Sunday, April 13, 2014

Με το φακό των λέξεων

Της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου
 

Τα εβδομήντα της χρόνια βαρυγκομούσαν σαν τα υποχρέωνε να ανέβουν τις σκάλες, να πλύνουν τα χράμια και τις κουρτίνες, να βάψουν τους τοίχους για το Πάσχα που κοντοζύγωνε. Μα έκανε πως δεν άκουγε τον καημό τους και συνέχιζε πεισματικά το πήγαινε έλα, με την ανάλαφρη διάθεση που χαρίζει στις αισθήσεις μια ευτυχής αναμονή.

Θα ΄χε φέτος μαζί της το γιο της, τη νύμφη και την εγγόνα της. Θα΄μπαινε ένα παιδικό γέλιο στην αυλή της, θα΄σμιγε με τον βασιλικό, θα ΄παιρνε μυρωδιές και ο ουρανός της και δε θα έσταζε πια μοναξιά. Γι΄αυτό ξανάγινε κοπελούδα και ρίχτηκε στο νοικοκύρεμα, προσμένοντας μιαν άνοιξη που είχε καιρό να ζήσει. Είχε κάνει ήδη το κουμάντο της για τα κουλούρια που αγαπούσε η εγγονή της, για τα κόκκινα αυγά που θα έβαφαν μαζί, για τα λουλούδια που θα έπαιρναν χέρι, χέρι στην εκκλησία για τον Επιτάφιο.

Απλές, ωραίες στιγμές, από εκείνες που μαζεύει η ζωή και τις κάνει πανάκριβο γιορντάνι στην κοσμηματοθήκη με τις μνήμες. Μέτρησε ένα ένα και τα ευρώ από τη σύνταξη κι έκανε τους υπολογισμούς της. Για όλους πήρε κάτι. Μικρό αλλά με πανάκριβη αγάπη. Μια κούκλα για τη μικρή, ένα σάλι για τη νύμφη της, ένα κατάλευκο πουκάμισο για το γιο της, ίδιο με γαμπριάτικο. Τα άπλωσε στο μεγάλο κρεβάτι και όλο κι έβρισκε αφορμή μες στις δουλειές της να περάσει από εκεί και να τα καμαρώσει.

Και σαν ήρθε η πολυπόθητη μέρα, Κυριακή των Βαΐων, να ανοίξει αγκάλη και καρδιά και να χώσει μέσα τα παιδιά της, σηκώθηκε αξημέρωτα, έβαλε το φαί στο φούρνο, πότισε τα λουλούδια για να ελευθερώνουν φρέσκιες τις ανάσες τους σαν φιλιά επάνω στα πρόσωπα τα αγαπημένα κι ύστερα κάθισε αντίκρυ στην μεγάλη πόρτα της αυλής και περίμενε τρεις ήλιους να μπουν και να της λιώσουνε τη λύπη.

Πρώτη η εγγόνα χώθηκε μες στο χαμόγελό της, ύστερα η νύμφη της, με μια χαρά που έμοιαζε πιότερο με πίκρα και τελευταίος ο γιος της, βαρύς σαν μολύβι, κάθισε απέναντί της και κεφάλι δε σήκωνε. Βάλθηκε η νύμφη της να κόβει τα χόρτα για τη σαλάτα, κελάηδησε χαρούμενα κι η εγγόνα για την κούκλα και πήγε ως τη μεγάλη βεράντα για να παίξει. Και τότε έπιασε το κεφάλι του γιου, το έχωσε στα δυο της μάτια, ήπιε στάλα, στάλα όλη την καταιγίδα που έβρεχαν τα λόγια του.

Άνεργος τους τελευταίους πέντε μήνες και δεν της το είχε ομολογήσει. Στο σπίτι είχαν σφίξει πολύ τα πράγματα, δυσκολευόταν ακόμα και για τα απαραίτητα. Και προοπτική καμιά για καλυτέρευση, όσες πόρτες και να είχε χτυπήσει. Πώς μπορεί να ζήσει άνεργος και άπρακτος ένας νέος στα τριάντα πέντε, με γυναίκα, παιδί και απόγνωση; Ύστερα την κοίταξε ξανά με μια αστραπή απόφασης στο βλέμμα.

Θα έσκυβε ξανά πάνω από τη γη τους, είπε, όπως τότε, πριν από τις σπουδές του. Ναι, θα κοίταζε τα δέντρα τους, το μικρό περιβόλι. Θα γινόταν κι ο ίδιος ρίζα βαθιά στη θέλησή του, θα άπλωνε στέρεη φυλλωσιά πάνω από την οικογένειά του και θα ζούσε με το πείσμα ενός Γολγοθά που έχει διέξοδο μόνο την Ανάσταση.

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

No comments: