Showing posts with label Εκπαίδευση. Show all posts
Showing posts with label Εκπαίδευση. Show all posts

Saturday, August 31, 2024

Για την πρόοδο και την εξέλιξη των μαθητών

Γράφει ο Δρ Ανδρέας Σοφόκλης

Σε όλους τους μαθητές και σε όλες τις μαθήτριες εύχομαι εποικοδομητικό σχολικό έτος. Ενδεικτικώς παραθέτω εισηγήσεις, που εκτιμώ ότι οδηγούν στην πρόοδο και  στην εξέλιξη.

Το κλειδί για την επιτυχία είναι η ορθή ανάγνωση, την οποία την αποκτούμε με τη μελέτη βιβλίων και όχι με τον διαδικτυακό περίπατο στα μέσα ποικίλων αναφορών εφήμερου, πρόσκαιρου και μη γνωσιολογικού χαρακτήρα.

Ανάγνωση σημαίνει ότι διαβάζω με ύφος, αξιοποιώ ορθώς τα σημεία της στίξεως. Γνωρίζω κατανοώ, αξιολογώ, εφαρμόζω, αναλύω, συνθέτω, λαμβάνοντας τον ανθό των  όσων διαβάζω.

Ως πομπός, μιλώ και γράφω με τον ορθό λόγο στην ελληνική γλώσσα. Αξιοποιώ την πλούσια γκάμα της ελληνικής γλώσσας, με εναλλαγή λέξεων, φράσεων, προτάσεων. Μιλώ και γράφω συγκεκριμένα, με ακρίβεια, σαφήνεια, ευκρίνεια, με καθαρότητα στον λόγο. Εφαρμόζω την επιχειρηματολογία και την τεκμηρίωση.

Ως δέκτης παρακολουθώ το κάθε μάθημα, την κάθε οδηγία, με τη δέουσα προσοχή, παίρνω σημειώσεις. Εκφράζω τις απορίες μου με ευγένεια. Όταν μιλώ έχω σοβαρότητα στον λόγο μου. Ποτέ δε βιάζομαι όταν μιλώ. Στον προφορικό μου λόγο εκφράζομαι όπως πρέπει να γράφω, με τον ανάλογο τρόπο και με την ορθή μεθοδολογία, στο ύφος, στην έκφραση.

Εφαρμόζω τους ακόλουθους κώδικες, τους οποίους με την προσωπικότητά μου, ζητώ από όλους να εφαρμόζουν: Συμπεριφοράς, Επικοινωνίας, Μελέτης, Αυτό αξιολόγησης-Αξιολόγησης, με κορυφαίο τον κώδικα Ειλικρίνειας.

Φροντίζω να γράφω μελετώντας και εφαρμόζοντας τους κανόνες ορθογραφίας, γραμματικής, συντακτικού. Χωρίς αυτά τα στοιχεία ο γραπτός λόγος είναι φτωχός και ελλιπής.

Πρέπει να συνηθίσετε να απαντάτε, τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό λόγο, εντός του ορθού χρονικού πλαισίου, χωρίς πλατιασμό, δίχως φτωχό λεξιλόγιο, μακριά από επαναλήψεις λέξεων και φράσεων, αναλόγως με τους τύπους των ερωτήσεων-ασκήσεων-θεμάτων.

Όταν μιλάτε ή/και γράφετε, πρέπει να προσαρμόζετε τον λόγο σας στα επιστημονικά ερωτήματα: τι, πώς, πότε, που, ποιος, γιατί και στο κορυφαίο εάν. Το εάν είναι ο δείκτης της έρευνας, της κριτικής και της συγκριτικής ικανότητας.

Στόχος είναι, ως μαθητές και ως μαθήτριες, να αποκτήσετε, μόνοι και μόνες σας, μακριά από ξένες βοήθειες, εξελίσσοντας την προσωπικότητά σας, την ικανότητα να μαθαίνετε πώς να μαθαίνετε, πώς να πράττετε, πώς να συνυπάρχετε, πώς να ζείτε, αυτή η ικανότητα συμβάλλει στην ποιότητα της ζωής.

Οι κοινωνικές δεξιότητες, συνεργασίας, διαλόγου, λειτουργίας στην ομάδα, η εμπλοκή σε σχολικές δράσεις, με εφαρμογή των κωδίκων, ενισχύουν και εμπλουτίζουν τις εμπειρίες και τις ικανότητες διαχείρισης της ζωής.

Η συνεχής μελέτη, με επαναλήψεις κυκλικού χαρακτήρα, δίνει τις δυνατότητες ενίσχυσης των γνώσεων (Επανάληψις μήτηρ της μαθήσεως εστί.)

Η ορθή εμφάνιση και η κατάλληλη ενδυμασία δίνει κύρος και συμβάλλει στην κουλτούρα που πρέπει να αποκτάτε ως επαγγελματίες του μέλλοντος. Μακριά από τα ξενύχτια, από τα ποτά, από τα τσιγάρα, από τα τσιγαριλίκια, από εξαρτησιογόνες ουσίες, από λεγόμενα σκουλαρίκια, από χαλκάδες, από tattoo, από όλα τα συναφή αυτού του είδους, αυτά φθείρουν, εξοντώνουν και αφανίζουν όσους και όσες εξαρτώνται. Μόνο οι παραγωγοί, οι έμποροι, οι μεταπωλητές, οι προστάτες τους κερδίζουν.

Η κουλτούρα του  πρέπει όταν εφαρμόζεται από τις μικρές ηλικίες και από τις ηλικίες της εφηβείας, οδηγεί στην ικανοποίηση των λελογισμένων θέλω στην πορεία της ζωής, αφού το πρέπει όταν προεξέχει, δημιουργεί επιτυχίες, σε αντίθεση με την κυριαρχία του θέλω που οδηγεί σε αποτυχίες και σε συμφορές.

Η μαθητική πορεία αποτελεί τον προκαθορισμένο προπομπό της ζωής, γι` αυτό, κυρίως, χρειάζεται, εκτός όλων των άλλων, ιδιαίτερη προσοχή στους φίλους και στις φίλες (Με καλλιό σου φάε πιε τζαι νηστικός σηκώθου! Πες μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι!)

Ως προς το θέμα, φίλοι και φίλες, το σημαντικό είναι η ποιότητα και όχι η ποσότητα. Υπάρχει ειδοποιός διαφορά μεταξύ φιλίας και «φιλίας». Η φιλία για να αποκτήσει θεμέλια χρειάζεται να εφαρμόζονται σταθερά και σταδιακά βήματα εξελικτικής πορείας και ανοδικής αξιολόγησης. Επιβάλλεται να αποκτά σταθερά και γερά θεμέλια.

Όπως πρέπει να σας συμπεριφέρονται το ίδιο πρέπει να συμπεριφέρεστε, να θέσετε τον εαυτό σας μακριά από αρνητικές επιδράσεις.

Αποκτήστε τις γνώσεις, ικανότητες, δεξιότητες που σας προσφέρει η εκπαίδευση και η παιδαγωγική. Μάθετε να κρίνετε, να συγκρίνετε, να ερευνάτε, από την πιο απλή ερώτηση-άσκηση έως τις δύσκολες, το ίδιο να πράττετε και στην κοινωνική σας ζωή, με επιστημονικό, με ερευνητικό, με αντικειμενικό τρόπο, μακριά και ανεξαρτήτως από τις όποιες υποκειμενικές και κοινωνικές επιδράσεις, μακριά από όπου και αν προέρχονται αυτές οι επιδράσεις . Να είστε αταλάντευτοι και αταλάντευτες σε υψηλούς στόχους.

Η εποχή στην οποία ζείτε και θα ζήσετε έχει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από τις προηγούμενες εποχές. Είναι πλέον γεγονός το παγκοσμιοποιημένο επαγγελματικό και κοινωνικό περιβάλλον. Ταυτοχρόνως οι εξελίξεις στην τεχνολογία, στην τεχνητή νοημοσύνη, στην ακρίβεια, στην ταχύτητα των αποφάσεων και των δράσεων είναι ραγδαίες, οι αργές, οι μέτριες, οι χρονοβόρες αποφάσεις και διαδικασίες δεν έχουν ούτε θέση μήτε χώρο. Ταυτοχρόνως η ηθική κερδίζει έδαφος. Οι ανήθικες τάσεις και οι θέσεις κατά του Θεού έχουν ημερομηνία λήξεως. 

Το καταδεικνύει η ιστορία του ανθρώπου και η πορεία προσωπικοτήτων ηθικής, πίστεως, όπως και ανήθικων με τις συμφορές που προκάλεσαν και προκαλούν.

Δρ. Ανδρέας Σοφόκλης

Συγγραφέας, Ερευνητής, Αρθρογράφος, Δοκιμιογράφος

Friday, May 5, 2023

Πέτρος Μιξίδης

 Πέτρος Μιξίδης - Ένας ήρωας Διευθυντής 

Σημειώνω ότι τα στοιχεία και τα γεγονότα που καταγράφω για τον Μακαριστό μας Διευθυντή του Α΄ Δημοτικού Σχολείου Αιγιαλούσας, Πέτρο Μιξίδη έχουν ως πηγές πληροφόρησης την κόρη του και αγαπητή μου συμμαθήτρια Παναγιώτα Μιξίδη-Βαρδαξή, την οποία ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνει να με εμπιστευθεί για να γράψω για τον Μακαριστό μας Διευθυντή, για τον πατέρα της και τον υποφαινόμενο.

Ο Πέτρος Μιξίδης, γεννήθηκε στην Αιγιαλούσα, στις 18/01/1931. Ήταν ο Βενιαμίν, δηλαδή το έβδομο παιδί της οικογένειας Μιξίδη. Πατέρας του ήταν ο Γιώρκαλλος και μητέρα του η Φλουρέντζα. Φοίτησε και ολοκλήρωσε τον τότε Γυμνασιακό Κύκλο στο Παγκύπριο Γυμνάσιο Λευκωσίας.

Το 1951 αποφοίτησε από τη Διδασκαλική Ακαδημία. Το ίδιο έτος διορίστηκε δάσκαλος στην Κοινότητα Λιθράγκωμη της Καρπασίας, όπου εργαζόταν ως δάσκαλος, όπως ήταν η επιθυμία του από μικρό παιδί, μέχρι το 1956.

Το 1957 μετατέθηκε στο δημοτικό σχολείο της Κωμόπολής του, όπως ήταν η θέλησή του. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του, λόγω των γνώσεων, των διοικητικών, των οργανωτικών του ικανοτήτων και δραστηριοτήτων, γρήγορα προήχθη ως διευθυντής.

Ως Διευθυντής υπηρέτησε το αγαπημένο του δημοτικό σχολείο μέχρι το 1976. Το 1959 παντρεύτηκε «τον άνθρωπο της ζωής του», όπως αποκαλούσε την πολυαγαπημένη του σύζυγο Λουκία Λοΐζου. Μαζί με τη Λουκία του, έζησαν αρμονικά όλη τους τη ζωή. Απέκτησαν τέσσερα παιδιά, την Παναγιώτα, τη Φλώρα, τον Γιώργο, τον Λούη.

Μια χαρακτηριστική φράση που έλεγε συνεχώς ο Μακαριστός Πέτρος Μιξίδης, προς την κόρη του Παναγιώτα ήταν: «Κόρη μου νιώθω ότι είμαι ο πιο πλούσιος άνθρωπος του κόσμου, γιατί η μητέρα σας και εσείς είσαστε ο θησαυρός μου!»

Η τραγική ημέρα του πραξικοπήματος βρήκε την οικογένεια στη Λευκωσία. Η Παναγιώτα και η Φλώρα θα πήγαιναν κατασκήνωση. Βρίσκονταν στην Λεωφόρο Μακαρίου, όταν άκουσαν ότι έγινε πραξικόπημα.

Έβλεπαν τον πανικό ζωγραφισμένο στους ανθρώπους, που έφευγαν χωρίς να έχουν κάποιο πλάνο, άλλωστε εκείνες τις στιγμές το πλάνο ήταν είδος πολυτελείας, αφού όλα ήταν τόσο ξαφνικά και τόσο τραγικά.

Χωρίς να γνωρίζουν την πραγματική εικόνα των στιγμών εκείνων και της όλης εξέλιξης, κατέληξαν στον Κυκλικό Κόμβο του Προεδρικού. Οι σφαίρες βούιζαν από παντού, ως εξαγριωμένα σμήνη σφηκών. Ο Πέτρος Μιξίδης, με απόλυτη ψυχραιμία-αυτό ήταν ένα από τα πολύ σημαντικά του πλεονεκτήματα, με τη ζωή με τη σκέψη του δήλωνε ότι ακολουθούσε την Στωική Φιλοσοφία ζωής-τόνισε στους πιο δικούς του ανθρώπους, να καθίσουν χαμηλά στο αυτοκίνητο, για να αποφύγουν τυχόν σφαίρες που θα το κτυπούσαν.

Οδηγούσε με σταθερότητα. Έφτασαν στο Γκαράζ Παυλίδη. Εκεί τους σταμάτησε ο στρατός. Έμειναν μέχρι τις 17/07/1974, μέχρι δηλαδή την ημέρα που γιορτάζει η Αγία Μαρίνα. Την ημέρα αυτή τους επέτρεψαν να επιστρέψουν στην Αιγιαλούσα.

Κατά η διάρκεια της τουρκικής εισβολής και του διετούς μας εγκλωβισμού, υπήρξε ο ατσάλινος βράχος, όχι μόνο της οικογένειάς του αλλά και του συνόλου των Γιαλουσιτών, οι οποίοι εθελοντικώς παρέμειναν εγκλωβισμένοι και εάν δεν μας εξεδίωκαν, με όποιο και να ήταν το τίμημα δε θα φεύγαμε, όμως τα σχέδια των κατακτητών ήταν η εκδίωξή μας, για να κατοικηθεί η Αιγιαλούσα από τους Τούρκους Κύπριους της Κοινότητας των Κοκκίνων και από Τούρκους εποίκους. Κυρίως, όμως ήταν ο αγαπημένος ηγέτης των Συναδέλφων του και εμάς των μαθητών και των μαθητριών του, των δικών του παιδιών, όπως μας είχε με την αγάπη που μας περίβαλλε, χωρίς όμως να μας χαρίζει τιμωρίες. Μέλημά του ήταν να γίνουμε άνθρωποι με αρχές, με ηθική αλλά και με γνώσεις.

Ήταν πάντοτε αισιόδοξος, με πίστη στο Θεό και στην Παναγία. Πίστευε ότι το κακό θα περάσει και θα έλθει η ελευθερία. Δήλωνε στην κόρη του Παναγιώτα: «Υπομονή, ο Θεός μας αγαπά, ως τώρα μας φύλαξε και μας φυλάει, δε θα μας εγκαταλείψει».

Ένιωθε βαθιά την ευθύνη προς την οικογένειά του, προς τους μαθητές του, προς τους συγχωριανούς του. Γνώριζε ότι τον σέβονταν και κάθε λέξη του είχε βαρύνουσα σημασία. Έμεινε πιστός ηγέτης στο σχολείο του. Πίστευε ότι με το να λειτουργεί αδιάκοπα το σχολείο, έστω και αν δεν υπήρχαν ούτε καν τα απαραίτητα βιβλία, η Αιγιαλούσα θα επιζούσε.

Του άρεσε η τάξη, η οργάνωση, η καθαριότητα. Αγαπούσε τα λουλούδια, ιδιαίτερη αγάπη είχε στις τριανταφυλλιές. Ο κήπος του σχολείου μας ήταν συνεχώς περιποιημένος. Σειρές τα λουλούδια. Σε απόλυτη αρμονία οι τριανταφυλλιές. Οι αίθουσες διδασκαλίας άστραφταν. Το σχολείο ήταν πεντακάθαρο.

Δυστυχώς οι Τούρκοι κατακτητές είχαν έτοιμα τα είδη αναφερόμενα σχέδια. Θέλω εδώ να τονίσω τα ακόλουθα γεγονότα, χαραγμένα στη μνήμη μου: Τη χαρά και την υπερηφάνεια που ένιωθε στις εκδηλώσεις των Εθνικών Επετείων. Την άψογη συνεργασία που είχε με όλους τους δασκάλους μας όπως και με την αγαπητότατή μας δασκάλα Δώρα Στεργίδου.

Το τραγικό, γι` αυτόν και για όλους μας γεγονός υπήρξε, όταν οι Τούρκοι κατακτητές τον υποχρέωσαν να υποστείλει την Ελληνική Σημαία και να ανεβάσει την  Τουρκική. Ένας ηγέτης δε λυγίζει ούτε μπροστά σε αυτό, επειδή εκεί θα έδινε τη μέγιστη χαρά στους κατακτητές και την απόλυτη θλίψη σε εμάς και στους δασκάλους μας. Άντεξε το έκανε. Στωικός και γνήσιος Έλληνας Γιαλουσίτης, τέκνο των Ιώνων και των Αχαιών.

Κράτησε το σχολείο ανοικτό, μαζί με τους συνεργάτες του, τους αγαπημένους του συναδέλφους. Τα δύο σχεδόν μαύρα χρόνια, του εγκλωβισμού, φρόντιζε αυτός ο ηγέτης και έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να μη στερηθούμε τίποτα από τις πολύτιμες γνώσεις, ικανότητες, δεξιότητες που έπρεπε να αποκτήσουμε, ώστε να προχωρήσουμε απρόσκοπτα τη φοίτησή μας αργότερα στον Γυμνασιακό και στον Λυκειακό Κύκλο και πάρα πέρα. 

Ήταν ο άνθρωπος που είχε τη γνώση ότι το δημοτικό σχολείο είναι η ουσιώδης βάση για την επιτυχία των παιδιών. Ευτυχήσαμε να έχουμε ως διευθυντή μας τον Μακαριστό Πέτρο Μιξίδη και η τάξη μου ως δασκάλα μας την πολυαγαπημένη μας Δώρα Στεργίδου, την ακούραστη και αεικίνητη.

Μας δίδασκε όχι μόνο με λόγια, κυρίως με τις ενέργειές του, μπροστάρης τις Κυριακές στην Εκκλησία, πώς ήταν δυνατό να απουσιάζουμε εμείς; Αν κάναμε κάτι τέτοιο, πώς θα αντικρύζαμε τη Δευτέρα τον διευθυντή και τη δασκάλα μας;

Οι Τούρκοι κατακτητές, βλέποντας τον αγέρωχο ηγέτη, τον βράχο του ελληνοχριστιανικού πνεύματος, αλύγιστο, ακλόνητο, πιστό στο ιερό του καθήκον, στόχευσαν σε αυτόν να τον κτυπήσουν, να τον εκδιώξουν.

Μια νύκτα πήγαν Τούρκοι στο σπίτι του, τον πήραν και τον εξαφάνισαν για τρεις ημέρες. Τον ελευθέρωσαν με μία μόνο εντολή, να φύγει άμεσα, αν όχι θα τον εξαφάνιζαν για πάντα.

Όπως και όλοι οι εγκλωβισμένοι της Αιγιαλούσας, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο γράφων με όλη την οικογένεια, με τη δαμόκλειο σπάθη να επικρέμαται, τράβηξε ο Διευθυντής μας τον μακρύ και οδυνηρό δρόμο της προσφυγιάς, μαζί με την οικογένειά του.

Ποιος νοιαζόταν ή νοιάζεται στ` αλήθεια για τους τέως και πρώην ηγέτες, νοικοκύρηδες, για τους νυν πρόσφυγες; Ποιος νοιαζόταν για την προσωπικότητα Πέτρος Μιξίδης; Για την όποια προσωπικότητα, με την ταυτότητα πρόσφυγας; 

Οι πρόσφυγες είναι το καταναλωτικό προϊόν και όχι η επένδυση.

Ο Πέτρος Μιξίδης, αντίθετα με το ρεύμα, πάντα με το χαμόγελο στα χείλη, με τη φορεσιά του, με το άσπρο φρεσκοσιδερωμένο μαντηλάκι, με τη γραβάτα του, με τη γιαλουσίτικη κορμοστασιά και λεβέντικη όψη, εργαζόταν, μεταλαμπαδεύοντας στους μαθητές και στις μαθήτριές του, τις ελληνοχριστιανικές αρχές και αξίες, με τις οποίες μεγάλωνε και τα δικά του παιδιά, αυτές με τις οποίες μεγάλωσε και τα παιδιά της Αιγιαλούσας. Διδάσκοντας ταυτοχρόνως τις πολύτιμες γνώσεις.

Δίδασκε από σχολείο σε σχολείο. Οι διευθύνσεις των σχολείων, μη αντέχοντας χαρακτηριστικά φυσικών ηγετών, όπως του Πέτρου Μιξίδη, του συμπεριφέρονταν με κακία, διαπιστώνοντας την εκτίμηση που  έτρεφαν  προς το πρόσωπό του γονείς και παιδιά.

Για σκοπούς επιβίωσης και για να μπορέσει να συμβάλει στη μόρφωση και των δικών του παιδιών, όταν τελείωνε το σχολείο, έκανε κάποια φροντιστήρια σε παιδιά που τον καλούσαν οι γονείς τους αλλά και σε φτωχά παιδιά αφιλοκερδώς.

Ποτέ του δεν παραπονιόταν ότι ήταν κουρασμένος. Η μεμψιμοιρία δεν ήταν στον χαρακτήρα του. Χαιρόταν με τα παιδιά του, αφού τον δικαίωναν, ως άριστοι μαθητές και μαθήτριες. Ένιωθε την αγάπη τους.

Σπούδασε τα τέσσερα παιδιά του, χωρίς τη βοήθεια κανενός, άλλωστε ποιος λογαριάζει τον μη έχοντα; Τον ξένο μέσα στους ξένους; Τα παιδιά του αποδείχτηκαν αντάξιά του. Η Παναγιώτα είναι Ερευνήτρια σε Πανεπιστήμιο. Η Φλώρα είναι Πολιτικός Μηχανικός. Ο Γιώργος είναι Γιατρός. Ο Λούης είναι Δικηγόρος.

Ο Πέτρος Μιξίδης απεβίωσε πλούσιος, όπως ακριβώς το έλεγε στα παιδιά του, ιδιαίτερα στην Παναγιώτα. Απέκτησε δέκα εγγόνια: Γιώργος, Πέτρος, Θεόδωρος Βαρδαξής, Ευάγγελος, Πέτρος, Λουκία Δημητρίου, Πέτρος Γ. Μιξίδης, Παναγιώτα Λ. Μιξίδη, Πέτρος και Μαρίνα Μιξίδη και ένα δισέγγονο, τον Μάριο Ευαγγέλου Δημητρίου!

Εκτός από τα φυσικά του παιδιά, εγγόνια, δισέγγονο και εμείς οι μαθητές και οι μαθήτριές του τον ευγνωμονούμε, όπως και όλα τα τέκνα της Κωμόπολής μας, της Αιγιαλούσας, της Γενέτειράς του, για όλα όσα μας δίδαξε, για όλα όσα μέσα από την ήρεμη προσωπικότητά του, μας έμαθε.

Οι ηγέτες μένουν στην ιστορία, μέσα από το διαχρονικό τους προσωπικό παράδειγμα συνέχειας και συνέπειας πιστής στις αξίες και στα ιδανικά. Απεβίωσε και ταξίδεψε για τον Παράδεισο, με αξιοπρέπεια, με γαλήνη ψυχής, ως και να κοιμόταν.

Η Παναγιώτα του, την Παρασκευή, πριν να αποβιώσει μίλησε μαζί του: «Καλή αντάμωση παπά, να είσαι καλά να τα πούμε από κοντά». «Εσείς να είσαστε καλά κόρη μου, ο Θεός μαζί σας, φιλιά στον άντρα σου και στα μωρά μας».

Αιωνία του η μνήμη!

Ας είμαστε αντάξιοι της προσωπικότητάς του.

Έχουμε χρέος να συνεχίσουμε τον αγώνα μέχρι την επιστροφή, χωρίς συμβιβασμούς και χωρίς εκποιήσεις της γης των προγόνων μας, της γης που ανήκει στις επόμενες γενεές Ελλήνων, μέχρι την επιστροφή στην Πατρώα μας Γη. Όπως ακριβώς το δήλωνε ο Αείμνηστος Διευθυντής μας Πέτρος Μιξίδης, στην κόρη του Παναγιώτα: «Ο Θεός μας φυλάει!» Αρκεί κι εμείς να Τον πιστεύουμε και να μένουμε ακλόνητοι στο στόχο μας.

Δρ. Ανδρέας Σοφόκλης

Ερευνητής, Μελετητής

Sunday, April 16, 2023

Γυμνάσιο Αιγιαλούσας, ίδρυση και δράση

Του Δρ Ανδρέα Σοφόκλη
Το Γυμνάσιο Αιγιαλούσας αρχικά αποτελείτο από δύο αίθουσες διδασκαλίας, όπου διδάσκονταν κυρίως τα αγγλικά, αφού ακόμα και τότε υπήρχαν χίλιοι πεντακόσιοι μετανάστες στην Αγγλία. Όπως πολλές άλλες Κοινότητες της Κύπρου και η Αιγιαλούσα την τότε εποχή (1920-1960 περίπου) αποτελούσε προθάλαμο μετανάστευσης κυρίως προς την Αγγλία για μια καλύτερη ζωή.

Οι άνθρωποι της Αιγιαλούσας ήταν φιλήσυχοι, ήρεμοι, εργατικοί, άνθρωποι της γης, του κάμπου, του δάσους, της θάλασσας. Οι κάτοικοί της ήταν ένα από τα ατόφια κομμάτια του ελληνισμού.

Ύβριζες τον Γιαλουσίτη αν τον αποκαλούσες κλέφτη. Τα σπίτια ήταν συνεχώς ανοικτά, τίποτα δε χανόταν. Οι Γιαλουσίτες και οι Γιαλουσίτισσες είχαν αναπτυγμένη τη σύμπνοια, τη συνεργασία, σε πρακτικό επίπεδο με την χειρωνακτική αλληλοβοήθεια, με την ανταλλαγή γεωργοκτηνοτροφικών προϊόντων.

Ο Παύλος Ξιούτας υπήρξε ο αναμορφωτής της Κωμόπολής μας. Αυτός λόγω της ισχυρής του φιλίας με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄ τον κάλεσε στην Αιγιαλούσα, με ένα μόνο στόχο, το έναυσμα για την ίδρυση και για τη λειτουργία σύγχρονου Περιφερειακού Εξατάξιου Γυμνασίου, το οποίο με την ίδρυσή του έλαβε την ονομασία: Γυμνάσιο Αιγιαλούσης.

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ ανταποκρίθηκε άμεσα στο κάλεσμα του σεβαστού του δασκάλου Παύλου Ξιούτα. Κατά τη διάρκεια της ημερήσιας επίσκεψής του πραγματοποιήθηκε έρανος όπου συγκεντρώθηκαν πεντακόσιες λίρες, ο έρανος σε είδη συγκέντρωσε διακόσιες λύρες, επίσης συγκεντρώθηκαν πεντακόσιες λίτρες λάδι που αντιστοιχούσαν σε διακόσιες λύρες.

Τρελό και εξωπραγματικό έργο, με τόσο ισχνά οικονομικά μέσα, που όμως έγινε πραγματικότητα, το διώροφο Γυμνάσιο Αιγιαλούσης, με πλήρεις αίθουσες διδασκαλίας, πλήρως εξοπλισμένο, με γήπεδα, αφού οι Γιαλουσίτες και ευρύτερα οι Καρπασίτες διακρίνονταν και στον αθλητισμό, όπως ποδόσφαιρο, πετόσφαιρα, ατομικά αθλήματα.

Το ωραιότερο επαρχιακό σχολείο του Ελληνισμού, σύμφωνα με μαρτυρία Έλληνα επιθεωρητή που το επισκέφθηκε, έγινε πραγματικότητα. Μέχρι σήμερα δεσπόζει στο φαντασμαγορικό ύψωμα και ως κτίσμα και ως πνευματικός φάρος, ακόμα και για τους κατακτητές.

Το Γυμνάσιο κτίστηκε από τους Έλληνες Κύπριους της Αιγιαλούσης και των γύρω Κοινοτήτων αλλά συνέβαλαν και Τούρκοι Κύπριοι της περιοχής. Δηλώνοντας τη συνεργασία, την αλληλεγγύη, τη σύμπνοια. Στοιχεία τα οποία πηγάζουν από την Κοινή Καταγωγή, από την πηγαία αγάπη.

Το Γυμνάσιο της Αιγιαλούσης διαδραμάτισε ραγδαία και καταπληκτική επίδραση. Ως Περιφερειακό Εξατάξιο Γυμνάσιο, φοιτούσαν σ` αυτό μαθητές και μαθήτριες από τις Κοινότητες: Αιγιαλούσα, Αγία Τριάδα Αιγιαλούσης, Μελάναγρα, Άγιο Ανδρόνικο, Λεονάρισσο, Λιθράγκωμη, Βασίλι, Βαθύλακα, Κώμα του Γιαλού. Η έφεση για μόρφωση, η θέληση για άνοδο του μορφωτικού επιπέδου καταδεικνύεται από το γεγονός της φοίτησης και μαθητών και μαθητριών, γεγονός που αντιστοίχως αναλογικώς σε τόσο μεγάλους αριθμούς πιθανώς να μην υπήρχε την εποχή εκείνη σε άλλη περιοχή, αγροτική ή/και αστική στην Κύπρο και στην Ελλάδα. 

Μέχρι το 1974 φοιτούσαν περίπου κάθε χρόνο τετρακόσιοι τριάντα μαθητές, μαθήτριες. Χαρακτηριστικό της αγάπης των Γιαλουσιτών και των Γιαλουσίτισσων για την ποδοσφαιρική τους ομάδα και για την εντιμότητα, είναι ότι τη συνόδευαν σε εκτός έδρας αγώνες. Μάλιστα σε ποδοσφαιρικό αγώνα, σύμφωνα με σύγχρονες μαρτυρίες από μνήμες, στην Κοινότητα του Αυγόρου, ο διαιτητής σε μία φάση αδίκησε κατάφορα την Ομάδα της Αιγιαλούσης, οπότε ανέλαβαν δράση οι γυναίκες της Ομάδας μας που συνόδευσαν τους ποδοσφαιριστές, με αποτέλεσμα την διά της βίας διόρθωση του λάθους.

Με την ίδρυση και με τη λειτουργία του Γυμνασίου, δεν έφευγαν πλέον οι Γιαλουσίτες, από την Επτάλοφή τους Κωμόπολη (περικλείεται από επτά λόφους, όπως και η του Μεγάλου Κωνσταντίνου Πόλη), ούτε προς την Αμμόχωστο, ούτε στο εξωτερικό.

Γιατροί, δάσκαλοι, Καπνοπαραγωγοί, σταθμοί βενζίνης, καταστήματα, κρεοπωλεία, κουρεία, καφενεία, λέσχη, ξενοδοχείο, δύο Δημοτικά Σχολεία, εστιατόρια, ταβέρνες, σινεμά, αστυνομικός σταθμός, δανειστική βιβλιοθήκη, μελισσοκομεία, κτηνοτροφικές μονάδες, Συνεργατικός Οργανισμός Καπνοπαραγωγών (Σ.Ο.Κ.) (Το γνωστό εργοστάσιο), ψαροκάϊκα, γεωργία, φαρμακείο, Νοσοκομείο, όλα αυτά και άλλα λειτουργούσαν πλέον σε σύγχρονες βάσεις.

Ο ίδιος ο Γυμνασιάρχης, ο Παύλος Ξιούτας, ως άλλος Μεγαλέξανδρος στον πνευματικώς ηγετικό στίβο, πρωτοστατούσε, κουβαλώντας πέτρες και ό, τι άλλο χρειαζόταν για την οικοδόμηση του Γυμνασίου, με αυτό τον τρόπο, με αυτή την ηθικοπνευματική αξιοπρέπεια, ως ο μπροστάρης, πέτυχε το ακατόρθωτο, το Γυμνάσιο Αιγιαλούσης ολοκληρώθηκε σε σχεδόν επτά μήνες, με την εργασιακή προσφορά, με τις εισφορές σε οικοδομικά υλικά όλων των οικογενειών. Χωρίς οικονομικά έξοδα!

Αυτή η περιοχή που έπρεπε να ήταν ανεπιθύμητη, λόγω της τότε απόστασης, από την Αμμόχωστο, από την Πρωτεύουσα Λευκωσία, γενικότερα από την υπόλοιπη Κύπρο, μεταβλήθηκε, λόγω του Γυμνασίου Αιγιαλούσης, πόλος έλξης μορφωμένων ανθρώπων και των οικογενειών τους, όχι μόνο για επαγγελματικούς, επιχειρηματικούς σκοπούς μικρού ή μεγάλου χρονικού διαστήματος αλλά για μόνιμη παραμονή και για μόνιμη εγκατάσταση. Αυτές οι οικογένειες ένιωθαν την Αιγιαλούσα ως τη δική τους Πατρίδα, αυτήν που αναμόρφωνε καθημερινώς την ποιότητα της ζωής τους.

Η αγνότητα, η φιλοξενία, η διασκέδαση, οι πνευματικές δράσεις ήταν συνεχείς και αλληλοδιαδοχούμενες. Τα Πανηγύρια προς τιμή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και της Αγίας Μαρίνας, άφηναν γλυκές πνευματικές και κοινωνικές αναμνήσεις, αφού συγκεντρώνονταν πλήθος ανθρώπων από όλη σχεδόν την Κύπρο προς τιμή τους, ενισχύοντας ταυτόχρονα την οικονομία της Κοινότητας. Οι Εθνικές Επέτειοι, τα Χριστούγεννα, η Λαμπρά τύγχαναν τιμής με όλη τη Χριστιανική τελετουργία και με παραδοσιακή μεγαλοπρέπεια.

Τα παιδιά των δύο Δημοτικών Σχολείων και του Εξατάξιου Γυμνασίου, άψογα ντυμένα, με τις παραδοσιακές ,μαθητικές ενδυμασίες, με τους δασκάλους, με τους καθηγητές τους πρωτοστάτες και παρελαύναν και παρευρίσκονταν σε όλες τις Εθνικοθρησκευτικές Τελετουργίες, σε αντίθεση με το σήμερα.

Η φιλοξενία και η εντιμότητα, με το πέρασμα των χρόνων, όχι μόνο δεν έφθιναν αλλά ενισχύονταν. Οι Γιαλουσίτες τσακώνονταν για το ποιος θα κερνούσε στα καφενεία, στη λέσχη τους άγνωστους ξένους και ποιος θα τους φιλοξενούσε στο σπίτι του για φαγητό. Ο Ξένιος Δίας τους ενέπνεε, αφού από τα βάθη των αιώνων ήταν εκεί όχι μόνο ως Αχαιοί (Αχαιών Ακτή) αλλά και ως Ίωνες, αφού ελάχιστη είναι η απόσταση από τα παράλια της Μικράς Ασίας-το χάραμα ακούγονταν οι πετεινοί από τα παράλια της Μικράς Ασίας στα παράλια της Αιγιαλούσας και για όσους δεν γνωρίζουν το γιατί το χάραμα, διότι αυτό το χρονικό σημείο του εικοσιτετραώρου επικρατούσε η απόλυτη γαλήνη, σε αντίθεση με τη βαρ-βαρ του σήμερα, όπως δήλωναν οι Αρχαίοι Έλληνες πρόγονοί μας. 

Ας μη ξεχνάμε και τα έξι χιλιάδες χρόνια π.Χ. ως Ετεοκύπριοι, όπως ονομάζονται στην ιστορία, φυσικά ως Έλληνες και σε αυτά τα έξι χιλιάδες χρόνια, αφού πλέον είναι γνωστό και μόνο πνευματικώς τυφλοί δεν το δέχονται ότι οι Έλληνες από τα βάθη των Αιώνων είχαν την Μεσόγειο ως δική τους «Λίμνη». Από αυτό το Γυμνάσιο και από αυτά τα δημοτικά αποφοίτησαν εξέχουσες προσωπικότητες στον Επιστημονικό, στον Πνευματικό, στον Κοινωνικό Τομέα που λάμπρυναν και λαμπρύνουν την Κύπρο τόσο με τις δράσεις τους στην Κύπρο όσο και σε πολλές χώρες.

Ευγνωμονούμε όλους όσους εργάστηκαν για την ίδρυση, για τη λειτουργία και των δύο δημοτικών σχολείων και του Γυμνασίου Αιγιαλούσης, απλούς καθημερινούς ανθρώπους, που όμως μεγαλούργησαν, τους οποίους η Ιστορία αλλά και ο Χριστιανισμός Κατέγραψαν με ανεξίτηλο μελάνι.

Αν θες ως ηγέτης, ως άνθρωπος να γράφεται αιωνίως το όνομά σου εφαρμόζεις τη συνταγή του Παύλου Ξιούτα και των συνεργατών του, κτίζεις, ιδρύεις, λειτουργείς σχολεία ακόμα και με ένα παιδί, αντίθετα αν θες να σβηστεί το όνομά σου από κάθε σελίδα ηθικοπνευματικής αρχής κλείνεις σχολεία.

Στον Πρωτοστάτη και Πρωτεργάτη της ιδρύσεως του Γυμνασίου της Αιγιαλούσας Παύλο Ξιούτα, όπως και σε όλους τους δασκάλους και σε όλους τους καθηγητές που δίδαξαν ταιριάζει ως σεβασμός και ως μνήμη αιώνια το του Μεγάλου Αλεξάνδρου: «Στον Πατέρα μου οφείλω το ζην, στον δε διδάσκαλό μου (Αριστοτέλη) το ευ ζην».

Αυτός ο Μπροστάρης, ο Παύλος Ξιούτας, αυτοί οι διδάσκαλοι και καθηγητές, όντως υπήρξαν φωτεινοί συνεχιστές του Αριστοτέλη, των Τριών Ιεραρχών, του Κοσμά του Αιτωλού (του Πατροκοσμά).

Αυτοί ίδρυσαν, οργάνωσαν, λειτούργησαν, και μεγαλούργησαν την Πνευματική Ανάσταση στην Κωμόπολη της Αιγιαλούσης και στις γύρω κοινότητες τις δικές τους «Βασιλειάδες».

Τους ευγνωμονούμε για την Πνευματική αυτή συνεισφορά που ισοδυναμεί με την Ανάσταση του νου και της ψυχής του ανθρώπου.

Τους ευγνωμονούμε!

Δρ. Ανδρέας Σοφόκλης
Ερευνητής, Μελετητής 

Saturday, May 2, 2020

Πρόλογος σε μια μελλοντική ανατύπωση του βιβλίου Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες

 (Πρόλογος σε μια μελλοντική ανατύπωση του βιβλίου Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες, Εστία 2006 ή Η πολιτική απεξάρτησης της Κύπρου από την Ελλάδα, πώς και ποιοι την εφάρμοσαν και την εφαρμόζουν).
                                                                                                       

Το Φθινόπωρο τού 2003 το Υπουργικό Συμβούλιο τής Κυπριακής Δημοκρατίας ενέκρινε τον διορισμό επταμελούς Επιτροπής Πανεπιστημιακών [1] με σκοπό να μελετήσει και να αξιολογήσει το εκπαιδευτικό σύστημα τής Κύπρου και να υποβάλει έκθεση με προτάσεις για την ανασυγκρότηση και τον εκσυγχρονισμό τής Κυπριακής εκπαίδευσης. Επρόκειτο για υλοποίηση προεκλογικής εξαγγελίας τού Τάσσου Παπαδόπουλου και των τριών συνεργαζομένων κομμάτων που τον ανέδειξαν στην προεδρία τής Κυπριακής Δημοκρατίας, του κομμουνιστικού κόμματος ΑΚΕΛ, του κεντρώου ΔΗ.ΚΟ. και του σοσιαλιστικού ΕΔΕΚ, για «σφαιρική μεταρρύθμιση» τού κυπριακού εκπαιδευτικού συστήματος.

Η πέρα των 300 σελίδων μελέτη άρχισε να υποβάλλεται στον Υπουργό Παιδείας από τον Μάρτιο τού 2004. Το σύνολό της υιοθετήθηκε με προσωπική δήλωση τού επόμενου Προέδρου τής Κυπριακής Δημοκρατίας Δημήτρη Χριστόφια (που εξελέγη με τη στήριξη των ιδίων, όπως και πιο πάνω κομμάτων) στις 28.7.2008. Ο Πρόεδρος τόνισε την ανάγκη επίσπευσης τής Μεταρρύθμισης και την εφαρμογή της «το ταχύτερο δυνατό» με στόχο, πάντα, την «αναβάθμιση» τής Παιδείας τής Κύπρου.

Για ακριβέστερη διευκρίνιση αυτής τής «αναβάθμισης», η επταμελής Επιτροπή είχε χρησιμοποιήσει και όρους όπως  «μετάλλαξη» και «μεταμόρφωση», ενώ στο «Μανιφέστο» της, (κεφάλαιο 5), πρότεινε ξεκάθαρα τον «ιδεολογικό αναπροσανατολισμό» τής Κυπριακής Παιδείας με «την απάλειψη των στενά εθνοκεντρικών, μονοπολιτισμικών και κατ’ επέκταση εθνικοδυιστικών στοιχείων». Προς τούτο εισηγήθηκε, ανάμεσα σ’ άλλα, τη διδασκαλία τής τουρκικής γλώσσας στο Λύκειο, τη συγκρότηση μικτής ομάδας Ε/κυπρίων και Τ/κυπρίων επιστημόνων «για αναθεώρηση των βιβλίων τής Ιστορίας» και, τελικά, επανέλαβε το παλιό όνειρο των ξένων κατακτητών, αλλά και ντόπιων, νεότερων κυβερνητών τής Κύπρου, τη «σταδιακή μείωση τής εξάρτησης», δηλαδή την απεξάρτηση, «τής Κύπρου από την Ελλάδα»!

Αν και έπρεπε να περάσουν 30 χρόνια από την τουρκική εισβολή τού 1974 για να αποτολμηθεί επίσημα και ευθέως η πρόταση για «ιδεολογικό αναπροσανατολισμό» τής Κυπριακής Παιδείας με δικαιολογητικό τις νέες πραγματικότητες και την ανάγκη ομοσπονδιακής συμβίωσης με τους Τούρκους, εκείνο που εξακολουθεί να περνά απαρατήρητο και αδιερεύνητο είναι η ίδια η σημερινή de facto διχοτόμηση του νησιού ως φυσικού επακόλουθου τής πολιτικής τής «απεξάρτησης» τής Κύπρου από την Ελλάδα, που ακολουθήθηκε ανεπίσημα και στα μουλωχτά  ευθύς μετά την ίδρυση τής Κυπριακής Δημοκρατίας. 

Υπάρχουν, βέβαια, οι ενδείξεις ότι υπήρχε ή εκκολάφθηκε στη σκέψη τού αρχηγού τού Αγώνα των Κυπρίων πολύ πριν το 1960 [2], το έτος ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Άρχισε, όμως, να προωθείται έμπρακτα σχεδόν αμέσως με την ίδρυση της Δημοκρατίας, μέσω διαφόρων πνευματικών ανδρών, που τελούσαν υπό την άμεση εξάρτηση κι επήρεια τού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Ως κάλυμμα χρησιμοποιήθηκαν οι επειγόντως αναγκαίες «μεταρρυθμίσεις» στην παιδεία, για τις οποίες άνοιγε, μάλιστα, ο δρόμος λόγω τής «μεγαλύτερης οικονομικής ευρωστίας τής Κύπρου από την Ελλάδα» [3].

Ένας από αυτούς ήταν ο ίδιος ο διευθυντής τού Παγκυπρίου Γυμνασίου Φρίξος Πετρίδης (1961-1968), μετέπειτα υπουργός Παιδείας (1970-1972). Ο Πετρίδης εγκαινίασε αυτή την πολιτική υποστηρίζοντας ότι η εμμονή στην απόλυτη ταύτιση και συμπόρευση με την ελλαδική παιδεία σήμαινε έναν άκαρπο «πηνελοπισμό» [4]. Ήδη τον Ιανουάριο του 1963, σε ομιλία του στην ΟΧΕΝ (Νεανίδων) Λευκωσίας [5], παρουσία τού ιδίου του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, αμφισβήτησε επίσημα, για πρώτη φορά, τη σημασία που δινόταν στη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών [6], αμφισβήτησε την προτεραιότητα τής Αθήνας ως αποκλειστικής πηγής προέλευσης κάθε καλού (πράγμα που πολύ σύντομα, στην κρίση τού 1964, θα εφάρμοζε αδίστακτα ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος στις άμεσες σχέσεις του με την Κυβέρνηση των Αθηνών), τόνισε την ύπαρξη διαφοράς ανάμεσα σε προβλήματα Ελλήνων τής Κύπρου και Ελλήνων τής Ελλάδας κι έδωσε και το πρώτο δείγμα κυπριακής «πνευματικής» υπεροψίας απέναντι στην κυρίως Ελλάδα υπενθυμίζοντας ότι η Κρήτη ήταν «ελληνικοτέρα» πολλών μερών τής Ελλάδας τον 19ο αιώνα, ενώ τα Επτάνησα «προηγούνταν τής Ελλάδος πνευματικώς και καλλιτεχνικώς επί ενάμιση αιώνα μετά την παλιγγενεσία»! 

Εκείνη την ομιλία του, του Ιανουαρίου 1963, είχε κλείσει  με μια προτροπή προς τους Κυπρίους: την αρετή και την τόλμη που επέδειξαν στον απελευθερωτικό τους, ενωτικό με την Ελλάδα αγώνα τού 55-59, έπρεπε να την επιδείξουν ξανά, αλλά για ν’ αφήσουν τώρα πίσω τους την Ελλάδα, που… θ’ ακολουθούσε, σίγουρα, στην ίδια οδό όταν θα το επέτρεπαν τα οικονομικά της!!

Ανεπίγνωστα, υπάκουα κι επιπόλαια, υπό το άστρο τής προσωπικότητας και τής μυθικής «αγωνιστικότητας», αλλά και υπό τη συντριβή την απορρέουσα εκ των διττών εξουσιών τού Αρχιεπισκόπου-Προέδρου Μακαρίου, ο κατά τα άλλα ικανότατος δάσκαλος (και ακραιφνής ενωτικός) διευθυντής τού Παγκυπρίου Γυμνασίου και μετέπειτα Υπουργός Πιαδείας, συνέχιζε και στη Λογοδοσία τού 1964-65 να ενισχύει την «απεξάρτηση»  τής Κύπρου από την Ελλάδα: «Η στοιχειώδης ελλαδική παιδεία είναι πολύ κατωτέρα τής κυπριακής… Προηγούμεθα ήδη τής ελλαδικής εκπαιδεύσεως… δια λόγους οικονομικούς η Κύπρος αυτήν την στιγμήν έχει μεγαλυτέρας δυνατότητας… όταν θα ενωθώμεν με την Ελλάδα πολιτικώς, να ενωθώμεν ως ενεργητικό και, εάν δυνάμεθα, ως πρότυπον εις την παιδείαν κ.τ.λ.» [7].

Οι ιδέες περί «ελληνικοτέρας» Κύπρου θα έπαιρναν στα επόμενα χρόνια μεγαλύτερες και ευρύτερες διαστάσεις και θα εξελίσσονταν και σε «κυπροεθνικιστικές» τρόπον τινά με επίκεντρο μια «ανώτερη από την Ελλάδα», Κύπρο, η οποία θα έμπαινε σταδιακά και στην καλλιέργεια τής νέας, «κυπριακής συνείδησης» των πολιτών της, ιδιαίτερα ενθαρρυμένη να κομπάζει και ως «δημοκρατικότερη» μετά τη «βολική» διολίσθηση τής Ελλάδος στο απριλιανό καθεστώς! Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος (που δεν διερευνήθηκε ακόμα η ευθύνη του για την άνοδο της χούντας στην Ελλάδα) δεν θα αργούσε ν’ αναλάβει, μάλιστα, και πρωτοβουλίες για την καταπολέμηση και εκδίωξη τού δικτατορικού ελλαδικού καθεστώτος [8]!
                                     
Το πνεύμα δυσαρέσκειας των Ελλήνων με τη σύγχρονη Ελλάδα (που συνόψισε ο Γιώργος Σεφέρης με τη φράση όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει), η οποία  πολύ σπάνια και μόνο στιγμιαία κατορθώνει να αρθεί στο ύψος των προσδοκιών των πολιτών της, λειτούργησε ως σταθερός ούριος άνεμος για τις φιλοδοξίες όλων όσοι για διάφορους λόγους δεν θέλησαν να κρατήσουν σταθερή ρότα στην κατεύθυνση τής Ένωσης τής Κύπρου με την Ελλάδα. Στην πολιτική τής απεξάρτησης τής Κύπρου από την Ελλάδα, που ακολούθησε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, δεν συνάντησε καμιά σφοδρή αντίθεση εκ μέρους των πνευματικών ανθρώπων τής Ελλάδος, αντίθετα εισέπραξε άφθονο τον θαυμασμό τους επειδή ήταν… «αντιστασιακός» [9], κι ο λαός τής Κύπρου την απορία τους για την ορμητική του επιθυμία να ενωθεί με μια πτωχότερη κι εξαρτημένη Ελλάδα!

Μέσα σε αυτή, τη γεμάτη πλάνες ατμόσφαιρα, ούτε καν ακροθιγώς δεν ασχολήθηκε η ιστοριογραφία με την υπόθεση ότι ένας από τους κυριότερους παράγοντες, αν όχι ο κυριότερος, επιβολής τής Δικτατορίας στην Ελλάδα το 1967, ήταν και η αρνητική στάση που κράτησε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος απέναντι στη συναίνεση των Αμερικανών να πραγματοποιηθεί η Ένωση στο τέλος των διαπραγματεύσεων τής Γενεύης τον Αύγουστο 1964 χωρίς ουσιαστικές παραχωρήσεις στην Τουρκία, ώστε να εκλείψει ο κίνδυνος εμφάνισης μιας νέας «Κούβας» στην ανατολική Μεσόγειο. Αδιερεύνητη, ακόμα, σε σχέση με την επιβολή τής Δικτατορίας στην Ελλάδα παραμένει η σημασία τής αδυναμίας τού Γεωργίου Παπανδρέου να επιβληθεί στον Αρχιεπίσκοπο και να μετατρέψει την δια της Μεραρχίας επιτελεσθείσα «ντε φάκτο» Ένωση, σε «ντε γιούρε» επισήμως αναγνωρισμένη Ένωση [10]!  

Το απερίσκεπτο «σχέδιο» απεξάρτησης τής Κύπρου από την Ελλάδα, που μπήκε σε εφαρμογή αμέσως με την ίδρυση τής Κυπριακής Δημοκρατίας, με πρώτο βήμα την απόσχιση τής Κυπριακής από την Ελλαδική παιδεία και με το πρόσχημα, μάλιστα, ότι θα γινόταν η Κυπριακή «πρότυπον» και για την Ελλαδική, βρήκε πρόσφορο έδαφος, ανάμεσα σ’ άλλα, και στον ευρωπαϊκό προοδευτικόφρονα «φωτισμό» των νεαρών συνεργατών τού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, οι οποίοι, ενώπιον τής προοπτικής τής περαιτέρω κοινωνικής τους ανέλιξής ήταν και διατεθειμένοι να κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν ότι οι κατά τακτά διαστήματα επαναλαμβανόμενες ενωτικές διακηρύξεις του ήσαν κενές περιεχομένου. 

Το αμέσως εφαρμόσιμο σχέδιο στην Παιδεία  πρόβλεπε, κατά το αγγλικό πρότυπο, ανάπτυξη των τεχνικών σχολών σε βάρος των κλασικών σχολείων, όπως από την αρχή επέμεναν ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Τάσσος Παπαδόπουλος (1960-1970) και ο Υπουργός Οικονομικών Ρένος Σολομίδης (1962-1968) [11], παρά τις παρεμβάσεις τής επίσημης Ελλάδας και παρά την επιμονή τού Υπουργού Παιδείας Κωνσταντίνου Σπυριδάκι (1965-1970) ότι αυτό θα αποτελούσε «πλήγμα όχι μόνο για την πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη τής χώρας αλλά και για την επιστημονική και την οικονομική, αφού χωρίς τη γενική εκπαίδευση θα επηρεαζόταν αρνητικά η ανάπτυξη τού ανθρώπινου δυναμικού» [12].  

Αντικρίζοντας από κάποια απόσταση πλέον (και υπό το πνεύμα τής παρούσας κρίσης) τις περιόδους τής οικονομικής «ευμάρειας» τής Κύπρου και τής «ανάπτυξής» της, και τοποθετώντας τις μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο τής ιστορικής της πορείας, των ιστορικών στόχων, ποτισμένων με το αίμα των εθνικών φιλοδοξιών της για μια αξιοπρεπή, ελληνότροπη επιβίωση,  άρχισε να διακρίνεται πια καθαρά ότι το μόνο που κατάφερε η πολιτική τής απεξάρτησης ήταν να οδηγήσει την Κύπρο στον διχασμό, στην αποδυνάμωση και στο «προσωρινό» (εδώ και 44 χρόνια) τούρκεμα τού ήμισυ σχεδόν των εδαφών της.

Το γεγονός ότι μέχρι πρόσφατα δεν είχαν ακόμα διερευνηθεί εις βάθος οι συνομιλίες τής Γενεύης τού 1964, ώστε να αποκαλυφθούν οι σκοπιμότητες που τις παρουσίαζαν να φτάνουν  μόνο ως τη διχοτόμηση τής Κύπρου (πράγμα που διατηρούσε «δικαιωμένη» την απεξαρτησιακή πολιτική τού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου), απέτρεψε και την έρευνα στην κατεύθυνση των ευρύτερων επιπτώσεων εκείνης τής πολιτικής ως καταλυτικής εις βάρος τής νεότερης ελληνικής ενότητας και ισχύος.

Αν, στο πλαίσιο της ευρύτερης κατανόησης, των παραδοχών και των πραγματικοτήτων που φαίνονταν να διαμορφώνονται και να επικρατούν την περίοδο του 1964, πραγματοποιείτο η Ένωση τής Κύπρου με την Ελλάδα, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι ούτε η Ελλάδα θα έφτανε ποτέ στη δικτατορία τού ’67 ούτε η Κύπρος στην τουρκική εισβολή τού ’74· αλλ’ ούτε και οι δύο θα έφταναν, ίσως, στη δεινή θέση που βρίσκονται σήμερα. Αντίθετα το ισοζύγιο δυνάμεων στην περιοχή, και με τις «δύο» σημερινές ΑΟΖ ενωμένες, θα ήταν εντελώς άλλο. Η Ελλάδα με την Κύπρο ως προέκταση και δική της παρουσία στην Ανατολή θα είχε διαφορετικό γεωστρατηγικό εκτόπισμα και δεν θα άφηνε χώρο στους κωμικούς αλλά και επικίνδυνους οραματισμούς των Τούρκων. 

Η ανθενωτική, απεξαρτησιακή από την Ελλάδα πολιτική τού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου έχει ακόμα δρόμο να διανύσει μέχρι να διερευνηθεί επαρκώς ώστε να φανεί πόσο αφύσικη υπήρξε, και πόσο καταστροφικά ασύμφορη για τον σύγχρονο ελληνισμό.

Το βιβλίο Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες, Εστία 2006, γράφτηκε με στόχο να καταδείξει τον εκτροχιασμό τού αγώνα τής Κύπρου, ν’ απαλλάξει το σώμα του από τη λάσπη, ν’ αποκαταστήσει τα χαμένα του μέλη, ν’ αφαιρέσει ακαλαίσθητα προσθέματα, να φέρει στο φως το πρόωρα πεπαλαιωμένο και σκόπιμα μουσειοποιημένο «άγαλμά» του, με τη «ρομαντική» φιλοδοξία να το επαναφέρει, ίσως, στην αληθινή ζωή που σημαίνει το κάλλος του. 

Η φόρμα που θεωρήθηκε πιο κατάλληλη για τη συγγραφή του ήταν εκείνη τού Χρονικού, ενός τύπου «ημερολογίου» ή προσωπικής μαρτυρίας ενός Κυπρίου, ο οποίος διατηρεί μέσα του ολοζώντανη την ανάμνηση τού ενωτικού, απελευθερωτικού έπους τού 55-59, έζησε την εφηβεία του στον επιπόλαιο μέχρι ανεύθυνο πυρετό τού 1964 και την ωριμότητά του από τον «εμφύλιο» τού ’70 ως το προδομένο ’74, κι ως την εντελώς εκτροχιασμένη πια, οργιαστικά αμνήμονα καταναλωτική  ευμάρεια και σχεδόν αδιάκοπα «καρναβαλική» πανδαισία τού 2000. 

Το βιβλίο ασκούσε, επίσης, οξεία κριτική στην ανθελληνική ιδεολογία των υψηλά ιστάμενων λειτουργών και άλλων περιώνυμων πολιτών του Κυπριακού Κράτους και την υποδείκνυε  ως το γενεσιουργό αίτιο μιας ευρύτερης παρακμής. Το Κυπριακό Κράτος όχι μόνο δεν πρόβαλλε επίσημα αυτή την ιδεολογία του, αλλά αντίθετα πολλές φορές, υποκριτικά, διακήρυσσε το αντίθετό της ως τη μόνη αληθινή πίστη και πεποίθησή του. 

Το ερώτημα τώρα ήταν μέχρι ποιου σημείου θα έφτανε η νεοκυπριακή γραφειοκρατία στην προσπάθειά της να εξουδετερώσει το βιβλίο, τη μνήμη ή όση από τη μνήμη συντηρούσε το βιβλίο. Ακολούθησε η προσπάθεια   περιθωριοποίησης-αποσιώπησης [13] του με τον  αποκλεισμό του από τον κατάλογο των υποψηφίων προς κρίση βιβλίων από τη Διεύθυνση των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο αποκλεισμός απλώς επιβεβαίωσε τις μεθόδους και τις πρακτικές που μετερχόταν το Κυπριακό Κράτος.

Ήδη από το 1976, όταν η Κριτική Επιτροπή των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Κυπριακού Κράτους, αποτελούμενη από Κυπρίους και εξ Ελλάδος διανοούμενους και λογοτέχνες [14] αποφάσισε τη βράβευση της ποιητικής συλλογής του Παντελή Μηχανικού Κατάθεση, την απόφαση ανέπεμψε ο τότε Υπουργός Παιδείας Χρυσόστομος Σοφιανός, ένας των πρωταγωνιστών του «αγώνα» απεξάρτησης της Κύπρου από την Ελλάδα. Η Επιτροπή άλλαξε τότε την απόφασή της (ποιοι από την Επιτροπή άλλαξαν την ψήφο τους και ποιοι όχι παραμένει μέχρι σήμερα «κρατικό μυστικό») και το βραβείο δόθηκε σε άλλη «ποιητική συλλογή», τη Γραφή Οδύνης (σήμερα δεν την  ξέρει κανένας) του φιλόλογου Κυριάκου Πλησή.

Η Κατάθεση είναι πολύ γνωστή και πέραν των λογοτεχνικών κύκλων σήμερα και θεωρείται σημαντικό έργο της κυπριακής λογοτεχνίας.

Με τον ίδιο τρόπο, με αναπομπή δηλαδή εκ μέρους του Υπουργού, ακυρώθηκε ξανά απόφαση βράβευσης τού βιβλίου Το Δένδρο, η Συνωμοσία και άλλα, του γράφοντος. Εκείνη τη φορά παραιτήθηκαν τα μέλη τής Επιτροπής Νάσος Βαγενάς και Νίκος Ορφανίδης. Έκτοτε ο δεύτερος προσχώρησε στο κυβερνητικό στρατόπεδο, ενώ ο πρώτος κράτησε απόμακρη σιωπή. Όμως η αντίδραση τότε ήταν τέτοια ώστε αρνήθηκαν τη βράβευσή τους (και τα χρήματα που συνεπαγόταν η βράβευση) δυο άλλοι λογοτέχνες, η Πίτσα Γαλάζη το Βραβείο ποίησης και ο Κώστας Μακρίδης τον Έπαινο στην ίδια κατηγορία. Η αντίσταση στις πρακτικές του Κυπριακού Κράτους ήταν τότε ακόμα σθεναρή.

Σε επιστολή του ο συγγραφέας τού Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες προς τη Διεύθυνση των Πολιτιστικών Υπηρεσιών τότε, έκανε  αναφορά στον «ζντανοφισμό», όπως πρόσφατα τον είχε περιγράψει ο Βαγενάς: «Εκείνη η κριτική αντίληψη, που θεωρεί το ιδεολογικό στοιχείο μιας ορισμένης πολιτικής κατεύθυνσης ως κύριο κριτήριο στην αξιολόγηση των καλλιτεχνικών έργων» [15]. Αυτήν ακριβώς την ολοκληρωτική αντίληψη εξέθετε και σατίριζε -ανάμεσα σ’ άλλα- το Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες, αντίληψη που είχε βρει ξανά εφαρμογή στο παρελθόν σε βάρος άλλων βιβλίων από τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες τής Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τελικά έμενε στο κενό και το ερώτημα γιατί ο διαγωνισμός φέρει την ονομασία «Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία», αφού κατά την παραδοχή τής Διεύθυνσης των Πολιτιστικών Υπηρεσιών (επιστολή 7ης  Μαρτίου 2008) δεν είχε καθόλου κριθεί η λογοτεχνικότητα τού βιβλίου (!), τη στιγμή που  υπήρχαν, καθορισμένα από τις ίδιες τις Π.Υ., συγκεκριμένα και αριθμημένα λογοτεχνικά κριτήρια βράβευσης! 

Σε προσωπική του επιστολή προς τον συγγραφέα, [16] σε λιγότερο από τρεις μήνες μετά την κυκλοφορία τού βιβλίου Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες, ο Χρήστος Γιανναράς, έγραψε: «Είναι εκπληκτικό βιβλίο, ασύγκριτο με ό,τι έχω ως τώρα διαβάσει για την μετά το ’74 Κύπρο. Πολύ θα ήθελα να είχε γραφτή ένα ανάλογου ταλέντου βιβλίο και για την ελλαδική Ελλάδα στην ίδια περίοδο». Στην επιφυλλίδα του στις 27 Αυγούστου τού ιδίου χρόνου [17] στην «Καθημερινή», αναφέρθηκε στην κάθε άλλο παρά «δημοσιογραφική» γραφή τού βιβλίου, χαρακτηρίζοντάς την «γυμνασμένη σε δύσκολα πεδία τής εκφραστικής και της ευαισθησίας». 

Αναφορικά με την «ακριβή αποτύπωση των ευαισθησιών και των ανησυχιών τού σύγχρονου ανθρώπου» (αρ. 8 στη λίστα των λογοτεχνικών κριτηρίων τής Επιτροπής Γραμμάτων), ο Γιανναράς εύρισκε πως το βιβλίο «συνδέει την παρακμή με την υπονόμευση τού κοινωνικού αθλήματος (θεσμών και προϋποθέσεων) από την ‘εκσυγχρονιστική’ ατομοκρατία, την ιστορικοϋλιστικά καταναλωτική». Κι αυτό, πάντα κατά τον Γιανναρά, γινόταν χωρίς «γενικευμένες αφαιρετικές πιστοποιήσεις» και «αφοριστικούς χαρακτηρισμούς, αφήνοντας την κριτική ικανότητα τού αναγνώστη να συναγάγει συμπεράσματα και αξιολογήσεις προσώπων μέσα από τις πολύ συγκεκριμένες, λεπτομερειακές, αλλά ενδεικτικά επιλεγμένες ψηφίδες αφήγησης που κατατίθενται ως προσωπική μαρτυρία στο βιβλίο».

Μόλις δυο εβδομάδες πριν, στις 13 Αυγούστου, στην επιφυλλίδα του στο «Βήμα», ο Νάσος Βαγενάς [18] κατέτασσε το Την Ελλάδα θέλομεν… σε εκείνα τα κυπριακά βιβλία που τυπώνονται στην Ελλάδα και ενίοτε «είναι αξιολογότερα από αρκετά ελληνικά που θεωρούνται σημαντικά».

Οι ελάχιστες αυτές αναφορές και παραπομπές καταδεικνύουν πώς και πόσο το Κυπριακό Κράτος κράτησε στην ανθελληνική, συχνά παρουσιαζόμενη ως απλώς ανθελλαδική, απεξαρτησιακή «ιδεολογία» και πολιτική του. Η περίπτωση της Απόφασης (Α/Π 173/2008) τού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως, αναφορικά με το πιο πάνω βιβλίο (ημερομηνίας  23 Ιουνίου 2009), η οποία αναγνώριζε το βιβλίο ως «χρονικό», ως δηλαδή αυτό που ήταν, και θεωρούσε «εσφαλμένη» την απόφαση αποκλεισμού του και ζητούσε γι’ αυτό από τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες να «παράσχουν γραπτή ικανοποίηση» στον συγγραφέα στο πνεύμα των συμπερασμάτων τής Έκθεσης, απέδειξε και τη γραφειοκρατία του Κράτους απαρέγκλιτα πιστή στην «ιδεολογία» του. Καμιά τέτοια «γραπτή ικανοποίηση» δεν παρασχέθηκε ποτέ στον συγγραφέα.                                         

Η πολιτική τής απεξάρτησης τής Κύπρου από την Ελλάδα, που εγκαινιάστηκε με την ίδρυση τής Κυπριακής Δημοκρατίας από τη διακυβέρνηση Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και κληροδοτήθηκε σε όλες τις επόμενες, δεν σταμάτησε ποτέ, όποιες κι αν ήταν οι διακηρύξεις, οι δηλώσεις, ακόμα και οι εκατέρωθεν ενέργειες σε όλο αυτό το διάστημα. Μπορεί κανείς να διακρίνει δύο επίπεδα όχι μόνο στην τρέχουσα πολιτική πρακτική αλλά και σε σχεδόν όλους τούς τομείς τής «σχέσης» Ελλάδας-Κύπρου. 

Εμπλεκόμενες, διασταυρούμενες προθέσεις, ενίοτε υποδόρια και ενίοτε σε μετωπική σύγκρουση, μέσα σε ένα πνεύμα που κάποτε είναι απόλυτα ειλικρινές και κάποτε απόλυτα υποκριτικό και ψευδές, χωρίς συνήθως να υπάρχει ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή, με το φοβερό φαινόμενο το πνεύμα αυτό συχνά να εκπηγάζει από τους ίδιους ακριβώς ανθρώπους και να βγάζει στην επιφάνεια ό,τι περισσότερο, ίσως, ήθελε να κρύψει ή ό,τι περισσότερο ήθελε να διατρανώσει ως ουσία του και ταυτότητά του ο καθένας.

Μόνο και μόνο ο τίτλος τού βιβλίου, Την Ελλάδα θέλομεν κ.λπ.,  ήταν, ίσως, αρκετός για να προκαλέσει όλων των ειδών τα συναισθήματα από το ένα νοητό άκρο ως το άλλο. Η απόφαση,  όμως, της περιθωριοποίησής του από την Κυπριακή Δημοκρατία δείχνει καθαρά τουλάχιστο δύο πράγματα: 
Πρώτον ότι η αποτυχία τού ενωτικού με την Ελλάδα αγώνα τής Κύπρου, αγώνα συνενωτικού τής ισχύος και της επιβίωσης τού ελληνισμού, οφειλόταν και οφείλεται σε μια ευρύτερη «αναποφασιστικότητα» (για την οποία υπάρχουν χίλιες άλλες λέξεις και νοήματα προκειμένου να διερευνηθεί εις βάθος) και εκφράστηκε τη δεδομένη στιγμή από συγκεκριμένα πρόσωπα τόσο με πολιτική όσο και πολιτιστική ισχύ, τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα, ασχέτως τού αν η Κύπρος είχε την πρωτοβουλία και η Ελλάς «απρόθυμα» ακολούθησε. Και δεύτερον ότι η απεξάρτηση, ως δυναμικό παράγωγο τής «αναποφασιστικότητας», δηλαδή η τάση απόσχισης τού ελληνισμού από τον εαυτό του ή η αυτοδιάλυσή του, είναι η επικρατούσα.

Η αντίσταση στην «αναποφασιστικότητα» και την απεξάρτηση δεν είναι ανύπαρκτη. Δείχνει κι αυτή να κληροδοτείται, να κρατιέται με τα δόντια, ακόμα κι εναντίον τής νοθείας τού εαυτού της και δείχνει να επιβιώνει, έστω και σε ποσότητες ισχνότερες εκείνης που ο Μακρυγιάννης είχε αναγνωρίσει ως «μαγιά».

Από την άλλη, μια αντίθετη, ξεκάθαρη αποφασιστικότητα διεξάγει έναν μυστικό και φανερό πόλεμο εξολόθρευσής της. 
Άντης Ροδίτης
2015


[1] Πρόεδρος: Ανδρέας Μ. Καζαμίας, καθηγητής Συγκριτικής Παιδαγωγικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Μέλη: Αθανάσιος Γαγάτσης, καθηγητής Διδακτικής των Μαθηματικών. Ελπίδα Κεραυνού Παπαηλιού, καθηγήτρια Πληροφορικής. Σήφης Μπουζάκης, καθηγητής Παιδαγωγικών. Γιώργος Τσιάκαλος, καθηγητής Παιδαγωγικών. Γιώργος Φιλίππου, καθηγητής Διδακτικής των Μαθηματικών. Κρίστης Χρυσοστόμου, λέκτορας Πολιτικής Μηχανικής.
[2] Ρόμπερτ Χόλλαντ Η Βρετανία και ο κυπριακός αγώνας, Ποταμός, 2001, σ. 120-121.
[3] Δρ Παναγιώτη Κ. Περσιάνη Τα πολιτικά τής Εκπαίδευσης στην Κύπρο, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Λευκωσίας-Παπαζήση ΑΕΒΕ, 2010, σ. 47.
[4] «Ημείς έχομεν παιδείαν και ως προς το περιεχόμενον και ως προς την λειτουργίαν από καιρού αρχαιωθείσαν και παραμένομεν πιστοί εις αυτήν ως Πηνελόπη». Λογοδοσία επί των πεπραγμένων τού Παγκυπρίου Γυμνασίου υπό τού Γυμνασιάρχου Φρίξου Πετρίδη τη 14η Ιουλίου 1968 στην Επετηρίδα του Σχολικού Έτους 1967-1968.
[5] Εφημερίδα Ελευθερία Λευκωσίας 5.1.1963, σ. 5-6
[6] Δες και Θεόδωρου Ι. Ζιάκα Πέρα από το Άτομο, Αρμός 2003, σ. 96: «Μια από τις εκδηλώσεις της κυριαρχίας του σοφιστικού-σχετικιστικού (μηδενιστικού) πνεύματος είναι σήμερα η κατάρρευση των κλασικών σπουδών στη Δύση, πρωτοστατούντων των ίδιων των κλασικιστών κ.λπ.». Περισσότερες πληροφορίες στο Ποιος σκότωσε των Όμηρο, των Victor Davis Hanson και John Heath, Κάκτος 1999.
[7] Επετηρίς Σχολικού Έτους 1964-1965, Παγκύπριον Γυμνάσιον, Λευκωσία 1966, σ. 38-39.
[8] Όταν ο υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολύκαρπος Γιωρκάτζης, που βοηθούσε με την άδεια και προτροπή τού Αρχιεπισκόπου και Προέδρου Μακαρίου τον Αλέξανδρο Παναγούλη εκτέθηκε στα μάτια των δικτατόρων με αποδεικτικά στοιχεία για τη δράση του, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος τον απαρνήθηκε κι εκείνος πέρασε σε συνωμοσία με τους πράκτορες των δικτατόρων, με στόχο τη δολοφονία τού Αρχιεπισκόπου. Το  αποτέλεσμα ήταν να δολοφονηθεί ο ίδιος από τούς συνεργάτες του.
[9] Η άτεγκτη στα μάτια του λαού «αντίστασή» του στη Δύση (που βόλευε τη διατήρηση του αξιώματος του Προέδρου της Δημοκρατίας) στη θέση μιας εύστροφης και δημιουργικής διπλωματίας υπέρ της Ενώσεως, και η «σύμπραξή» του με την Ανατολή (Σοβιετική Ένωση), η οποία τον εκμεταλλεύτηκε αδίστακτα προς ίδιον όφελος, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως δευτερεύοντες παράγοντες στην ανάκτηση του ήμισυ σχεδόν της ελληνικής Κύπρου στην εποχή μας από την Τουρκία.  
[10] Άντη Ροδίτη Κουράγιο Πηνελόπη, Αρμός 2013
[11] Περσιάνης 66-68
[12] Περσιάνης 48
[13] Η αποσιώπηση τής κυπριακής αντικαθεστωτικής λογοτεχνίας αποτελεί πάγια τακτική των «αρμοδίων» υπηρεσιών τού Κυπριακού κράτους, έστω κι αν κάποτε αναγκάζονται ν’ αναγνωρίσουν ένα βιβλίο. Τότε, όμως, η «αναγνώριση» χρησιμοποιείται ως προπέτασμα καπνού για να συνεχίσουν το σκοταδιστικό τους έργο. Σ’ αυτό βρίσκουν πάντα πρόθυμους συνεργάτες διάφορους «προοδευτικόφρονες» κριτικούς, λογοτέχνες, που αρπάζουν την ευκαιρία να περιορίσουν άλλο τυχόν «ενοχλητικό» λογοτεχνικό ανταγωνισμό! 
Η εύνοια με την οποία περιβάλλονται αυτοί από τις «αρμόδιες» αρχές, τους προσδίνει την αναγκαία εγκυρότητα ώστε να επηρεάζουν Ελλαδίτες συναδέλφους. Το θέμα δεν έχει μείνει αδιαπραγμάτευτο στο Την Ελλάδα θέλομεν… Μερικά πρόσφατα, κραυγαλέα παραδείγματα αποτελούν η μη περίληψη τού γράφοντος στο Λεξικό τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Πατάκης 2007, ούτε και στο κυπριακό αφιέρωμα τού περιοδικού Η Λέξη (τεύχος 203-204, Ιανουάριος-Ιούνιος 2010), όπου στο «Συνοπτικό χρονολόγιο 1960-2010» παραλείπεται εντελώς η κρατική βράβευση το 1973 τού βιβλίου «4 διηγήματα». 
Παρομοίως επιλεκτική είναι και η συμπεριφορά τού «Σπιτιού τής Κύπρου» όσον αφορά παρουσιάσεις  Κυπρίων λογοτεχνών στην Αθήνα. Στην δε Ιστορία της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας, των Κεχαγιόγλου-Παπαλεοντίου, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών Κύπρου 2010, όπου δεν είναι τόσο εύκολη η αποσιώπηση, οι ελάχιστες αναφορές στο έργο τού γράφοντος παίρνουν μορφή πολιτικού «κατηγορητηρίου» με χαρακτηρισμούς τού τύπου «αμετάπειστος ελληνολάτρης και αντιμακαριακός», «διακατέχεται από εμμονές τής ενωτικής ιδεολογίας» κ.α. Ακόμα πιο αξιοσημείωτη είναι, επίσης, η προσπάθειά τους να μειώσουν μέχρι και τον Κώστα Μόντη με υποτιμητικές αναφορές στο γεγονός ότι ήταν περήφανος για τη συμμετοχή του στον αγώνα της ΕΟΚΑ.
Παραγνώρισαν εντελώς τον ελληνοκεντρισμό του, όπως διαγράφεται στα τρία Γράμματα στη Μητέρα, ενώ το 2016 κατάφεραν να αποκλείσουν από τις κρατικές διακρίσεις βιβλίων τη μόνη μέχρι στιγμής γενική ανάλυση των Γραμμάτων στη Μητέρα. Τον ίδιο χρόνο στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας (τεύχος 1871, Δεκέμβριος 2016) στην Ιστορία, Λογοτεχνία και Τέχνη της Κύπρου δεν υπήρχε η παραμικρή αναφορά στον γράφοντα, τη στιγμή που η επίσημα διακηρυγμένη θέση του Κυπριακού Κράτους είναι: «…έχει καταξιωθεί ως ένας από τους σημαντικούς μας λογοτέχνες. Πεζογράφος, ποιητής, συγγραφέας χρονικών, άρθρων πολιτικού, ιστορικού και λογοτεχνικού περιεχομένου, αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση ενός ενεργού πνευματικού δημιουργού ο οποίος έχει καταθέσει στη Γραμματεία μας ένα πολυσήμαντο έργο άρρηκτα δεμένο με την ιστορία και τη μοίρα του τόπου μας». (Από δημόσια ομιλία του διευθυντή των Πολιτιστικών Υπηρεσιών Κύπρου, Παύλου Παρασκευά, στις 6 Οκτωβρίου 2016).
[14] Παναγιώτης Σέργης (Πρόεδρος)+, Ήβη Μελεάγρου, Κώστας Μιχαηλίδης+, Κώστας Μόντης+, Αχιλλέας Πυλιώτης+, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Τάσος Λιγνάδης+, Μιχάλης Πασιαρδής, Νάγια Ρούσου, Νίκος Σπανός+.
[15] «Το Βήμα» 20.1. 2008
[16] Χειρόγραφη, με ημερομηνία 11.7.2006
[17] Με τίτλο «Ιστορικοϋλιστικός ‘εκσυγχρονισμός’ μετέωρος».
[18] Με τίτλο «Το θέατρο στην Κύπρο».