Thursday, September 4, 2014

Η γιαγιά μου η μάγισσα

Γράφει η Πηνελόπη Γιόσα
Αυτό το κείμενο είναι αφιερωμένο στις γιαγιάδες όλου του κόσμου.

Στις γυναίκες εκείνες που μας μεγάλωσαν όταν οι γονείς μας δούλευαν μέρα και νύχτα για το μεροκάματο. Σ' αυτές που μας έκαναν τηγανιτές πατάτες κι αυγά ομελέτα ακόμα και τις περασμένες ώρες της νύχτας, φορώντας το νυχτικό και τα πασούμια τους, αγουροξυπνημένες απ' τον βαθύ ύπνο, μα πάντα με το χαμόγελο στα χείλη, μονάχα για να ευχαριστήσουν τα εγγονάκια τους.

Σ' αυτές που μας αγόραζαν γαριδάκια και γλυκά, όταν οι γονείς το απαγόρευαν. Που μας γλίτωναν από την τιμωρία του μπαμπά και της μαμάς όταν κάναμε σκανταλιές. Που μας δικαιολογούσαν πάντοτε για την όποια άσχημη συμπεριφορά που μπορεί να είχαμε και που δεν μας χαλούσανε χατίρι ποτέ, ακόμα και τώρα που μεγαλώσαμε. Σ' αυτές που μας έδιναν χαρτζιλίκι, ενώ ενδεχομένως, να μην είχαν χρήματα για να περάσουν τον υπόλοιπο μήνα και που το μόνο αντάλλαγμα που ζητούσανε από εμάς, ήταν ένα τρυφερό φιλί στο ταλαιπωρημένο τους προσωπάκι.

Θα σας μιλήσω για γιαγιάδες, θα σας μιλήσω για ήρωες. Για γυναίκες που είναι στυλοβάτες των οικογενειών τους. Οι γιαγιάδες είναι οι Παναγίες της κάθε ελληνικής οικογένειας. Είναι οι άνθρωποι της απόλυτης προσφοράς και της μηδαμινής απαίτησης. Πλένουν, σκουπίζουν, μαγειρεύουν, ανατρέφουν τα εγγόνια κι όλα αυτά για να βοηθήσουν το γιο ή την κόρη τους. Για να ξαλαφρώσουν κάπως το βαρύ φορτίο των παιδιών τους, που γι' αυτές παραμένουν πάντοτε τα μικρά τους βλαστάρια που μπήκαν από νωρίς στα βάσανα και που δεν ξέρουν τίποτε απ' τη σκληράδα της ζωής.

Πώς να μην δακρύζω όταν θυμούμαι τα γεμάτα γλυκιά ενοχή βλέμματά τους, όταν ζητούσαν από εμάς τους νέους μια αγκαλιά και ένα φιλί στο γερασμένο τους μάγουλο; Ένοχα γιατί θαρρούσαν πως τα γηρατειά τους είναι ντροπή κι ασχήμια, ένας μπελάς για τα παιδιά και τα εγγόνια.

«Μη με φιλάς, εγώ είμαι γριά, εσύ είσαι ένα λουλούδι!» άκουγα τη γιαγιά μου να λέει και να ξαναλέει κάθε που πήγαινα να τη φιλήσω ή να την αγκαλιάσω. Κι όμως, της άρεσε να δέχεται τη θαλπωρή μου, να νιώθει τη ζεστή μου ανάσα πάνω στο κέρινο μέτωπό της, να σφίγγει τη δυνατή μου παλάμη μέσα στη φούχτα της, νιώθοντας την ψευδαίσθηση ότι παίρνει λίγο από το σφρίγος της νιότης και την αλκή των είκοσι χρόνων.

Μα αλήθεια, σάμπως και το διπλωμένο χαρτονόμισμα που λαθραία περνούνε στα χέρια των παιδιών δεν κρύβει μέσα του κι αυτό τη λαχτάρα της αποδοχής από τους νεότερους; να τις φιλήσουμε, να τις αγκαλιάσουμε, να τις αγαπήσουμε λιγάκι παραπάνω; Μια αθώα εξαγορά για πρόσκαιρη νιότη κι αιώνια αγάπη που νιώθαμε για εκείνες ούτως ή άλλως, με ή χωρίς τον οβολό στο χέρι.

Πώς πέρασαν τα χρόνια; Η γυναίκα που κάποτε σε πήγαινε βόλτα στην παιδική χαρά της γειτονιάς σου, φορώντας τις παντόφλες και τα πλεχτά της σοσόνια, τώρα πια λαχανιάζει για να ανέβει τα δυο σκαλιά στην αυλή του σπιτιού.

Σε γραπώνει από το μπράτσο σφιχτά, για να μην πέσει και σε βλέπει σαν σωτήρα της. Ζηλεύει όταν βγαίνεις έξω με φίλους, όχι γιατί αυτή δεν μπορεί, αλλά γιατί σε θέλει συνεχώς δίπλα της, κοντά της, να αισθάνεται την παρουσία σου στο χώρο, να μη φοβάται μήπως πεθάνει μόνη της και να σου λέει τον καφέ, έχοντάς σε, να κρέμεσαι απ' τα χείλη της, για να μάθεις τα μελλούμενα. Μα κι αυτή με τη σειρά της για να μάθει τα τωρινά σου και τα περασμένα σου. Γιατί μη νομίζεις, κόλπο είναι ο καφές, αφορμή για να της πεις τι σε απασχολεί και τι συμβαίνει στη ζωή σου.


Όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσο άσπρα κι αν γίνουν τα μαλλιά σου απ' της ζωής το πέρας και της πείρας το σκληρό χαράτσι, πάλι και για πάντα θα θυμάσαι τη γιαγιά σου. Κουβαλάς τη σκέψη της σαν φυλαχτό μες στην καρδιά σου κι η τόση αγάπη που σου είχε δεν χάθηκε, μα παραμένει φύλακας άγγελος για να σε προστατεύει σε κάθε παραστράτημα και δυσκολία της ζωής.
Πηνελόπη Γιώσα 

*Ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από το ομώνυμο παιδικό βιβλίο της κ. Ελένης Τσιάλτα, εκδόσεις Πατάκη.

Tuesday, September 2, 2014

Κάποια πράγματα στη ζωή μας...

Γράφει η Μέριλ Στριπ:

«Δεν έχω υπομονή για κάποια πράγματα, όχι επειδή είμαι αλαζονική, αλλά επειδή έχω φτάσει σε ένα σημείο της ζωής μου όπου δεν μπορώ να χάνω χρόνο με ότι με δυσαρεστεί, ή με πληγώνει. Δεν έχω υπομονή για τον κυνισμό, για την υπερβολική κριτική και τις απαιτήσεις οποιασδήποτε φύσης.

Δεν έχω πια τη διάθεση να αρέσω σε όσους δεν αρέσω, να αγαπάω αυτούς που δεν με αγαπάνε και να χαμογελάω σε αυτούς που δεν μου χαμογελάνε. Δεν μπορώ να χαλαλίσω ούτε λεπτό σε αυτούς που λένε ψέματα, ή θέλουν να με χειραγωγήσουν.

Αποφάσισα ότι δεν θέλω να συνυπάρχω με οποιονδήποτε προσποιείται, υποκρίνεται, είναι ανειλικρινής ή με κολακεύει. Δεν μπορώ να ανεχθώ ούτε την επιλεκτική γνώση, ούτε την ακαδημαϊκή αλαζονεία. Δεν με ενδιαφέρει ούτε το κουτσομπολιό.

Αντιπαθώ τις αντιπαραθέσεις και τις συγκρίσεις. Πιστεύω στον κόσμο των αντιθέτων και γι αυτό αποφεύγω ανθρώπους με δύσκαμπτες και άτεγκτες προσωπικότητες. Στη φιλία απεχθάνομαι την έλλειψη αφοσίωσης και την προδοσία. Δεν τα πάω καλά με όσους δεν ξέρουν να πουν μια καλή κουβέντα, ή μια λέξη ενθάρρυνσης. Βαριέμαι τις υπερβολές και δεν μπορώ να αποδεχθώ αυτούς που δεν αγαπάνε τα ζώα.

Και πάνω από όλα δεν έχω υπομονή για όποιον δεν αξίζει την υπομονή μου».
Μέριλ Στριπ

"I do not have patience for some things, not because I have to become arrogant, but simply because I reached a point in my life where I do not want to waste more time with that displeases me or hurt. I have no patience for cynicism, reviews excess and demands of any nature. 

Reset the will to please who does not like, to love who does not love me and smile for those who do not want to smile. no longer dedicate a minute who lies or want to manipulate. decided not live more with the pretense, hypocrisy, dishonesty and cheap praise. 

I fail to tolerate selective scholarship and academic arrogance. I do not adjust more with the neighborhood or gossips. not stand conflict and comparisons. I believe in a world of opposites and therefore avoid people rigid and inflexible character in friendship. I dislike the lack of loyalty and betrayal. well I do not get anything you do not know who to praise or encourage. exaggerations bored and I have difficulty accepting who do not like animals. 

And on top of everything and I have no patience for anyone who does not deserve my patience "
Meryl Streep

Monday, September 1, 2014

Βράβευση των μαθητών με τα καλύτερα «Πορτφόλιο» από το Πανεπιστήμιο Frederick

Διαγωνισμό με θέμα «Πορτφόλιο»

Το Τμήμα Καλών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Πανεπιστημίου Frederick, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Μέσης Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, διοργάνωσαν διαγωνισμό με θέμα «Πορτφόλιο». Ο διαγωνισμός αυτός είχε ως στόχο την επισήμανση της σημαντικότητα και της αξίας της δημιουργίας ενός «Πορτφόλιο» στους κλάδους των καλών και εφαρμοσμένων τεχνών. Η Διεύθυνση Μέσης Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης αγκάλιασε την ιδέα αυτή της δημιουργίας του «Πορτφόλιο» και εισήγαγε στα αναλυτικά της προγράμματα το μάθημα για προετοιμασία πορτφόλιο σε μαθητές των δημιουργικών κλάδων. Ο διαγωνισμός αυτός θα καθιερωθεί ως ετήσιος θεσμός και κάθε χρόνο τα καλύτερα πορτφόλιο θα βραβεύονται από το Τμήμα Καλών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Πανεπιστημίου Frederick.


Τέσσερεις ήταν φέτος οι μαθητές πήραν υποτροφίες για το καλύτερο πορτφόλιο στις Γραφικές Τέχνες και στο Σχεδιασμό Εσωτερικών Χώρων. Οι βραβευμένοι μαθητές είναι: 

- Πετρακκίδης Κύπρος, Α΄ Τεχνική Σχολή Λεμεσού, υποτροφία για σπουδές στο BA in Graphic & Advertising Design

- Λαδά Μερόπη, Τεχνική Σχολή Μακάριος Γ΄, Λευκωσία, υποτροφία για σπουδές στο BA in Graphic & Advertising Design

- Δήμητρα Μενδώνη, Τεχνική Σχολή Αγ. Λαζάρου, υποτροφία για σπουδές στο BA in Interior Design

- Στέφανη Σιανή, Λύκειο Λατσιών, υποτροφία για σπουδές στο BA in Interior Design

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

Διακοπές τέλος, καλοκαίρι τέλος, χαλάρωση τέρμα και… τέρμα τα γκάζια για τα συνήθη, για τα ρουτινιάρικα. Τ΄είχες Γιάννη, τ΄είχα πάντα, σκέφτηκε και κλότσησε με δύναμη το μικρό άσπρο βότσαλο που έτυχε να βρεθεί στο πέρασμά του. ΄Επνιξε μια μικρή κραυγή πόνου- τι το΄θελε το κλότσημα ξυπόλυτος στις πέτρες του γιαλού-και κατέβασε με βουλιμία το περιεχόμενο από το τενεκεδάκι μπίρας μέχρι που ένιωσε νε εισπνέει αέρα παρά υγρό. Τρεις μέρες όλες κι όλες στο εξοχικό ενός φίλου, διακοπές… πολυτελείας δηλαδή. Και μέχρι να τις σκεφτείς και να τις προγραμματίσεις αυτές τις μέρες είχαν κιόλας γίνει φτερά στον άνεμο κι άντε να τις μαζέψεις! 

Μα είναι νόμος φαίνεται στο σύμπαν, τα ωραία, τα βολικά, τα θαυμάσια να τελειώνουνε νωρίς προτού γίνουν λιγότερο ωραία, λιγότερο βολικά, λιγότερο θαυμάσια, στο γρανάζι κι αυτά της συνήθειας και του δεδομένου. Από αύριο , λοιπόν, τα κεφάλια μέσα, οι αντοχές μέσα , τα όνειρα… ακόμα πιο μέσα, σαν πολύτιμη ψύχα σπάνιου καρπού. Αποφάσισε να αναβάλει για λίγο ακόμα το πακετάρισμα, βάλθηκε να περπατά κατά μήκος της παραλίας προσπαθώντας να κατευνάσει όσο γινότανε την πίκρα της αναχώρησης. 

Κάθισε ύστερα σταυροπόδι στην άμμο και άφησε ένα μικρό κυματάκι να έρχεται και να του χαϊδεύει κάθε τόσο την πατούσα. Και λες και τούτο το κύμα απέκτησε φωνή κι έγινε μάνα γλυκιά και τον νανούρισε κι είδε στο όνειρό του και στο ξύπνιο του αντάμα όλο τον κόσμο που αφέθηκε στα λιγότερα, στα μικρότερα, στα πενιχρά. Κι είδε τη θάλασσα από γαλάζια να γίνεται αίμα για όλους τους άμαχους και όλους τους αθώους που θυσιάζονται κάθε μέρα σαν αμνοί σε ανίερους βωμούς αντιπαλότητας και συμφερόντων. 

Και τη γη είδε, με τις μάνες να περιφέρονται γύρω από τον πόνο , να περιστρέφονται γύρω από μιαν ελπίδα. Κι ανθρώπους είδε να ψάχνουν στα σκουπίδια για ένα υπόλοιπο επιβίωσης. Και στις γωνιές των δρόμων ετοιμόρροποι άστεγοι να΄χουν για στέγη εν τέλει έναν γκρίζο ουρανό και για παράθυρο μονάχα το θολό τους βλέμμα. Και μουσικοί πλανόδιοι με κιθάρες , βιολιά και ακορντεόν σε πλατείες , σε δρόμους, σε σταθμούς να βγάζουνε τις νότες και την καλλιτεχνική τους περηφάνια σε επαιτεία γιατί είναι σκληρές οι μέρες και άγριες οι νύχτες. 

Και παιδιά είδε να κοιμούνται με ανοικτά τα μάτια γιατί είναι γεμάτο εφιάλτες το σκοτάδι και το πρωί σαν έρχεται δεν φέρνει ήλιο πια, μόνο νεκρούς. Κι ύστερα μια ακόμα αυλαία από το θέατρο του παραλόγου τραβήχτηκε κι είδε γη ερημική, δέντρα στεγνά από δροσιά κι ανθρώπους να μετράνε τα στερνά αποθέματα αντοχής τους καθώς η ανέχεια και η δίψα θερίζουν και ο κόσμος χάνεται πεινασμένος για ψωμί και ελπίδα. Κι ύστερα…. λες και το κύμα πνίγηκε και σώπασε κι ο τελευταίος περίπατος του ήλιου μες στη μέρα τού ανακίνησε τα βλέφαρα και ξύπνησε. 

Γύρω του η γαλήνη της θάλασσας συνομιλούσε ακόμα με μια μικρή γεύση από παράδεισο. «Ευχαριστώ σε, Κύριε», μουρμούρισε , πήρε βαθιά ανάσα κι ανάλαφρος βάλθηκε να συμμαζεύει τις αναμνήσεις απ΄το γαλάζιο, καθάριο καλοκαίρι του. 
Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου