Showing posts with label Συνέντευξη. Show all posts
Showing posts with label Συνέντευξη. Show all posts

Tuesday, July 4, 2023

Ιωάννα Αναγνωστοπούλου – Η «θρυλική» πορτιέρισσα του +Soda

Η εμβληματική περσόνα του θρυλικού κλαμπ της Ερμού 
Ιωάννα Αναγνωστοπούλου (facebook)
μιλάει στη Γεωργία Δρακάκη για τα 80ς στα Εξάρχεια, 
για την εποχή του «τρελού» clubbing και 
για την αγάπη της για την Αρχαία Ελλάδα.

Γεωργία Δρακάκη
Φωτογραφίες: Άγγελος Χριστοφιλόπουλος / FOSPHOTOS, 
αρχείο Ιωάννας Αναγνωστοπούλου
14.04.2016

Γεννήθηκα στην Πλάκα. Οι γονείς μου, από Λαμία και Τρίκαλα, ήρθαν πολύ νέοι στην Αθήνα και έπιασαν ένα σπίτι από εκείνα τα παλιά, με την κοινή αυλή στη μέση. Ήταν και οι δυο αριστεροί και δεν χαίρονταν πολύ το σπίτι και την οικογενειακή θαλπωρή. Εξορίες, φυλακές, περιόδους που ζούσαν εκ των πραγμάτων χωριστά. Βέβαια, θυμάμαι τη μητέρα μου, την αντάρτισσα, να μαγειρεύει για δεκάδες ανθρώπους, τους φίλους τους, τους συντρόφους τους, σε κάτι μεγάλα τραπέζια. Γέλια, συζητήσεις, τα πάντα… Από πολύ μικρή ηλικία, πάντως, ανεξαρτητοποιήθηκα από τους γονείς μου. Είχα δουλέψει μικρή, 16-17 χρονών, ως πωλήτρια σε μαγαζί με ρούχα, παρά το ότι είχαμε δικό μας ένα μαγαζί με σουβενίρ.

Τη δεκαετία του ’80 πηγαίναμε πολύ στα Εξάρχεια: Point, Πήγασος, Vitovski. Δεν υπάρχουν τώρα αυτά, πια, έχουν κλείσει. Στα Εξάρχεια, εννοείται πως είχα γνωρίσει και τον Άσιμο. Όταν ξεκίνησαν οι δουλειές στα μαγαζιά, βγαίναμε, κυρίως χειμώνα, μεγάλες παρέες στα after-άδικα που ήταν στη μόδα. Αλλά οι δουλειές αυτές ήταν ένα με τη διασκέδαση, δεν καταλάβαινα αν δούλευα ή αν έβγαινα. Άσε που η μουσική ήταν η ζωή μου όλη. Ζούσα μέσα στην έντασή της, την είχα κάνει ένα με μένα. Όχι μόνο οι μουσικές που ακούγονταν στο +Soda, αλλά και πιο πανκ ακούσματα. Με ξυρισμένο κεφάλι κυκλοφορούσα κι ένα λοφίο στην κορυφή. Ήθελα να μάθω και ντραμς ένα φεγγάρι, αλλά δεν. Τώρα πια, δεν πολυβγαίνω. Με καλούν σε πάρτι και δεν πάω. 

Τα καλοκαίρια πηγαίναμε Μύκονο και Ίο. Εντάξει, η Ίος ήταν πιο extreme: ναρκωτικά, μεθύσια, Άγγλοι να ξερνάνε από δω κι από κει. Από ό, τι ακούω έχει αλλάξει κάπως η φάση, αλλά όχι και ριζικά. Από Μύκονο, βέβαια, με τον καιρό κόψαμε όλοι, όχι μόνο για οικονομικούς λόγους, αλλά επειδή δεν πηγαίνει πια και κανένας γνωστός. 


18 χρονών με θυμάμαι να δουλεύω σε ένα δισκάδικο και μετά κατά κόρον σε ρουχάδικα, όπως το Acrobat στο Κολωνάκι, που είχε ρούχα πολύ μπροστά για την εποχή του. Γύρω στα 25 μου ξεκίνησα στον Κούκο-άλλο λατρεμένο μαγαζί- ως barwoman. Και χειμώνες και καλοκαίρια εκεί αλλά πίσω από τη μπάρα τσακωνόμουν με αρκετό κόσμο. Δε γούσταρα να φτιάχνω το ποτό του καθενός. Άσε που προτιμούσα να είμαι σερβιτόρα, η κίνηση μια ζωή μου άρεσε και μου ταίριαζε. Μετά, ηρέμησα κι εγώ λιγάκι και όλοι με λατρεύανε. Γνώριζα, στο μεταξύ, ήδη τον Μπάμπη τον Μουζάκη και ένα βράδυ, με πετυχαίνει σε ένα after party και μου λέει: Ανοίγω club, είσαι να δουλέψεις; Είμαι, του λέω. Δίνουμε χέρια κι αυτό ήταν. Τότε, οι άνθρωποι είχαν τη χειραψία για συμβόλαιο. Κάθισα καιρό στο +Soda, και σε κάποια φάση μου έγινε η πρόταση να μπω με ποσοστά στο μαγαζί, αλλά αρνήθηκα. Δεν ήθελα να δεσμευτώ σε τέτοιο βαθμό. Εννιά χρόνια έμεινα λίγο πριν το κλείσιμό του είχα ένα μικροατύχημα και έκτοτε, ασχολούμαι με τις χειροτεχνίες μου: θήκες για κινητά, τσάντες, ρούχα… 

Το μαγαζί έκλεισε γιατί, από ένα σημείο και μετά, ο κόσμος ξανοίχτηκε σε άλλου τύπου μαγαζιά, όπως, τα μπουζούκια. Ερχόντουσαν θαμώνες μας λιγότερο συχνά και, κυρίως, μετά από διασκέδαση σε άλλους χώρους. Έκανε όμως όμορφα τον κύκλο του. Όπως ίσως θα ξέρεις, είχε ανοίξει καλοκαίρι στην παραλιακή, αλλά δεν πήγε και τόσο καλά. Ο κόσμος, μετά τις διακοπές του, άρχισε να συρρέει και το χειμερινό +Soda, στην Ερμού, γινόταν σιγά σιγά σημείο αναφοράς.

Εκείνη την εποχή υπήρχε έντονο το φλερτ, αλλά εμένα δεν τολμούσε κανείς να με πλησιάσει. Αισθανόμουν πως με φοβόντουσαν. Ε, κι εγώ… περίμενα τον Γιάννη, τον άνθρωπο που σήμερα είναι ακόμα δίπλα μου. Τον γνώρισα ένα καλοκαίρι στον φούρνο του Τάκη στο Κουκάκι, αργά το βράδυ, μετά τη δουλειά. 30 χρονών ήμουνα, όχι και πολύ πιτσιρίκα δηλαδή. Εκείνος νόμιζε ότι δούλευα εκεί, γιατί πηγαίναμε στον φούρνο μεγάλη παρέα, οπότε ήμουν αυτή που μάζευε τα ψιλά για να αγοράσει τυρόπιτες και σπανακόπιτες για όλους. Μετά από δέκα μέρες, ο Γιάννης με είδε στον Κούκο και εξεπλάγη. Όλα ήταν θέμα χρόνου, πια, κολλήσαμε σχεδόν αμέσως, αν κι εγώ στην αρχή τον σνόμπαρα και λίγο. Αλλά και μες στο +Soda, πάρα πολλοί άνθρωποι είχαν ερωτευτεί και μερικοί είναι ακόμα μαζί, και μαζί ήρθαν στα πρόσφατα reunion που κάναμε τον περασμένο Δεκέμβρη και φέτος το Μάρτιο. Φοβερά πάρτι, το καταχάρηκα. Οι περισσότεροι είχαν χαθεί ο ένας με τον άλλον και σταματούσαν κάθε τρεις και λίγο για αγκαλιές, φιλιά, ανταλλαγές facebook και τηλεφώνων. Προσωπικά, έχω κρατήσει επαφές με πολλούς και, φιλίες ακόμα με ορισμένους αλλά δεν συναντιόμαστε όσο συχνά θα θέλαμε. Κανένας μας δεν ξυπνάει πολύ νωρίς το πρωί. Το κουσούρι αυτό έχει μείνει από εκείνα τα χρόνια. Αρκετοί, φυσικά, έχουν γεροντοκοριάσει, έχουν αλλάξει, είναι άλλοι άνθρωποι. Το γεγονός ότι με βλέπεις τώρα με λιλά μαλλί, με διάθεση για κουβέντα, με κέφι και ενέργεια δεν είναι θέμα νεανικότητας: είναι, απλώς, ότι δεν πουλάω αυτά που έκανα στην προηγούμενη ζωή μου. Πιστεύω πως αυτό σημαίνει να είσαι original.Ιωάννα Αναγνωστοπούλου, η πορτιέρισσα του θρυλικού κλαμπ +SODA, Αθήνα, Μάρτιος 2016

Στα club έδιναν κι έπαιρναν τα ναρκωτικά, μη λέμε ψέματα. Εγώ, όμως, όσο κι αν σου φαίνεται παράξενο, δεν έμπλεξα με τα ναρκωτικά ή με το αλκοόλ. Εννοείται πως όσο χωνόμουν στη νύχτα και τις δουλειές έπινα, αλλά μη φανταστείς πολύ. Μια εξάρτησή μου, που βέβαια έχω μειώσει κάπως, είναι το τσιγάρο. Έχω κάνει νύχτα μπόλικη, αλλά το πρωί ξύπναγα, ας πούμε στις 11-12, πήγαινα για το μπάνιο μου, έπινα τον καφέ μου στον ήλιο. Δεν ήμουν ζόμπι, να μη βλέπω το φως του πρωινού. Άλλα παιδιά ξυπνούσαν την ώρα πριν τη δουλειά. Ζούσαν μονάχα νύχτα. 

Όλη αυτή η ιστορία με το face control είναι και λίγο μύθος. Δεν χωρούσαν όλοι αυτοί που στήνονταν σε ουρές. Δεν μπορούσαμε να τους βάλουμε όλους. Κάποιες βραδιές, βγάζαμε δυο, για να μπουν άλλοι δύο. Επίσης, ερχόντουσαν άνθρωποι μιας συγκεκριμένης αισθητικής, ούτως ή άλλως. Δεν είχα τέτοια θέματα. Και δερμάτινα και γούνες και τακούνια κι απ’ όλα. Εγώ, ας πούμε, έφτιαχνα μόνη μου τα ρούχα μου από 12 χρονών και πολύ συχνά πήγαινα στο μαγαζί φορώντας δικές μου δημιουργίες. Ήθελα να φοράω μάξι και ήμουν πολύ μικροκαμωμένη για να βρω σε μαγαζί κάτι στα μέτρα μου. Επίσης έβαφα τα μαλλιά μου ένα σωρό χρώματα: τα είχα φούξια, μπλε ελεκτρίκ, κόκκινα… 

Όλοι οι ηθοποιοί, οι τραγουδιστές, μοντέλα, αθλητές, άνθρωποι της τηλεόρασης της εποχής πέρασαν από το +Soda. Απλώς, ο κόσμος σε αυτά τα μαγαζιά δε νοιαζόταν για το ποιος ήταν δίπλα του – όλοι περνούσαν καλά. Θέλω όμως να αναφέρω ειδικά τον φίλο μου Βλάσση Μπονάτσο, που ήταν καταπληκτικός άνθρωπος και παρεξηγημένος. Είναι από τους καλύτερους ανθρώπους που γνώρισα από εκείνη τη δουλειά. Έμπαινε στα μαγαζιά κι έφευγε γυμνός. Χάριζε τα φουλάρια του, τις ζώνες του. Του έλεγε ένας: ωραίο αυτό, και ο Βλάσσης το έβγαζε και το έδινε!

Εκτός από τα μαγαζιά είχε περάσει και από τα περιοδικά για λίγο καιρό. Δούλεψα στο Colt με τον Βασίλη Μπόνιο και έκανα ρεπορτάζ σχετικά με μαγαζιά για να είμαι στο στοιχείο μου. Έστηνα κολάζ με φωτογραφίες, ένα στιλ που τελικά επικράτησε μετά στα περιοδικά. Μότο μας ήταν «ό, τι χειρότερο κυκλοφορεί». Ωραίες αναμνήσεις, ωραίες δουλειές!

Μου αρέσει να διαβάζω τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και φιλόσοφους. Ο αγαπημένος μου είναι ο Ηράκλειτος. Αυτό είναι και το στοιχείο που με ένωσε με τον άντρα μου, ο οποίος αυτή την εποχή ετοιμάζει μια ποιητική συλλογή σχετική με το δωδεκάθεο. Πιστεύουμε και οι δύο στη γηγενή, πατρώα θρησκεία, χωρίς άλλες ταμπέλες και τσουβαλιάσματα. Όμως δε γουστάρουμε οργανώσεις και σωματεία δωδεκαθεϊστών και τέτοια. Φαντάσου, πριν πολλά χρόνια, ο Γιάννης κι εγώ ανταλλάξαμε όρκους στη Δήλο. Έχω δημιουργήσει και μια συλλογή φορεμάτων εμπνευσμένων από το στιλ των αρχαίων Ελληνίδων. Ονειρεύομαι, εδώ και πολύ καιρό, να φτιάξω ένα χώρο, ένα μαγαζί με ρούχα. Χρόνια το θέλω αλλά τώρα οι καιροί δυσκόλεψαν. Δεν έχω ούτε σύνταξη να φανταστείς. Αλλά δε μετανιώνω, γιατί θα ήταν εξευτελιστικό για εμένα να λαμβάνω αυτά τα ψίχουλα. Δεν με αφορούν τα λεφτά, ούτως ή άλλως. Τα λεφτά, έτσι λίγα λίγα, όπως τα παίρνουν διάφοροι άνθρωποι στην ηλικία μου, οδηγούν σε μια συμβατική ζωή. Αυτό εγώ δεν το θέλω.

Έχω γράψει κι εγώ ένα βιβλίο, που δεν μπορώ να πω τον τίτλο, αλλά είναι όλο στο χέρι και χρειάζεται δακτυλογράφηση αλλά δεν υπάρχει χρόνος. Είχα φτιάξει από παλιά ένα σκελετό και μετά από μερικά ξενύχτια στη δουλειά το’ γραφα και το’ γραφα. Για να δούμε ποια θα είναι η τύχη του…

Είμαι ευχαριστημένη από τη ζωή που επέλεξα να κάνω. Γνώρισα ανθρώπους, έζησα στιγμές, έμεινα σε βίλες, έμεινα και στην άμμο, διασκέδασα μέχρι πρωίας. Πάλιωσαν, όμως, τώρα αυτά. Και τα μαγαζιά έχουν χαλάσει και ο «βλάχικος»- με την κακή έννοια- τρόπος που λειτουργεί ο μέσος Νεοέλληνας επιχειρηματίας. Δε βαριέσαι; Καλά να’ μαστε και να κάνουμε όνειρα και σχέδια.

Πηγή: Propaganda 

Wednesday, October 9, 2019

Συνέντευξη Άντη Ροδίτη στην εφημερίδα 'Αλήθεια' 6.10.2019

Δεν θα τον ρωτούσα τίποτα τον Μακάριο. 
Απλώς, θα του έλεγα: Δυστυχισμένε, δεν σε καταλαβαίνω καθόλου
 Γιατί είστε τόσο πείσμων ως προς την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας; Υπάρχει ιστορική αλήθεια ή υπάρχουν ιστορικές αλήθειες;

Δεν είμαι καθόλου πείσμων γενικά στην αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, δεν έχει τόση σημασία όσον αφορά το μέλλον μας πάνω στη γη, ως ανθρώπινου είδους. Από αλλού θα κριθεί αν θα ζήσουμε σαν άνθρωποι ή θα χαθούμε σαν παράλογα, παράφρονα ζώα, που έχουν όμως την ικανότητα της λογικής σκέψης. Το τι συνέβη χθες ή πριν 100 χρόνια ή 2.500 χιλιάδες χρόνια, δεν αποφασίζει το τι θα γίνει αύριο. Αύριο μπορεί να είμαστε καλύτεροι, μπορεί και χειρότεροι, δηλαδή δεν ξέρω αν  πάμε καλά ή άσχημα. Αυτό, πάντως, στο οποίο πιστεύω σαν επιζητούμενο μέλλον για τον άνθρωπο, δεν δείχνει να έρχεται πιο κοντά με τα μυαλά που διαθέτουμε. Δείχνει ν’ απομακρύνεται. Δεν ήθελα να το πω από την αρχή αυτό για να μην παρεξηγηθώ ως «θρησκόληπτος». Δεν είμαι. Δεν νιώθω καλά ν’ ανάβω κεριά ή να προσκυνώ εικόνες. Πιστεύω, όμως, ότι δεν υπάρχει άλλο πρότυπο από τον Ιησού Χριστό, αν πρόκειται να σωθούμε σαν είδος. Αυτά όσον αφορά το είδος «άνθρωπος». Υπάρχει, όμως, η Κύπρος, κι όπως για να σωθεί ο άνθρωπος γενικά πρέπει να ξεφύγει από το ψέμα, να νικήσει την απάτη και την παλιανθρωπιά, ο Κύπριος (κατ’ επέκταση κι ο Έλληνας γενικά) πρέπει ν’ απαλλαγεί από τις ψευδαισθήσεις, την απάτη και την παλιανθρωπιά που κορυφώθηκαν σε μια ιστορική στιγμή, το 1964, κι έγιναν το αίτιο όλων των συγκεκριμένων κακών που ακολούθησαν (πραξικοπήματα, εισβολές, νεκροί, αγνοούμενοι, χαμένα και τουρκεμένα εδάφη, πόνος, πόνος, πόνος). Δεν είναι τόσο μια «αναζήτηση» της ιστορικής αλήθειας (αυτό έγινε), όσο μια αποκάλυψή της. Δεν είναι δυνατόν να πιστεύουμε αυτά που πιστεύουμε και να έχουμε ελπίδες στο μέλλον. Πρέπει να ξεκαθαρίσει η αλήθεια. Πρέπει να παραδεχτούμε την αλήθεια, όχι να την κρύβουμε, όσο κι αν είμαστε αναγκασμένοι, στο απελπιστικό σημείο που βρισκόμαστε σήμερα, να την κρύβουμε. Πρέπει να παραδεχτούμε το έγκλημα που διαπράξαμε σε βάρος των πολιτικών μας στόχων, για να το ξεπεράσουμε. Κι ας είναι ανήθικο να ξεπεράσουμε τέτοιο όραμα. Κι επειδή είναι ανήθικο μπορεί να μην το καταφέρουμε ποτέ, και στο τέλος απλώς να καταστραφούμε. Η αλήθεια είναι σωτηρία.
Ποια είναι η αλήθεια που αποκρύβουμε; Η αλήθεια είναι ότι δώσαμε δικό μας και πήραμε ξένο αίμα για την αξιοπρεπή επιβίωσή μας, άλλως για την «Ένωση». Κι όταν μας την έδωσαν το 1964, την αποποιηθήκαμε. Είχαμε εγκαταλείψει το αιματοπότιστο  πολιτικό όραμα για… καλύτερα όνειρα! Αν δεν παραδεχτούμε το έγκλημα, είμαστε χαμένοι. Με τους Τούρκους είναι πολύ δύσκολο να τα βρούμε (που είναι η πανεθνική απόφαση), αλλά το χειρότερο είναι να μην τα βρούμε με μας. Με τους εαυτούς μας.
Αυτό είναι το πάθος μου για την ιστορική αλήθεια.    

Υπάρχει αντικειμενική ιστορία, κύριε Ροδίτη, το να αναζητεί κάποιος την αλήθεια δεν μοιάζει όπως το να αναζητεί βελόνι στα άχυρα;

Δεν υπάρχει άνθρωπος που μπορεί να γράψει ότι ο απελευθερωτικός αγώνας της Κύπρου άρχισε με εκρήξεις βομβών στις 2 αντί στην 1η Απριλίου 1955 ή ότι ο Αυξεντίου έπεσε μαχόμενος στις 4 αντί στις 3 του Μάρτη του 1957. Δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Η αντικειμενικότητα σταματά στις ημερομηνίες, στα ονόματα των ανθρώπων και των τόπων. Από εκεί και πέρα αρχίζουν οι «ερμηνείες», που μπορεί να είναι τόσες όση και η «διαφορετικότητα» του καθενός που γράφει. Δεν είναι βελόνι στ’ άχυρα ότι από το 1964 μέχρι το 1967 υπήρχε μια πάνοπλη ελληνική μεραρχία στην Κύπρο! Ούτε ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος στις 21 Αυγούστου 1964 είπε «όχι» στην πρόταση της Ελληνικής Κυβέρνησης που του έγινε στις 20 Αυγούστου 1964 να κηρυχθεί η Ένωση!

Η Κύπρος είναι Ελληνική ή ήταν Ελληνική;

Ότι ήταν κι ότι είναι το λένε και οι πέτρες. Τώρα αν θα ακολουθήσει τη μοίρα της Μικράς Ασίας και θα το λένε μόνο οι πέτρες και τα βιβλία είναι άλλο θέμα.

Ποια θεωρείτε εσείς ως την κλασικότερη χαμένη ευκαιρία για Ένωση με την Ελλάδα;

Μόνο μια φορά συζητήθηκε επίσημα η Ένωση ως λύση του Κυπριακού προβλήματος κι αυτό έγινε τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1964. Μετά τις ελληνοτουρκικές συγκρούσεις στην Κύπρο που άρχισαν τα Χριστούγεννα του 1963, κι εγκυμονούσαν κίνδυνο παγκόσμιας σύρραξης, οι Άγγλοι φόρτωσαν το Κυπριακό στους Αμερικανούς. Ο τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδας Γεώργιος Παπανδρέου έπεισε τους Αμερικανούς ότι η Ένωση ήταν η πιο συμφέρουσα λύση για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, ακόμα και για την Τουρκία. Οι Αμερικανοί (και το ΝΑΤΟ βέβαια) συμφώνησαν, αλλά ήθελαν να πάρει και η Τουρκία «κάτι», που έπρεπε να είναι περισσότερο, βέβαια, απ’ ό,τι πήρε με τη Ζυρίχη για να δεχτεί. Έχω δημοσιεύσει πλείστα των σχετικών εγγράφων στο βιβλίο μου Κουράγιο Πηνελόπη.
Η ουσία βρίσκεται στο γεγονός ότι η πεισματική άρνηση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου (είχε δίκαιο να μη θέλει να δοθεί βάση στους Τούρκους, κανείς δεν το ήθελε) βοηθούσε τον Γεώργιο Παπανδρέου στις διπλωματικές του κινήσεις ώστε οι Αμερικανοί να μειώνουν συνεχώς την «προσφορά» στην Τουρκία για να επιτύχουν την Ένωση, δηλαδή την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ και τη λήξη της ελληνοτουρκικής διένεξης. Υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες (ακόμα και μαρτυρίες ότι ο Αμερικανός μεσολαβητής Ντην Άτσεσον ήταν «πληρωμένος» από την Ελλάδα), αλλά η ουσία είναι ότι στα τέλη Αυγούστου οι Αμερικανοί συμφώνησαν να κηρυχθεί πρώτα η Ένωση και μετά να γίνει συζήτηση για μια τουρκική βάση στην Κύπρο, που θα ήταν με ενοίκιο για 50 χρόνια μόνο. Οι Τούρκοι βέβαια δεν συμφωνούσαν, αλλά ήταν κι αυτό υπέρ της ελληνικής πλευράς με την έννοια ότι μετά την κήρυξη της Ένωσης θα ήταν δικαιολογημένη η ελληνική πλευρά να μην είναι καν διατεθειμένη να συζητήσει παραχώρηση ελληνικού εδάφους (που πια θα ήταν η Κύπρος) για την ασφάλεια του ΝΑΤΟ. Έτσι κι αλλιώς θα ήταν όλοι ΝΑΤΟ και δεν θα κινδύνευε κανένας από κανέναν. Αυτό το ήξερε και ο Παπανδρέου που το δρομολόγησε και οι Αμερικανοί που το αποδέχτηκαν. Δυστυχώς τη στιγμή που έγινε η πρόταση στην Κύπρο, δηλαδή στον Πρόεδρο και Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, εκείνος είπε «όχι» κι απέδειξε ότι όντως δεν ήθελε την Ένωση κι εύρισκε πρόφαση τη βάση για να αρνείται. Αν υπήρχε ειλικρινής συνεννόηση μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου (που δεν υπήρχε με κυπριακή υπαιτιότητα) θα επωφελείτο ο ελληνισμός τα μέγιστα και θ’ αποφεύγονταν όλες οι μετέπειτα τραγωδίες και τα σημερινά απελπιστικά αδιέξοδα. Η στάση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου υπήρξε αδικαιολόγητη εθνικά, τον ενοχοποιεί ανεπανόρθωτα ιστορικά και αυτός είναι ο λόγος που το θέμα ουδέποτε συζητήθηκε, ούτε συζητιέται στα ΜΜΕ.     

Βεβαίως, αρκετοί αμφισβητούν την άποψή σας και επικαλούνται τη δική τους. Θέλω να πω, γιατί είστε εσείς ο σωστός και όχι εκείνοι;

Για τον απλούστατο λόγο ότι εγώ δημοσίευσα έγγραφα από τα αμερικανικά αρχεία στο βιβλίο Κουράγιο Πηνελόπη, το 2013, που πρώτη φορά δημοσιεύονται και δεν μπορούν να διαψευσθούν παρά με άλλα, αντίθετα έγγραφα κι αυτά δεν υπάρχουν. Κάποιοι επιστήμονες διεθνολόγοι και ιστορικοί, υποσχέθηκαν ότι θα συνιστούσαν ειδική ομάδα έρευνας που θα διέψευδε τα έγγραφα της Πηνελόπης, αλλά είμαστε στο 2019 και δεν υπάρχουν πληροφορίες ότι γίνεται ακόμα τέτοια έρευνα ή ότι έγινε και τέλειωσε και δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Επικρατεί σιωπή και λογοκρισία. Το μόνο τους «επιχείρημα», που δεν τολμούν να το διατυπώσουν δημοσίως αλλά το χρησιμοποιούν μεταξύ τους για να δικαιολογούνται, είναι ότι εγώ δεν είμαι ιστορικός επιστήμονας. Ασφαλώς δεν είμαι. Ουδέποτε ισχυρίστηκα ότι είμαι. Μόνο λογοτέχνης είμαι. Δημοσίευσα, όμως, κάποια έγγραφα για πρώτη φορά, που από μόνα τους δημιουργούν μέγα πρόβλημα στην εκδοχή που κυριάρχησε για το 1964, αλλά… αρνούνται να τα δουν ή να τα εξετάσουν! Δυστυχώς αυτό είναι το επίπεδο της σημερινής, ελληνικής ιστορικής και πολιτικής επιστήμης. Προτιμούν όλοι να ζουν με τους μύθους και τις ψευδαισθήσεις, παρά να ερευνούν εις βάθος. Στο τέλος απλώς ενεργούν ως παιδιά της εποχής τους, όπου εξέλειπε η σοβαρότητα και κυριάρχησε η επιπολαιότητα και η επιφάνεια. Κατά βάθος το θέμα αντιμετωπίζεται ως υπόθεση αριθμού ψήφων. Δηλαδή έγινε θέμα μικροκομματικής «πολιτικής», που υπήρξε η καταστροφή του έθνους. Ακόμα και στις τελευταίες ευρωεκλογές υπήρξαν κυπριακά κόμματα που διακήρυξαν ότι έχουν πρότυπο την αντίσταση κατά της ξένης επιβουλής που επέδειξε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος! Δυστυχώς, όμως, υπήρξαν και στιγμές που η «ξένη επιβουλή» μάς ευνόησε αλλά αποδειχτήκαμε ανίκανοι να την εκμεταλλευτούμε προς όφελός μας, και τώρα πληρώνουμε. Πληρώνουμε και δεν ξέρουμε ποιο θα είναι το τελικό κόστος! Τουλάχιστο αν ξέραμε γιατί καταλήξαμε τόσο χρεωμένοι, θα βοηθούσε να ξελασπώσουμε. 
 
Ανεξαρτήτως αυτού, μήπως το κατεστημένο της νήσου δεν ήθελε ποτέ την Ένωση και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο έπαιζε εν ου παικτοίς;

Κοιτάξτε, η Ένωση ήταν κυρίως λαϊκό, αγροτικό αίτημα και αίτημα της διανόησης, των πνευματικών ανθρώπων. Των μορφωμένων. Η Εκκλησία κληρονόμησε το «δικαίωμα» να ηγείται πολιτικά του κυπριακού λαού από την Οθωμανική Αυτοκρατορία κι αν ήθελε να συνεχίσει να κυβερνά δεν θα μπορούσε να πάει ενάντια στο ενωτικό αίτημα, ακόμα κι αν ένας Αρχιεπίσκοπος θα προτιμούσε να κυβερνά εκείνος την Κύπρο παρά η Ελλάδα. Πιο καθαρή ήταν η περίπτωση του ΑΚΕΛ, που ως κόμμα υπεράνω της ιδέας των «εθνικών κρατών», ενδιαφερόταν μόνο για την επικράτηση της κομμουνιστικής του ιδεολογίας κι όχι για την επικράτηση της Ελλάδας στην Κύπρο, που ήταν βέβαια και δυτική, καπιταλιστική. Κατά καιρούς το ΑΚΕΛ παρουσιαζόταν ως «ενωτικό» επειδή η ηγεσία του έκρινε ότι συνέφερε στην ιδεολογία τους. Υπήρχε (και υπάρχει) πάντα και η πλουτοκρατική τάξη, η οποία επίσης έχει πατρίδα το χρήμα και τίποτε άλλο. Κάποιος παλιός επιχειρηματίας (δεν λέμε ονόματα) έγραψε και βιβλίο το 1964 (τευχίδιο) για ν’ αποδείξει ότι δεν… συνέφερε οικονομικά στην Κύπρο η Ένωση! Στο Κουράγιο Πηνελόπη δημοσιεύεται και επιστολή του προς τον εδώ Άγγλο  Ύπατο Αρμοστή που ζητά διευκολύνσεις να πάει τον Ιούλιο του ’64 στη Γενεύη να δει τον Άτσεσον και να του εξηγήσει γιατί οι Κύπριοι… δεν θέλουν την Ένωση!

Ποιο ήταν, κατά την άποψή σας, το μεγαλύτερο λάθος στο οποίο υπέπεσε ο Μακάριος;

Αν μου επιτρέπεις να κάνω και λίγο χιούμορ, το μεγαλύτερο του λάθος είναι ότι… υπήρξε. Ο άνθρωπος ήταν ανεκδιήγητος. Οι ενέργειές του, οι μαρτυρίες από επώνυμους πολιτικούς και συγγενείς του δείχνουν έναν άνθρωπο με μέσα του τρικυμία παθών και στην επιφάνεια γαλήνη. Πρώτος ο Ανδρέας Παπανδρέου (ένας θαυμαστής του Μακαρίου) γράφει στο βιβλίο του Η Δημοκρατία στο απόσπασμα, ότι ο Μακάριος μιλούσε πάντα για την Ένωση αλλά μαχόταν για την ανεξαρτησία! Έλεγε, δηλαδή, ψέματα στον λαό. Ως πολιτικός «δικαιούταν» να λέει ψέματα, ως ιερωμένος και Αρχιεπίσκοπος, πνευματικός ηγέτης, όχι. Από το 1959 στενοί συγγενείς του, που τον συναναστρέφονταν συχνά και άλλοι του άμεσου κύκλου του αναμετέδιδαν το μίσος του για την Ένωση και την Ελλάδα. Ο Αναστάσης Πεπονής μαρτυρά στο βιβλίο του Τα Γεγονότα και τα Πρόσωπα ότι εντυπωσιάστηκε από τις παράλογες «πολιτικές» θέσεις του Αρχιεπισκόπου (για τις οποίες δεν ενημέρωνε την Ελλάδα), όταν τον συνάντησε τον Οκτώβρη του 1964, επειδή του είπε πως ναι μεν στήριζε την Ένωση αλλά η Κύπρος να μην είναι στο ΝΑΤΟ! Επρόκειτο για μια τραγικά κωμική θέση, που ήταν και του ΑΚΕΛ, το οποίο κορόιδευε τον κόσμο με το γνωστό σύνθημα  «ΝΑΤΟ όχι Ένωσις ναι»! Ο Μακάριος πριν πεθάνει δήλωσε στον Χίτσενς και το δημοσίευσε ο Κήρυκας το 1984, ότι το μεγαλύτερό του λάθος ήταν που… επέτρεψε να έρθει ελληνικός στρατός στην Κύπρο! Ο οποίος, βέβαια, όσο έμεινε εδώ αντιμετώπιζε βρισιές και ξυλοδαρμούς, όπως το μαρτυρά και ο Σάββας Παύλου και πολλοί άλλοι. Ο Μακάριος με μια του δήλωση θα μπορούσε να σταματήσει αυτή την αναισχυντία, αλλά δεν το έκαμε. Κάποτε θα πρέπει να γραφτεί ένα ειδικό βιβλίο για όλ’ αυτά. Αλλά οι πιο ισχυρές μαρτυρίες που δεν κολακεύουν τον Μακάριο βρίσκονται στη λογοτεχνία του τόπου, στο έργο των πιο σημαντικών μας λογοτεχνών. Ο μεν Παντελής Μηχανικός γράφει ευθέως στίχους που κάθε άλλο παρά εκθειάζουν τον Μακάριο, ο δε Μόντης τουλάχιστο στο πιο σπουδαίο έργο του, το Δεύτερο Γράμμα στη Μητέρα, σχολιάζει και ερμηνεύει το φιάσκο της εξορίας στις Σεϋχέλλες και τις επιπτώσεις του στη μετέπειτα συμπεριφορά και ψυχοσύνθεση των Κυπρίων. Ας μην πούμε τίποτε για την ομιλία τού Μακαρίου στον ΟΗΕ, παραμονή της τουρκικής εισβολής το 1974, όπου είχε χάσει πια τη ψυχραιμία του, άφησε να βγει έξω στην επιφάνεια το μίσος του για την Ελλάδα και την κατηγόρησε ότι εισέβαλε στην Κύπρο και κινδύνευαν γι’ αυτό οι Τουρκοκύπριοι! Όταν ήρθε η σειρά του Τούρκου αντιπροσώπου να μιλήσει είπε ότι δεν είχε τίποτε να πει. Τα είχε πει όλα ο Μακάριος.

Ο Γρίβας;

Ο Γρίβας δεν ήταν ψεύτης. Πίστευε στην Ένωση κι αγωνιζόταν για την Ένωση. Δημιούργησε το έπος της ΕΟΚΑ, που χωρίς του θα ήμασταν σήμερα πολύ κοντά στο «όραμα» των απόστολων του μηδενισμού να γίνουμε… Μαλτέζοι! Το μεγαλύτερο του λάθος ήταν που δεν άντεξε τις τόσες φορές που τον κορόιδεψε ο Μακάριος λέγοντάς του ότι θα… άλλαζε και θα ακολουθούσε ενωτική πολιτική! Ο Γρίβας έσπασε και υπέπεσε στο μοιραίο λάθος της παρανομίας της ΕΟΚΑ Β΄, που έθεσε στόχο την εκδίωξη του Μακαρίου. Υλοποιήθηκε έτσι ο εμφύλιος σπαραγμός που ως τότε ήταν μόνο στα λόγια, αν και είχαν προηγηθεί και μερικές δολοφονίες υπέρ της μονοκρατορίας του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Διευκολύνθηκαν πάντως, τελικά, οι συνθήκες για τη διενέργεια του πραξικοπήματος των δικτατόρων, που έγινε η αφορμή της τουρκικής εισβολής του 1974.

Εάν είχατε τη δυνατότητα να υποβάλετε ένα ερώτημα στον Μακάριο, ποιο θα ήταν αυτό;

Δεν θα τον ρωτούσα τίποτε. Απλώς θα του έλεγα: Δυστυχισμένε, δεν σε καταλαβαίνω καθόλου.

Τον Γρίβα, τι θα τον ρωτούσατε;

Ούτε αυτόν θα τον ρωτούσα τίποτε. Απλώς θα του έλεγα: Δυστυχισμένε, σε καταλαβαίνω απόλυτα.

Καλλιεργείται, εδώ και πολλά χρόνια, ανάμεσα στην κοινή γνώμη η εντύπωση ότι κακώς διεξήχθη ο αγώνας του '55-'59 και ότι, αργά ή γρήγορα, οι Βρετανοί θα μας παραχωρούσαν Ανεξαρτησία. Τη συμμερίζεστε;

Όχι, δεν τη συμμερίζομαι. Οι Βρετανοί ήταν πιο εύκολο να μας παραχωρήσουν την Ένωση παρά ανεξαρτησία. Ο αγώνας από μόνος του ήταν η ιστορική στιγμή που θ’ αποκτούσαμε θεμελιωμένη σε μας ταυτότητα και ωριμότητα. Ήμαστε το 80% του πληθυσμού, ο πιο αρχαίος λαός στον τόπο με μεγάλη διαφορά κι είχαμε κάθε δικαίωμα στην Ένωση με την πατρίδα μας. Η εποχή του αγώνα της ΕΟΚΑ ήταν εποχή  πίστης και πολιτισμικής ακμής. Μόνο που κάθε επανάσταση (είναι διαπιστωμένο ιστορικά ότι πάντα συμβαίνει αυτό) πέφτει στα χέρια επιτήδειων, νέων εξουσιαστών. Η μόνη αληθινή επανάσταση που δεν μπορεί να πέσει σε χέρια εξουσιαστών είναι εκείνη του Χριστού, που είναι εν ισχύ πάντα, χωρίς να κυριαρχεί. Η δε μεγαλύτερη κοσμική επανάσταση, που ήταν διαρκής για 100 σχεδόν χρόνια, ήταν εκείνη της αρχαίας Αθήνας, που γι’ αυτό παρήγαγε ύψιστο πολιτισμό.


Και τώρα, κύριε Ροδίτη, τι κάνουμε που, όχι μόνο δεν πετύχαμε την Ένωση, όχι μόνο δεν πετύχαμε ούτε την Ανεξαρτησία αλλά κινδυνεύουμε με πλήρη τουρκοποίηση;

Τώρα θα πρέπει να μαζέψουμε τα μυαλά μας, πράγμα πάρα πολύ δύσκολο. Κυρίαρχος στον κόσμο είναι ο Σατανάς κι όχι ο Ιησούς. Κι ο Σατανάς κουρντίζει τον ένα να παριστάνει τον πιο πατριώτη από τον άλλο, μόνο και μόνο για να γίνει εκείνος «εξουσία». Το πιο εύκολο πράγμα είναι οι πατριωτικές διακηρύξεις κι ευκολότερο οι υπερπατριωτικές, δηλαδή τα λόγια. Η Κύπρος αυτή τη στιγμή είναι υπερπλήρης υπερπατριωτισμού. Όλα τα κόμματα ισχυρίζονται ότι «ξέρουν καλύτερα» από τα άλλα πώς θα σωθούμε κι όλα μαζί «ξέρουν καλύτερα» από εκείνους που χειρίζονται το Κυπριακό, δηλαδή την Κυβέρνηση. Το έθνος, Κύπρος και Ελλάδα, αποφάσισαν από το 1974 ότι η «λύση» του Κυπριακού δεν μπορεί να είναι άλλη από την ΔΔΟ. Φαίνεται να είναι έτσι. Κατά τη γνώμη μου είναι ανέφικτη η ΔΔΟ διότι η Τουρκία κρατά ομήρους Κύπρο και Ελλάδα και πιστεύει ότι με τον χρόνο θα πετύχει περισσότερα από μια ΔΔΟ σε βάρος μας. Ούτε θα επιτρέψει ποτέ σε ε/κυπρίους και τ/κυπρίους να φτιάξουν δικό τους, πραγματικά ανεξάρτητο κράτος. Κάτι παρόμοιο, όμως, έκαμνε κι ο δικός μας, ο Μακάριος, όταν είχαμε εμείς το «κλειδί» της λύσης. Ήθελε άλλα. Πιστεύω η παρούσα Κυβέρνηση χειρίζεται σωστά το πρόβλημα, η Τουρκία είναι συνεχώς εκτεθειμένη ως αδιάλλακτη, όλοι το ξέρουν, κι αν έχουμε υπομονή κι ελέγξουμε τα αντιπολιτευτικά μας πάθη, η Τουρκία θα πληρώσει την αδιαλλαξία και την οίησή της, ελπίζω υπέρ μας.

Ποιοι είναι, για εσάς, οι δέκα κορυφαίοι συγγραφείς του κόσμου;

Δέκα; Υπάρχουν πολλοί κορυφαίοι. Θα προτιμούσα να σου πω μερικά βιβλία που μ’ έχουν «φωτίσει» ως προς το τι είναι ο Άνθρωπος, χωρίς να το έχω μάθει ακόμα, ούτε προβλέπω ότι αυτό θα γίνει ποτέ. Τα Ευαγγέλια μάς εξηγούν ποιοι πρέπει να είμαστε και πώς μπορούμε να φτάσουμε το ανέφικτο της ειρήνης και της αθανασίας. Για την αρχαία Ελλάδα δεν θα πω τίποτε, γιατί απλώς οδήγησε τη Δύση (λίγα ξέρω για την Ανατολή) στο κατώφλι του Χριστιανισμού, που δεν το πέρασε ποτέ. Ο Ντοστογιέφσκι μάς εξήγησε τι κάνει η δυτική Εκκλησία, που δεν μπορεί παρά να το κάνει και τι όφειλε να κάνει, που δεν μπορεί να το κάνει. Για τη δική μας Εκκλησία ας μην πούμε τίποτε για την ώρα. Μετά, από τους ποιητές, ο Ρεμπώ αναγνώρισε την Κόλαση ως αυτό που είμαστε, άρα μπορούμε να υπολογίσουμε τον Παράδεισο, ο Σολωμός τον ένιωσε. Ύστερα θέλω, ως αναγνώστης, να ευχαριστήσω τον πολιτισμικό ανθρωπολόγο Ρενέ Ζιράρ, που νομίζω εντόπισε το σημείο απ’ όπου ξεκινούν όλες οι θρησκείες, δηλαδή όλοι οι πολιτισμοί, τον Θεόδωρο Ι. Ζιάκα και τον Κώστα Παπαϊωάννου, που εξηγούν τόσο καλά τον Δυτικό πολιτισμό ώστε να ξέρουμε γιατί δεν τα κατάφερε ως τώρα να γίνει χριστιανικός, δηλαδή αληθινός. Από τους δικούς μας, ευτυχώς, λέω, που υπάρχει ο Μόντης για να μπορέσουμε κάποτε να παραδεχτούμε ότι δίκαια τιμωρηθήκαμε, για ν’ αποκτήσουμε την αυτογνωσία μας, κι από τους εν Ελλάδι κριτικούς της λογοτεχνίας ευγνωμονώ τον Ζήσιμο Λορεντζάτο που έχοντας καταλάβει τι είναι και τι δεν είναι «τέχνη» το εξηγά και σε μας. Μην ξεχάσω τον Καβάφη. Είναι μια άλλη, αυτόνομη ελληνική γλώσσα μέσα στην ελληνική γλώσσα.  

Ζηλεύετε κάποιον εξ αυτών;

Όχι, δεν ζηλεύω κανέναν. Τι να ζηλέψω; Να επαναλάβω κάποιου αυτά που ήδη είπε; Αν είναι για τη δόξα των ανθρώπων που μιλάς, σε μια δεύτερη ζωή θα ήθελα να ήμουν μέγας ποδοσφαιριστής, να στέλλω πάσες ασίστ με ακρίβεια μοιρογνωμονίου, να βάζω γκολ με την παραμικρή ευκαιρία και να παραληρεί το γήπεδο (ένα κατάμεστο ΓΣΠ, όχι το Wembley)! Τερματοφύλακας ποτέ, απεχθάνομαι αυτή τη δουλειά.

Σε ποιους απευθύνεστε μέσω των βιβλίων σας;

Στους μελλοντικούς Κυπρίους. Φαίνεται ότι πιστεύω στο μέλλον. Εννοώ κάποιος μέσα μου πρέπει να πιστεύει στο μέλλον γιατί συνειδητά δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω. Πιστεύω ότι κάποιοι άλλοι Κύπριοι, πολύ καλύτεροι από μας, θα ενδιαφερθούν στο μέλλον να μάθουν γιατί ήταν τόσο ανισόρροποι οι πρόγονοί τους; Τόσο ανεύθυνοι; Τόσο αχάμπαροι;

Δεν είναι ματαιοπονία να αναζητούμε ποιοτικό αναγνωστικό κοινό αλλά και, γενικότερα, καλλιεργημένη κοινή γνώμη, σε ένα κράτος όπου, από το πρωί μέχρι το βράδυ, ασχολείται με τα τηλεοπτικά σκουπίδια;

Βλέπεις; Συμφωνείς τώρα μαζί μου. Είναι μάταιο ν’ αναζητάς αναγνώστες σήμερα. Εδώ οι ίδιοι οι συνάδελφοι συγγραφείς κρύβονται. Βγαίνουν στην επιφάνεια και κορδώνουν σαν γύφτικα σκεπάρνια μόνο όταν τους φωνάξουν να τους δώσουν κανένα «βραβείο», όταν έρθει η σειρά τους, που και για να το πάρεις πρέπει να βγάζεις συνέχεια τον σκασμό. Μην τους πεις να πάρουν θέση. Να εκφράσουν άποψη. Μια χώρα με τέτοιους συγγραφείς, τι ελπίδες έχει; Άσε τον φθόνο, τη συκοφαντία, τη διαβολή. Τουλάχιστο οι μη συγγραφείς έχουν «δικαίωμα» να μην είναι ξύπνιοι, να είναι δούλοι, να μην έχουν προσωπικότητα και να… διαπρέπουν κιόλας! Τέτοια χώρα είμαστε. Οι συγγραφείς, όμως, είναι αδικαιολόγητοι. Γράφω κείμενα κριτικής, άποψης για την τέχνη, την πολιτική, τη συμπεριφορά μας γενικά, σχεδόν καθημερινά και τα στέλνω σε καμιά τριακοσαριά «διανοούμενους», «πνευματικούς ανθρώπους»! Κάνουν την πάπια. Σιωπούν. Δεν μιλούν. Με φοβούνται; Τι φοβούνται αν έχουν δική τους άποψη; Μόνο μερικοί που με ξέρουν από κοντά σχολιάζουν αυτά που γράφω. Ξέρουν ότι δεν τρώω ανθρώπους. Τρώω όμως την αδικία, τον φθόνο, την παλιανθρωπιά, την προκατάληψη.

Αλήθεια τώρα, πώς ξεφεύγετε από τη μέγγενη των προβληματισμών σας; Πώς χαλαρώνετε; Ή μήπως βρίσκεστε πάντοτε υπ' ατμόν;

Δεν νομίζω ότι χαλαρώνω ποτέ. Γράφω κάτι και πριν το τελειώσω έχω ήδη τον νου μου στο επόμενο. Γράφω τώρα την ιστορία του Ιησού, κατά Λουκάν, σε νεοελληνική, λογοτεχνική γραφή. Μ’ ενθουσιάζει ο Ιησούς, που τις αστράφτει στους γραμματείς (νομοδιδάσκαλους) και τους Φαρισαίους υποκριτές. Θα την πληρώσει βέβαια στο τέλος. Τι περίμενες; Όμως έκαμε το κομμάτι του. Και τι «κομμάτι»! Αλλά έχω στο νου μου, μόλις τελειώσω με τον Ιησού, να παραλάβω τους Πέρσες του Αισχύλου, να τους γράψω σε σημερινό, καθημερινό λόγο, αν τα καταφέρω. Οι στιγμές που χαλαρώνω είναι όταν παίζει ο ΑΠΟΕΛ, μια καθ’ όλα ελληνική ομάδα, όσους ξένους παίχτες κι αν έχει. Η νοοτροπία είναι πάντα ελληνική. Μπορεί να νικήσει απίστευτα ισχυρούς αντίπαλους και να τις φάει από πολύ υποδεέστερους. Με στενοχωρεί και με ευφραίνει ο ΑΠΟΕΛ, σε αυτό το άλλο επίπεδο.

Μπορείτε να μας πείτε το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε;

Αυτά τα λέω στο ΜΥΘΟρΗΜΑ, το τελευταίο μου βιβλίο. Ήταν η Μυστηριώδης Νήσος, του Ιουλίου Βερν, σε κλασσικό εικονογραφημένο. Δεν ήξερα γράμματα  ακόμα τότε. Έβλεπα μόνο τις εικόνες κι έπλαθα μόνος μου την ιστορία, την πλοκή, εντελώς άλλη από την πραγματική εννοείται.

Το τελευταίο;

Το τελευταίο, που ακόμα διαβάζω και με δυσκολεύει, αν και αριστουργηματικό στα σημεία, είναι Ο Χλωμός Βασιλιάς του David Foster Wallace, που δεν τα κατάφερε. Αυτοκτόνησε στα 46 του. Τώρα πια, όμως, δεν με πολυενδιαφέρουν τα «νέα» βιβλία. Επανέρχομαι σε μερικά παλιά, όπως το Ο Άνθρωπος και ο Ίσκιος του, του Κώστα Παπαϊωάννου. Ένα βιβλίο διεισδυτικής ανάλυσης του Δυτικού πολιτισμού μέσα από την τέχνη και τη φιλοσοφία.

Ποια πρόσωπα λείπουν πολύ από τη ζωή σας;

Άλλοι συγγραφείς.

Σας φοβίζει το μέλλον;

Δεν μπορώ να πω ότι κάτι με φοβίζει αλλά αγωνιώ για το μέλλον της γης. Πολύ φοβούμαι ότι είναι μοναδική μέσα στο άπειρο κι εμείς πάμε φιρί-φιρί να της κάνουμε μεγάλο κακό. Εμείς θα χαθούμε στο τέλος. Η γη θα ξαναβρεί τον εαυτό της και θα παραγάγει, ίσως, άλλα, καλύτερα όντα από μας.  

Και, τέλος πάντων, τι σόι Θεός είναι Αυτός που παρακολουθεί απαθώς την κτηνωδία του δημιουργήματός Του;

Εδώ πέφτεις έξω. Το δημιούργημα έχει την ελευθερία, είναι ελεύθερο να είναι κτήνος ή άγγελος. Αλίμονο να μην ήταν ελεύθερο. Αλίμονο να ήταν δεσμευμένο να είναι  μόνο άγγελος. Ξέρει καλά το κάθε κτήνος πότε γίνεται κτήνος. Φαίνεται, για κάποιο λόγο, «πρέπει» να γίνεται ο πόλεμος καλού και κακού, ώστε να φτάσουμε να γίνουμε ελεύθερα καλοί. Πάλι δεν ξέρω γιατί. Και το λέω ξανά: Αλίμονο να ήμαστε δεμένοι στην καλοσύνη. Δεν θα ήμασταν ελεύθεροι. Η Ελευθερία δείχνει να είναι η υπέρτατη αξία. Ίσως ο ίδιος ο «Θεός» να μην είναι άλλο από την Ελευθερία. Την Ελευθερία ως Ον. Είναι άπιαστο, ασύνορο, άπειρο, παντοδύναμο Ον. Η ελευθερία είναι το Ον, που ξέρει το καλό και το κακό. Θέλει να φτάσει στο απόλυτα καλό ελεύθερα; Γιατί; Για τη Ζωή ίσως. Ίσως το τίμημα για να υπάρχει η Ζωή να είναι να υπάρχει και το κακό, ελεύθερα. Και η Ζωή να μάχεται ελεύθερα να γίνει μόνο καλή! Δεν ξέρω. Μόνο να ερωτώ ξέρω και να σκέφτομαι, ξέροντας ότι ποτέ δεν θα φτάσω σε τελικές απαντήσεις.


Φυσικά ο Καζαντζάκης λέει: "Είπα στη μυγδαλιά, μίλησέ μου για τον Θεό, και η μυγδαλιά άνθισε". Εντούτοις, τι να την κάνει την ανθισμένη μυγδαλιά το παιδί της Συρίας, της Υεμένης, του Ιράκ;

Είναι αυτό που είπα πριν. Υπάρχει μια άλλη μυστήρια, αντίθετη πλευρά στην ανθισμένη αμυγδαλιά, που αντιστέκεται, που την ξεριζώνει και τη σφάζει. Είναι, ίσως, το αντίτιμο της Ελευθερίας. Τι ελευθερία θα ήταν αν απέκλειε οτιδήποτε είναι κακό; Το θέμα είναι ελεύθερα εμείς να επιλέγουμε το καλό. Αυτό είναι η Μεγάλη Μαγεία του Όντος: Η Ελευθερία. «Ελευθερία» ίσως να είναι το όνομα του απροσέγγιστου μυστηρίου.

Έχετε ανακαλύψει τον ορισμό της ευτυχίας;

Να είσαι ελεύθερος. Να αγωνίζεσαι για την ελεύθερη σκέψη. Να πολεμάς όσα θέλουν να ελέγξουν την Ελευθερία.

Της δυστυχίας;

Να νομίζεις ότι είσαι το μόνο που υπάρχει. Να «ζεις» αγνοώντας το μυστήριο και το θαύμα της Δημιουργίας, που είναι ορατό μέρα και νύχτα, αδιάκοπα. Και να μην έχεις ιδέα ότι αυτό είναι το πρόβλημά σου. Κι αν μπορώ να συμπληρώσω, ειδικότερα πάνω σ’ αυτό, δυστυχία είναι η κατάσταση που ζει σήμερα ο άνθρωπος, ο «πολίτης» στη Δύση. Δικαιούται (του είναι προσιτά) τα πάντα, εκτός από το να έχει λόγο στη διαμόρφωση του μέλλοντός του. Κάποια συστήματα δείχνουν να έχουν αυτονομηθεί, να έχουν αναλάβει το μέλλον και να τραβούν ανεξέλεγκτα τον δρόμο τους. 
Άντης Ροδίτης

Wednesday, January 2, 2019

Μετά από τον Γούναρη το χάος… Άντρος Χαραλάμπους: Συνέντευξη στον Ανδρέα Κούνιο

Ένα βράδυ που ‘βρεχε 
Εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ Κυριακή 15 Απριλίου, 2007
Μου μιλάει για τον Νίκο Γούναρη και αστράφτει ολόκληρος. Στα μάτια του κολυμπάνε οι νότες και οι κιθάρες. Γνωρίζει τα πάντα για τον μεγάλο αυτό τροβαδούρο, τον οποίο χαρακτηρίζει ως ερμηνευτικό κολοσσό και νομίζω πως έχει απόλυτο δίκαιο. Δεν ξέρω, βέβαια, τι σημαίνει για τη σημερινή νεολαία Γούναρης, ο Άντρος Χαραλάμπους όμως πιστεύει ότι μπορεί κάλλιστα να τη συγκινήσει. Ό,τι και να συμβαίνει, η αλήθεια είναι πως ο σημερινός μας φιλοξενούμενος είναι πολυβόλο. Μιλάει γρήγορα και κοφτά, λατρεύει τη μουσική, συμπεριλαμβανομένης και της Βυζαντινής, δεν ανέχεται, και καλά κάνει, επεμβάσεις στο γούστο και στην αισθητική του.

Στο κατάστημά του, και καθώς αφηγείται την προσωπική του διαδρομή, τα πρώτα ακούσματα στην εκκλησία της Λύσης, τα θρανία του Παγκυπρίου Εμπορικού Λυκείου Λάρνακας που τα είχε χαράξει με το ονοματεπώνυμο του ινδάλματός του, τα μουντζουρωμένα χέρια, τις στιγμές που σημάδεψαν τη σταδιοδρομία του Γούναρη αλλά και, γενικώς, κάθε πτυχή της ζωής του, ο χώρος πλημμυρίζει με μελωδίες.

Ταξιδεύω, λοιπόν στη Λύση, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στο Κάιρο, ταξιδιώτης του παντός, όπως θα έλεγε και η Μούσχουρη, στροβιλιζόμενος σε αγαπημένες μελωδίες.


Άντρος Χαραλάμπους, λοιπόν. Διαβάστε τον. Έτσι, για να δραπετεύσετε λιγάκι από τη μούχλα της πολιτικής και της πρόσκαιρης δημοσιότητας και, κυρίως από τη μούχλα των δισκογραφικών εταιρειών που έχουν καταφέρει, να κάνουν τραγούδι και το κρα!

Άντρος Χαραλάμπους:


Μετά από τον Γούναρη το χάος…
Τι είναι, για εσάς, η μουσική, κύριε Χαραλάμπους;
Η ζωή μου.
Δηλαδή, χωρίς τη μουσική θα ήσασταν νεκρός;
Όχι, θα ήμουν πλοίο ακυβέρνητο στον ωκεανό.
Από πότε αγαπάτε τη μουσική;
Από την ημέρα που γεννήθηκα. Δεν είναι έτσι που απαντάνε όλοι συνήθως (χαμόγελα…);
Χρωστάτε, όμως, σε κάποιον το γεγονός ότι ακολουθήσατε αυτό το δρόμο;
Στον εαυτό μου. Εάν δεν αγαπούσα εγώ τη μουσική, καμία δύναμη στον κόσμο δεν θα κατάφερνε να με σπρώξει προς το μέρος της.
Τραγουδάτε, λοιπόν, από μικρός;
Από τότε που ήμουνα μαθητής. Δεν θα ξεχάσω ότι στο Δημοτικό κιόλας έψελνα ύμνους ενώ τα βράδια του καλοκαιριού, στη Λύση, γύριζα με τα γειτονόπουλα και τους φίλους και τραγουδούσα Μες της Πεντέλης τα βουνά.
Πάντως λατρεύετε τον Νίκο Γούναρη, έτσι δεν είναι;
Είναι η μεγάλη αδυναμία μου. Για μένα, ο Νίκος Γούναρης είναι η μεγαλύτερη και η καθαρότερη φωνή που έβγαλε ποτέ η Ελλάδα.
Πώς γνωρίσατε τη φωνή του;
Μέσω ραδιοφώνου. Άκουσα, για πρώτη φορά, τη φωνή του Γούναρη το 1951, όντας μαθητής στο Παγκύπριο Εμπορικό Λύκειο Λάρνακας. Στη Λύση, τότε, δεν είχαμε ραδιόφωνα. Έτσι, μόλις ήρθα σε επαφή με το ραδιόφωνο και γνώρισα την υπέροχη αυτή φωνή, την ερωτεύτηκα.
Τι ξεχωριστό διαθέτει η φωνή το Γούναρη;
Κατ’ αρχάς, είναι βελούδινη. Ύστερα, μπορεί, να ερμηνεύσει τα πάντα.
Να επιστρέψουμε στο Παγκύπριο Εμπορικό Λύκειο Λάρνακας;
Να επιστρέψουμε. Πρέπει, λοιπόν, να αναφέρω ότι σε όλα τα θρανία και σε όλους τους τοίχους του σχολείου βρίσκεται χαραγμένο το όνομα του Νίκου Γούναρη.
Εσείς ήσασταν ο δράσης;
Εγώ, και το δηλώνω με καμάρι.
Και πότε ακριβώς τον είδατε από κοντά;
Το 1955 είχε έρθει στην Κύπρο, στο κινηματοθέατρο Παλάς, στη Λάρνακα. Δημιουργήθηκε το αδιαχώρητο. Έφερε και την ορχήστρα του η οποία, πιστέψτε με, έμοιαζε με ποδοσφαιρική ενδεκάδα.
Και μετά;
Μετά ξαναήρθε στην Κύπρο, και εμφανιζόταν κάθε βράδυ στο κινηματοθέατρο Ρόγιαλ, στη Λευκωσία. Έπαιρνα κι εγώ το αυτοκίνητο, το γέμιζα με συγχωριανούς μου, οι οποίοι είχαν ήδη αρχίσει να μαγεύονται με τη φωνή του και κρεμόμασταν όλοι από τα χείλη του.
Πού εμφανιζόταν συχνότερα ο Γούναρης;
Παντού, αν και όταν πήγαινε στην Αμερική δεν τον άφηναν οι ομογενείς να φύγει. Τον κρατούσαν εκεί με το ζόρι.
Πότε πέθανε;
Στις 15 Μαίου του 1965.
Πώς πληροφορηθήκατε την είδηση του θανάτου του;
Από τις ειδήσεις στο ραδιόφωνο.
Και;
Και έβαλα τα κλάματα.
Θα μπορούσε, αλήθεια, ο Γούναρης να καθιερωθεί σήμερα, μέσα σε αυτά τα στερεότυπα που έχουν επιβληθεί;
Τι θα πει στερεότυπα;
Στερεότυπα θα πει μέτριες φωνές και τραγούδια-τσιχλόφουσκες.
Μα γι’ αυτό θα καθιερωνόταν και σήμερα ο Γούναρης. Ποιος μπορεί, να ακούσει τη φωνή του και να μείνει ασυγκίνητος;
Και οι νέοι;
Φυσικά και οι νέοι. Οι νέοι ζητάνε παλιά τραγούδια. Διάβαζα προχθές ότι ένα τραγούδι που κάνει θραύσεις τελευταίως στη νεολαία είναι το «Σε τούτο το παλιόσπιτο». Ξέρεις πότε γράφτηκε; Άρα, δεν έχει σημασία ο χρόνος που εμφανίστηκε ένα τραγούδι. Σημασία έχει η αλήθεια που κρύβει μέσα του.

Απ’ όλα τα τραγούδια του Γούναρη, ποιο σας συγκινεί περισσότερο;
Θεωρώ ως ανώτερο τραγούδι του Γούναρη το «Ένα βράδυ που ‘βρεχε». Και αξίζει τον κόπο, στο σημείο αυτό, να κάνουμε μια παρένθεση. Το 1954, μετά από τους σεισμούς στο Ιόνιο, πραγματοποιήθηκε μία συναυλία στο Παναθηναϊκό Στάδιο, τα έσοδα της οποίας θα πήγαιναν για ενίσχυση των σεισμοπαθών. Στη συναυλία θα τραγουδούσε και ο Γούναρης. Άργησε, όμως, να πάει και όπως υποστηρίζει ο γιός του, όταν έφτασε εκεί αρκετός κόσμος είχε εγκαταλείψει ήδη το Στάδιο. Όταν, λοιπόν, μαθεύτηκε ότι πήγε ο Γούναρης και ήταν έτοιμος να τραγουδήσει, όλος ο κόσμος επέστρεψε και ζήτησε επιτακτικά το «Ένα βράδυ που ‘βρεχε».

Ωστόσο, δεν ήταν μόνο αυτή η μεγάλη του επιτυχία.
Όλα τα τραγούδια του Γούναρη ήταν επιτυχίες.
Κι αν σας ζητούσα το δεύτερο καλύτερο, σύμφωνα με τα δικά σας γούστα;
Σίγουρα, το «Στο παλιό το ταβερνάκι».
Δεν σας αρέσουν και άλλοι ερμηνευτές πλην του Γούναρη;
Μετά από τον Γούναρη το χάος (χαμόγελα…).
Αυτό είναι ειδωλολατρία.
Και που βλέπεις το κακό με την ειδωλολατρία; Κακό είναι να αγαπάς κάποιον που δεν αξίζει. Άμα αξίζει όμως…
Ασχέτως αυτού, μετά από τον Γούναρη και το χάος, ποιοι ακολουθούν;
Για να είμαι δίκαιος, μου αρέσουν πολύ ο Καζαντζίδης, ο Γαβαλάς, ο Στράτος Διονυσίου, ο Πάριος, ο Νταλάρας, η Χαρούλα Αλεξίου.
Και από τους σύγχρονους;
Ποιους σύγχρονους; Είναι σύγχρονοι οι σημερινοί; Σήμερα, τα πάντα κινούνται από τις δισκογραφικές εταιρείες. Έτσι βγαίνουν τα τραγούδια που διαρκούν μια βδομάδα, άντε το πολύ ένα μήνα και στο τέλος χάνονται. Εξαφανίζονται. Δεν είναι τραγουδιστές οι σημερινοί.
Αλλά τι;
Φωτομοντέλα και μαριονέτες (χαμόγελα…).
Εσείς γιατί τραγουδάτε;
Επειδή μου αρέσει το τραγούδι.
Κι εμένα μου αρέσει το τραγούδι, αλλά δεν τραγουδώ.
Προσωπικά, αισθάνομαι ότι μου χάρισε ο Θεός μια φωνή, που πρέπει, να αξιοποιήσω.
Ακούγεται ιεροσυλία, αλλά μοιάζει η φωνή σας με εκείνην του Γούναρη; Σας ρωτώ γιατί έχω ακούσει αυτόν τον ισχυρισμό από πολλούς.
Καθόλου. Εγώ είμαι βαρύτονος. Αντιθέτως, η φωνή του Γούναρη είναι αέρινη, διάφανη. Σαν ένας φλοίσβος που σβήνει στην ακτή.
Είστε και ψάλτης.
Ναι. Είμαι ψάλτης στην Εκκλησία Χρυσαλινιώτισσας στη Λευκωσία. Θυμάμαι, όταν πήγαινα παιδί στην εκκλησία, το ένα μου αυτό άκουγε τη Χορωδία του Σουρουλλά και το άλλο μου αυτί άκουγε τους παπάδες στο ιερό.
Κρατούσατε και εξαπτέρυγα;
Ασφαλώς. Και ένιωθα μεγάλη συγκίνηση.
Θα μπορούσε να είναι ψάλτης ο Γούναρης;
Ο Γούναρης θα μπορούσε να είναι τα πάντα. Πρόκειται για έναν ερμηνευτικό κολοσσό που δεν μπορεί κανένας, να βάλει σε καλούπια.
Τη θλίψη, τελικά, τραγούδησε ο Γούναρης;
Και τη θλίψη και τη χαρά και τον έρωτα και την απόρριψη και τον πόνο και την προδοσία και την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και το Κάιρο.
Στο στίχο, στην ερμηνεία ή στη σύνθεση δίνετε τη μεγαλύτερη σημασία;
Η αλήθεια είναι πως το πρώτο που με ενδιαφέρει είναι η φωνή.
Κι όταν ο στίχος είναι κακός;
Δεν μου έρχεται στο μυαλό εκείνος που το είπε, αλλά, συμφωνώ απολύτως μαζί του: μια καλή φωνή μπορεί, να κάνει επιτυχία και τον τηλεφωνικό κατάλογο (χαμόγελα…). Δώσε στον Πάριο τον πιο απαίσιο στίχο. Δεν θα τον ανεβάσει στην κορυφή;
Γυρίζοντας πίσω, δεν υπήρχαν στη δεκαετία του ’50 άλλα αστέρια; Μόνο ο Γούναρης έλαμπε;
Έλαμπαν και ο Πολυμέρης και ο Παναγόπουλος ίσως και άλλοι. Ο Γούναρης όμως, δεν ήταν απλώς ένα αστέρι. Ήταν ένας γαλαξίας.
Πες μας ένα τραγούδι, πέραν του Γούναρη που σε αγγίζει έντονα.
Τα μουντζουρωμένα χέρια.
Ποια είναι τα μουντζουρωμένα χέρια;
Τα χέρια του εργάτη, του οικοδόμου, του βιοπαλαιστή, τα χέρια της εντιμότητας.
Γίνονται τραγούδια και τα αμουντζούρωτα χέρια;
Γιατί να γίνουν; Τι έχουν να πουν στον απλό κόσμο τα χέρια χωρίς μουντζούρες; Τίποτα απολύτως. Πώς να συγκινήσουν τον κόσμο τα χέρια του ξενοδόχου που μετατρέπει τα δωμάτια του ξενοδοχείου του σε διαμερίσματα, παραβιάζοντας το νόμο; Πώς να συγκινήσουν τον κόσμο τα χέρια του χρηματιστή που πατάει ένα κουμπί και γίνεται πλούσιος εν μια νυχτί; Και πώς να συγκινήσουν τον κόσμο τα χέρια του κυρίου με το κοστούμι και τη γραβάτα που αρμέγει αθώους ανθρώπους;
Ποιο είναι το εκφραστικότερο μουσικό όργανο;
Η κιθάρα. Είναι από μόνη της μία ορχήστρα;
Τι άλλο αγαπάτε στη ζωή σας κύριε Χαραλάμπους;
Την οικογένεια μου, τα παιδιά μου τα εγγόνια μου, τις μουσικές ραδιοφωνικές εκπομπές που όμως, υπηρετούν την ποιότητα, τα ντοκιμαντέρ, τις όμορφες κινηματογραφικές ταινίες.
Πότε είδατε τη Λύση για τελευταία φορά;
Μέσα στην εβδομάδα του πραξικοπήματος.
Και έκτοτε;
Έκτοτε δεν έχω πάει. Και κατά την άποψη μου όσοι πηγαίνουν στα κατεχόμενα διαπράττουν λάθος.
Αν, λοιπόν, μπορούσατε, να αφιερώσετε ένα τραγούδι στη Λύση, συμβολικά εννοώ, ποιο θα ήταν αυτό;
Όμορφη μου Αθήνα. 

Tuesday, May 22, 2018

Γεωργία Σιακαβάρα, Συνέντευξη

Η Γεωργία Σιακαβάρα Facebook 
αποκλειστικά στο pagenews.gr 
Της: Έπη Τρίμη
Η Γεωργία Σιακαβάρα μίλησε αποκλειστικά στο pagenews.gr και την Έπη Τρίμη και μεταξύ άλλων ανέφερε «Δε νομίζω ότι οι πολιτικοί διαθέτουν αυτιά. Και να είχαν κάποτε, σίγουρα τα έχασαν κάπου στη διαδρομή της καριέρας τους».

Τη Γεωργία Σιακαβάρα τη γνώρισα μέσω ενός κοινού μας φίλου. Όταν μου την έδειξε στο Facebook έμεινα άναυδη από την ομορφιά της και φαντάστηκα πως θα δω μια γυναίκα απρόσιτη και σνομπ.

Η πρώτη μας συνάντηση έγινε στο θέατρο όπου και πρωταγωνιστούσε, αν θυμάμαι καλά πριν δύο χρόνια. Εξαιρετική ηθοποιός, άμεση και σκυλί στη δουλειά της όπως μου ψιθύρισε τότε στο αυτί ο φίλος μας Σπύρος.

Με το πέρας της παράστασης κι όταν μας σύστησε, είδα μια κοπέλα λαμπερή εξωτερικά αλλά και εσωτερικά. Ευγενική, απλή, ζεστή χωρίς έπαρση. Κρατήσαμε επαφή κι όταν είδα μέσω του Δελτίου Τύπου που έλαβα πως θα πρωταγωνιστήσει στην παράσταση «Η «Σιδηρά Πρωθυπουργός»* χάρηκα για λογαριασμό της πολύ.
Διαπίστωσα πως πράγματι είναι πολυτάλαντη καθότι τραγουδά επίσης καλά και πέφτει με τα μούτρα στα βαθιά προκειμένου κάθε της βήμα να την εξελίσσει. Δεν έχω παρά να της ευχηθώ να μπορέσει να πραγματοποιήσει όλους της τους στόχους και τα όνειρά της γιατί είναι από τις περιπτώσεις που κοπιάζουν πολύ.


Η «Σιδηρά Πρωθυπουργός» είναι μια παρωδία ενός πολιτικού θρίλερ, με τις αντίστοιχες προεκτάσεις της. Τι είναι αυτό που έκανε το κοινό σας να αγαπήσει την παράσταση και να παραταθεί έως τις 4 Μαΐου; 
Δε θα έλεγα ότι το συγκεκριμένο έργο είναι μια παρωδία ενός πολιτικού θρίλερ. Προσωπικά θα το ονόμαζα πολιτικό θρίλερ που έχει μέσα του καλλιτεχνικά κρυμμένη μια μαύρη κωμωδία. Κι αυτό είναι και το γεγονός που την έκανε τόσο αγαπητή στο κοινό. Ότι παρόλο που το θέμα του είναι κατά βάση βαρύ, αφού ασχολείται με την πολιτική, είναι δοσμένο με μεγάλες χιουμοριστικές πινελιές, που όσοι το είδαν δεν προβληματίστηκαν μόνο αλλά διασκέδασαν κιόλας.

Υποδύεσαι επί σκηνής το ρόλο της πρωθυπουργού. Τι σε δυσκόλεψε και τι αποτέλεσε πρόκληση για να πας ένα βήμα παρακάτω στην καριέρα σου; 
Με δυσκόλεψε το γεγονός ότι δεν έχω περάσει από την πρωθυπουργική καρέκλα….ακόμα. Οπότε έπρεπε να βρω τρόπους για να προσεγγίσω έναν χαρακτήρα σχεδόν άγνωστο για μένα. Αυτή όμως ήταν και η πρόκληση. Να υποδυθώ μια στυγνή γυναίκα που δεν έχει κανένα πρόβλημα να πατάει επί πτωμάτων προκειμένου να πετυχαίνει τους στόχους της. Αυτό από μόνο του αποτέλεσε μεγάλη δυσκολία για μένα, μιας και αυτό το χαρακτηριστικό δεν υπάρχει στη δική μου ιδιοσυγκρασία.

Σε συνέχεια της ως άνω ερώτησης μου για να μπορέσεις να ερμηνεύσεις την πρωθυπουργό μπήκες στον πειρασμό να μελετήσεις τη Θάτσερ και την ταινία με τη Meryl Streep ώστε να βρεις το δικό σου ειρμό ή βασίστηκες στο ένστικτο και το σκηνοθέτη σου;
Καθόλου. Στο συγκεκριμένο έργο δεν υποδύομαι τη Μάργκαρετ Θάτσερ. Ο ρόλος είναι απλώς εμπνευσμένος απ’ αυτήν. Θα μπορούσε εν δυνάμει να είναι ο οποιοσδήποτε πολιτικός. Οπότε δε χρειάστηκε να μπω στη διαδικασία της μελέτης της προσωπικότητάς της. Ακολούθησα το δικό μου ένστικτο και τις οδηγίες του σκηνοθέτη μου φυσικά.
Μέσω τις σάτιρας μπορεί κάποιος να αναφερθεί στα κακώς κείμενα και να «σφάζει με το γάντι». Πώς κρατήσατε σκηνοθετικά τις ισορροπίες και πώς εσύ κατάφερες να μην είσαι επιδερμική στην απόδοση του ρόλου σου;
Φυσικά και μέσω της σάτιρας επιτρέπεται να σφάζει κανείς με το γάντι. Αυτός είναι και ο ρόλος της εξάλλου. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση, ο συγγραφέας του έργου Μιχάλης Παπαδόπουλος, έβαλε κατά τη γνώμη μου σωστές αναλογίες τόσο από πολιτική όσο και από σάτιρα. Την ίδια γραμμή ακολούθησε και ο σκηνοθέτης της παράστασης Αλέξανδρος Λιακόπουλος, και το ίδιο έκανα κι εγώ με τη σειρά μου. Προσπάθησα να κρατήσω ισορροπία μεταξύ των αυστηρών στοιχείων του έργου και των κωμικών για να μην κουραστεί σε καμία περίπτωση ο θεατής. Και νομίζω ότι εκεί έγκειται και η επιτυχία της παράστασης αυτής.

Οι περισσότερες κρητικές που έπεσαν στην αντίληψή μου είναι πολύ θετικές για το άτομό σου και την εν λόγω παράσταση. Πόσο σκληρά έχεις δουλέψει μέσα σου και τι διεργασίες έχεις κάνει ως ηθοποιός για να παίζεις τόσο καλά διαφορετικούς ρόλους γεμάτους πρόκληση; 
Καταρχάς τους ευχαριστώ όλους για τις πολύ καλές κριτικές που γράψανε για την παράσταση μας αλλά και για το άτομό μου συγκεκριμένα. Προσωπικά κάθε φορά που αναλαμβάνω έναν καινούργιο ρόλο, γίνομαι αυτός ο χαρακτήρας στο βαθμό που μπορώ. Ειδικά όσον αφορά στο διάστημα της μελέτης μου "είμαι" αυτός ο άνθρωπος και προσπαθώ να διατηρώ όσο περισσότερο γίνεται την ψυχοσύνθεση τη δική του. Έτσι πλησιάζω τον κάθε χαρακτήρα στο μεγαλύτερο ποσοστό του, και μετά προσθέτω αν χρειαστεί κάποια χαρακτηριστικά που διαθέτω εγώ ως άνθρωπος και ως ηθοποιός.

«Η πολιτική δεν είναι παιχνίδι, είναι αρένα», λέει η Μ. στην παράσταση “Η Σιδηρά Πρωθυπουργός” στην οποία πρωταγωνιστείς. Εκτιμάς πως οι εμπλεκόμενοι με την πολιτική έχουν αν θέλουν τη δυνατότητα (και δεν είναι πολιτικοί καριέρας) να γλυτώσουν από το «λάκκο με τα φίδια»;
Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν ενεργοί πολιτικοί σήμερα που δεν είναι "καριέρας". Αλλά και να υπήρχαν, κανείς τους δε μπορεί να γλιτώσει από το συγκεκριμένο λάκκο. Το σύστημα είναι τόσο καλά στημένο που αν κάποιος πολιτικός δεν είναι διατεθειμένος να μπει σ’ αυτό το λάκκο και να παίξει εκεί μέσα τα βρώμικα παιχνίδια της πολιτικής, έρχεται σίγουρα η στιγμή που θα τον πετάξει έξω είτε το θέλει είτε όχι.

Οι πολιτικοί επιλέγουν τη λάσπη και το διχασμό για να καλύψουν τις πομπές τους, τη διαφθορά και τον κυνισμό που τους διακατέχει. Αν για μια ημέρα έπαιζες το ρόλο σου μέσα στη Βουλή τι θα έλεγες στους πολιτικούς μας; 
Τίποτα. Δε νομίζω ότι οι πολιτικοί διαθέτουν αυτιά. Και να είχαν κάποτε, σίγουρα τα έχασαν κάπου στη διαδρομή της καριέρας τους.

Η Θάτσερ είχε πει το εξής: «εάν δίνεις προσοχή στην κοινή γνώμη και στα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων, τότε δεν κυβερνάς, αλλά υπακούς». Πιστεύεις πως πρέπει απερίσπαστος ένας πρωθυπουργός να ακολουθεί το πλάνο του ή να αφουγκράζεται και να δίνει βάση στο κοινό αίσθημα;
Πιστεύω πως ένας σωστός πολιτικός, αν υπάρχει κάποιος που να ανήκει στο είδος αυτό, θα πρέπει να εστιάζει στο δικό του πλάνο, για να μπορούν να έχουν κάποια στιγμή αποτέλεσμα τα σχέδιά του, χωρίς όμως να παραμελεί τελείως και την κοινή γνώμη.
Πιστεύεις πως οι Έλληνες μπροστά στον κίνδυνο ενώνονται ανεξάρτητα από ιδεολογικές ή και πολιτικές διαφορές; 
Σίγουρα ο Έλληνας ενώνεται μπροστά στον όποιο πιθανό κίνδυνο. Όπως ίσως όλοι οι λαοί. Το κακό με τους Έλληνες όμως είναι ότι αφού φύγει ο κίνδυνος, αρχίζουν να "μαχαιρώνονται" μεταξύ τους. Κι αυτό είναι κάτι που δεν άλλαξε μέσα στα χρόνια και δε μας αφήνει να πάμε μπροστά σαν χώρα.

Τι σημαίνει για σένα επιτυχία; Αναγνώριση, λεφτά ή ελευθερία να κάνεις πράξη με μεγαλύτερη ευκολία τα «θέλω» σου;
Το τρίτο βέβαια!!! Δεν αναιρώ φυσικά την αξία των χρημάτων η της αναγνώρισης. Αλλά και των δυο την έλλειψη μπορώ να τη διαχειριστώ πολύ εύκολα. Αυτό που δε μπορώ να αντέξω είναι να μην είμαι ελεύθερη να ασχοληθώ στη ζωή μου με τα όποια πράγματα με κάνουν ευτυχισμένη. Δεν είναι τυχαίο που οι άνθρωποι που με γνωρίζουν καλά με φωνάζουν "τουρίστα της ζωής ". Γιατί ξέρουν ότι πάντα μέσα στα χρόνια επέλεγα να κάνω ό,τι ήταν αυτό που μου έδινε χαρά. Και τις περισσότερες φορές βέβαια με μεγάλο κόστος.

Ποια είναι τα δυνατά σου χαρτιά ως άνθρωπος και ποια αγωνίζεσαι ακόμη να διορθώσεις;

Στα θετικά μου στοιχεία θα βάλω την προσαρμοστικότητα που έχω σε διάφορες καταστάσεις και την αντοχή μου σε παντός τύπου κακουχίες. Επίσης είμαι άτομο με μεγάλη ακεραιότητα που μπορεί κανείς να εμπιστευτεί εύκολα και να στηριχτεί επάνω του.

Αυτό που προσπαθώ να δουλέψω, και δεν το καταφέρνω προς το παρόν είναι να μπορώ ευκολότερα να πω "όχι".Γιατί στην προσπάθειά μου να μην ενοχλήσω ή να μη στεναχωρήσω κάποιον, καταλήγω να πληγώνω εμένα. Ένα άλλο μεγάλο μου ελάττωμα είναι η αναβλητικότητα που με διακατέχει όταν πρέπει να πάρω μια σημαντική απόφαση. Τέλος αρκετά προβλήματα μου δημιουργεί τόσο στα επαγγελματική μου ζωή όσο και στην κοινωνική, η τελειομανία που έχω για όλα. Είναι ένα χαρακτηριστικό μου που ταλαιπωρεί χρόνια εμένα αλλά κι όσους βρίσκονται γύρω μου.

Ποια είναι τα μυστικά που έχεις ως γυναίκα για να διατηρείσαι όμορφη, αδύνατη και λαμπερή;

Η λάμψη ενός ανθρώπου με το δικό μου χαρακτήρα βγαίνει όταν στη ζωή του ασχολείται με πράγματα που αγαπάει. Κι αυτό είναι κάτι που το έχω καταφέρει σε μεγάλο βαθμό.

Για να παραμείνω αδύνατη τώρα, είναι μια μάχη που δίνω καθημερινά για περίπου 25 χρόνια. Προσέχω σε τρομερά αυστηρό βαθμό τη διατροφή μου και κάνω ό,τι μπορώ για να κρατάω το σώμα μου σε φόρμα.

Όσον αφορά στο επίθετο "όμορφη" , νομίζω ότι είναι κάτι εντελώς υποκειμενικό και θα πρέπει άλλοι να μιλήσουν γι΄ αυτό κι όχι εγώ.

Ο χαρακτήρας του κάθε ανθρώπου αποκαλύπτεται όταν κατέχει δύναμη κι εξουσία. Υπήρξε στην πορεία της ζωής σου άνθρωπος που σ’ απογοήτευσε κι έπεσε από το βάθρο που τον είχες τοποθετήσει;
Υπήρξε, ναι. Αλλά αυτό είναι ένα γεγονός για το οποίο κατηγορώ τον ίδιο μου τον εαυτό, που έβαλε αρχικά αυτόν τον άνθρωπο σε βάθρο και σε εξέχουσα θέση. Δε θα μπορούσα λοιπόν ποτέ να κατηγορήσω κάποιον για κάτι που έφταιγα αποκλειστικά εγώ.

Υπάρχουν σχέδια για το μέλλον που θα ήθελες να ανακοινώσουμε;
Συζητάω πολλά πράγματα εν όψει καλοκαιριού, αλλά το μόνο που μπορεί να ανακοινωθεί ακόμα είναι μια performance με τίτλο "Τρωάδες, anima captus" που θα συμμετέχω, η όποια θα λάβει χώρα στο Μουσείο Μπενάκη στις 3-4-5-6 Μαΐου. Και συνεχίζω φυσικά ακόμα κάθε Τετάρτη να εμφανίζομαι στο «Μαγεμένο Αυλό» στο Παγκράτι, σ’ ένα πρόγραμμα γεμάτο από αγαπημένες μουσικές του παρελθόντος.

Wednesday, February 14, 2018

Κατερίνα Γιατζόγλου, Συνέντευξη

Η Φράνσις ρωτά τη μητέρα της 
Κατερίνα Γιατζόγλου 
όσα δεν είχε τολμήσει ποτέ να ρωτήσει μέχρι τώρα
 Θυμάμαι το πιο άβολο πράγμα για μένα ήταν να μιλάω για τη μητέρα μου σε συνεντεύξεις. Και ακόμα και σήμερα έτσι νιώθω. Οταν μου πρότειναν, όμως,  να κάνω αυτή τη συνέντευξη, αν και στην αρχή ένιωσα έναν δισταγμό, ένα παράξενο συναίσθημα ασφάλειας με κυρίευσε. Ισως, επειδή θα την έκανα εγώ αυτή την συνέντευξη.
Ποτέ δεν περίμενα ότι θα έρθει η στιγμή που θα πάρω εγώ συνέντευξη από τη μητέρα μου. Κάτι ξέρουν κάποιοι που λένε «ποτέ μην λες ποτέ».
Να, λοιπόν, που η ζωή τελικά κρύβει πολλές εκπλήξεις...ευχάριστες εκπλήξεις. Μπορώ να πω ότι περιέργως ένιωσα πολύ όμορφα κάνοντας κάτι τέτοιο και όσο περνούσε η ώρα τόσο περισσότερο ξαφνιαζόμουν με τον εαυτό μου και με το όμορφο συναίσθημα που με πλημμύριζε. 
Και για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, το αποτέλεσμα ξεπέρασε τις προσδοκίες μου. Δεν περίμενα ποτέ ότι μέσα από αυτή τη συνέντευξη θα πάρω τόσο πολλά πράγματα. 
Θέλω να πω ότι το πιο όμορφο από όλα είναι πως αυτή η συνέντευξη λειτούργησε με έναν τρόπο ψυχοθεραπευτικά. Οι απαντήσεις της μητέρας μου με έκαναν να σκεφτώ πολλά και σε κάποιες, μάλιστα, βρήκα τον εαυτό μου να κολλάει, γιατί παρόλο που γνωρίζω ότι σε πολλά πράγματα είμαστε αντίθετοι χαρακτήρες, σε κάποια την θαυμάζω πολύ. 
Στον ανατρεπτικό και προοδευτικό τρόπο που σκέφτεται και στο πόσο θετική είναι σαν άνθρωπος.
Οι απαντήσεις της μου έδωσαν τροφή για πολλή σκέψη...
*Στη συνέντευξη δεν έχουν γίνει διορθώσεις, γιατί αυτό επιθυμούσε η Κατερίνα. 
Πώς νιώθεις που έχω μια κόρη;
Τέλεια, γιατί είναι σαν να είναι και δική μου κόρη αφού με φωνάζει «Μάλα». Είναι το ενδιάμεσο. Κανένα πρόβλημα.
Μέσα σε αυτά τα σχεδόν 8 χρόνια αισθάνθηκες ποτέ φόβο ότι μεγαλώνεις λόγω της Ελένας;
Οχι, καθόλου και γι’ αυτό μιλάω ελεύθερα σε ό,τι με ρωτάνε που έχει να κάνει με την Ελένα. Οχι, καθόλου, γιατί βασικά δεν μεγάλωσα. Είναι πολύ απλό. Και πιο πολύ, επειδή όταν εσύ δεν είσαι μπροστά το διασκεδάζουμε με την Ελένα, αυτό. Αυτό το περίεργο της σχέσης... Για παράδειγμα, όταν βγαίνουμε έξω, δεν ξέρω αν σ'το έχει πει, με φωνάζει μέσα στον κόσμο «μαμά» και της λέω «όχι,μαμά, γιατί μου κάνεις χαλάστρες». Και γελάμε. «Αφού νομίζουν ότι είσαι η μαμά μου. Τι να λέω εγώ;» μου απαντά και ξαναγελάμε. Εχει μια συνωμοσία αυτό.. και μου αρέσει πολύ.
Μία από τις μεγαλύτερες μας αντιθέσεις είναι ότι εσύ βλέπεις τα πράγματα θετικά, ενώ εγώ όχι. Τελικά γεννιόμαστε με τον χαρακτήρα μας;
Γεννιόμαστε μόνο με ένα πράγμα. Έχεις έρθει σε ομιλίες μου και το έχεις ακούσει αυτό. Και δεν το έχω πει εγώ, αλλά ο Φρόιντ. Όταν γεννιόμαστε η μόνη αποσκευή που έχουμε είναι ο φόβος. Οπότε όλα τα άλλα είναι επίκτητα και είναι θέμα πόσο δουλεύεις τον χαρακτήρα σου. Γιατί ένας χαρακτήρας δεν μένει μέσα στον χρόνο ο ίδιος. «Ο,τι δεν μεταλλάσσεται, πεθαίνει» είχα γράψει στο προηγούμενο μου βιβλίο και το ξέρεις πολύ καλά ότι το πιστεύω. Θέλω να πω ότι ούτε και γω έβλεπα τα πράγματα θετικά. Για πάρα πολλά χρόνια. Αλλα όπως έχει πει και ο Αϊνστάιν η ευφυΐα ενός ανθρώπου κρίνεται σε συνάρτηση με την ικανότητα να αλλάξει τον εαυτό του. Όταν το διάβασα αυτό πριν χρόνια και επειδή πάντα, ξέρεις πολύ καλά, ότι το δουλεύω το θέμα της αυτογνωσίας, μου έκανε τεράστιο κλικ. Το είδα και λίγο εγωιστικά και σου μιλάω ειλικρινά. Είπα, «Καλά, τι σόι έξυπνη είσαι αν δεν μπορείς να αλλάξεις τον εαυτό σου προς το καλύτερο;».
Και ήταν ένα από τα πολλά κίνητρα που είχα για να αλλάξω, γιατί βρίσκω συνέχεια καινούργια κίνητρα για να αλλάζω. Αυτό το έκανα και το έχω αφήσει πίσω. Από τότε έχω βρει άλλα και καθημερινά βρίσκω άλλα μικρά ή μεγάλα κίνητρα για να μπορώ να γίνομαι καλύτερος άνθρωπος. Το ότι βλέπω τα πράγματα θετικά είναι θέμα καθημερινής πειθαρχίας και δουλειάς με τον εαυτό μου. Αυτό ισχύει για όλους τους ανθρώπους. Είδες που σου λέω πολύ συχνά «δες το αλλιώς». Στη ζωή, δεν είναι τι βλέπεις, αλλά πώς το βλέπεις. Αυτό. 
 Πώς γίνεται να μην πιστεύεις στον γάμο και να έχεις παντρευτεί δύο φορές;
Ελα ντε (γέλια). Το έχω σκεφτεί και εγώ πολλές φορές και...δεν έχω ελαφρυντικά, να στο πω έτσι. Τώρα, αν είναι δικαιολογία ότι ο πρώτος μου γάμος έγινε όταν ήμουν ούτε 18 ετών, ίσως μου δίνει ένα ψιλό...απαλλακτικό. Ήμουν ουσιαστικά ένα μεγάλο παιδί. Και ο δεύτερος γάμος έγινε από συγκυρίες, κακές θα έλεγα κιόλας. Αυτό, τίποτα άλλο. Δεν είχα ούτε το άλλοθι ότι ήταν ένας μεγάλος έρωτας. Δεν έχω ούτε αυτό. Συμβαίνουν, όμως, αυτά νομίζω. Δεν νομίζω ότι όλοι οι άνθρωποι που παντρεύονται πιστεύουν στον γάμο. Νομίζω καμιά φορά παντρεύεσαι χωρίς να συνειδητοποιείς τι πρόκειται να κάνεις και τι σε περιμένει. Και μετά, όταν βλέπεις τι σε περιμένει...εντάξει, αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Πώς το εξηγείς ότι σου αρέσουν τόσο πολύ τα βιβλία και έχεις γράψει ήδη τέσσερα, και ‘γω με το ζόρι θα διαβάσω ένα το καλοκαίρι;
Εντάξει, όταν ήσουν πιο μικρή θυμάσαι που σου έλεγα να διαβάζεις βιβλία. Έκανα κάτι προσπάθειες, σου έπαιρνα βιβλία, αλλά δεν λέει κάτι αυτό. Μπορεί να αρχίσεις να διαβάζεις μετά από δύο ή πέντε χρόνια. Εγώ ξεκίνησα να διαβάζω βιβλία από 7 χρονών. Θυμάμαι στα 13 μου διάβαζα την Δοκιμασία του Πνεύματος του Αιμίλιου Χουρμούζιου που ήταν μια επιστημονική διατριβή. Και μάλιστα την είχα μάθει απέξω και την έγραφα στον πίνακα στα διαλείμματα για να την διαβάζουν τα παιδιά και να μπορούν και καλά να προχωράνε το μυαλό τους. Δεν το λες και λογικό αυτό για ένα παιδί 13 ετών. Θέλω να σου πω με αυτό ότι δεν εξηγούνται όλα με νόμους και κανόνες. Δεν διαβάζεις βιβλία, αλλά διαβάζεις άλλα πράγματα. Διαβάζεις έρευνες και πολλά άρθρα στο ίντερνετ που εγώ δεν τα διαβάζω. Και εντυπωσιάζομαι. Αυτό είναι μία γνώση. Δεν θέλω τώρα να σε δικαιολογήσω επειδή κάνουμε τη συνέντευξη και μην διανοηθείς να αλλάξεις τίποτα από όσα σου λέω γιατί θα την δω, αλλά δεν είναι ότι διαβάζεις στο διαδίκτυο τι έκανε η Σάρα, η Μάρα και η κουκουνάρα. Διαβάζεις έρευνες, άρθρα σοβαρά, ψυχολογικές καταστάσεις ανθρώπων και αυτό είναι γνώση. Το διαδίκτυο αυτή την στιγμή έχει αντικαταστήσει σε αρκετά μεγάλο βαθμό το κομμάτι του διαβάσματος των βιβλίων. Η πηγή ενός άρθρου στο διαδίκτυο είναι το βιβλίο. Οπότε είναι σαν να διαβάζεις βιβλία. Η πηγή πάντα θα είναι τα βιβλία. Αν δεις μέσα στο διαδίκτυο, όλοι χρησιμοποιούν ρήσεις και αποσπάσματα από βιβλία. Η γνώση εκεί είναι, στα βιβλία.  
Θυμάμαι τα χρόνια που πήγαινα Λύκειο να είμαι σε μια μόνιμη δίαιτα, να είμαι γεματούλα και να τρώω στήθος κοτόπουλο. Μετάνιωσες ποτέ που με πίεζες τόσο πολύ να αδυνατίσω;
Οχι, δεν μετάνιωσα γιατί μην ξεχνάς ότι εμείς οι δύο μεγαλώσαμε παράλληλα. Οταν γεννήθηκες, ήμουν ένα παιδί που προσπαθούσε να κάνει τη μαμά σε ένα παιδί. Αυτό είναι ένα θεματάκι. Μέσα από εσένα έμαθα και εγώ. Θυμάμαι μια μέρα, ένα καλοκαίρι, είχα βαρεθεί να κάνω συνέχεια τη δασκάλα του τύπου τι θα φας, πώς θα το φας κτλ. Θυμάμαι ήσουν στο Λονδίνο και σπούδαζες και σου είπα και το εννοούσα «Να σου πω κάτι; Εμένα μου αρέσεις έτσι. Ισως να μην είναι το σκαρί σου να είσαι αδύνατη και πολύ skinny. Έτσι μου αρέσεις πιο πολύ. Το έχω σκεφτεί». Και επειδή το εννοούσα και το κατάλαβες ότι έτσι ήταν, από εκείνη την ημέρα άρχισες και έχανες κιλά. Ηταν εντυπωσιακό αυτό. Από την ημέρα που εγώ σε αποδέχτηκα ότι «οκ, δεν έγινε και κάτι που έχεις 7-8 κιλά παραπάνω. Μια χαρά είσαι. Που όντως ήσουν μια χαρά», άρχισες να αδυνατίζεις. Θυμάμαι ήσουν έγκυος και δεν είχες βάλει κιλά. Ηταν εντυπωσιακό. Γέννησες και ήταν σαν να μην είχες γεννήσει. Αυτό ήταν ένα ακόμα μαθημα, γιατί ολα τα πράγματα στη ζωή είναι μαθήματα.
Ειμαι η μοναχοκόρη της οικογένειας. Αν ένα από τα αδέλφια μου παντρευτεί μια γυναίκα που δεν σου αρέσει, πώς θα αντιδράσεις; Θα είσαι καλή πεθερά;
Τωρα που το λες εγώ δεν το είχα σκεφτεί ότι είσαι η μοναχοκόρη της οικογένειας. (Γέλια). Τα λες έτσι σοβαρά και τρελαίνομαι γιατί ξέρεις ότι εγώ με αυτά έχω μια απόσταση. Εννοείται ότι θα είμαι γιατί ενώ εσύ το ξέρεις, ο κόσμος δεν το ξέρει ότι εγώ δεν πολυ-ανακατεύομαι. Έως... δεν ανακατεύομαι καθόλου. Άλλο αν θα με ρωτήσεις και θα σου δώσω τη γνώμη μου ή μια κατεύθυνση ή να το συζητήσουμε και μέσα από τη συζήτηση να βγάλεις τα δικά σου συμπεράσματα. Είμαι bossy πολύ στη δουλειά μου, αλλά δεν είμαι bossy στις μεταξύ μας σχέσεις. Γιατί η ελευθερία για μένα είναι το απόλυτο συστατικό για τις καλές σχέσεις. Η ελευθερία το να δίνεις στον άλλον την ελευθερία της επιλογής. 
 Λατρεύεις την κηπουρική και το αίθριο που έχεις στο σπίτι σου. Γιατί τα καλοκαίρια που λείπεις με βάζεις και ποτίζω τα λουλούδια και δεν αγοράζεις ένα αυτόματο ποτιστικό;
(Γέλια). Καταρχάς πρέπει να ξέρεις ότι η κηπουρική, και όχι μόνο στο αίθριο, μου αρέσει γιατί είναι ψυχοθεραπευτική. Είναι η ψυχοθεραπεία μου, γι' αυτό όταν κάνω κηπουρική έχω το κινητό μου κλειστό. Είναι η μόνη περίπτωση να έχω κλειστό το τηλέφωνο μου, γιατί ούτε στον ύπνο μου δεν το κλείνω. Κηπουρική και μουσική είναι για μένα η απόλυτη ψυχοθεραπεία. Γενικά ό,τι έχει να κάνει με τη γη και τη συγκέντρωση που έχεις την ώρα του κλαδέματος. Γι' αυτό, λοιπόν, τον λόγο δεν έχω βάλει αυτόματο πότισμα γιατί πάντα έχω μια ελπίδα ότι θα ασχοληθείς λίγο με τη κηπουρική η οποία θα σου κάνει πολύ καλό. Είσαι πιο τσίτα απ’ ότι πρέπει και πάντα έχω μια ελπίδα ότι κάποιο λουλούδι θα σου αρέσει και θα χαλαρώσεις. Η κηπουρική είναι πολύ μεγάλη ψυχοθεραπεία και δεν το λέω μόνο εγώ. Εγώ το ξεκίνησα χωρίς να ξέρω ότι ήταν έτσι, αλλά μετά το διάβασα σε ένα βιβλίο ψυχανάλυσης και έλεγε ότι το να ασχολείσαι με τη γη είναι πολύ χαλαρωτικό. Γι΄ αυτό όσοι ασχολούνται με αγροτικές δουλειές έχουν διπλάσια ηρεμία από τους υπόλοιπους.
Εμένα και τον αδελφό μου μας άφηνες πολύ χώρο και μια μεγάλη ελευθερία κινήσεων. Θυμάμαι πηγαίναμε το πρωί με τα πόδια στο Δημοτικό σε μια αρκετά μεγάλη απόσταση. Αλήθεια, δεν φοβόσουν;
Οχι, και δεν το μετανιώνω και καθόλου. Και πάλι αν γινόταν ξανά, έτσι θα το έκανα και μου κάνει εντύπωση που σου έχει μείνει. Είναι ένα παράδειγμα που το φέρνω εγώ σε φίλους μου σε σχέση με το να μαθαίνεις τα παιδιά σου να είναι αυτάρκη και να πατάνε στα πόδια τους. Αναφέρω πάντα αυτό το παράδειγμα. Ο τρόπος που σας μεγάλωσα ήταν για να γίνετε αυτό που είστε. Το είχα οραματιστεί το πώς θέλω να είστε γενικά. Να είστε ανεξάρτητοι, δυνατοί, με πολύ καλή γείωση, με πολύ μεγάλη αυτοεκτίμηση..όλα αυτά θέλουν ελευθερία και ανεξαρτησία. Όταν έχεις από το χέρι κάποιον συνέχεια, το αποτέλεσμα είναι να είναι κολλημένος όπως έλεγαν παλιά κάτω από το φόρεμα σου. Είτε είναι αγόρι είτε είναι κορίτσι. Ετσι μεγαλώνει ένα παιδί που γίνεται ενήλικας και είναι εξαρτημένος συναισθηματικά, και όχι μόνο, από σένα. Είναι κάτι που ξέρεις πολύ καλά ότι είναι έξω από το δικό μου τρόπο σκέψης. Εγω θέλω οι άνθρωποι να είναι πολύ ελεύθεροι και δυνατοί, αγωνιστές. Όλα αυτά έρχονται μόνο όταν είσαι ελεύθερος και παλεύεις για αυτό. Να μην υποχωρείς, να είσαι πεισματάρης, να κάνεις focus. Έχω την νοοτροπία του πρωταθλητή. Έτσι έχω μεγαλώσει από μικρή, έτσι ζω σε όλη την πορεία μου και ήθελα αυτό να σας το περάσω. Νομίζω ότι πήγε μια χαρά όλο αυτό.
 Αν κοιτάξεις τον χρόνο πίσω, τι είναι αυτό που σου έχει λείψει περισσότερο από τις καλές στιγμές;
Δεν κοιτάω ποτέ πίσω. Στο τελευταίο μου βιβλίο «Η τέχνη της χαράς» έχω γράψει ότι όταν προχωράς και κοιτάς πίσω, πέφτεις. Οπότε δεν κοιτάζω ποτέ πίσω ούτε για τα καλά, ούτε για τα κακά. Εξάλλου είμαι παιδί του αύριο. Δηλαδή με απασχολεί τόσο πολύ το αύριο και το τώρα, να περνάω καλά στο σήμερα, γιατί είναι μεγάλο μου μέλημα να περνάω καλά τις στιγμές. Κάθε μέρα την γιορτάζω κανονικά. Ακόμα και στο γραφείο με όλο αυτό το χάος που συμβαίνει, ακόμα και εκεί κοιτάζω να το ευχαριστιέμαι. Πάντα με ενδιαφέρει το αύριο και μόνο εκεί κοιτάζω. Τι θα κάνω, ποιο καινούργιο πρότζεκτ, τι θα κατεβάσει το μυαλό μου, ποιο βιβλίο θα ξεκινήσω γιατί πάντα έχω δύο βιβλία στο μυαλό μου και είμαι σε ένα δίλημμα ποιο θα ξεκινήσω να γράφω. Δεν ασχολούμαι ποτέ με το παρελθόν.
Πρόσφατα είχες τα γενέθλιά σου. Γιατί δεν σου αρέσει να γιορτάζεις τα γενέθλιά σου, ενώ στην ονομαστική σου γιορτή πάντα οργανώνεις κάτι;
Αυτό να θυμηθούμε να ρωτήσουμε κάποιον φίλο ψυχίατρο. (Γέλια). Δεν ξέρω, αλλά από μικρή δεν μου άρεσαν ποτέ τα γενέθλια. Για να σου δώσω να καταλάβεις η γιαγιά σου είχε αποπειραθεί να κάνουμε γενέθλια στα τρία μου μέχρι τα πέντε μου. Μετά σταμάτησε γιατί είδε ότι δεν έχει καμία τύχη. Την τελευταία φορά στα γενέθλια μου, στα 5 μου, είχα φάει όλη την τούρτα και όταν ήρθαν όλα τα παιδάκια δεν είχαμε τούρτα. Είχα κρύψει όλα τα τσιπς. Ήταν ένας έμμεσος τρόπος ότι δεν ήθελα να γιορτάζω τα γενέθλια μου. Γκρίνιαζα πάντα και εκεί κάπου στα 5-6 μου ήταν τα τελευταία κεράκια που έσβησα. Εχω αυτή την ασπρόμαυρη φωτογραφία. Δεν ξέρω γιατί..τι να σου πω. 
 Φωτογραφία: Πάνος Μάλλιαρης-Bovary

Γιατί έχεις μια εμμονή με τις ορχιδέες και έχεις γεμίσει την κουζίνα σου; Αυτό πώς προέκυψε ξαφνικά; Δεν θυμάμαι να τις αγαπούσες τόσο πολύ παλιά
Έχω εμμονές γενικά. Είμαι εμμονικό άτομο. Αλήθειες λέμε τώρα. Μου φεύγουν, όμως, μετά. Αν θυμάσαι καλά είχα μια εμμονή παλιά με τις ορτανσίες. Και αυτό πήγε καμιά πενταετία. Πιο πριν είχα με τις φτέρες. Τώρα έχω και με τις ορχιδέες. Τώρα αυτό είναι δυο χρόνια, δεν ξέρω γιατί. Η Βάλια Πετρίδη νομίζω τα έχει δει όλα με την εμμονή μου στις ορχιδέες.
Εγώ και ο αδελφός μου είμαστε ανεξάρτητοι από πολύ νωρίς. Νιώθεις σαν να ζεις μια δεύτερη ζωή;
Εσύ και ο Τόμι βασικά με δικαιώσατε σε πάρα πολλά πράγματα. Με δικαιώσατε στον τρόπο που σας μεγάλωσα. Δεν ήταν ο κλασικός μαμαδίστικος τύπος, ήταν ένας ιδιαίτερος τρόπος. Είμαι πολύ περήφανη και για τους δυο σας, αλλά και για το καλό αποτέλεσμα που είχε ο ανεξάρτητος τρόπος που σας μεγάλωσα. Όσο για τη δεύτερη ζωή που λες, εξαρτάται πώς το βλέπεις. Εγώ δεν πιστεύω ότι είναι δεύτερη ζωή γιατί ξέρεις πολύ καλά ότι δεν άφησα τη ζωή μου πίσω. Δεν είναι ο χαρακτήρας μου έτσι. Δεν άφησα δηλαδή κάτι πίσω εξαιτίας σας. Τίποτα δεν άφησα. Για ποια δεύτερη ζωή μιλας; Καμία δεύτερη ζωή. Και όταν ήμασταν όλοι μαζί πάλι ζούσα τη ζωή μου κανονικά. Δεν θυσίασα ποτέ κάτι από τη δική μου ζωή. Ο,τι έκανα ήταν με πάρα πολύ μεγάλη επίγνωση.. Οπότε όχι, δεν θα το έλεγα ότι είναι δεύτερη ζωή. Είναι η κανονική ζωή που είχα και πριν.
Πες μου ένα ελάττωμα σου που έχεις βελτιώσει και ένα προτέρημά σου που μετατράπηκε σε ελάττωμα.
Θα έλεγα ότι πλέον βλέπω όλα τα πράγματα πολύ θετικά. Και από το μαύρο πήγα στα πολύ φωτεινά χρώματα, όπως είναι το γαλάζιο και το λευκό για να το πω λίγο μεταφορικά. Αυτό το πράγμα είναι κυρίαρχο και πρωταρχικό. Να βλέπεις τα πράγματα θετικά. Όσο για το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Μόνο εσύ θα μπορούσες να σκεφτείς κάτι τέτοιο. Ένα προτέρημα πώς μπορεί να γίνει ελάττωμα; Δεν ξέρω. Ξέρεις εσύ;
Ο αυθορμητισμός σου ίσως; Ότι παίρνεις ρίσκα;
Θα πάρω το δεύτερο, γιατί μου άρεσε πιο πολύ. (Γέλια). Αλλά και αυτό είναι 50-50. Ναι, είμαι του ρίσκου, αλλά έχω κερδίσει και πολλά πράγματα από τα ρίσκα μου. Οπότε θα έχεις χάσει κιόλας, δεν γίνεται μόνο να κερδίζεις. Βέβαια, τώρα τελευταία το έχω λίγο περιορίσει αυτό. Σίγουρα, όμως ,κάποια στιγμή της ζωής μου να έγινε ελάττωμα. Σε αυτό συμφωνώ. 
Πηγή: www.bovary.gr
Κατερίνα Γιατζόγλου
Facebook