Showing posts with label Διδακτικές ιστορίες. Show all posts
Showing posts with label Διδακτικές ιστορίες. Show all posts

Tuesday, May 2, 2023

Η μάχη στην ψυχή του ανθρώπου (οι δυό λύκοι)

Ένα βράδυ ένας γέρος ινδιάνος της φυλής Τσερόκι, μίλησε στον εγγονό του για τη μάχη που γίνεται μέσα στην ψυχή των ανθρώπων και του είπε:

– Γιέ μου, η μάχη γίνεται ανάμεσα σε δυο λύκους που έχουμε όλοι μέσα μας.

Ο ένας είναι το Κακό. Είναι ο θυμός, η ζήλια, η θλίψη, η απογοήτευση, η απληστία, η αλαζονεία, η ενοχή, η προσβολή, τα ψέματα, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, και το εγώ.

Ο άλλος είναι το Καλό. Είναι η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη, η ελπίδα, η ηρεμία, η ταπεινοφροσύνη, η ευγένεια, η φιλανθρωπία, η συμπόνια, η γενναιοδωρία, η αλήθεια, η ευσπλαχνία.

Ο εγγονός το σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά ρώτησε τον παππού του:

– Και ποιος λύκος νικάει;

Ο γέρος Ινδιάνος Τσερόκι απάντησε απλά:

– Αυτός που ταΐζεις.  

Sunday, December 1, 2019

The Little Red Hen Redux

The Little Red Hen Redux

BRUCE F. KRUEGER·THURSDAY, NOVEMBER 7, 2019

One bright, sun-shiny day at the collective farm, the Little Red Hen came across some seeds of wheat on the road.


“I have found some wheat grains!”exclaimed the Little Red Hen. “Who will help me plant them?”
“Not I!” said the Fat Cat.
“Not I!” said the Running Dog.
“Not I!” said the Bourgeois Pig.
“Not I!” said the Dirty Rat.

“Then I shall,” said the Little Red Hen.


So she scratched the ground and buried the kernels. In time, they grew into tall stalks... all golden and fine.
“Who will help me cut and thresh the wheat?” asked the Little Red Hen.
“Not I!” said the Fat Cat.
“Not I!” said the Running Dog.
“Not I!” said the Bourgeois Pig.
“Not I!” said the Dirty Rat.
“Then I shall,” said the Little Red Hen.
So she cut the stems with her beak and threshed and winnowed the grain with her wings.
“Who will help me get this wheat milled?” asked the Little Red Hen.
“Not I!” said the Fat Cat.
“Not I!” said the Running Dog.
“Not I!” said the Bourgeois Pig.
“Not I!” said the Dirty Rat.
“Then I shall,” said the Little Red Hen.
So she took the wheat down the road to the Sovkhoz mill where comrade workers ground it into a fine powder. The Little Red Hen then carried the bag of flour all the way home.



“Now who will help me make the bread?” asked the Little Red Hen.
“Not I!” said the Fat Cat.
“Not I!” said the Running Dog.
“Not I!” said the Bourgeois Pig.
“Not I!” said the Dirty Rat.
“Then I shall,” said the Little Red Hen.
So she added water to the flour, and kneaded it with her feet. And the dry powder became a soft, pliable dough.



“I think you need to add yeast,” said the Silly Goose.
“Where the hell am I going to get yeast?!” asked the Little Red Hen as she placed the dough into in a preheated (350°) oven and baked the bread for forty minutes.
When the avocado green timer went off, the Little Red Hen asked, “Now who will help me eat this delicious, unleavened bread?”


“We will!” exclaimed the Fat Cat, the Running Dog, the Bourgeois Pig, and the Dirty Rat.
“Nuh-uhhh!” said the Little Red Hen. “No, you shan’t!” She then put on and adjusted her colorful cloth napkin, which she had purchased just a year ago when NEP was in place.
Shortly thereafter, a couple of Checkists arrived and sat to table along with the Little Red Hen. Together, they all enjoyed her tasty baked bread. Upon leaving, they took along the useless parasites for political reëducation.~


THE [LITTLE RED] END, SHEEPLE. 
Παραλλαγή του αγγλικού παιδικού παραμυθιού : "The little red hen."
Αποχή απο δουλειά, αλλά όλοι θυμούνται την ίσια μοιρασιά..
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια μικρή κόκκινη κλώσσα, που σκάλιζε το χώμα στη φάρμα που ζούσε, μέχρι που ανακάλυψε μερικούς σπόρους σιταριού. Φώναξε τότε τους γείτονές της και τους είπε 'Αν φυτέψουμε αυτούς τους σπόρους, θα μπορέσουμε να έχουμε ψωμί να φάμε. Ποιος θα με βοηθήσει στο όργωμα και στο φύτεμα;' Ρώτησε η μικρή κόκκινη κλώσσα.

'Όχι εγώ', είπε η αγελάδα, 'τέλειωσε το ωράριο μου'.
'Όχι εγώ', είπε η πάπια, 'σήμερα έχω ημιαργία'.
'Όχι εγώ', είπε το γουρούνι, 'έχω πάρει άδεια αιμοδοσίας'.
'Όχι εγώ', είπε η χήνα, 'ψάχνω για δουλειά'. ....
'Θα το κάνω τότε μόνη μου', είπε η μικρή κόκκινη κλώσσα. Κι έτσι κι έκανε. Όργωσε το χωράφι, φύτεψε τους σπόρους, πότισε το χωράφι, το σιτάρι ψήλωσε κι ωρίμασε, που έγινε ψηλό και ολόχρυσο. 'Ποιος θα με βοηθήσει να θερίσω το
σιτάρι;' Ρώτησε τότε η μικρή κόκκινη κλώσσα.
'Όχι εγώ', είπε η πάπια, 'σήμερα κάνω στάση εργασίας.'
'Όχι εγώ, είναι εκτός της ειδικότητας μου', είπε το γουρούνι.
'Όχι εγώ, θα χάσω την αρχαιότητά μου', είπε η αγελάδα.
'Όχι εγώ, θα χάσω το επίδομα ανεργίας', είπε η χήνα.
'Θα το κάνω τότε μόνη μου', είπε η μικρή κόκκινη κλώσσα. Κι έτσι κι έκανε.
Θέρισε το σιτάρι, έφτιαξε το αλεύρι και έφτασε επιτέλους η ώρα να φτιαχτεί το ψωμί. 'Ποιος θα με βοηθήσει να ζυμώσω το ψωμί;' ρώτησε η μικρή κόκκινη κλώσσα.
'Όχι εγώ, θα ήταν υπερωρία αν σε βοηθούσα', είπε η αγελάδα.
'Όχι εγώ, θα έχανα το επίδομα της έγκαιρης προσέλευσης', είπε η πάπια.
'Όχι εγώ, θα έχανα το επίδομα ωρίμανσης, είπε το γουρούνι.
'Όχι εγώ, θα ήτανε ρατσιστικό να ήμουν εγώ η μόνος βοηθός', είπε η χήνα.
'Θα το κάνω τότε μόνη μου', είπε η μικρή κόκκινη κλώσσα. Ζύμωσε κι έψησε πέντε φρατζόλες. Μύρισε όμορφα το φρεσκοψημένο ψωμί, σε όλη η φάρμα και τότε
μαζεύτηκαν όλα τα ζώα. Όλα θέλανε - για την ακρίβεια απαιτούσανε -, μερίδιο απ' το ψωμί. Αλλά η μικρή κόκκινη κλώσσα είπε, 'Όχι, μπορώ να φάω και τις πέντε φρατζόλες μοναχή μου'.
'Αίσχος - Κερδοσκοπία!', φώναξε η αγελάδα.
'Καπιταλιστική βδέλλα!', ούρλιαξε η πάπια.
'Απαιτώ ίσα δικαιώματα!', διαμαρτυρήθηκε η χήνα.
Και το γουρούνι, απλώς γρύλισε, καθώς βαρέθηκε να κάνει κάτι παραπάνω.
Και γράψανε σε πλακάτ 'Αδικία', 'Η μικρή κόκκινη κλώσσα να φορολογηθεί', 'Να κρατικοποιηθεί το ψωμί', 'Τα πεινασμένα ζώα έχουν δίκιο', 'Νόμος είναι το δίκιο του γουρουνιού' και κάνανε πορεία γύρω - γύρω από τη μικρή κόκκινη
κλώσσα φωνάζοντας διάφορα συνθήματα.

Τότε ήρθε ο αντιπρόσωπος της κυβέρνησης και είπε στη μικρή κόκκινη κλώσσα.'Δε πρέπει να είσαι τόσο άπληστη, δεν μπορείς να το φας μόνη σου'.
'Μα εγώ δούλεψα μόνη μου, για να φτιαχτεί αυτό το ψωμί, κανένας άλλος δεν μe βοήθησε', είπε η μικρή κόκκινη κλώσσα. 'Ολομόναχη μου, τα έκανα όλα.'

'Ακριβώς', είπε ο αντιπρόσωπος της κυβέρνησης. 'Αυτή είναι η ομορφιά της ελεύθερης αγοράς. Καθένας μπορεί να δουλεύει όσο θέλει. Αλλά, με τους σύγχρονους κρατικούς κανονισμούς, το ψωμί θα πρέπει να μοιραστεί σε όλα τα ζώα και η εσύ μικρή κόκκινη κλώσα, θα πρέπει να δώσεις φόρο την μισή φρατζόλα ψωμιού στο κράτος, να πληρώσεις ακόμα φόρο ακίνητης περιουσίας για το χωράφι που όργωσες, να πληρώσεις για να δημοσιεύσεις στις εφημερίδες φωτογραφίες του ψωμιού που έψησες και να πληρώσεις εισφορές στα ταμεία των αγροτών, των μυλωνάδων και αρτοποιών, οπότε θα σου μείνει το ένα τέταρτο της φρατζόλας. 

Τι νομίζεις δηλαδή, ότι εσύ θα τρως και οι άλλοι θα πεινάνε;' Και έζησε η μικρή κόκκινη κλώσσα καλά -με το ένα τέταρτο της φρατζόλας-, και τα υπόλοιπα ζώα -με τις ολόκληρες φρατζόλες- ακόμα καλύτερα. Κι από τότε, η μικρή κόκκινη κλώσσα σταμάτησε να φτιάχνει το ψωμί της σε αυτήν τη φάρμα και πήγαινε σε άλλη φάρμα. Οι γείτονές της όμως, η πάπια, η αγελάδα, το γουρούνι και η χήνα αναρωτιόνται ακόμα μέχρι σήμερα γιατί η μικρή κόκκινη κλώσσα δεν έφτιαξε ποτέ ξανά άλλο ψωμί.
Παραλλαγή του αγγλικού παιδικού παραμυθιού : "The little red hen."


Wednesday, November 11, 2015

Οι τυφλοί και ο ελέφαντας

Μια διδακτική ιστορία
Μια φορά και έναν καιρό ήταν 6 τυφλοί άντρες που κάθονταν σε ένα παγκάκι στο πάρκο και συζητούσαν. ‘Έλεγαν πως ενώ η φύση τους είχε αδικήσει και δεν τους είχε δώσει την δυνατότητα να βλέπουν τον κόσμο γύρω τους, όπως οι άλλοι άνθρωποι, εν τούτοις, τους είχε δώσει την δυνατότητα να αναπτύξουν περισσότερο τις υπόλοιπες αισθήσεις τους, και κυρίως την αφή, ώστε να μπορούν να καταλαβαίνουν με τα χέρια τους τι είναι το κάθε τι που βρίσκεται μπροστά τους. Όλοι συμφωνούσαν ότι μπορούσαν να ψηλαφίσουν κάτι με τα χέρια τους και να καταλάβουν αμέσως τι είναι αυτό που πιάνουν.
Παρακάτω, καθόταν ένας γέρος. Δεν μίλαγε, αλλά άκουγε με ενδιαφέρον και περιέργεια αυτά που έλεγαν οι 6 τυφλοί άντρες. Ήταν πολύ μεγάλος σε ηλικία και η μεγάλη εμπειρία του από τη ζωή τον είχε κάνει σοφό. Είχε μάθει να μην βιάζεται να κρίνει ή να απορρίψει κάτι και να δέχεται πως κάθε πράγμα, κάθε θέμα, μπορεί να έχει πολλές όψεις. «Ένα πράγμα μπορεί να είναι έτσι αλλά και αλλιώς», συνήθιζε να λέει.

Μετά από αρκετή ώρα και αφού είχε ακούσει προσεκτικά όσα έλεγαν οι τυφλοί άντρες δίπλα του, τους πλησίασε και τους ρώτησε: «Πώς είστε τόσο σίγουροι πως ό,τι ακουμπάτε, ό,τι ψηλαφίζετε με τα χέρια σας, μπορείτε να καταλάβετε αμέσως τι είναι και να είστε σίγουροι για αυτό; Πώς ξέρετε ότι δεν κάνετε λάθος;» Οι 6 τυφλοί άντρες του απάντησαν ότι δεν κάνουν ποτέ λάθος και ότι αν ήθελε να το διαπιστώσει και ο ίδιος, μπορούσε να τους βάλει μία δοκιμασία.

Ο γέρος δέχτηκε και την επόμενη μέρα τους συνάντησε πάλι στο πάρκο για τη μεγάλη δοκιμασία. Ο γέρος έφερε μαζί του έναν ελέφαντα και έβαλε τους 6 άντρες να τον πλησιάσουν και ένας, ένας να τον ακουμπήσουν με τα χέρια τους και να του πουν τι είναι.

Ο πρώτος τυφλός άντρας, πλησιάζοντας τον ελέφαντα από το πλάι, έπεσε πάνω στο σκληρό και σταθερό του σώμα. Ψηλαφίζοντας με τα χέρια του την τεράστια και σκληρή πλευρά του ελέφαντα, κατέληξε με στόμφο: « Μα αυτό είναι, φυσικά, ένας τοίχος!».

Ο δεύτερος τυφλός άντρας, από εκεί που στεκόταν, πλησίασε τον ελέφαντα από μπροστά και έπιασε την προβοσκίδα του. Αφού περιεργάστηκε με τα χέρια του την μακριά, κυλινδρική προβοσκίδα του ελέφαντα, είπε με σιγουριά: «Μου έχεις φέρει ένα φίδι, αυτό είναι ένα φίδι!».

Ο τρίτος άντρας, που στεκόταν λίγο πιο πέρα, έπιασε τους χαυλιόδοντες του ελέφαντα. Ήταν λείοι και μυτεροί σαν βέλη και ο τυφλός άντρας αμέσως αναφώνησε: «Αυτά που πιάνω είναι ακόντια, είναι σίγουρα ακόντια!».

Ο τέταρτος τυφλός άντρας, που είχε μακριά χέρια, έπιασε τα αφτιά του ελέφαντα που κουνιούνταν πέρα δώθε και όπως τα περιεργάστηκε, κατέληξε: «Είναι τα σκληρά φύλλα από έναν ανεμιστήρα που κουνιέται!».

Ο πέμπτος άντρας, που ήταν πιο κοντός, έπιασε τα πόδια του ελέφαντα. Τα χάιδεψε με τα χέρια του μέχρι κάτω, τα έτριψε, και γυρνώντας προς τον γέρο-σοφό, είπε με μεγάλη βεβαιότητα: «Είναι ένας χοντρός, τραχύς κορμός δέντρου, είμαι βέβαιος!».
Ο γέρος είπε και στον τελευταίο τυφλό άντρα να πλησιάσει και εκείνος, ψάχνοντας με τα χέρια του, έπιασε την ουρά του ελέφαντα. Ήταν μακριά, κυλινδρική και τραχιά σαν χοντρό σχοινί. «Είναι σχοινί. Είναι σίγουρα ένα χοντρό, δυνατό σχοινί!» αναφώνησε.

Αφού τελείωσαν και οι έξι, ο σοφός γέρος τους φώναξε κοντά του και τους είπε: «Κάνατε όλοι λάθος. Κανένας σας δεν βρήκε τι ήταν αυτό που είχε μπροστά του, που άγγιζε με τα χέρια του. Και όμως ήσασταν και οι έξι τόσο σίγουροι για τις απαντήσεις σας! Αυτό που πιάσατε όλοι σας ήταν ένας ελέφαντας. Ανάλογα όμως με την θέση όπου στεκόταν ο καθένας σας, ανάλογα με το ύψος του και το μάκρος των χεριών του, έπιανε με τα χέρια του ένα διαφορετικό σημείο του ελέφαντα.

Έτσι, ένας νόμιζε ότι πιάνει έναν τοίχο, ο άλλος ένα φίδι, ο τρίτος ένα ακόντιο, ο τέταρτος τα φύλλα ενός ανεμιστήρα, ο πέμπτος έναν κορμό δέντρου και ο τελευταίος ένα δυνατό σχοινί. Κανένας σας όμως δεν κατάλαβε ότι αυτό που αγγίζατε, αυτό που περιεργαζόσασταν και ψηλαφίζατε ήταν πολύ μεγαλύτερο και είχε και άλλα μέρη, και άλλες πλευρές και άλλα σημεία που θα μπορούσατε να πιάσετε για να καταλάβετε τι πραγματικά είναι. Έτσι, κανένας σας δεν προχώρησε πιο πέρα για να αγγίξει και τα άλλα μέρη του ελέφαντα, κανένας δεν είχε ολοκληρωμένη αίσθηση του σώματος του ελέφαντα, ώστε, από τα διαφορετικά χαρακτηριστικά του, να μπορέσει να καταλάβει ότι αυτό που αγγίζει είναι ένας ελέφαντας!».

Οι έξι τυφλοί άντρες είχαν χάσει τη μιλιά τους. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν πόσο λάθος είχαν κάνει όλοι τους. Έτσι, με σεβασμό ζήτησαν, πλέον, από τον σοφό γέρο να τους εξηγήσει το λάθος τους, ώστε να μπορέσουν να γίνουν καλύτεροι. Και ο γέρος τους είπε: «Ο κάθε άνθρωπος, και αυτός που τα μάτια του βλέπουν καλά και καθαρά, ανάλογα με το ποιος είναι και με τη θέση που βρίσκεται, μπορεί να βλέπει ή να νιώθει διαφορετικά το ίδιο πράγμα. Για να είμαστε σίγουροι για κάτι, πρέπει να το επιβεβαιώσουμε πολύ καλά και πολλές φορές και κυρίως, πρέπει να το πλησιάσουμε, να το «δούμε» ολόκληρο.

Εσείς δεν ψηλαφίσατε τον ελέφαντα ολόκληρο. Ο καθένας σας άγγιξε το σημείο από το σώμα του ελέφαντα που ήταν πιο κοντά του και από εκεί έβγαλε το συμπέρασμα του, το οποίο βέβαια, ήταν λάθος γιατί αφορούσε μόνο ένα κομμάτι και όχι το σύνολο. Δεν μπορούμε να κρίνουμε κάτι και να βγάλουμε συμπέρασμα, ότι και να είναι αυτό, εάν δεν το δούμε, δεν το «αγγίξουμε» από παντού, από όλες τις πλευρές του, ώστε να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα και να μπορούμε να εκφράσουμε μία σωστή άποψη».

«Ένας ακόμα λόγος που δεν μπορέσατε να βρείτε τι είναι αυτό που όλοι σας αγγίζατε, είναι ότι δεν συνεργαστήκατε μεταξύ σας. Ακόμα και χωρίς να ξέρετε ότι σε όλους σας έχω δώσει τον ίδιο ελέφαντα να πιάσετε, αν μιλούσατε μεταξύ σας και λέγατε ο ένας στον άλλον τι πιάνετε με τα χέρια σας και τι καταλαβαίνετε από αυτό, τότε συνδυάζοντας τις εμπειρίες και τις εντυπώσεις σας από το άγγιγμα του ελέφαντα, θα μπορούσατε να βρείτε τι είναι. Πάντοτε έχουμε να κερδίσουμε από τη συνεργασία με άλλους ανθρώπους ακόμα και αν θεωρούμε ότι αυτά που κάνει ο καθένας μας είναι διαφορετικά και δεν έχουν σχέση με αυτά που κάνει ο άλλος.

Αν λέγατε όλοι τη γνώμη σας για το τι είναι αυτό που αγγίζατε, αν ανταλλάσατε απόψεις, στο τέλος θα καταφέρνατε συνδυάζοντας τις γνώμες σας και τα ευρήματα σας να βρείτε την αλήθεια. Πριν καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα, είναι καλό να μιλάμε και με άλλους ανθρώπους, να ακούμε και να προσπαθούμε να καταλάβουμε και την δική τους άποψη, πριν βεβαιωθούμε για τα δικά μας συμπεράσματα.»
(προσαρμοσμένο από το ποίημα “ The Blind Men and the Elephant” του Αμερικανού ποιητή John Godfrey Saxe (1816--1887)