμένουν ισχυρές, και είμαι ευτυχής γι’ αυτό. Αντιμετωπίζουν, βέβαια, διαρθρωτικά προβλήματα -όπως το διαρθρωτικό έλλειμμα που προκύπτει από τα κοινωνικά προγράμματα- τα οποία δυσκολεύονται να διαχειριστούν, ακόμα και να παραδεχθούν. Δεν έχουν ακόμα πιεστεί ώστε να αναλάβουν δράση, γιατί όλος ο κόσμος ακόμα αγοράζει αμερικανικά ομόλογα».

Ωστόσο, σε σχέση με την άνοδο της Κίνας, ο Μαμπουμπάνι εγκωμιάζει την αυτοσυγκράτηση των ΗΠΑ. «Δεν έχουν υποπέσει στην “παγίδα του Θουκυδίδη”, όπου η μεγάλη δύναμη που βαίνει προς αντικατάσταση προσπαθεί να καταπιέσει την αναδυόμενη δύναμη» σημειώνει, με εξαίρεση υποθέσεων όπως την κινεζικής εμπνεύσεως Ασιατική Τράπεζα Υποδομών και Επενδύσεων (AIIB), στην οποία αντιστρατεύθηκε η Ουάσιγκτον από την πρώτη στιγμή.

Λάθος η πολιτική της Ε.Ε. για τις αφρικανικές χώρες

Παρά την ανοχή του απέναντι στα αυταρχικά χαρακτηριστικά των ασιατικών κοινωνιών, ο Μαμπουμπάνι θεωρεί ότι ο βασικός λόγος που οι οικονομίες της Ασίας εκτοξεύθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες ήταν επειδή υιοθέτησαν βασικά χαρακτηριστικά του δυτικού καπιταλισμού. Πώς βλέπει το μέλλον του καπιταλισμού στη μετά-Lehman Βrothers εποχή;

Ο συνομιλητής μου επικαλείται τον Ινδό νομπελίστα οικονομολόγο Αμάρτια Σεν. «Οταν μίλησε στη σχολή μου [σ.σ.: το 2006], ο Σεν είπε ότι αυτό που χρειάζεται τώρα ο κόσμος είναι το αόρατο χέρι της ελεύθερης αγοράς και το ορατό χέρι της καλής διακυβέρνησης. Δεν πρέπει να είναι βαρύ χέρι, αλλά το κράτος έχει ένα ρόλο να παίξει. Δεν πρέπει να αποφασίζει πόσες οδοντόκρεμες θα παραχθούν, αλλά πρέπει να διασφαλίζει ότι δεν θα δηλητηριάζουν αυτούς που τις αγοράζουν, ότι οι εργαζόμενοι που τις παράγουν δεν θα λαμβάνουν μισθούς πείνας και ότι δεν θα δημιουργηθεί μονοπώλιο που θα επιτρέψει στην εταιρεία να επιβάλει υψηλές τιμές στους καταναλωτές».

Επιπλέον, όπως σημειώνει, ο ρόλος του κράτους εξελίσσεται με τον βαθμό ανάπτυξης μιας οικονομίας. «Στα αρχικά στάδια, η κρατική παρέμβαση είναι ιδιαίτερα σημαντική. Στη συνέχεια, καθώς η οικονομία αποκτά δυναμική, η παρουσία του κράτους πρέπει να γίνεται πιο διακριτική».

Αυτό είναι που προσπαθεί να κάνει η Κίνα στην τρέχουσα συγκυρία, όπως εκτιμά. Αφηγείται μάλιστα την εξής χαρακτηριστική συνομιλία, μεταξύ ενός Αμερικανού γερουσιαστή (o οποίος και του τη μετέφερε) και του νυν πρωθυπουργού της Κίνας Λι Κετσιάνγκ: «Ο γερουσιαστής τον ρώτησε πώς θα αντιμετωπίσει η Κίνα το πρόβλημα της διαφθοράς. Η απάντηση του Λι Κέτσιανγκ ήταν ότι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί είναι να σταματήσει να έχει ρόλο το κράτος στην κατανομή των πόρων - να περάσει εξ ολοκλήρου στον ιδιωτικό τομέα».

Μιλώντας για την αδυναμία της Ευρώπης να προσαρμοστεί στη νέα εποχή της παγκοσμιοποίησης, η κουβέντα στρέφεται στη μετανάστευση. Εκεί, ο Μαμπουμπάνι -πιο φιλελεύθερος από πολλούς δυτικούς φιλελεύθερους- βρίσκει ευκαιρία να μιλήσει για το ελεύθερο εμπόριο: «Ηταν λάθος να μην υπογράψετε συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου με τις αφρικανικές χώρες. Με το να τους δίνετε οικονομική βοήθεια, αντί για πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές, δημιουργήσατε μία κουλτούρα εξάρτησης. Η ΚΑΠ έχει συντρίψει την αφρικανική γεωργία. Η Αφρική είχε δύο επιλογές: είτε θα εξήγε προϊόντα στην Ευρώπη, είτε ανθρώπους. Με την πολιτική σας, τους αναγκάσατε να κάνουν εξαγωγή ανθρώπων».

Η Ευρώπη έχει να μάθει πολλά από την Ασία της παγκοσμιοποίησης

Η χώρα καταγωγής του Μαμπουμπάνι, η πόλη-κράτος της Σιγκαπούρης, αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα ραγδαίας βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου στην ανθρώπινη ιστορία. Το 1959, στην αρχή της πρωθυπουργικής θητείας του εθνάρχη της Σιγκαπούρης Λι Κουάν Γιου (ο οποίος απεβίωσε λίγες μέρες μετά το «Γεύμα»), το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας του ήταν χαμηλότερο από 3.000 δολάρια. Σήμερα, ξεπερνά τα 50.000 δολάρια, τοποθετώντας τo κρατίδιο των μόλις 700 τ. χλμ. στην πεντάδα των πλουσιότερων χωρών του κόσμου. Η Σιγκαπούρη διακρίνεται σταθερά σε τομείς που θα έπρεπε να ενδιαφέρουν ιδιαίτερα όσους καθορίζουν τη δημόσια πολιτική στη χώρα μας: την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης και την ανταγωνιστικότητά της.

«Η Ελλάδα μπορεί να μάθει πολλά από τη Σιγκαπούρη» λέει ο Μαμπουμπάνι. «Ο υψηλότερος συντελεστής εισοδήματος φυσικών προσώπων στη χώρα μου είναι 22%. Με αυτόν τον συντελεστή μπορούμε και πληρώνουμε για την καλύτερα αμειβόμενη κυβέρνηση στον κόσμο. Είμαστε μία οικονομία μηδενικών επιδοτήσεων». Ο συνομιλητής μου αναφέρεται στην αυστηρή διαδικασία αξιολόγησης, που λαμβάνει χώρα ετησίως στις τάξεις της ελίτ της δημόσιας διοίκησης της Σιγκαπούρης. «Οταν ήμουν μόνιμος γενικός διευθυντής στο υπουργείο Εξωτερικών, 15 από εμάς [σ.σ.: στην κορυφή της δημοσιοϋπαλληλικής πυραμίδας] εξετάζαμε τους 250 πιο υψηλόβαθμους αξιωματούχους, με γνώμονα τις προοπτικές. To 5% στην κορυφή της κατάταξης προοριζόταν για ταχύρρυθμη προαγωγή. Οσοι βρίσκονταν στο χαμηλότερο 5% δέχονταν την προτροπή να παραιτηθούν».

Για να αναδείξει την έλλειψη της λογικής των ημετέρων, την πλήρη αξιοκρατία που διέπει τη δημόσια διοίκηση στη χώρα του, ο Μαμπουμπάνι δεν διστάζει να μιλήσει για την προσωπική του ιστορία. Η οικογένειά του καταγόταν από την ινδική επαρχία Σιντ, που με τη βίαιη διχοτόμηση του 1947 έγινε μέρος στο Πακιστάν. Οι γονείς του διέφυγαν τότε στη Σιγκαπούρη, όπου και γεννήθηκε, σε συνθήκες φτώχειας, το 1948.

«Δεν ανήκα απλά σε μειονότητα - ανήκα σε μειονότητα εντός μιας μειονότητας» εξηγεί. Το 75% του πληθυσμού της Σιγκαπούρης είναι Κινέζοι. Το 15% ήταν μουσουλμάνοι μαλαισιανής καταγωγής και το 6-8% είναι Ινδοί. Οι περισσότεροι Ινδοί δεν προέρχονται από Σιντ, αλλά από τη νότια Ινδία. Παρότι όμως προερχόμουν από τη μειονότητα της μειονότητας, έγινα πρέσβης της χώρας μου στα Ηνωμένα Εθνη».

Και συνεχίζει: «Το σύστημα [σ.σ.: στη Σιγκαπούρη] αναζητά τα άτομα με προοπτική. Από πολύ νωρίς - ήδη από το σχολείο, με υποτροφίες και άλλα βοηθήματα». Του αναφέρω στο σημείο αυτό την -ιστορική, πλέον- ρήση Μπαλτά, ότι «η αριστεία είναι ρετσινιά». «Στη Σιγκαπούρη, η αριστεία είναι θεός!» απαντά εμφατικά.

Αλλά ο Μαμπουμπάνι θεωρεί ότι και η Ευρώπη, η κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού, έχει πολλά να μάθει από την αναδυόμενη Ανατολή. Στην πρωινή του εισήγηση στην εκδήλωση του «Δικτύου», ο Σιγκαπουριανός ακαδημαϊκός άσκησε σκληρή κριτική κατά των Ευρωπαίων πολιτικών, λέγοντας ότι δεν είπαν στους ψηφοφόρους τους την αλήθεια για την παγκοσμιοποίηση. Τον ρωτάω τι θα έλεγε στους πολίτες της Ευρώπης αν ήταν Ευρωπαίος πολιτικός για να τους πείσει ότι παρά το κόστος, η παγκοσμιοποίηση εξακολουθεί να είναι ο πιο επιθυμητός δρόμος;

Η Ανατολική Ασία ξύπνησε

«Κατ’ αρχάς, θα έλεγα ότι η παγκοσμιοποίηση ξεκίνησε από την Ευρώπη. Τον 19ο αιώνα, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος κοιμόταν, η Ευρώπη κατέκτησε τους πάντες. Αποφασίσατε ότι η Ευρώπη δεν σας αρκούσε και εποικίσατε την Ινδία, τη νοτιοανατολική Ασία, μέρος της Κίνας. Ξυπνήσατε πολιτισμούς που βρίσκονταν για πολύ καιρό σε λήθαργο. Τώρα όμως έχουν ξυπνήσει για τα καλά. Θέλουν να συμμετάσχουν στον κόσμο που η Ευρώπη δημιούργησε. Δεν μπορείτε να τους πείτε να ξαναπέσουν για ύπνο».

Θεωρεί ότι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των ακροδεξιών και των ακροαριστερών αντιευρωπαϊκών κομμάτων σε χώρες της Ε.Ε. αφορά ακριβώς αυτήν την άρνηση της παγκοσμιοποίησης; «Ναι, έτσι πιστεύω. Το θλιβερό είναι ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι στην Ασία των οποίων οι οικονομίες έχουν προσχωρήσει στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο θέλουν να απολαύσουν τον ίδιο αστικό, ειρηνικό τρόπο ζωής που απολαμβάνουν οι Ευρωπαίοι. Το όνειρό τους είναι να γίνουν σαν την Ευρώπη. Και την ίδια στιγμή, όλο και περισσότεροι στην Ευρώπη θέλουν να κατέβουν από το τρένο».

Τον εκπλήσσει η επιρροή κινημάτων και ιδεολογιών που στρέφονται κατά της παγκοσμιοποίησης, αλλά και της νεωτερικότητας γενικότερα, με πιο ακραίο παράδειγμα το φονταμενταλιστικό Ισλάμ; «Είναι αλήθεια ότι ο αραβικός κόσμος δυσκολεύεται ιδιαίτερα να εκσυγχρονιστεί», απαντά. «Και είναι απίστευτo ότι η απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από τις ακτές της Β. Αφρικής είναι μόλις μερικές εκατοντάδες μίλια, κι όμως η Ευρώπη δεν έχει καταφέρει να μεταφέρει εκεί το πνεύμα της νεωτερικότητας».

Η συνάντηση
Το γεύμα έλαβε χώρα στο εστιατόριο του Μουσείου Μπενάκη στη Βασιλίσσης Σοφίας. Ο υψηλός καλεσμένος της «Κ» επέλεξε τις γαρίδες, εγώ την πίτα ημέρας, και μοιραστήκαμε μία σαλάτα με ρόκα και παρμεζάνα. Γι’ αυτά, συν μία μπίρα, ένα τσάι και έναν εσπρέσο, ο λογαριασμός ήταν 44,90 ευρώ. Στη συνέχεια, περπατήσαμε μαζί στο Κολωνάκι, όπου ο Μαμπουμπάνι, γέννημα της Σιγκαπούρης, πρωτεύουσας της τάξης και της πειθαρχίας, είχε την ευκαιρία να θαυμάσει εξαιρετικά δείγματα της ελληνικής προσέγγισης στη στάθμευση αυτοκινήτων.

Oι σταθμοί του

1948
Γεννιέται στη Σιγκαπούρη, μέλος της ινδικής μειονότητας των Σίντι.

1967
Σπουδάζει Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Σιγκαπούρης, με προεδρική υποτροφία.

1971
Εισάγεται στη διπλωματική υπηρεσία της χώρας.

1984
Διορίζεται για πρώτη φορά πρέσβης της Σιγκαπούρης στον ΟΗΕ. με πενταετή θητεία.

1991-2
Εταίρος στο Center for International Affairs του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ.

1993
Διορίζεται μόνιμος γενικός διευθυντής στο υπουργείο Εξωτερικών της Σιγκαπούρης.

1998
Επιστρέφει στη Νέα Υόρκη ως πρέσβης στον ΟΗΕ.

2004
Αποχωρεί από το υπ. Εξωτερικών και αναλαμβάνει πρύτανης στη Σχολή Lee Kuan Yew του Εθνικού Πανεπιστημίου της Σιγκαπούρης.

2009
Συμπεριλαμβάνεται σε λίστα των Financial Times με τους 50 ανθρώπους που θα καθορίσουν τον διάλογο για το μέλλον του καπιταλισμού.