Showing posts with label Ιστορία. Show all posts
Showing posts with label Ιστορία. Show all posts

Friday, March 1, 2024

Συνθήκη της Λωζάνης – Τι ακριβώς υπογράψαμε πριν από 100 χρόνια;

Ακριβώς έναν αιώνα μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης, οι άγνωστες λεπτομέρειες και το παρασκήνιο πίσω από τη συμφωνία που άλλαξε τον ρου της ιστορίας της Ελλάδας

Περιεχόμενα

Ο συμβιβασμός

Συνθήκη της Λωζάνης – Τι είχε προηγηθεί

Οι δυσκολίες του «established-etabli»

Ο κίνδυνος για την Αλεξανδρούπολη

Ο στρατός του Εβρου

Διπλωματικό όπλο στη φαρέτρα του Βενιζέλου

Συνθήκη «αυξημένης τυπικής ισχύος έναντι οποιουδήποτε άλλου νόμου»

Τα κέρδη της Τουρκίας

Η αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας

Το κομβικό άρθρο 16

Η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών

Βενιζέλος: «Υπέγραψα με την συναίσθησιν ότι προσφέρω υπηρεσίαν εις την χώραν»

«Το μόνο που τους ένοιαζε ήταν το πετρέλαιο»

Συνθήκη της Λωζάνης, ένα μικρό κεφάλαιο στα σχολικά βιβλία. Ένα μεγάλο στην ιστορία της πατρίδας μας κι αυτό που διαμόρφωσε εν πολλοίς την Ελλάδα ως είναι σήμερα. Η εν λόγω συνθήκη ειρήνης που έθεσε τα όρια της σύγχρονης Τουρκίας υπογράφηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας μια μέρα σαν κι αυτή, στις 24 Ιουλίου 1923 από την Ελλάδα, την Τουρκία και τις άλλες χώρες που πολέμησαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-18), τη Μικρασιατική εκστρατεία (1919-22) και συμμετείχαν στη Συνθήκη των Σεβρών, συμπεριλαμβανομένης και της ΕΣΣΔ που δεν συμμετείχε στην προηγούμενη συνθήκη.

Με μια υπογραφή τελείωσε οριστικά το βενιζελικό όνειρο της Ελλάδας «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών».

Με μια υπογραφή μετακινήθηκαν, ένθεν κι ένθεν, εκατομμύρια κάτοικοι.

Με μια υπογραφή γράφτηκε, ούτως ή άλλως, ιστορία…

Ο συμβιβασμός

Η Συνθήκη της Λωζάνης (κλικάροντας το link διαβάζετε το πλήρες κείμενό της στα ελληνικά…) κατήργησε πρακτικά τη Συνθήκη των Σεβρών που δεν είχε γίνει αποδεκτή από τη νέα κυβέρνηση της Τουρκίας, η οποία διαδέχθηκε τον Σουλτάνο της Κωνσταντινούπολης. Μετά την εκδίωξη από τη Μικρά Ασία του ελληνικού στρατού από τον τουρκικό, και υπό την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ, στρατό προέκυψε η ανάγκη για αναπροσαρμογή της συνθήκης των Σεβρών.

Στις 20 Οκτωβρίου 1922 ξεκίνησε το συνέδριο που διακόπηκε μετά από έντονες διαμάχες στις 4 Φεβρουαρίου 1923 για να ξαναρχίσει στις 23 Απριλίου. Το τελικό κείμενο υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου μετά από 7,5 μήνες διαβουλεύσεων.

Συνθήκη της Λωζάνης – Τι είχε προηγηθεί

Το διπλωματικό τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ως τελικής φάσης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, επισφραγίζεται με την ανακωχή των Μουδανιών, όπου στις 11 Οκτωβρίου 1922 αφενός η Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία και αφετέρου η Τουρκία υπογράφουν την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης από ελληνικό στρατό και Αρχές και την παράδοσή της στην Τουρκία. Η Ελλάδα διά του στρατηγού Κωνσταντίνου Μαζαράκη, παρόντων των συνταγματαρχών Νικολάου Πλαστήρα και Πτολεμαίου Σαρηγιάννη, αρνείται αρχικά να την υπογράψει, προσχωρεί δε σε αυτήν τελικά την 13η Οκτωβρίου μόνον όταν πείστηκε πως οι σύμμαχοι είχαν ειλημμένη απόφαση για την εφαρμογή των όρων της ανακωχής, έστω και με απουσία και μη σύμπραξη της Ελλάδας. Η εκκένωση υπό τον στρατηγό Κωνσταντίνο Νίδερ αρχίζει τη 15η Οκτωβρίου 1922, οπότε συμπτύσσονται τα ελληνικά στρατεύματα περί τις 80.000 άνδρες δυτικά του Έβρου ποταμού.

Έναν περίπου μήνα μετά – στις 21 Νοεμβρίου 1922 – αρχίζει η Συνδιάσκεψη Ειρήνης της Λωζάνης, την οποία προέβλεπε η ανακωχή των Μουδανιών, μεταξύ των εκπροσώπων της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ελλάδας, της Τουρκίας, της Ρουμανίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας, του Βελγίου, της Πορτογαλίας, της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ.

Για τη της Συνθήκη της Λωζάνης παρίσταντο ο Ρεϋμόν Πουανκαρέ, επικεφαλής της γαλλικής αντιπροσωπείας ως πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών, εκπρόσωπος της μεγαλύτερης τότε στρατιωτικής δύναμης του κόσμου, ο λόρδος Τζορτζ Κόρζον επικεφαλής της αγγλικής ως υπουργός Εξωτερικών και ο Μπενίτο Μουσολίνι, από τριών εβδομάδων μόλις πρωθυπουργός της Ιταλίας. Επιπλέον προσκλήθηκε η Σοβιετική Ένωση να μετάσχει αλλά μόνο όταν θα συζητούνταν το καθεστώς των Στενών της Κωνσταντινούπολης, ενώ επετράπη στη Βουλγαρία να εκθέσει τις απόψεις της περί εξόδου στο Αιγαίο και περί καθεστώτος των Στενών. Στη διάσκεψη παρέστη και Αμερικανός αντιπρόσωπος και στη δεύτερη φάση ο Αμερικανός Πρεσβευτής στη Βέρνη ως παρατηρητές. Την Ελλάδα αντιπροσώπευσε ο τέως πρόεδρος της κυβέρνησης Ελευθέριος Βενιζέλος και την Τουρκία ο Ισμέτ Ινονού ως υπουργός Εξωτερικών.
Η Συνθήκη της Λωζάνης διήλθε από δύο στάδια: το πρώτο διαρκεί μέχρι την 4η Φεβρουαρίου 1923, οπότε διακόπτονται οι διαπραγματεύσεις με σφοδρή σύγκρουση Τουρκίας-Αγγλίας, το δεύτερο διαρκεί από 23 Απριλίου μέχρι τις 24 Ιουλίου 1923, όπου υπογράφεται 3 και 30 τα ξημερώματα στη μεγάλη αίθουσα του Πανεπιστημίου της Λωζάνης η ομώνυμη Συνθήκη.

Οι δυσκολίες του «established-etabli»

Στη Λωζάνη οι συζητήσεις είχαν μακρά διάρκεια και συχνά οξύτατο χαρακτήρα εξαιτίας της τουρκικής αδιαλλαξίας και της υπεροψίας με την οποία προσήλθε η τουρκική αντιπροσωπεία. Ο Λόρδος Κόρζον ήταν πρόεδρος της πρώτης επιτροπής των εδαφικών και στρατιωτικών ζητημάτων, οι άλλες δύο επιτροπές ήταν η επιτροπή του καθεστώτος για τους αλλοδαπούς και τις μειονότητες στην Τουρκία με πρόεδρο τον Ιταλό αντιπρόσωπο Μαρκήσιο Γκαρόνι, η τρίτη δε επιτροπή αφορούσε τα δημοσιονομικά και οικονομικά ζητήματα με πρόεδρο τον Γάλλο αντιπρόσωπο Καμίλ Μπαρέρ.
Ο Κόρζον διέκοψε τη συνδιάσκεψη στο τέλος της πρώτης φάσης στις αρχές Φεβρουαρίου του 1923 και ο κίνδυνος για επανάληψη των εχθροπραξιών μεταξύ της ελληνικής στρατιάς του Έβρου και του τουρκικού στρατού ήταν προ των πυλών. Τελικά η επανάληψη των εργασιών της συνδιάσκεψης στα τέλη Απριλίου ολοκληρώθηκε με τις εργασίες της τρίτης επιτροπής στα τέλη του μήνα.

Ενδιάμεσα, στις 30 Ιανουαρίου 1923, υπογράφτηκαν μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής αντιπροσωπείας δύο συμφωνίες.

Μία περί ανταλλαγής των αιχμαλώτων και αποδόσεως των πολιτικών κρατουμένων από τις τριετείς πολεμικές επιχειρήσεις 1919-22 και μία περί ανταλλαγής των πληθυσμών. Η σύμβαση αυτή δημιούργησε ανυπέρβλητες δυσκολίες γύρω από την ερμηνεία του όρου «μόνιμα εγκατεστημένος στην τουρκική χώρα» (σ.σ. established-etabli). Κατά την ελληνική άποψη υποδηλούτο με αυτόν τον όρο όποιος διέμενε μόνιμα στην περιφέρεια νομαρχίας Κωνσταντινούπολης προ της 30ης Οκτωβρίου 1918 και όχι μόνο όποιος ήταν γραμμένος στα ληξιαρχικά βιβλία της, συνολικά 126.633 ελληνορθόδοξοι και ελληνικής ιθαγένειας. Οι Τούρκοι, αντίθετα, υποστηρίζαν πως ως εγκατεστημένοι δικαιούνται να θεωρηθούν μόνο οι εγγεγραμμένοι στο δημοτολόγιο της Κωνσταντινούπολης.

Η ελληνική κυβέρνηση προσέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών που εξουσιοδότησε τη μεικτή Επιτροπή Ανταλλαγής να ρυθμίσει το ζήτημα, το οποίο και παραπέμφθηκε με πρωτοβουλία της Επιτροπής ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης με αποτέλεσμα τη δικαίωση της ελληνικής άποψης.

Μόλις με τη Σύμβαση του 1930 επετράπη τελικά η επανεγκατάσταση των Ελλήνων στην περιφέρεια της Κωνσταντινούπολης. Όμως η σύμβαση καταγγέλθηκε παράνομα από την Τουρκία το 1964 με αφορμή το Κυπριακό, με αποτέλεσμα την άμεση απέλαση ως και 50.000 Ελλήνων. Έτσι ολοκληρώθηκε το πογκρόμ του Σεπτεμβρίου 1955 που είχε ως αποτέλεσμα τη φυγή τότε 60.000 Ελλήνων.

Ο κίνδυνος για την Αλεξανδρούπολη

Με την επανέναρξη των εργασιών, οι Τούρκοι ζήτησαν να επανέλθουν τα ελληνικά σύνορα στον Έβρο (κάτι που είχε γίνει de facto) και να διεξαχθεί δημοψήφισμα στη Δυτική Θράκη. Ύστερα από πολλές συζητήσεις απορρίφθηκε η δεύτερη τουρκική απαίτηση. Τότε, ο Ισμέτ Ινονού πρότεινε να δοθεί στους Τούρκους το τρίγωνο του Κάραγατς και υποστήριξε το αίτημα της Βουλγαρίας να αποκτήσει διέξοδο προς το Αιγαίο. Ο κίνδυνος για την Αλεξανδρούπολη ήταν προφανής. Ο επικεφαλής της βρετανικής αντιπροσωπείας λόρδος Κόρζον απέρριψε και αυτή την πρόταση.

Κατόπιν ο Ινονού ζήτησε να ουδετεροποιηθούν και να γίνουν αυτόνομα τα νησιά Ίμβρος, Τένεδος, Σαμοθράκη, Λέσβος, Λήμνος, Χίος, Σάμος και Ικαρία με το πρόσχημα ότι η Ελλάδα είχε πάντα επεκτατικές βλέψεις απέναντι στην Τουρκία. Η χώρα μας αρνήθηκε και δέχτηκε μόνο την αποστρατικοποίηση των νησιών που βρίσκονται κοντά στις μικρασιατικές ακτές. Τελικά, η Τουρκία υποχώρησε στο ζήτημα της αυτονομίας των άλλων νησιών, εκτός της Ίμβρου, της Τενέδου και της Σαμοθράκης.

Ως ημέρα για την υπογραφή της γενικότερης συμφωνίας για τη Συνθήκη της Λωζάνης ορίστηκε η 4η Φεβρουαρίου 1923. Ξαφνικά, ο Ινονού, κατά την έναρξη της συνεδρίασης ζήτησε πολεμική αποζημίωση πολλών εκατομμυρίων χρυσών λιρών. Ο Κόρζον αντέδρασε και η συνεδρίαση διαλύθηκε. Οι Τούρκοι, που από την αρχή των διαπραγματεύσεων ήταν απαιτητικοί και αλαζόνες, είχαν προκαλέσει την οργή όχι μόνο των Ελλήνων αλλά και των συμμάχων με διάφορες αξιώσεις τους (για τη Μοσούλη, την Αλεξανδρέτα κλπ.).

Ο στρατός του Εβρου


Στο μεταξύ η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας απέρριψε στις 7 Μαρτίου το σχέδιο της συνθήκης και πρόβαλε νέες παράλογες απαιτήσεις, όπως την καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων από τη χώρα μας για τις ζημιές που προκάλεσε ο ελληνικός Στρατός.

Η ελληνική πλευρά, βλέποντας ότι τα πράγματα οδηγούνταν σε αδιέξοδο και καθώς η στρατιά του Έβρου είχε πλήρως συγκροτηθεί και ήταν ετοιμοπόλεμη, αποφάσισε να καταφύγει στη λύση των όπλων.

Η Επαναστατική Επιτροπή, μόλις ανέλαβε την εξουσία, έριξε όλο το βάρος της στην ανασυγκρότηση του στρατού που είχε συγκεντρωθεί στη Θράκη. Αριθμητικά, οι δυνάμεις ήταν αρκετές. Ποιοτικά όμως, βρίσκονταν σε πολύ χαμηλό επίπεδο.

Ο Νικόλαος Πλαστήρας, απευθύνθηκε στον Θεόδωρο Πάγκαλο για να αναλάβει την ανασυγκρότηση του στρατού αυτού. Ο Πάγκαλος του απάντησε ότι αρνείται γιατί «τους θεωρεί (εννοούσε τους ηγέτες της Επανάστασης) χαλβάδες» (!). Την αποστολή ανασυγκρότησης ανέλαβε αρχικά ο Νίδερ. Όταν όμως αρρώστησε, ο Πάγκαλος, αφού επέβαλε τους όρους του, ανέλαβε το αξίωμα του αρχιστρατήγου της στρατιάς του Έβρου. Με μεγάλη αυστηρότητα, καθώς δεν δίσταζε να δώσει εντολές να εκτελεστούν στρατιώτες και πολίτες για καταχρήσεις και μεθοδικότητα, κατάφερε να μετατρέψει ένα απειθάρχητο σύνολο, σε οργανωμένο στρατό. Σύντομα το ηθικό και το φρόνημα των στρατιωτών αναπτερώθηκαν, ενώ επανήλθε και η χαμένη τους αξιοπρέπεια.

Το σχέδιο ενέργειας της στρατιάς, προέβλεπε αιφνιδιαστική διάβαση του Έβρου, γενική επίθεση κατά του όγκου των τουρκικών δυνάμεων, την ανατροπή της αμυντικής γραμμής Τσατάλτζας και την εγκατάστασή της στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου. Δύο μεραρχίες με τη βοήθεια του στόλου θα αποβιβάζονταν στον κόλπο του Ξηρού. Όλα αυτά βέβαια, με την προϋπόθεση ότι οι σύμμαχοι δεν θα αντιδρούσαν…
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, βλέποντας την απαράδεκτη τουρκική στάση στις διαπραγματεύσεις, δεν ήταν πλέον αντίθετος στην επανάληψη των εχθροπραξιών, αλλά ζητούσε να εξασφαλιστεί η υποστήριξη της Γιουγκοσλαβίας, για να αποτραπεί ενδεχόμενη βουλγαρική επίθεση εναντίον της Ελλάδας. Κάτι που επιδιώχθηκε αλλά δεν επετεύχθη.

Στο μεταξύ, μετά από έντονες πιέσεις, οι διαπραγματεύσεις στη Λωζάνη ξανάρχισαν στις 23 Απριλίου 1923, αλλά η τουρκική αδιαλλαξία είχε εκνευρίσει τους πάντες. Μια νέα ελληνοτουρκική σύγκρουση όμως, έβρισκε αντίθετους τους συμμάχους.

Ο Βενιζέλος, που έβλεπε ότι οι σύμμαχοι δεν ήταν θετικά διακείμενοι σε μια ελληνική επίθεση με απώτερο στόχο είχε την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης αντιπρότεινε να δοθεί στην Τουρκία το τρίγωνο του Κάραγατς ως αντάλλαγμα για τις τουρκικές απαιτήσεις.

Διπλωματικό όπλο στη φαρέτρα του Βενιζέλου

Στις 25 Μαΐου συναντήθηκαν για δύο ώρες Βενιζέλος και Ινονού χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο πρωθυπουργός Στυλιανός Γονατάς τηλεγράφησε στον Πάγκαλο να είναι έτοιμος για επίθεση στις 27 Μαΐου. Ενημερώθηκε ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ και ο Βενιζέλος ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει τη Λωζάνη. Ανήσυχοι οι σύμμαχοι ζήτησαν να συναντηθούν στις 26 Μαΐου εκπρόσωποί τους με Έλληνες, Τούρκους και τον Γιουγκοσλάβο εκπρόσωπο (μετά από πίεση του Βενιζέλου). Παράλληλα, ζήτησαν από τον Κρητικό πολιτικό να παρατείνει τη διαμονή του ως τις 28 Μαΐου. Ο Βενιζέλος δέχτηκε.

Στις Ελευθερές της Καβάλας όμως στις 28 Μαΐου 1923, άρχισε η επιβίβαση ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων στα μεταγωγικά. Ο Πάγκαλος έστειλε στον ναύαρχο Αλέξανδρο Χατζηκυριάκο τηλεγράφημα με την οδηγία να είναι έτοιμοι για ταυτόχρονη ενέργεια τη νύχτα της 28ης προς 29η Μαΐου (ίσως η επιλογή της 29ης Μαΐου να ήταν συμβολική…).

Στον Έβρο οι λεμβόζευκτες γέφυρες ήταν έτοιμες και ο στόλος ανέμενε την εντολή για να πλεύσει προς τα Στενά. Από την άλλη πλευρά, το ηθικό του τουρκικού στρατού, είχε πέσει κατακόρυφα.

Στη μυστική σύσκεψη της 26ης Μαΐου, οι Τούρκοι έδειχναν πάλι ανυποχώρητοι. Τελικά, ο Ινονού δήλωσε ότι η Τουρκία ικανοποιείται με την παραχώρηση του Κάραγατς και των προαστίων του και την απόδοση των τουρκικών εμπορικών πλοίων που είχαν κατασχεθεί το 1918. Ο Βενιζέλος δήλωσε ότι αποδέχεται τις τουρκικές προτάσεις και έτσι επιτεύχθηκε μια καταρχήν συμφωνία – η Συνθήκη της Λωζάνης έπαιρνε σάρκα και οστά.
Όταν πληροφορήθηκαν τις εξελίξεις οι στρατιωτικοί, έμειναν έκπληκτοι. Ειδικά ο Πάγκαλος και ο Χατζηκυριάκος «έπεσαν του πεθαμού» όπως γράφει ο Γιάνης Κορδάτος. Τελικά ο Πάγκαλος αναγκάστηκε να παραιτηθεί στις 23 Ιουνίου 1923 ενώ η Συνθήκη της Λωζάνης υπογράφτηκε. Η ιστορία έγραψε πως η μια στρατιά που δεν πολέμησε ποτέ, αυτή του Έβρου, αποτέλεσε μέγιστο διπλωματικό όπλο στη φαρέτρα του Βενιζέλου. Όσο για το τι θα επακολουθούσε αν ξεκινούσε ένας νέος ελληνοτουρκικός πόλεμος το 1923, δεν θα το μάθουμε ποτέ…

Συνθήκη «αυξημένης τυπικής ισχύος έναντι οποιουδήποτε άλλου νόμου»

Η Συνθήκη της Λωζάνης είναι μια πολυμερής Διεθνής Σύμβαση, η οποία τίθεται υπό την προστασία της Τουρκίας από τη μια μεριά και υπό την προστασία της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιαπωνίας, της Ιταλίας, της Σερβίας, της Ρουμανίας και της Ελλάδος από την άλλη. Ήτοι, η Τουρκία ήταν μόνη αντισυμβαλλόμενη απέναντι σε 6 χώρες μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.

Το κείμενο στη Συνθήκη της Λωζάνης αναφέρεται ρητά στις υποχρεώσεις που έχει η Τουρκία να σεβαστεί, μεταξύ άλλων, τα ανθρώπινα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη, στην Ίμβρο και στην Τένεδο.

Το άρθρο μάλιστα 37 ορίζει ότι η Συνθήκη της Λωζάνης είναι «αυξημένης τυπικής ισχύος έναντι οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού ή εσωτερικής επίσημης πράξης» που θα μπορούσε να ισχύσει στην Τουρκία. Δηλαδή, η Τουρκία στερήθηκε από κάθε δικαίωμα να ψηφίζει μόνη της νόμους ενάντια στις υποχρεώσεις που ανέλαβε με τη συνθήκη.

Επί πλέον, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, η τουρκική αντιπροσωπεία επέμενε φορτικά (και τελικά επέβαλε) να μην υπάρχουν (δηλαδή να μην αναγνωρίζονται) εθνικές μειονότητες αλλά μόνο θρησκευτικές, κάτι που ζητούσε για τον φόβο των Κούρδων που ζουν στην Τουρκία. Είναι αυτονόητο όμως ότι το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τους Μουσουλμάνους της ελληνικής Θράκης που ζουν την Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 45 της Συνθήκης περί «αμοιβαιότητας» (το οποίο επίσης πολύ τακτικά επικαλείται η Τουρκία).

Τα κέρδη της Τουρκίας

Η Τουρκία ανέκτησε, με τη Συνθήκη της Λωζάνης, την Ανατολική Θράκη (η οποία έμεινε εντέλει ελληνική για ελάχιστο χρονικό διάστημα), την Ίμβρο και Τένεδο, μια λωρίδα γης κατά μήκος των συνόρων με τη Συρία, την περιοχή της Σμύρνης και της Διεθνοποιημένης Ζώνης των Στενών, η οποία όμως θα έμενε αποστρατιωτικοποιημένη και αντικείμενο νέας διεθνούς διάσκεψης.
Από την άλλη, με τη Συνθήκη της Λωζάνης η Τουρκία παραχώρησε τα Δωδεκάνησα στην Ιταλία, όπως προέβλεπε και η συνθήκη των Σεβρών, αλλά χωρίς πρόβλεψη για δυνατότητα αυτοδιάθεσης. Ανέκτησε πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα σε όλη της την επικράτεια και απέκτησε δικαιώματα στρατιωτικών εγκαταστάσεων σε όλη την επικράτειά της εκτός της ζώνης των στενών.

Ένα σημείο διαφωνίας στη Συνθήκη της Λωζάνης ήταν η καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων από την Ελλάδα, κάτι για το οποίο η τελευταία δήλωνε αδυναμία. Τελικά η Τουρκία δέχθηκε να της αποδοθεί το τρίγωνο του Κάραγατς στη Θράκη, γνωστό και ως Παλαιά Ορεστιάδα, αντί αποζημιώσεων.

Τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος παραχωρήθηκαν στην Τουρκία με τον όρο ότι θα διοικούνταν με ευνοϊκούς όρους για τους Έλληνες (το 1926 η τουρκική κυβέρνηση ακύρωσε με νόμο αυτή τη διάταξη).

Ο, δε, Οικουμενικός Πατριάρχης έχασε την ιδιότητα του Εθνάρχη και το Πατριαρχείο τέθηκε υπό ειδικό διεθνές νομικό καθεστώς.

Η αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας

Σε αντάλλαγμα, με τη Συνθήκη της Λωζάνης η Τουρκία παραιτήθηκε από όλες τις διεκδικήσεις για τις παλιές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκτός των συνόρων της και εγγυήθηκε τα δικαιώματα των μειονοτήτων στην Τουρκία – στα… χαρτιά, όπως απέδειξε η μετέπειτα ιστορία.
Παράλληλα, αναγνώρισε ρητώς την ελληνική κυριαρχία επί όλων των νησιών της ανατολικής Μεσογείου και ιδία της Λέσβου, Σαμοθράκης, Λήμνου, Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου και Ικαρίας με την οποία επικυρώνεται η ληφθείσα απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1914 υπό της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου (σε εκτέλεση των άρθρων 5 της Συνθήκης του Λονδίνου της 17-30 Μαΐου 1913 και 15 της Συνθήκης των Αθηνών της 1-14 Νοεμβρίου 1913), επομένως οι νίκες του στρατού και ναυτικού μας κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Η Ελλάδα προς εξασφάλιση της ειρήνης υποχρεούται, όπως γράφει η Συνθήκη της Λωζάνης, σε Χίο, Μυτιλήνη, Σάμο και Ικαρία να μην εγκαταστήσει ναυτική βάση ή ανεγείρει οχυρωματικό έργο. Επίσης απαγορεύεται η ελληνική στρατιωτική αεροπλοΐα να υπερίπταται του εδάφους της Ανατολίας και αντίστοιχα η τουρκική να υπερίπταται των ειρημένων νησιών.

Το κομβικό άρθρο 16

Εξαιρετικής σημασίας τυγχάνει το άρθρο 16 στη Συνθήκη της Λωζάνης με το οποίο η Τουρκία δηλώνει expressis verbis ότι παραιτείται παντός τίτλου και δικαιώματος πάσης φύσεως επί των εδαφών ή εν σχέσει προς τα εδάφη τα οποία κείνται πέραν των προβλεπομένων υπό της παρούσης συνθήκης ορίων, ως και επί των νήσων, εκτός εκείνων των οποίων η κυριαρχία έχει αναγνωριστεί σε αυτήν δια της παρούσης συνθήκης, της τύχης των εδαφών και των νήσων τούτων κανονισθείσης ή κανονισθησομένης μεταξύ των ενδιαφερομένων.

Ναι, το άρθρο που η ερντογανική Τουρκία αγνοεί ή διαστρεβλώνει…

Επίσης, με τα άρθρα 6 και 12, η Τουρκία αποδέχεται το μονομερή καθορισμό και περιορισμό των θαλασσίων συνόρων της, καθώς μόνο τα νησιά και νησίδες που κείνται σε μικρότερη απόσταση των τριών μιλίων από την ασιατική ακτή παραμένουν υπό τουρκική κυριαρχία. Τα νησιά αυτά έχουν αιγιαλίτιδα ζώνη τρία ναυτικά μίλια αντίστοιχα μετρούμενα από την ακτή τους προς την ανοιχτή θάλασσα. Αντίστοιχη δέσμευση δεν υφίσταται για τα ελληνικά νησιά, καθώς σε κάθε περίπτωση η απόσταση των τριών μιλίων έχει σημείο αναφοράς μόνο την ηπειρωτική ακτή της Μικράς Ασίας ή Ανατολίας.

Η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών

Με ξεχωριστή συμφωνία, δε, μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αποφασίστηκε η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών από τις δύο χώρες και η «μη εγκατάσταση ναυτικής βάσεως» κάποιων νησιών του Αιγαίου (Λήμνος, Σαμοθράκη, Σάμος, Χίος, Λέσβος, Ικαρία). Αργότερα με τη Συνθήκη του Μοντρέ, στην οποία η Ελλάδα ήταν συμβαλλόμενο μέρος, η Τουρκία ξαναπέκτησε το δικαίωμα στρατιωτικοποίησης των Στενών, της Ίμβρου, Τενέδου, και αντίστοιχα η Ελλάδα της Λήμνου και Σαμοθράκης.
Η ανταλλαγή μειονοτήτων που πραγματοποιήθηκε προκάλεσε μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών. Μετακινήθηκαν από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη στην Ελλάδα 1.650.000 Οθωμανοί υπήκοοι, χριστιανικού θρησκεύματος και από την Ελλάδα στην Τουρκία 670.000 Έλληνες υπήκοοι, μουσουλμανικού θρησκεύματος.

Η θρησκεία και όχι η εθνικότητα αποτέλεσε το βασικό κριτήριο για την ανταλλαγή. Σύμφωνα με το άρθρο 2β της συνθήκης χρησιμοποιήθηκε ο όρος Μουσουλμάνοι και όχι Τούρκοι. Αυτό οφείλεται στο ότι κατά την οθωμανική αυτοκρατορία η θρησκεία μετρούσε πολύ περισσότερο από ότι η εθνικότητα και από την άλλη πλευρά η Τουρκία ήθελε όλοι οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης να παραμείνουν. Στα Βαλκάνια χρησιμοποιείται ο όρος «Τούρκος» αρκετές φορές ως συνώνυμο με τον μουσουλμάνο επειδή στο σύστημα των Οθωμανικών μιλέτ (ήταν κύριο στοιχείο στη διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) όλοι οι μουσουλμάνοι ανήκαν σε μια ενιαία κοινότητα.

Μεταξύ των ανταλλάξιμων περιελαμβάνονταν επίσης οι Έλληνες του Πόντου, αλλά και τουρκόφωνοι Έλληνες, όπως τουρκόφωνοι Πόντιοι και Καραμανλήδες (ως αποκαλούνταν οι τουρκόφωνοι Έλληνες Μικρασιάτες Ορθόδοξοι Χριστιανοί που κατοικούσαν στην Καραμανία της αρχαίας Κιλικίας), καθώς και ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι, όπως Τουρκοκρητικοί και Βαλαάδες (σ.σ. Έλληνες που είχαν εξισλαμισθεί κατά την ύστερη περίοδο της τουρκοκρατίας – οι ίδιοι αποκαλούσαν τους εαυτούς τους ως Φούτσηδες).

Μαζί με τους Έλληνες, πέρασε στην Ελλάδα και αριθμός Αρμενίων και Συροχαλδαίων. Εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή οι Ρωμιοί κάτοικοι της νομαρχίας της Κωνσταντινούπολης (οι 125.000 μόνιμοι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκηπονήσων και των περιχώρων, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι πριν από τις 30 Οκτωβρίου του 1918) και οι κάτοικοι της Ίμβρου και της Τενέδου (6.000 κάτοικοι), ενώ στην Ελλάδα παρέμειναν 110.000 Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης.

Η Συνθήκη της Λωζάνης έμεινε στην ιστορία ως η μεγαλύτερη μετακίνηση των πληθυσμών στην ιστορία έως και τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου…
Βενιζέλος: «Υπέγραψα με την συναίσθησιν ότι προσφέρω υπηρεσίαν εις την χώραν»

Ο Βενιζέλος υπέγραψε χλωμός, αλλά πολύ ψύχραιμος. «Εις τα χείλη του δε εσημειώθη το αχώριστόν του μειδίαμα» έγραψε η εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» για τη Συνθήκη της Λωζάνης. «Χθες την 3.30′ μ.μ. υπεγράφη η ειρήνη μετά της Τουρκίας» ήταν ο κύριος τίτλος της εφημερίδας που διηύθυνε ο Δημήτρης Λαμπράκης, ενώ στους υποτίτλους αναφέρονταν τα εξής:

«Νέαι υποσχέσεις του Ισμέτ διά την εκτέλεσιν της συνθήκης και της αμνηστείας – Αι δυνάμεις παρητήθησαν πάσης επεμβάσεως εις τα εσωτερικά μας ζητήματα – Ο κ. Βενιζέλος αναχωρεί αύριον εκ της Λωζάνης διά το Σαιν Μωρίς».

Ακολουθούσαν στο δημοσίευμα του πρωτοσέλιδου του «Ελευθέρου Βήματος» όλα όσα είχε προλάβει να μεταδώσει την προτεραία (24η Ιουλίου) ο ανταποκριτής της αθηναϊκής εφημερίδας, Γεώργιος Συριώτης για τη Συνθήκη της Λωζάνης.

Μεταξύ αυτών, ο Συριώτης ανέφερε ότι ο Βενιζέλος αφενός μεν τον είχε βεβαιώσει ότι δεν επρόκειτο να απευθύνει διάγγελμα στον ελληνικό λαό με αφορμή την υπογραφή της ειρήνης, αφετέρου δε του είχε υποσχεθεί πως θα έκανε σχετικές δηλώσεις στον ίδιον, τον ανταποκριτή του «Ελευθέρου Βήματος» στην ελβετική πόλη.
Αυτό όντως συνέβη, αργότερα εντός της ημέρας, κι έτσι στην τέταρτη και τελευταία σελίδα της εφημερίδας οι αναγνώστες της είχαν τη δυνατότητα να πληροφορηθούν κατ’ αποκλειστικότητα τις σκέψεις και τα συναισθήματα του μεγάλου πολιτικού ανδρός λίγες μόλις ώρες μετά την υπογραφή της περίφημης Συνθήκης της Λωζάννης. Εκεί λοιπόν διαβάζουμε τα εξής:

«Με ερωτάτε ποία είνε η εντύπωσίς μου εκ της υπογραφής της ειρήνης. Πώς να σας κρύψω την βαθείαν μελαγχολίαν με την οποίαν υπογράφω την συνθήκην της Λωζάνης, δι’ ης οριστικώς καταργείται η συνθήκη των Σεβρών;

Εν τούτοις υπέγραψα με την συναίσθησιν ότι προσφέρω υπηρεσίαν εις την χώραν. Ηττήθημεν. Και μετά την πλήρη διπλωματικήν απομόνωσιν εις ην περιήλθομεν διά της πολιτικής η οποία ωδήγησεν εις την ήτταν, η επανάληψις του πολέμου ηδύνατο να οδηγήση εις πλήρη όλεθρον της Ελλάδος.

Ενώ διά της θαυμαστής αναδιοργανώσεως του στρατού, την οποίαν κατώρθωσεν η Επανάστασις, επετύχομεν ειρήνην επιτρέπουσαν εις το Έθνος να τερματίση την πολεμικήν περίοδον και ν’ αφοσιωθή εις το έργον της εσωτερικής ανασυντάξεως.

Εάν, καταπαύοντες τον εμφύλιον σπαραγμόν και επαναφέροντες την κανονικήν λειτουργείαν του Πολιτεύματος, κατορθώσωμεν δι’ ελευθέρων εκλογών την συγκρότησιν Εθνικής αντιπροσωπείας δυναμένης να δώση εις την χώραν Κυβέρνησιν ανάλογον των περιστάσεων, πιστεύω ότι δυνάμεθα να αποβλέπωμεν μετ’ εμπιστοσύνης εις το μέλλον».
«Το μόνο που τους ένοιαζε ήταν το πετρέλαιο»

Η Ελλάδα και η Τουρκία βρέθηκαν, με τη Συνθήκη της Λωζάνης, υπό τη διεθνή πίεση για συμβιβασμό. Ωστόσο αυτό που… έκαιγε περισσότερο τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής ήταν, φυσικά, το χρήμα. Το πετρέλαιο. Όπως αποκάλυψε στο βιβλίο του ο Τζορτζ Χόρτον, γενικός πρόξενος των ΗΠΑ στη Σμύρνη το 1922, οι μεγάλες δυνάμεις ελάχιστα ασχολήθηκαν με τα εγκλήματα των Τούρκων και των Ελλήνων στη Μικρά Ασία, αντιθέτως η μόνη τους έννοια ήταν πως οι εταιρίες τους θα μοιραστούν την «πίτα» του ορυκτού πλούτου στη Μέση Ανατολή και την Τουρκία.

«Επεσε στα χέρια μου ένα γράμμα που μου έστειλε ένα από τα παιδιά μας. Υπηρετούσε σε κάποιο αμερικανικό αντιτορπιλικό στη Σμύρνη. Μου γράφει ότι έπρεπε να μένει αμέτοχος τη στιγμή που βάρβαροι Τούρκοι στρατιώτες άρπαζαν όμορφα κορίτσια και τα έσερναν βίαια μακριά από τις μανάδες τους. Τα κακοποιούσαν δημοσίως, στην προκυμαία της Σμύρνης. Ο νεαρός ναύτης είδε με τα μάτια του αυτούς τους βαρβάρους να πυροβολούν ανυπεράσπιστες γυναίκες που κρατούσαν αγκαλιά τα παιδιά τους. Να δέρνουν άγρια άοπλους άνδρες και να τους σκοτώνουν κυριολεκτικά στο ξύλο» θυμάται.

Όσο για τη Συνθήκη της Λωζάνης; Γράφει: «Μηδενός εξαιρουμένου, όσοι συμμετείχαν στη συνδιάσκεψη της Λωζάνης, είχαν αποφασίσει να ενεργήσουν με γνώμονα την προστασία των πετρελαϊκών συμφερόντων τα οποία και πρωταγωνιστούσαν παρασκηνιακά. Αυτά τα συμφέροντα ήταν τόσο ισχυρά, ώστε παραμέρισαν εντελώς τα ανθρωπιστικά συμφέροντα. Στον αγώνα δρόμου που έγινε για το ποιος θα εξασφάλιζε πρώτος την εύνοια της Τουρκίας, το νήμα κόπηκε από Αμερικανούς. Ένα στέλεχος της Standard Oil ήρθε στη Λωζάνη λίγο προτού αρχίσει η συνδιάσκεψη. Η Λωζάνη ήταν ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι όφειλε να είναι μια διεθνής συνδιάσκεψη. Όλα θυσιάστηκαν για σκοπιμότητες. Αντικείμενο όλων των διαπραγματεύσεων ήταν η Μοσούλη και το δικαίωμα για μια θέση στα πετρέλαια».

Πηγή Indronews

Tuesday, August 8, 2023

Ο Απολλώνιος ο Τυανεύς

Ο Απολλώνιος γεννήθηκε σε μία σεβαστή και πλούσια ελληνική οικογένεια[3]. Ο κύριος βιογράφος του, Φιλόστρατος ο Πρεσβύτερος (περίπου 170 - περίπου 247), τον τοποθετεί γύρω στο 3 π.Χ. - περίπου 97. Ωστόσο, ο Ρωμαίος ιστορικός Δίων Κάσσιος (περίπου 155 - περίπου 235) γράφει ότι ο Απολλώνιος ήταν στα 40 ή 50 του στη δεκαετία του 90, στοιχείο με βάση το οποίο η μελετήτρια, Maria Dzielska, εκτιμά ως έτος γέννησης του περίπου το 40.

Έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στα Τύανα. Σε ηλικία 14 ετών μετέβη στην Ταρσό της Κιλικίας και μετά από δύο χρόνια στις Αιγές της Κιλικίας. Σε ηλικία περίπου 20 ετών ξεκίνησε την πενταετή σιγή των Πυθαγορείων και σε ηλικία 25 ή 26 ετών έφθασε στην Αντιόχεια. Υπήρξε θερμός οπαδός της πυθαγόρειας φιλοσοφίας, την οποία όχι απλώς μελέτησε με δάσκαλο τον Εύξενο της Ηράκλειας, αλλά και δεν έπαψε ποτέ να ακολουθεί τις αρχές της σε όλη τη διάρκεια της μακρόχρονης ζωής του. Θεωρείται αινιγματική φυσιογνωμία, καθώς παραδίδεται από τον βιογράφο του, Φιλόστρατο, ότι έκανε θαύματα και προφητείες.

Γύρω στο 62 ή 63 αποφάσισε να μεταβεί στη Ρώμη, παρόλο που ο Νέρων αντιπαθούσε τους φιλόσοφους. Πέθανε στο Ποτσουόλι το 98.

Ως ρήτορας και φιλόσοφος που έζησε περίπου την εποχή του Ιησού Χριστού, συγκρίθηκε με τον Ιησού από τους Χριστιανούς τον 4ο αιώνα και από άλλους συγγραφείς στη σύγχρονη εποχή.
Ο Απολλώνιος ο Τυανεύς, ο μυστηριώδης έλληνας γητευτής, μάγος και θεραπευτής, με την μακριά ξανθή κώμη και τα γαλανά μάτια έζησε την ίδια περίπου εποχή με τον Χριστό. Υπήρξε ιερέας του Ασκληπιού, οπαδός της φιλοσοφίας του Πυθαγόρα, φιλόσοφος ο ίδιος και διδάσκαλος με μεγάλη απήχηση στις λαϊκές μάζες. Έζησε ζωή ενάρετη, λιτή, αποποιούμενος τα υλικά αγαθά και καταδικάζοντας αυστηρά τις καταχρήσεις και την αμαρτία. Γι' αυτό τον αποκάλεσαν "θείον άνδρα".

Περιβάλλονταν από πιστούς μαθητές και έκανε πολλά θαύματα, όπως και ο Ιησούς. Οι προφητικές και τηλεπαθητικές ικανότητές του ήταν τέτοιες που η φήμη του απλώθηκε σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο. Ο Έντουαρντ Γκίμπον αλλά και οι συγγραφείς του μεσαίωνα και της Αναγέννησης, διατύπωσαν την άποψη ότι ο Ιησούς δεν ήταν άλλος από τον Απολλώνιο Τυανέα. Οι 'Αραβες συγγραφείς τον αποκάλεσαν Μπαλίνα και σώζονται στην αραβική γλώσσα φιλοσοφικά κείμενά του.

Tuesday, October 23, 2012

5th Annual London Greek Film Festival 2012

Best creative documentary


The Silent School, Directed by Irini Sarioglou & Marina Leontari. 48’. Greece, 2011.

Eleni Karaindrou
[The Exiled, Directed by Kalliopi Legaki. 37’. Greece, 2009]
&
Evanthia Reboutsika
[Letters Never Received, Directed by Ilias Dimitriou. 42’. Greece, 2008]
Film Category: DOCUMENTARY                    
Original Title:     Η Σιωπηλή Σχολή
English Title:      The Silent School
Greek Title:       Η Σιωπηλή Σχολή
Duration:  48’                  
Country of origin: Greece          
Director: Irini Sarioglou-Marina Leontari
Producer: Hellenic History Foundation (ID.IS.ME.)
Production Company / Companies: Hellenic History Foundation (ID.IS.ME.)
 
Brief synopsis in English:
On the occasion of the 50th anniversary of the graduation of His All Holiness Ecumenical Patriarch Bartholomew I from the Halki Seminary, The Hellenic History Foundation was given the honor of making in collaboration with Greek and Turkish historians a documentary on the history of the Halki’s Theological School. By tracing the historical background of the School, through the accounts of its graduates and academic staff, we were taken on a journey through Kalymnos, Thessaloniki, Athens, Istanbul and Heybeliada (Halki). The Silent School is a documentary on the history of the Theological School of Halki.

 
Brief synopsis in Greek (optional):
Το Ελληνικό Ίδρυμα Ιστορικών Μελετών (ΙΔ.ΙΣ.ΜΕ.) τιμώντας την 50η επέτειο αποφοιτήσεως της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχη κκ Βαρθολομαίου Α’ από την Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης υλοποίησε μαζί με Έλληνες και Τούρκους ιστορικούς ένα νοερό ταξίδι-αναδρομή- σε  Κάλυμνο, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Κωνσταντινούπολη και Χάλκη- στο πολυκύμαντο παρελθόν της Σχολής. Η Σιωπηλή Σχολή  είναι ένα ιστορικό ντοκιμαντέρ με θέμα της ιστορία της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης βασισμένο σε μαρτυρίες των αποφοίτων και των καθηγητών της.

Credits: original music by Vassilis Dimitriou
URL video on the web: www.idisme.gr/siopili_sxoli.html
Original Language(s): Greek
English Subtitles: Yes
Δείτε εδώ : London Greek Film Festival

Friday, October 28, 2011

Γράμματα από το μέτωπο - 28 Οκτωβρίου, 1940

Γράμματα του πατέρα μου από το μέτωπο 
Αλβανία 1940
Εχθρέ γιατί δεν ρώτησες ποιον πας να κατακτήσεις...
«Καθημερινή», 29 Οκτωβρίου 1940
ΤΟ ΣΤΙΛΕΤΟΝ
[...] Αλλά διατί πριν εδώ κινηθή προς τον πρωθυπουργικόν οίκον ο φαιδρότατος αντιπρόσωπός των και κινηθή εκεί εις την Ήπειρον ο στρατός των, δεν έρριπτον εν πρόχειρον βλέμμα εις την Ελληνικήν Ιστορίαν;... Πότε η Ελλάς παρεδόθη αμαχητί; Πότε ενικήθη πριν ποτίση το χώμα της με την τελευταίαν ρανίδα του αίματός της; Εις ποίαν στιγμήν έκαμε λογαριασμούς των δυνάμεών της προς τας δυνάμεις του αντιπάλου της, διά να μάθη έπειτα αν έχη την δυνατότητα να υπερασπίση την τιμήν της; Κράτος μικρόν με ιστορίαν μεγίστην, μήτηρ θηλάσασα την υφήλιον, φάρος λαμπροτάτου φωτός, η Ελλάς, καταυγάσασα τους αιώνας, έδωσεν εις όλην την ανθρωπότητα όχι μόνον την ζωήν, το φως, τον πολιτισμόν, τα γράμματα και τας τέχνας, αλλά και το παράδειγμα της αυτοθυσίας και του ηρωισμού, την Σαλαμίνα, τας Θερμοπύλας, το Ζάλογγον, το Σούλι, το Μεσολόγγι...

Κληρονόμοι πλούτου τόσον μεγάλου, βαρείς από τον φόρτον τόσων θρύλων και τόσων παραδόσεων, πώς μας εφαντάσθησαν τώρα κύπτοντας εμπρός εις τα κατάστιχα των πετρελαίων και της βενζίνης και των μηχανοκινήτων μονάδων και αποφασίζοντας να παραδώσωμεν την ιστορίαν μας εις τους αριθμούς και εις τα πετρέλαια την τιμήν μας;... [...]
Γ.Α.Β.


Αν θυμούνται οι παλιοί και μαθαίνουν οι νέοι, ίσως όλοι μαζί αντιμετωπίσουμε καλύτερα και πιο αισιόδοξα τη σημερινή δινή κατάσταση της πατρίδας.
Ντίνος Παπασπύρου
Θεσσαλονίκη
Δείτε το ιστολόγιο του : Dinos Art

Wednesday, October 28, 2009

28 Οκτωβρίου, 1940

Εχθρέ γιατί δεν ρώτησες ποιον πας να κατακτήσεις...

«Καθημερινή», 29 Οκτωβρίου 1940
ΤΟ ΣΤΙΛΕΤΟΝ
[...] Αλλά διατί πριν εδώ κινηθή προς τον πρωθυπουργικόν οίκον ο φαιδρότατος αντιπρόσωπός των και κινηθή εκεί εις την Ήπειρον ο στρατός των, δεν έρριπτον εν πρόχειρον βλέμμα εις την Ελληνικήν Ιστορίαν;... Πότε η Ελλάς παρεδόθη αμαχητί; Πότε ενικήθη πριν ποτίση το χώμα της με την τελευταίαν ρανίδα του αίματός της; Εις ποίαν στιγμήν έκαμε λογαριασμούς των δυνάμεών της προς τας δυνάμεις του αντιπάλου της, διά να μάθη έπειτα αν έχη την δυνατότητα να υπερασπίση την τιμήν της; Κράτος μικρόν με ιστορίαν μεγίστην, μήτηρ θηλάσασα την υφήλιον, φάρος λαμπροτάτου φωτός, η Ελλάς, καταυγάσασα τους αιώνας, έδωσεν εις όλην την ανθρωπότητα όχι μόνον την ζωήν, το φως, τον πολιτισμόν, τα γράμματα και τας τέχνας, αλλά και το παράδειγμα της αυτοθυσίας και του ηρωισμού, την Σαλαμίνα, τας Θερμοπύλας, το Ζάλογγον, το Σούλι, το Μεσολόγγι...

Κληρονόμοι πλούτου τόσον μεγάλου, βαρείς από τον φόρτον τόσων θρύλων και τόσων παραδόσεων, πώς μας εφαντάσθησαν τώρα κύπτοντας εμπρός εις τα κατάστιχα των πετρελαίων και της βενζίνης και των μηχανοκινήτων μονάδων και αποφασίζοντας να παραδώσωμεν την ιστορίαν μας εις τους αριθμούς και εις τα πετρέλαια την τιμήν μας;... [...]
Γ.Α.Β.



Το τελευταίο μήνυμα του ελεύθερου Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών (27 - 4 -1941)
Εδώ ελεύθεραι ακόμα Αθήναι. Έλληνες οι Γερμανοί εισβολείς ευρίσκονται εις τα πρόθυρα των Αθηνών. Αδέλφια. Κρατήστε καλά μέσα στην ψυχή σας το πνεύμα του μετώπου. Το πνεύμα των συνεχιζόντων παντού ακόμα ηρώων της Στρατιάς του ’40 – ’41.
Εδώ Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών. Ο εισβολεύς εισέρχεται με όλας τας προφυλάξεις εις την έρημον πόλιν με τα κατάκλειστα σπίτια.Έλληνες! Ψηλά τις καρδιές. Προσοχή, προσοχή. Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών ύστερα από λίγο δεν θα είναι Ελληνικός. Θα είναι Γερμανικός και θα μεταδίδη ψέμματα.
Έλληνες μην τον ακούτε!!!!Ο πόλεμός μας συνεχίζεται και θα συνεχισθή μέχρι της τελικής νίκης!!!!Ζήτω το Έθνος των Ελλήνων!!!.

Απελευθέρωση
Δείτε το Βίντεο: 28 Οκτωβρίου 1940

Wednesday, July 22, 2009

Παναγία του Ganchvor

Η εκκλησία της Παναγίας του Ganchvor στην κατεχόμενη Αμμόχωστο

Γράφει ο
Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας
katoomba@cytanet.com.cy

Η αρμένικη παρουσία στην Κύπρο είναι μακρά και ιστορική, αφού χρονολογείται τουλάχιστον από το 578 μ.Χ. Αν κάποιος μας ζητούσε να αναφέρουμε τα σημαντικότερα αρμένικα σημεία αναφοράς στην Κύπρο, οι περισσότεροι θα περιλάμβαναν την εκκλησία της Sourp Asdvadzadzin στην κατεχόμενη Λευκωσία, το Magaravank (Αρμενομονάστηρο) κοντά στην τουρκοκρατούμενη Χαλεύκα και το Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Melkonian στην Αγλαντζιά, ίσως και τις εκκλησίες της Sourp Asdvadzadzin (Παναγίας) στην Ακρόπολη, του Sourp Stepanos (Αγίου Στεφάνου) στη Λάρνακα και του Sourp Kevork (Αγίου Γεωργίου) στη Λεμεσό. Από τη λίστα αυτή, όμως, απουσιάζει η εκκλησία της Παναγίας του Ganchvor (της Καλούσας, από το ρήμα ganchel=καλώ) στην κατεχόμενη Αμμόχωστο.

Η εκκλησία της Παναγίας της Καλούσας, κτισμένη το 1346, βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο των τειχών της κατεχόμενης περιτειχισμένης πόλης της Αμμοχώστου, ακριβώς απέναντι από τον προμαχώνα San Luca και κοντά στον προμαχώνα Martinengo. Σε υψόμετρο μόλις 15 m πάνω από τη θάλασσα, βρίσκεται δίπλα από τα ερείπια της εκκλησίας της των Καρμελιτών. Η παρουσία Αρμενίων στην Αμμόχωστο χρονολογείται τουλάχιστον από το 12ο αιώνα, όταν ιδρύθηκε Αρμένικη Μητρόπολη, και το 1360 γνωρίζουμε ότι η αρμένικη παροικία της Αμμοχώστου αριθμούσε 1.500 ψυχές και ήταν συγκεντρωμένη γύρω από τη συριακή ενορία. Κατά τη Φραγκοκρατία και την Ενετοκρατία διέθετε τρεις εκκλησίες: του Sourp Sarkis (Αγίου Σεργίου), της Sourp Varvare (Αγίας Βαρβάρας) και της Sourp Mariam Ganchvor, ενώ υπάρχουν στοιχεία και για μια του Sourp Khach (Τιμίου Σταυρού), η οποία πιστεύεται πως είναι η άγνωστης ταυτότητας εκκλησία ανάμεσα στις εκκλησίες των Καρμελιτών και της Αγίας Άννας.

Κατά τη Φραγκοκρατία, η πόλη της Αμμοχώστου ήταν ανάμεσα στις λαμπρότερες και πλουσιότερες πόλεις ολόκληρης της Ευρώπης, και στην έντονη εμπορική της δραστηριότητα μεγάλη συμμετοχή είχαν και οι Αρμένιοι κάτοικοί της. Στην Αμμόχωστο ήταν που σπούδασαν ο Άγιος Nerses Lampronatsi (1153-1198) και ένας πρεσβύτερος από την Κιλικία με το όνομα Stepanos, κάτι που υπονοεί την παρουσία ενός σημαντικού μοναστικού, πολιτιστικού και θεολογικού ιδρύματος. Πιστεύεται δε ότι η εκκλησία της Παναγίας του Ganchvor αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου μοναστηριού, μάλιστα δε στο Μοναστήρι του Sourp Hagop (Αγίου Ιακώβου) στην Ιερουσαλήμ σώζονται Βίβλοι που αναφέρεται ότι γράφτηκαν στο Μοναστήρι της Αμμοχώστου.

Η σεμνή εκκλησία της Παναγίας του Ganchvor κτίστηκε με αφορμή την άφιξη εδώ κύματος Αρμενίων προσφύγων που διέφυγαν από τις επιθέσεις των Μαμελούκων το 1346 στην Αιγαία της Κιλικίας. Η τεχνοτροπία της είναι παραδοσιακά αρμενική, και θυμίζει ένα τετράγωνο φρούριο με ημιθολωτή αψίδα στα ανατολικά και κεντρικό σφηνόλιθο σε σχήμα λουλουδιού. Η στέγη της είναι από πέτρα με οριζόντια γείσα, ενώ τα παράθυρά της είναι μικρά και αψιδωτά. Ωστόσο, το κτίσιμό της φαίνεται να έγινε από Κύπριους μάστορες, αφού η λιθοδομική της είναι κυπριακή του 14ου αιώνα. Σε όλους τους τοίχους σώζονταν, σε κακή κατάσταση, αρμένικες τοιχογραφίες που παρουσίαζαν την Παναγία και το Χριστό, τους Αποστόλους και τους Αγίους, την Ανάσταση του Ιησού, τη μαστίγωση του Κυρίου, τη μεταφορά του σταυρού, τη σταύρωση και την ταφή του Χριστού, τον ευαγγελισμό της Θεοτόκου, τη Θεία Γέννηση και τη Θεία Βάφτιση, τον Άγιο Γεώργιο, την Αγία Ελένη, τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, καθώς και την κοίμηση της Θεοτόκου.

Η εκκλησία βρισκόταν σε χρήση από τους Αρμένιους της Αμμοχώστου μέχρι και την 1η Αυγούστου του 1571, όταν την πόλη κατέλαβαν με τον πιο βάρβαρο τρόπο οι Οθωμανοί, ύστερα από 11μηνη πολιορκία. Αμέσως μετά τη σφαγή των κατοίκων της και τη λεηλάτηση και την ιερόσυλη βεβήλωση των δεκάδων εκκλησιών της, η περιτειχισμένη πόλη της Αμμοχώστου έγινε άβατο για τους μη-Μουσουλμάνους μέχρι και τα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας, με αποτέλεσμα η εκκλησία να παραμείνει αχρησιμοποίητη και αλειτούργητη για πάνω από τρεισήμισι αιώνες. Το 1907 έτυχε συντήρησης από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, με σκοπό να μην καταρρεύσει, χωρίς ωστόσο να υπάρχει οποιαδήποτε σκέψη για να χρησιμοποιηθεί ως εκκλησία, αφού άλλωστε η αρμενική κοινότητα της Αμμοχώστου ήταν τότε αμελητέα (περίπου 15 άτομα).

Ωστόσο, στα επόμενα χρόνια η Αμμόχωστος είδε την άφιξη Αρμενίων προσφύγων που διέφυγαν από τις μαζικές απελάσεις, τις τρομερές σφαγές και τη Γενοκτονία που διενέργησαν οι Οθωμανοί και οι Νεότουρκοι το 1909 και μεταξύ 1915-1923. Σταδιακά, η αρμενική κοινότητα της πόλης άρχισε να μεγαλώνει (π.χ. τη δεκαετία του 1930 αριθμούσε περίπου 100 άτομα) και να χρειάζεται μια μόνιμη εκκλησία. Στις 19 Απριλίου 1934 ο Συγκαθήμενος Καθόλικος του Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας, Papken Gulesserian, επισκέφθηκε την εκκλησία. Εκεί διέκρινε τον αρμενικό αρχιτεκτονικό ρυθμό της, τις τοιχογραφίες, το ιερό και το βαφτιστήρι στο βόρειο τμήμα της. Οι τοιχογραφίες δυστυχώς είχαν σχεδόν καταστραφεί, ενώ στη διάρκεια των αιώνων Αρμένιοι και άλλοι είχαν χαράξει τα ονόματά τους πάνω στους τοίχους. Είναι δε ενδιαφέρον να αναφέρουμε ότι, κατά την επίσκεψή του στην περιοχή, ο Papken εντόπισε ένα khachkar στο βορειοδυτικό τμήμα μιας εκκλησίας όχι μακριά από την εκκλησία του Ganchvor· η εκκλησία αυτή πιστεύεται ότι είναι η προαναφερόμενη άγνωστης ταυτότητας εκκλησία.

Μετά την επίσκεψή του, ο Papken εξέφρασε την άποψη ότι θα έπρεπε η εκκλησία να δοθεί σους Αρμένιους. Ο Αρχιεπίσκοπος Bedros Saradjian, με τη σύμφωνη γνώμη του Papken και με τη βοήθεια του Mihran Sevazlian, ήρθε σε επαφή με τις αρχές της Αμμοχώστου και με τον κυβερνήτη, Sir Herbert Palmer, και στις 20 Ιανουαρίου 1936 κατάφερε να εγγράψει την εκκλησία στο όνομα της Αρμενικής Μητρόπολης Κύπρου. Η παρακαταθήκη της εκκλησίας, η οποία ξεκινούσε στις 7 Μαρτίου 1936, είχε τη μορφή εκμίσθωσης (leasing) προς την κοινότητα αρχικά για περίοδο 90 ετών (αργότερα επεκτάθηκε στα 99 χρόνια), με ονομαστικό ενοίκιο 5 σελίνια/έτος και με προϋπόθεση ότι το ποσό των 100 λιρών, που ήταν αναγκαίο για τις επιδιορθώσεις, θα προπληρωνόταν σε μετρητά· το ποσό των 60 λιρών δώρισε στη Μητρόπολη ο ντόπιος γαιοκτήμονας Stepan Yeramian, ενώ το υπόλοιπο καλύφθηκε από εισφορές μελών της κοινότητας.

Μετά από διάφορες επιδιορθώσεις, η μικρή εκκλησία καθαγιάστηκε στις 14 Ιανουαρίου 1945. Τοποθετήθηκε ένα ιερό, ενώ η βάση του σταυρού δωρήθηκε από την Djeredjian το 1949, και το βαφτιστήρι από την οικογένεια Nigolian. Η εκκλησία γιόρταζε κάθε χρόνο την τρίτη Κυριακή του Μάη, αλλά και τις άλλες γιορτές της Παναγίας (15 Αυγούστου, 21 Νοεμβρίου). Το 1957 κάηκε από εξτρεμιστές Τουρκοκύπριους, ενώ το 1964 - μετά την εκδήλωση της τουρκοκυπριακής ανταρσίας – κατέστη απροσπέλαστη, αφού η εντός των τειχών πόλη κατέστη γκέτο. Ως αποτέλεσμα, η κυπριακή κυβέρνηση είχε παραχωρήσει στη μικρή αρμενο-κυπριακή κοινότητα της Αμμοχώστου την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στα Κάτω Βαρώσια, και για τους γάμους, τα βαφτίσια, τις κηδείες και τις μεγάλες γιορτές την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη κοντά στο δημοτικό στάδιο.

Τον Αύγουστο του 1974 η εκκλησία της Παναγίας του Ganchvor κατακτήθηκε, όπως και η υπόλοιπη πόλη της Αμμοχώστου, από τους Τούρκους εισβολείς και μόλις μετά το 2003 μπορεί κάποιος να την επισκεφθεί, αν και «επίσημα» βρίσκεται σε στρατιωτική περιοχή. Βρίσκεται σε σχετικά καλή κατάσταση, περιμένοντας υπομονετικά, βουβή, συλημένη και αλειτούργητη, τους νόμιμους ιδιοκτήτες της να επιστρέψουν…

Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας

Wednesday, May 6, 2009

Το Αρμενικό Ζήτημα και η Κύπρος

Γράφει ο
Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας
katoomba@cytanet.com.cy

Οι σχέσεις Κύπρου-Αρμενίας χρονολογούνται τουλάχιστον από τα βυζαντινά χρόνια. Το έτος 578 μεταφέρθηκαν εδώ 3.350 Αρμένιοι από την Αρζανήνη, ιδρύοντας στρατιωτικές αποικίες για προστασία του νησιού μας. Περισσότεροι Αρμένιοι κατέφθασαν αργότερα, ενώ κατά τη Μεσοβυζαντινή περίοδο υπηρέτησαν στην Κύπρο Αρμένιοι στρατηγοί και κυβερνήτες, όπως ο Λέων, που ανέλαβε το κτίσιμο της βασιλικής του Αγίου Λαζάρου στη Λάρνακα. Όταν ο Ισαάκιος Κομνηνός νυμφεύθηκε την κόρη του πρίγκιπα Thoros ΙΙ το 1185, μετέφερε μαζί του Αρμένιους πολεμιστές, πολλοί εκ των οποίων πολέμησαν ηρωικά εναντίον του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου στη Λεμεσό, το Μάιο του 1191.

Επί Φραγκοκρατίας έχουμε διάφορες μαζικές μετακινήσεις Αρμενίων στην Κύπρο, ενώ σε διάφορες περιστάσεις Αρμένιοι αμύνθηκαν υπέρ της Κύπρου κατά των Ναϊτών, των Γενουατών, των Σαρακηνών, των Μαμελούκων και των Οθωμανών κατακτητών. Επίσης, οι Λουζινιανοί βασιλείς της Κύπρου είχαν αναπτύξει αλληλένδετες σχέσεις με το γειτονικό βασίλειο της Μικρής Κιλικίας μέσω μιας σειράς γάμων. Κατά τα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπως και οι υπόλοιποι Κύπριοι, οι Αρμένιοι δοκιμάστηκαν, ενώ μερικοί εξισλαμίστηκαν ή έγιναν λινοβάμβακοι. Ανάμεσα δε στους 470 απαγχονισθέντες του Ιουλίου του 1821 ήταν και ο Αρμένιος ιερέας της Λευκωσίας, der Bedros.

Ο αριθμός των Αρμενίων στην Κύπρο αυξήθηκε σημαντικά μετά την άφιξη προσφύγων που επέζησαν των τρομερών σφαγών και των μαζικών απελάσεων που διενέργησαν οι Οθωμανοί και οι Νεότουρκοι [Σφαγές του Σουλτάνου Χαμίντ (1894-1896), Σφαγή των Αδάνων (1909) και σφαγές/απελάσεις 1915-1923)]. Πιο συγκεκριμένα, κατά τις πρώτες σφαγές έφθασαν εδώ 500-600 Αρμένιοι, κυρίως από τις πόλεις Diyarbakir, Aintab και Kilis, ωστόσο μόνο περίπου 100 παρέμειναν εδώ, λόγω της σχετικά κακής κατάστασης που είχε η κυπριακή οικονομία· για τα ορφανά που κατέφθασαν στην Κύπρο, ιδρύθηκε ορφανοτροφείο από το Vahan Kurkjian, πιο γνωστός ως Pagouran (1897-1904), το οποίο λειτουργούσε κοντά στην εκκλησία της Παρθένου Μαρίας στη Λευκωσία.

Αν και μεγάλος αριθμός των Αρμενοκυπρίων κατάγεται από τα Άδανα, δυστυχώς δεν έχουμε στοιχεία για το πόσοι κατέφθασαν στην Κύπρο αμέσως μετά τη Σφαγή των Αδάνων· ωστόσο γνωρίζουμε ότι οι περισσότεροι είχαν μετακινηθεί σε άλλες πόλεις στην Κιλικία και ήρθαν στην Κύπρο με την κυρίως γενοκτονία. Οι δύο αυτές σφαγές συνδέθηκαν με την Κύπρο με ένα μακάβριο τρόπο: τόσο μετά τις Σφαγές του Abdul Hamid, όσο και μετά τη Σφαγή των Αδάνων, γνωρίζουμε ότι ξεβράστηκαν διαμελισμένα και κακοποιημένα σώματα Αρμενίων στην ακτή της επαρχίας Κερύνειας, ακριβώς λόγω της εγγύτητάς της με την Κιλικία. Πιο συγκεκριμένα, από επιστολή του Διοικητή της Κερύνειας, την οποία πρόσφατα αγόρασε και έφερε στην επιφάνεια ο Mihran Boyadjian, γνωρίζουμε για τέτοια περιστατικά στη Λάπηθο, τον Άγιο Επίκτητο και τον Άγιο Αμβροσία, ενώ εικάζεται ότι ίσως άλλοι να ξεβράστηκαν και στις ακτές της Καρπασίας.

Ωστόσο, το μεγάλο κύμα Αρμεναίων έφθασε στην Κύπρο μεταξύ 1915-1922. Εργατικοί, καλλιεργημένοι και φιλοπρόοδοι, δεν άργησαν να ορθοποδήσουν στη φιλόξενη Κύπρο μας, που απλόχερα άνοιξε τις αγκάλες της σε σχεδόν 9.000 πρόσφυγες που έφθασαν από την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και την Κιλικία (κυρίως από τις πόλεις Άδανα, Σελεύκεια, Σις, Marash, Ταρσός, Καισαρεία, Hadjen και Άντεπ). Οι κατατρεγμένοι Αρμένιοι πρόσφυγες κατέφθασαν στην Κύπρο από όλα τα λιμάνια της, κυρίως αυτό της Λάρνακας και, σε μικρότερο βαθμό, τα λιμάνια της Κερύνειας και της Αμμοχώστου, αν και μερικοί έφθασαν από τα λιμάνια της μακρινής Πάφου και της Λεμεσού. Αυτοί που έφθασαν στη Λάρνακα τοποθετήθηκαν σε καραντίνα για σαράντα (40) ημέρες στη Δεκέλεια, πριν τους επιτραπεί η ελεύθερη είσοδος στο νησί.

Γιατί όμως στην Κύπρο; Για άλλους ήταν καθαρή τύχη, αφού με τα λεφτά που είχαν μέχρι εδώ μπορούσε να τους μεταφέρει το πλοίο· άλλοι επέλεξαν να έρθουν εδώ λόγω της εγγύτητας της Κύπρου με την Κιλικία, με την ελπίδα να επιστρέψουν πίσω μόλις το ζήτημα θα ξεκαθαριζόταν, ενώ άλλοι διάλεξαν την Κύπρο λόγω της ασφάλειας και της τάξης που επικρατούσε εξαιτίας της βρετανικής διοίκησης. Οι πλείστοι παρέμειναν τελικά μόνο για μικρό χρονικό διάστημα, και τελικά έκαμαν διευθετήσεις για να ζήσουν αλλού. Ωστόσο, περίπου 1.300 παρέμειναν εδώ, όπου καθιερώθηκαν ως άνθρωποι των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, δεινοί έμποροι, ικανοί επαγγελματίες, εξαίρετοι τεχνίτες, ευσυνείδητοι δημόσιοι υπάλληλοι, πειθαρχημένοι αστυνομικοί κτλ.

Αν και μερικοί εγκαταστάθηκαν στη Λάρνακα, τον Αμίαντο, τη Λεμεσό και την Αμμόχωστο, οι περισσότεροι κατευθύνθηκαν στη Λευκωσία, το διοικητικό κέντρο του νησιού, όπου ήδη ζούσε μια μικρή αλλά εύπορη αρμένικη κοινότητα. Μαζί με άλλους Κύπριους πολέμησαν στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους, υπέφεραν τα πάνδεινα εργαζόμενοι ως μεταλλωρύχοι στον Αμίαντο, τη Σκουριώτισσα και το Μαυροβούνι, αλλά και συνδικαλίζονταν, διαδραματίζοντας πρωταγωνιστικό ρόλο σε διάφορες απεργίες. Επίσης μαζί με τους Ε/Κ, 231 αρμενοκυπριακές οικογένειες εκδιώχθηκαν από τα τμήματα της Λευκωσίας που κατέλαβαν οι Τ/Κ εξτρεμιστές την περίοδο 1963- 1964, ανάμεσα δε στους χιλιάδες πρόσφυγες που δημιούργησε η βάρβαρη τουρκική εισβολή του 1974 υπήρχαν και Αρμενοκύπριοι από την Αμμόχωστο, τη Λευκωσία, την Κερύνεια και αλλού.

Η Κύπρος υπήρξε η πρώτη χώρα στον κόσμο που έθεσε ζήτημα αναγνώρισης της Αρμενικής Γενοκτονίας στα Ηνωμένα Έθνη το 1965, μέσω του τότε Υπουργού Εξωτερικών Σπύρου Κυπριανού. Ωστόσο, η αναγνώριση της Γενοκτονίας από την Κύπρο θα έπρεπε να περιμένει, λόγω της ιδιόρρυθμης κατάστασης που είχε δημιουργήσει η Τ/Κ ανταρσία. Η άνομη τουρκική εισβολή του 1974 στο 34,85% του νησιού μας ‘ξεκαθάρισε’ την κατάσταση: στις 24 Απριλίου 1975, μετά από ενέργειες του Αρμένιου Εκπροσώπου, Dr. Antranik L. Ashdjian, η Βουλή των Αντιπροσώπων αναγνώρισε την Αρμενική Γενοκτονία εγκρίνοντας ομόφωνα το Ψήφισμα 36· έτσι, η Κύπρος έγινε η δεύτερη χώρα στον κόσμο (μετά από την Ουρουγουάη) που αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Μετά από ενέργειες του Αρμένιου Εκπροσώπου, Aram Kalaydjian, εγκρίθηκαν - επίσης ομόφωνα - τα Ψηφίσματα 74 (29/04/1982) και 103 (19/04/1990), το δεύτερο καθιερώνοντας την 24η Απριλίου ως Εθνική Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας στην Κύπρο.

Το 1990 ανεγέρθηκε από την Αρμενική Μητρόπολη Κύπρου το Μνημείο της Αρμενικής Γενοκτονίας «στη μνήμη των 1.500.000 Αρμενίων σφαγιασθέντων από τους Τούρκους» στην αυλή της νέας αρμενικής εκκλησίας στη Λευκωσία. Αντίστοιχο μνημείο, το δεύτερο αρχαιότερο στο είδος του παγκοσμίως, είχε ανεγείρει ο Αρχιεπίσκοπος Bedros Saradjian το 1932 στην αυλή της παλαιάς αρμενικής εκκλησίας της Λευκωσίας, που κατά ειρωνεία της τύχης έγινε θύμα των Τούρκων το 1963. Το 1996 ενταφιάστηκαν στο μνημείο στη Λευκωσία λείψανα μαρτύρων από την έρημο του Der Zor, ενώ το 2000 δύο οστεοφυλάκια κτίστηκαν για να χωρέσουν περισσότερα λείψανα.

Το 2001 ο Αρχιεπίσκοπος Varoujan εγκαινίασε οβελίσκο μπροστά από το οίκημα της AYMA στη Λευκωσία, με περισσότερα λείψανα μαρτύρων, ενώ ο Καθόλικος του Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας, Αράμ Α’, έκαμε τα αποκαλυπτήρια ενός khachkar (σταυρόπετρας) στον περίβολο της νέας αρμενικής εκκλησίας, ως «σύμβολο φιλίας των Αρμενίων και των Ελλήνων της Κύπρου».

Μνημείο των Θυμάτων της Αρμενικής Γενοκτονίας και των Αρμενίων Προσφύγων του 1915-1923 στη Λάρνακα.

Το 2008 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κος Δημήτρης Χριστόφιας, εγκαινίασε το μνημείο της Αρμενικής Γενοκτονίας στη μαρίνα της Λάρνακας, μια «έκφραση ευγνωμοσύνης στο λαό της Κύπρου για τη συμπαράσταση και βοήθειά του προς τους Αρμένιους πρόσφυγες», το οποίο δημιουργήθηκε με τη στενή συνεργασία των κυβερνήσεων Κύπρου και Αρμενίας.
Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας
katoomba@cytanet.com.cy