Showing posts with label Χρονογράφημα. Show all posts
Showing posts with label Χρονογράφημα. Show all posts

Friday, May 22, 2009

Αυτό το διαμέρισμα το κρατάω για άλλη... φάρα

Μικρές ανθρώπινες... αληθινές ιστορίες

Γράφει η
Στρατούλα Τραμουντάνη - Γκόγκα

Τον Χουσείν τον γνώρισα μια βροχερή ημέρα στη Λάρνακα, καθώς πήγαινα στο διαμέρισμα της πολυκατοικίας όπου μένω. Έμενε και ο ίδιος στον 2ο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας, στην περιοχή του Μακένζι. Είκοσι χρονών, με το μελαψό χρώμα να καλύπτει με επιμέλεια την αμηχανία των χρόνων του και τα όνειρά του, που ταξίδεψαν χιλιόμετρα μακριά, περνώντας μέσα από ερήμους, ψηλά βουνά, απόκρημνες όχθες, θάλασσες, τουρκοκρατούμενα σπίτια και αυλές, για να’ρθουν να σμίξουν με την πολυμορφία της πόλης, εδώ στην Κύπρο.

Ο Χουσείν δεν έμοιαζε με τους άλλους μετανάστες από την Ανατολή. Καθώς έβγαζε από μέσα του τον καημό και τον πόνο του, δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Οι μνήμες και οι εικόνες από τη ζωή του στο Ιράκ, στη Βαγδάτη με τις βόμβες αγκαλιά, δεν του άφηναν πολλά περιθώρια. Έπρεπε να σφίξει την εφηβική καρδιά, να πνίξει το παρελθόν και να υπομένει το παρόν για να του χαμογελάσει το μέλλον.

Το Γραφείο Ευημερίας απείχε χιλιόμετρα από το σπίτι όπου έμενε μαζί με δύο άλλους μετανάστες από την Παλαιστίνη. Είχε υποβάλει τα χαρτιά του, για να λάβει το επίδομα εδώ και έξι μήνες και για κάποιους λόγους αυτό αργούσε και μαζί του αργούσε και η ζωή του. Σαν να μην έφταναν αυτά, έπρεπε να φύγει και από το σπίτι, γιατί δεν μπορούσαν άλλο οι Παλαιστίνιοι να τον φιλοξενούν. Ήταν και αυτή η διαφορά ηλικίας και νοοτροπίας που δυσκόλευε τα πράγματα. Ζήτησε τη βοήθειά μου και είναι αλήθεια πως δυσκολεύτηκα μέχρι να αποφασίσω. Στο τέλος όμως εκείνο το αναθεματισμένο φιλότιμο του Έλληνα έγειρε την πλάστιγγα, τον έβαλα στο αμάξι και αρχίσαμε τη γύρα,για να βρούμε μια καινούργια στέγη για κείνον και τα όνειρά του.

Είχε και κείνος δυό τρεις προτάσεις από συνομηλίκους φίλους του, γνωστούς από την πατρίδα, που προσφέρθηκαν να τον φιλοξενήσουν μέχρι να δει τι να κάνει. Τι να κάνει; Έπρεπε πρώτα να περάσουμε από τα κεντρικά να δούμε αν μπορούσαν να τον δεχτούν και ύστερα από έγκριση της ιδιοκτησίας. Φτάσαμε τηλεφωνικά μέχρι την Αγγλία, στην προσπάθειά μας να ανακαλύψουμε τον Κύπριο ιδιοκτήτη του καινούργιου διαμερίσματος. Του εξηγήσαμε την κατάσταση, του περιγράψαμε με τα καλύτερα λόγια τον Χουσείν και ποντάραμε στην ευαισθησία της καρδιάς ενός ανθρώπου που έζησε και ο ίδιος την προσφυγιά και τον πόνο του ξεριζωμού. Στο σύρμα του τηλεφώνου επικράτησε σιωπή.

Ένα όχι ακούστηκε που μου έσχισε την καρδιά και δαγκώθηκα. Βρήκα τη δικαιολογία πειστική. Πόσα άτομα να χωρέσει ένα σπίτι; Ήδη έμεναν τρία. Και αυτή η ψυχή; Τον ρώτησα ευγενικά εάν είχε κάποιο άλλο διαμέρισμα. Ναι, μου είπε ,αλλά δεν είναι γι’ αυτή την φάρα των ανθρώπων.

Και για ποια φάρα είναι αναρωτήθηκα, με όλες εκείνες τις σκέψεις που γκρεμίζουν τα όνειρα των ανθρώπων και μάλιστα των νέων. Για ποια φάρα είναι τα τέσσερα ντουβάρια σας; Δεν πειράζει Στρατούλα, μου είπε ο Χουσείν . Δεν πειράζει. Και πήραμε τον δρόμο του γυρισμού.

Στρατούλα Τραμουντάνη - Γκόγκα
Διευθύντρια σύνταξης του Περιοδικού «Προβολή 4 Εποχές», της Λάρνακας

Friday, May 8, 2009

Παραβατικότητα στην χώρα του πότε και… του ποτέ!

Γράφει η
Στρατούλα Τραμουντάνη Γκόγκα*

Ξυπνάμε ένα ανέμελο πρωινό, πηγαίνουμε στην πολυτελέστατη κουζίνα της διώροφης μονοκατοικίας, κάπου έξω από την πόλη, εκεί που η φασαρία του κέντρου δεν μας αγγίζει και η πολυχρωμία των ξένων μεταναστών δεν μας ενοχλεί και ανάμεσα στο φρέσκο κυπριακό καφέ , αν και τούτος δεν προτιμάται πλέον, και στο αγελαδινό βούτυρο από τις Άλπεις και τα Πυρηναία όρη και το Χαμ από την Αγγλία, διαπιστώνουμε από τους τίτλους των εφημερίδων ότι τα παιδιά μας, τα δικά μας παιδιά, κινδυνεύουν από τα παιδιά των άλλων.

Ξοδεύουμε, ώρες και ημέρες δουλεύοντας, τα έχουμε αφήσει στο έλεος της πολιτείας, των οικιακών βοηθών, στην φιλότιμες φροντίδες του παππού και της γιαγιάς, αλλά εμείς δεν μπορούμε και δεν προλαβαίνουμε και βρίσκουμε διαρκώς προφάσεις να μην προλάβουμε και να μην μπορέσουμε. Συμπεριφερόμαστε λες και έχουμε πάρει διαζύγιο από τα ίδια τα παιδιά μας. Πιστεύουμε ότι προσφέροντάς του, εκπαίδευση σε ιδιωτικό σχολείο, εκμάθηση αγγλικών και γαλλικών, πιάνου, μουσικής και χορού, άντε και λίγο ποδόσφαιρο, επιτελούμε το έργο μας ως γονέων. Δεν μιλάμε με τα παιδιά και δεν τους λύνουμε τις απορίες. Δεν αρκεί να τους λέμε τι είναι καλό και κακό με βάση τις δικές μας ανασφάλειες και συνήθειες. Πρέπει να μαθαίνουμε τι θεωρούν αυτά καλό και κακές πράξεις.

Έτσι πέφτουμε από τα σύννεφα , όταν μας πληροφορούν ότι το παιδί μας είναι μέλος συμμορίας. Όταν είχε την πρώτη του σεξουαλική εμπειρία με τραυματικές επιπτώσεις στην ψυχολογία του, όταν πρωτοστάτησε σε ρατσιστικές εκδηλώσεις, όταν συμμετείχε σε μικροκλοπές, όταν... Και δεν θέλουμε να το πιστέψουμε , εμείς ήμασταν καλοί γονείς, αναρωτιόμαστε και ρίχνουμε το βάρος και το φτιάξιμο στους άλλους. Τα παιδιά των άλλων φταίνε. Πάντα οι άλλοι φταίνε, εμείς ποτέ.

Και αν καθίσουμε να μιλήσουμε με τον, την σύντροφό μας, από αλλού ξεκινάμε και αλλού τελειώνουμε. Χάνουμε την ουσία της καθημερινότητάς μας. Πότε άραγε μιλήσαμε με τα παιδιά μας για το σεξ, πότε τα νουθετήσαμε δια του παραδείγματος μας , πότε τα επιπλήξαμε, πότε τα επαινέσαμε, πότε τα ζητήσαμε να ζήσουν ως υπεύθυνοι μικροί πολίτες. Ποτέ ! Πότε φταίξαμε; Ποτέ!

Από πού να αρχίσουν οι ευθύνες και που να τελειώσουν. Από εμάς τους ίδιους, από την κοινωνία, από την συντεταγμένη πολιτεία, από έναν ξεπερασμένο τρόπο ζωής που αφήσαμε να μας επιβάλλουν οι αποικιοκράτες, οι ξένοι και δεν είχαμε την δύναμη και το σθένος να αντιπαρατάξουμε το ελληνικό μας στοιχείο, ως ασπίδα προστασίας. Ποιος φταίει; Κανείς.

Και αν κάποιοι από εμάς αναρωτηθούν και πουν ,πως τα αναγραφόμενα δεν τους αγγίζουν, ας απλώσουν λίγο ακόμα βούτυρο στην φρυγανιά που τους προσφέρει η «μαυρούδα» στο σερβίτσιο που αγόρασαν πέρυσι από πολυκατάστημα σε εξωφρενική τιμή , για να μπουν στο μάτι της γειτόνισσας και ας προχωρήσουν στην μέρα τους ήσυχοι και ήρεμοι. Είναι καλοί γονείς!

Ας τα παρακάμψουμε λοιπόν τα προβλήματα , τα παιδιά έχουν χαρτζιλίκι και εμείς ετοιμάζουμε τη σούβλα. Έρχεται Πάσχα!

Στρατούλα Τραμουντάνη Γκόγκα*
Διευθύντρια σύνταξης του Περιοδικού «Προβολή 4 Εποχές», της Λάρνακας

Saturday, April 12, 2008

Αδελφική αγάπη

Της Έλενας Γεωργίου

Τον αδελφό μου τον μικρό τον λατρεύω. Είναι 10 χρόνια μικρότερος από εμένα και μόλις πρόσφατα τον καλέσανε να καταταγεί στο στρατό. Αν και δεν την χωράει το μυαλό μου εμένα τέτοια ανάγκη που την έχει η πατρίδα, τον αποχαιρέτησα με υπερηφάνεια καθώς τον παρακολουθούσα να φεύγει για πρώτη φορά από το σπίτι.

Δάκρυσα είναι αλήθεια διότι εκείνη την καταραμένη στιγμή μου ήρθαν στο μυαλό οι φορές που του άλλαξα τις πάνες του, που τον έπαιρνα από το χέρι για να τον πάω στο σχολείο και που ερχόταν κοντά μου να παραπονεθεί όταν είχε κάνει κάτι κακό και τον μάλωσαν οι γονείς.

«Έλα σταμάτα, δεν τον χάνουμε κιόλας», μου είπανε, «στο στρατό πάει, δεν θα πάει στον πόλεμο».

Δίκαιο είχαν, αλλά εμένα αυτό το γεγονός μου χάλασε τη διάθεση. Είναι ακόμα 18 χρονών, δύο πολύ όμορφα χρόνια θα του στερήσει όλη αυτή η ιστορία. Ας είναι όμως… για την πατρίδα.

Είναι ανήσυχο παιδί ο αδελφός μου και δεν τον χωράει πουθενά, γεγονός που με έκανε να προβληματιστώ. Φοβήθηκα ότι δεν θα άντεχε αυτή τη φυλακή, αλλά το αγόρι μας πολύ σύντομα αποδείχτηκε άξιο και συνεργάσιμο. Ερχόταν πολύ συχνά να μας δει και εκμεταλλευόταν την άδεια εξόδου του στο έπακρο.

«Κάθε στιγμή που είμαι έξω είναι πολύτιμη», μου έλεγε, άρπαζε το μπουφάν του και έφευγε με τη μηχανή.

«Καλύτερα να τον έχουν μέσα», ακούω την μάνα μας να λέει, «να μην ανησυχώ μήπως πάθει τίποτα, και αυτή η μηχανή, με τρομάζει».

«Και ποιος το λέει ρε μάνα ότι μέσα είναι πιο ασφαλής».

Ήτανε Παρασκευή και είδα τον αδελφό μου να καταφθάνει με το σακίδιο του. Ήτανε σκυφτός και σιωπηλός, διάθεση ασυνήθιστη για τα δικά του δεδομένα. Κάτι είχε, το έβλεπα στα μάτια του, δεν ήταν καθόλου καλά.

Αργότερα όταν τον πλησίασα κατάλαβα πόσο πολύ τον είχε προβληματίσει η άσχημη αυτή είδηση που σαν βόμβα έσκασε και συγκλόνισε εμάς και όλο τον κόσμο στις ειδήσεις των 8.30 το προηγούμενο βράδυ.

«Κοιμόταν στον ίδιο θάλαμο με εμένα, στο διπλανό κρεβάτι», μου είπε. «Ήτανε πρωί, χαράματα, βούρτσιζα τα άρβυλα μου όταν ο σειράς στρατιώτης άρπαξε τη βούρτσα από τα χέρια μου. Βούρτσισε βιαστικά τα δικά του άρβυλα και έφυγε. Δεν ήρθε πίσω… θα μπορούσε να ήμουν εγώ», ψέλλισε.

Προσπάθησα να βάλω τη θέση μου στη θέση εκείνης της αδελφής, του αδελφού, της μάνας, του πατέρα, που τόσο άδικα έχασαν το καμάρι τους ενώ αυτό υπηρετούσε την πατρίδα, και δεν το κατάφερα. Δεν μπόρεσε η καρδιά μου να χωρέσει τόσο πόνο, τόση απόγνωση.

Από μια ατυχία, ένα λάθος…

Έλενα Γεωργίου

Saturday, April 5, 2008

Αναμνήσεις...


Της Έλενας Γεωργίου

Βρισκόμουνα σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο και έτυχε να βρίσκεται στον ίδιο χώρο μια οικογένεια, οι γονείς και δύο παιδιά γύρω στα 10 με 12 τους χρόνια.

Βρισκόντουσαν σε τόσο μεγάλο δίλλημα οι άνθρωποι που τους λυπήθηκα. Ο πατέρας επέμενε ότι πιο καλά θα ήταν εάν επέλεγαν ένα ελληνικό κοσμοπολίτικο νησί για τις οικογενειακές διακοπές τους ενώ η μητέρα και τα παιδιά ήταν ανένδοτοι. Θα πάνε στη Ντίσνειλαντ, στο Παρίσι είπανε και δεν το συζητούν καν! Άλλο πάλι και τούτο…

Ο πατέρας που δεν φαινόταν να σηκώνει και πολλά, σηκώθηκε και γυρόφερε θυμωμένος. H μητέρα σιώπησε με ύφος θλιμμένο. Tαυτόχρονα, θυμωμένa έτοιμa να εκραγoύν και τα παιδάκια, πείσμωσαν και κατσούφιασαν.

Αμαρτία μου κιόλας, δεν με αφορούσε καθόλου το θέμα, αλλά απόρησα. Πού να πάνε με τέτοια διάθεση οι άνθρωποι, και άμα θυμώσουν και κατσουφιάσουν στη Ντίσνεϊλαντ, στο τρενάκι απάνω τι αξία θα είχε!

Θυμήθηκα τότε εγώ, την εποχή που ήμουνα 12 χρονών. Περιμέναμε με μεγάλη ανυπομονησία να κλείσουν τα σχολεία τον Ιούνιο, διότι αυτό προϋπόθετε διακοπές.
Διακοπές με αντίσκηνα και εστίες φωτιάς στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Με λιγοστά ρούχα και προμήθειες τροφής, μια Παναγίτσα στο μαξιλάρι να με φυλάει από τους δαίμονες του σκότους, τα κόμικς μου, ένα κασετόφωνο και την καλύτερη παρέα. Οι γονείς μου, ο αδελφός μου, οι θείοι μου και τα ξαδέλφια μου, όλοι μαζί σε σοβαρή αποστολή!

Να στήσουμε αντίσκηνα, να φτιάξουμε χώρο για να μαγειρέψουμε, να κολυμπήσουμε στα καθαρά νερά της θάλασσας και να τρέξουμε στην παραλία το απόγευμα. Να περιμένουμε το βράδυ με ανυπομονησία τους ψαράδες μας να επιστρέψουν από τα βαθιά νερά με ψάρι στους κουβάδες, να κάτσουμε όλοι μαζί γύρω από τη φωτιά, να λέμε ιστορίες, να γελάμε και να διασκεδάζουμε.

Περίεργο που δε θυμάμαι έστω και μία στιγμή κατσουφιασμένου ύφους στα πρόσωπα μας। Ούτε ένα παράπονο την ώρα που τα έντομα, μαζεμένα γύρω από το λιγοστό φως, μας ρουφούσαν το αίμα. Επί χρόνια η ίδια παρέα, η ίδια αποστολή.



Και να ‘μαστε τώρα ενήλικες πλέον και πιο σοφοί από ποτέ, να μην θεωρούμε πλέον το αντίσκηνο και τη φύση ως προορισμό διακοπών. Άβολη και εντελώς άκομψη φαντάζει τώρα η ιδέα στα μάτια μας. Δεν συμβιβαζόμαστε πλέον με τίποτα λιγότερο από ένα κοσμοπολίτικο νησί ή τη Ντίσνεϊλαντ, και το χειρότερο, το μάθαμε αυτό καλά και στα παιδιά μας.

Και δεν λέω, μια χαρά είναι η Ντίσνεϊλαντ, μια χαρά και το κοσμοπολίτικο νησί και γενικά τα ταξιδάκια τα αγαπάμε πολύ.

Είναι η διάθεση μας που με απασχολεί που αλλάζει χρόνο με το χρόνο. Πού πάμε με τέτοια διάθεση και τέτοια μούτρα οι άνθρωποι…ποιος προορισμός να μας αντέξει…

Έλενα Γεωργίου

Saturday, March 29, 2008

Πάμε, πάμε... ήρθαμε!

Άνοιξε είπανε, πρωτοφανές το γεγονός για τα δεδομένα της Κύπρου, αξιοθαύμαστο έργο, θα ικανοποιήσει μας είπανε και τον πιο απαιτητικό Κύπριο καταναλωτή. Και σπεύσαμε όλοι σαν τα αρνιά να το ασπαστούμε, να το λατρέψουμε σαν Θεό.

«Ε, να μην πάμε και μείς βρε αγάπη μου να το δούμε από κοντά» παρακάλεσα, «μήπως δεν είμαστε εμείς Kύπριοι καταναλωτές».

«Βεβαίως είμαστε και μας αφορά άμεσα το θέμα, θα πάμε». Δεν είναι που θέλαμε να αγοράσουμε κάτι, δεν είναι που δεν είχαμε δει κάτι παρόμοιο στο παρελθόν. Ήτανε νομίζω περισσότερο η μαζική έλευση του κοινού που μας έβαλε στον πειρασμό. Ε, να μην είμαστε και οι μοναδικοί Kύπριοι καταναλωτές που δεν το έχουν επισκεφτεί. Δεν θα το αντέχαμε τέτοιο στίγμα, τέτοια ντροπή.

Πήγαμε ένα απόγευμα του Σαββάτου και πήραμε και το παιδί μαζί, να δει και αυτό με τα ματάκια του το θαύμα της Κυπριακής κοινωνίας. Και ήτανε τόση η κυκλοφοριακή συμφόρηση στο δρόμο, που μέχρι και το παιδί το πρόσεξε ότι κάτι δεν πάει καλά. Δεν τα είχε ξαναδεί τόσα πολλά αυτοκίνητα στο δρόμο το άμοιρο και απόρησε.

Επιμείναμε όμως και φτάσαμε στο στόχο μας, ας είναι με τεντωμένα τα νεύρα και χάλια τη διάθεση. «Για δες αγάπη μου, πόσοι πολλοί άνθρωποι με ειδικές ανάγκες ήρθανε να δούνε το Mall», παρατήρησα στα πιο κοντινά πάρκινγκ καθώς πλησιάζαμε την είσοδο, «δεν είναι απίθανο!».

«Μην είσαι χαζή γυναίκα, άνθρωποι με ειδικές ανάγκες, με μερσεντές και παιδικά καθίσματα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου…».

Δίκαιο είχε, μια χαρά είναι στην υγεία τους, απλά δεν το θέλησαν οι άνθρωποι να χάσουν ούτε λεπτό από το να εκθέσουν τον εαυτό τους στο νέο αυτό καταναλωτικό τέρας που έτσι απρόσκλητο μπήκε στη ζωή μας για να κατασπαράξει και τα τελευταία αποθέματα ανθρωπιάς.

Διότι είμαστε εμείς οι ΝεοΚύπριοι τόσο πολιτισμένοι ώστε να σπαταλούμε ασύστολα χρόνο και χρήμα, να χάσκουμε μπροστά από αστραφτερά υλικά αγαθά, δεν είμαστε όμως αρκετά άνθρωποι ώστε να σεβαστούμε το απλό αυτό δικαίωμα ενός ανθρώπου με ειδικές ανάγκες και του παίρνουμε το πάρκινγκ του κακόμοιρου για να φτάσουμε πρώτοι στο Mall!

Και να’ μαστε αργότερα περήφανοι να σουλατσάρουμε στους άνετους χώρους του δικού μας (επιτέλους!!!) Mall, ευτυχισμένοι και ικανοποιημένοι που πλέον μπορούμε να αυτοαποκαλούμαστε και επίσημα, ευρωπαίοι καταναλωτές.

Πληρούμε διεθνή καταναλωτικά πρότυπα και καταναλώνουμε μέχρι σκασμού και αηδίας διότι, δυστυχία μας, δεν μας έχει απομείνει τίποτα άλλο που να μας κάνει ευτυχισμένους.

Δεν μας ενδιαφέρει που το παιδί μας θα προτιμούσε να περάσει το απόγευμα του Σαββάτου στο πάρκο, να τρέξει και να χαρεί με άλλα παιδιά, παρά στο παράρτημα των McDonalds του Mall.

Ούτε που το προσέξαμε που ο μπακάλης της γειτονιάς μας, εκείνος ο δικός μας άνθρωπος το έκλεισε το μαγαζί και τον χάσαμε από τη γειτονιά.

Εμείς να είμαστε καλά, να καταναλώνουμε, να αποβλακωνόμαστε, να επιπλέουμε στην επιφάνεια... Δυστυχία μας!

Έλενα Γεωργίου

Saturday, March 22, 2008

Κωμικοτραγική προσαρμογή

Της Έλενας Γεωργίου


Μην είσαι χαζή μου είπανε, σίγουρη δουλειά και εξασφαλισμένη, να την πάρεις! Θα πρέπει να είσαι τρελή να μην τη διεκδικήσεις, δύο βήματα από το σπίτι σου, με σίγουρο μισθό, πολλοί θα σε ζηλεύανε. Φτάνει με πείσατε, θα την πάρω. Και την πήρα την δουλειά και πανηγύρισα κιόλας όταν μου ανακοίνωσαν ότι ήρθα πρώτη στις εξετάσεις.

Τι και αν έλειπα κάποια χρόνια από τη κοινότητα και επέστρεψα, τα γνωρίζω τα παιδιά, τους μελλοντικούς μου συναδέλφους, καλά παιδιά όλοι τους και πολύ κοντά στην ηλικία μου, είμαι σίγουρη ότι θα προσαρμοστώ πολύ εύκολα.

Πρώτη μέρα, βάζω το πιο ζεστό χαμόγελο και την καλύτερη μου διάθεση και καλημερίζω. Σαν ξινή μου φάνηκε η διάθεση στο χώρο, το ήξερα εγώ ότι δεν είναι για σένα αυτός ο χώρος, σου το έλεγα και δεν με άκουγες. Μπα, η ιδέα σου είναι, θα συνηθίσεις.

Και ήρθε η μέρα των γενεθλίων σου και τόλμησες η άθλια να αστειευτείς. «Είναι τα γενέθλια μου σήμερα» είπες, «λέω να πάρω άγραφη άδεια». «Δεν ντρέπεσαι να λες τέτοια, για να το λες σημαίνει ότι το εννοείς και θέλεις να επωφεληθείς της εταιρείας!». Κάγκελο εγώ. «Καλέ συνάδελφε, γιατί το λες αυτό, για όνομα του Θεού, έτσι το είπα, χαριτολογώντας, για να γελάσουμε, να ξεπαγώσουμε λίγο».

Μικρό το κακό αλλά σε ενόχλησε και προσπάθησες η δόλια να καταλάβεις πως το είδε έτσι και δεν το κατάφερες, δεν τη χώρεσε το μυαλό σου τέτοια αντίδραση. Έκανες κιόλας μια καταραμένη μέρα η άτυχη ένα λάθος. Από απροσεξία, από αμέλεια, ίσως κιόλας να ονειρευόσουνα μέρα μεσημέρι.

«Επίτηδες το έκανες για να με παιδέψεις!» με ύφος όλο κακία πάλι ο συνάδελφος.
«Αγαπητέ μου συνάδελφε, δεν το ήθελα να σε παιδέψω, μα την Παναγία, κατά λάθος έγινε, άνθρωπος είμαι και κάνω λάθη, να, δες και από μόνος σου, προσπάθησε να δεις, άνθρωπος είμαι αλήθεια, άνθρωπος».

Δοκίμασες κιόλας ένα πρωί η δύστυχη, προσπάθησες με τρόπο όμορφο να μιλήσεις, ρήτορας σε αρχαίες αγορές εσύ! Και είπες ότι η ζωή είναι όμορφη και γλυκιά, και δε χρειάζεται τόση επιφύλαξη, τόση καχυποψία, πιο καλά θα ήταν να χαλαρώναμε λίγο και να βλέπαμε πιο βαθιά στην ψυχή, να δίναμε ευκαιρίες και να χαμογελούσαμε, να χαμογελούσαμε πολύ.

Σε άκουσαν δεν λέω, ακολούθησε ενός λεπτού σιγή, ύφος απορημένο με μια δόση καχυποψίας και μετά πάλι πίσω στη δουλειά τους. Στη μιζέρια και την καθημερινότητα τους, στην αρνητική τους διάθεση, στη δυστυχία τους.


Και εσύ είσαι σχεδόν σίγουρη ότι δεν κατάλαβαν λέξη από όσα είπες. Κάποιοι θα θεώρησαν ότι τρελάθηκες, δεν πας καλά και μιλάς ασυνάρτητα. Κάποιος κιόλας σου το πέταξε στα μούτρα αργότερα.

«Κάπου άλλού ζεις εσύ, όχι στην πραγματικότητα» σου είπε.
Δεν δίνεις δεκάρα για το τι πιστεύουν, ανοίγεις την πόρτα με χαμόγελο και φεύγεις. Και αύριο θα είσαι πάλι εδώ με το ίδιο χαμόγελο, τη γνωστή διάθεση και θα νιώθεις ικανοποιημένη που τουλάχιστο μίλησες. Και θα είναι μεγάλη επιτυχία για σένα εάν έστω και ένας από αυτούς την επόμενη μέρα θα σε καλημερίσει και θα σου χαμογελάσει και θα το νιώσεις ότι βγαίνει από τη ψυχή του.

Και κάπως έτσι με αυτές τις σκέψεις προσαρμόστηκες.

Έλενα Γεωργίου