Thursday, August 15, 2013

Με το φακό των λέξεων

Γράφει η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου
Βγαίνει και πάλι απ’ το σπίτι, με την παλιά εκείνη τριμμένη τσάντα σαν πετραχήλι να κρέμεται στο στήθος . Την κρατά  σφιχτά πάνω στον κόρφο της, κειμήλιο λογάριασε, μιας άλλης εποχής. Της την είχε χαρίσει  ο άντρας της σε ένα ταξίδι τους στην Αλεξάνδρεια. Από τότε αχώριστη έγινε με τον ώμο της. Και τώρα δυο φορές περισσότερο. Γιατί η τσάντα ετούτη χωράει πια όλα τα όνειρα κι όλους τους φόβους της.  Έχει στοιβάξει  εκεί μέσα  ένα χρυσό σταυρό, ένα βραχιόλι με μαργαριτάρια, δυο διαμαντένια σκουλαρίκια , το πρώτο δαχτυλίδι που της χάρισε ο συγχωρεμένος κι όλες τις οικονομίες της.  Χίλια πεντακόσια εξήντα ευρώ όλα κι όλα. Η μικρή της περιουσία.

Και με φόβο και πάθος κατηφορίζει στο πεζοδρόμιο. Δύσκολοι καιροί. Ποτέ δεν πίστευε πως θα ξαναζούσε τέτοια στέρηση.  Λιγοστά και σήμερα τα ψώνια. Ίσα να γεμίσουνε τη μοναξιά της. Ούτε άντρας ούτε παιδί  ζεσταίνουν τη σκέψη της . Μια νύχτα μόνο μέσα της για όλα όσα δε γεύτηκε. Μα είναι πια πολύ αργά για μετάνοιες. Σκύβει στα καφάσια, ψάχνει για τις πιο σφιχτές ντομάτες, τα φτηνότερα μήλα.

Πληρώνει με το τρέμουλο των εβδομήντα οχτώ της χρόνων να καταδυναστεύει τα δάχτυλά της. Κι ύστερα παίρνει το δρόμο του γυρισμού. Στρίβει στη γωνία, αφαιρείται για λίγο από το παιχνίδι του ήλιου επάνω στις πλάκες. Και  τότε νιώθει το τράνταγμα στον ώμο, το τράβηγμα του γερασμένου δέρματός της κάτω από τη βίαιη επίθεση στην τσάντα της.

«Όχι», φωνάζει και αυθόρμητα αφήνει τα καλούδια  να κατρακυλήσουν στο πεζοδρόμιο. Πασκίζει, κρατιέται γερά από τη μοναδική προίκα που της απέμεινε. Κι είναι λες και η ηλικία της ξεχάστηκε κι έμεινε εκεί, μπροστά στην άδικη επίθεση, μια κοπελούδα με πείσμα και γινάτι. Τα χάνει ο επίδοξος ληστής. Τόση δύναμη σε ένα σώμα που τ΄αρνιέται λίγο, λίγο η ζωή!

«Αν πεινάς,  πάρε τις ντομάτες και τα μήλα», ακούει έκπληκτος το θύμα του να λέει. «Όχι, όμως, τις θύμησες. Ποτέ τις αναμνήσεις». Κι ο ψίθυρος του φόβου της γίνεται απότομα κραυγή. Τα χάνει εκείνος,  νιώθει μια περίεργη ταραχή να φτερουγίζει μέσα του. Όπως  τότε που τον μάλωνε  η γιαγιά του, σαν  ρήμαζε  κρυφά το πορτοφόλι της κι έτρεχε  για παγωτό.  Κοιτάει ξανά το θύμα του. Τα μάτια της γεμάτα πίκρα.  Γύρω τους λιωμένες  ντομάτες, χυμένα μήλα, σαν τη ζωή του που χρόνια τώρα χύνεται στον υπόνομο.

Δεν αντέχει το εδώλιο της ματιάς της. Αμολιέται σε μια πάροδο.  Κάπου στη γωνία σταματά, ακουμπά την πλάτη του στον τοίχο. Ο ήλιος παίζει ακόμα με τις  πλάκες του πεζοδρομίου και χτυπά για άλλη μια φορά τις μικρές, αδιόρατες ευαισθησίες του.

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Με το φακό των λέξεων

Γράφει η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου
Είναι που όλα έμοιαζαν σεισμόπληκτα μέσα στη ζωή του: Όνειρα, σχέδια, προοπτικές. Στη δουλειά του είχε ήδη δεχτεί δυο φορές μείωση μισθού. Για το καλό της εταιρείας, του είπαν, για να μην αναγκαστεί  να κλείσει και βρεθούν ύστερα όλοι στο δρόμο. Κι ήτανε να απορεί κανείς πώς ένας οικοδομικός κολοσσός , που είχε αναλάβει πολλά και σημαντικά έργα στον τόπο και το εξωτερικό τα τελευταία είκοσι πέντε με τριάντα χρόνια, δήλωνε τώρα αδυναμία να δώσει ένα μισθό των χιλίων πεντακοσίων  ευρώ στους υπαλλήλους του. Ήδη τρεις είχαν απολυθεί με τη δικαιολογία της οικονομικής περισυλλογής στις πρωτοφανείς συνθήκες που βίωνε ο τόπος. Και οι δύο που απέμειναν στο Τμήμα  ένιωθαν να επικρέμεται η απειλή ως δαμόκλειος σπάθη επάνω απ΄το κεφάλι τους.

Μα εκ φύσεως αισιόδοξο άτομο, δεν άφηνε να τον πλακώσει η μιζέρια και η απογοήτευση. Μέχρι  που τον κάλεσε στο γραφείο του ο Γενικός.  Καθισμένος στην πολυτελή, δερμάτινη πολυθρόνα του, ντυμένος με το πανάκριβο κοστούμι του, είχε φορέσει ήδη μία προσποιητή θλίψη στο κάτω χείλος, που όλο του ξέφευγε και γινόταν ψυχρή αδιαφορία.  Λίγα  τα λόγια του, κοφτά, του δώσανε το μήνυμα. Ως εδώ ήτανε και μη παρέκει. Οι δουλειές περιορίζονταν, βγαίνανε και δε βγαίνανε, ήτανε μάλλον ο επόμενος στη λίστα. Κι αυτό το μάλλον το κράτησε τυλιγμένο σε μια κόλλα προοπτικής μπας και τα πράγματα αλλάζανε κατά τρόπο θαυμαστό εντός του μηνός. Αλλιώς θα έπαιρνε μια στοιχειώδη αποζημίωση, βρε αδερφέ, να κοιτάξει το μέλλον του.

Το μέλλον του! Σαν χαστούκι του΄κατσε τούτη η φράση στο κουράγιο του και το λύγισε. Τι ξημέρωνε πια για εκείνον; Κόντευε τα πενήντα, χήρος με  ένα γιο φαντάρο. Τι θα μπορούσε να περιμένει σε ένα κόσμο που οι ευκαιρίες φεύγανε πια σαν πουλιά αποδημητικά, χωρίς να υπόσχονται επιστροφή τους  κάποια άνοιξη!

Περπάτησε πολύ,  μονάχος μες στο πλήθος, μικρός μες στη μεγάλη φουρτούνα που τον έδερνε. Ύστερα μπήκε στο αυτοκίνητο, έκλεισε τη σκέψη, άνοιξε την καρδιά  κι άφησε τα χέρια του στο τιμόνι να τον οδηγήσουν όπου εκείνα ήθελαν.  Ξαφνιάστηκε όταν  είδε πως μια ώρα μετά βρισκόταν έξω από το μοναστήρι της Μεγαλόχαρης. Κατέβηκε σαν υπνωτισμένος, έσυρε τα βήματά του μέχρι την αυλή με τις μεγάλες μπουκαμβίλιες, τις γλάστρες με τα γεράνια δεξιά κι αριστερά. Μια απόκοσμη θαλπωρή τον τύλιξε. Λες και όλα όσα τον κυνηγούσαν κλείστηκαν ξαφνικά απ΄έξω κι άλλο δεν έμεινε παρά μόνο η γαλήνη  που προσέδιδε τούτη  η επαφή με το Θείο.
 

Μπήκε στην εκκλησία, άναψε το κερί του κι άφησε τη φλόγα του, μικρή στην αρχή, πιο δυνατή στη συνέχεια, να πυρπολήσει ξανά το πείσμα , το θάρρος, την αγάπη του  για τη ζωή.

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Με το φακό των λέξεων

Γράφει η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου
Πέντε παιδιά. Το ένα μετά το άλλο. Λες και μοίραζε κάθε χρόνο ευλογία ο Θεός. Στα δεκαπέντε ο μεγάλος, κλείνει τον άλλο μήνα τα δέκα η μικρή.  Το σπίτι τους μικρό, τρία υπνοδωμάτια όλα κι όλα , μεγάλωσε με μάστορα κι αρχιτέκτονα την αγάπη για να χωρέσει την ανάγκη τους. Ξυπνούσε κάθε πρωί με ένα « Δόξα Σοι ο Θεός”, έπινε τον πρώτο καφέ της μέρας με τη γυναίκα του, καλημέριζε ένα, ένα τα παιδιά του κι ύστερα έτρεχε για το μεροκάματο.

Καλός μάστορας  στα υδραυλικά, δούλευε με συνέταιρο, από Πάφο μέχρι Δερύνεια, έτρεχε όπου κι αν τον φωνάζανε. Πέντε παιδιά ήταν αυτά, πέντε ελπίδες. Ήδη ο μεγάλος τέλειωνε το Γυμνάσιο, θα΄μπαινε του χρόνου στο Λύκειο. Άριστος μαθητής, ονειρευότανε σπουδές στην Ιατρική.   Ποιος ήταν αυτός που θα του στερούσε το όνειρο;  Στο κατόπιν η κόρη του με την αγάπη της για το βιολί. Μεγάλο ταλέντο, του’ παν στα ωδεία. Κρίμα να μη συνέχιζε στο εξωτερικό.  Και δούλευε ασταμάτητα, αγόγγυστα, να περνά η οικογένεια, να βάζει και κάτι τις στην άκρη για τη συνέχεια.

Μα κάποια μέρα αρχίσανε οι δουλειές να λιγοστεύουν.  Στην αρχή ανεπαίσθητα, στη συνέχεια ήρθε και φούντωσε η έλλειψη.  Και μαζί φούντωσε κι η ανησυχία του.  Είπε να αποκρύψει από όλους το γεγονός μπας και τα πράγματα γινόντουσαν καλύτερα, μα το κατήφορο δε σταμάταγε κι η σκέψη του δεν ηρεμούσε. Πήρε κάποια βραδιά  παράμερα τη γυναίκα του. Λίγα λόγια της είπε, πολλά κατάλαβε εκείνη.  Κι απόμεινε  να τον κοιτάζει πρώτα με έκπληξη, μετά με απορία, θυμό που καταλάγιαζε σιγά, σιγά σε πίκρα. Και τώρα τι;

Αρχίσανε λίγο, λίγο οι περικοπές. Μα εφτά στόματα είναι αυτά. Δε γεμίζει εύκολα το τραπέζι. Κάτι ψυλλιαστήκανε τα τρία μεγαλύτερα παιδιά, αρχίσανε τις ερωτήσεις, ψάξανε με αγωνία οι  γονείς για τις απαντήσεις μα δύσκολα τους βγήκανε. Κανένα επιτήδειο ψέμα δεν μπορεί να κρύψει μια τρομακτική αλήθεια.  Η ανέχεια τους χτυπούσε δυνατά  την πόρτα.  

Λέξη δεν είπαν τα παιδιά, μα ήτανε η σιωπή τους πιο εκκωφαντική  από όλες τις κραυγές  του κόσμου. Ο μεγάλος πήγε και βρήκε τη μάνα του το βράδυ, κάθισε δίπλα της, την αγκάλιασε σφιχτά κι απόμειναν οι δυο τους  να κοιτάνε ένα χλωμό, λειψό φεγγάρι, που έβγαινε στον ουρανό σαν μοίρα από άδικο.  Τους είδε ο κύρης, συγκράτησε ένα δάκρυ επίμονο στην άκρη των ματιών, σκούπισε όσο μπορούσε πιο θαρρετά την απελπισία, έβαλε την ντροπή στην άκρη και τ’ αποφάσισε.

Την άλλη μέρα θα έκανε την ανάγκη κουράγιο και θα έστεκε κι αυτός στις ουρές των Κοινωνικών  Παντοπωλείων. Κι αν κουραζόταν, αν απογοητευόταν, θα τον στήριζαν οι έξι καρδιές που χτυπούσανε επίμονα  για χάρη του.

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Wednesday, August 14, 2013

Με το φακό των λέξεων

Γράφει η Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου
Κάθεται αγνάντια στη θάλασσα.  Και αφουγκράζεται τον ερχομό της ως τις άκρες των ποδιών του. Έτσι όπως τότε που ήτανε παιδί και βούλιαζε στο χρυσό όνειρο της Αμμοχώστου. Τότε μιλούσε με τη θάλασσα μια άλλη γλώσσα, παιδική. Της έλεγε για τα όνειρά του κι εκείνη άκουγε ήρεμη σαν λάδι τα φτερουγίσματα των λόγων του. Κάποτε απαντούσε με ένα παφλασμό μικρού κύματος, έτσι καθώς έσκαγε επάνω στην ψιλή την άμμο. Και τότε του φαινόταν πως το αποτύπωμά του έγραφε  λέξεις σαν πανιά, έτοιμα να τον ταξιδέψουν σε όσα ονειρευόταν.

Μετά, λες και γύρευε ένα βάφτισμα για κάθε  καινούρια αρχή του, ορμούσε μέσα στο νερό, φωνάζοντας με ενθουσιασμό για όλα τα θαύματα που του έταζε χαμογελώντας το μέλλον.

Αυτά τότε, στα δέκα του χρόνια, με δυο μάτια ήλιους, με δυο μάγουλα σαν ώριμα κεράσια, με χέρια λευκά σαν κρίνοι που προσμένανε να ανοίξουνε στο φως. Τώρα κάπου στα πενήντα , με τα μάτια του σβησμένοι φάροι πια , μάγουλα σκαμμένα από το διάβα ανελέητου χρόνου,  χέρια που ζυμώσανε την έλλειψη, άλλη γλώσσα μιλά με τούτη τη θάλασσα του Νότου. Κι άμα έρχεται ο Αύγουστος με τις μνήμες που κρατάνε πρόκες και καρφώνουν  την ψυχή του ανάποδα, το κύμα της γίνεται οργή που βράζει, ο ρυθμός της σφαγμένο παιδικό τραγούδι, το αποτύπωμά της στην άμμο ένα παιχνίδι που δεν τέλειωσε, ένα δέντρο που δεν κάρπισε, ένας ουρανός που δεν ξαστέρωσε.

Παίρνει ένα βότσαλο, το κρατάει μηχανικά στο χέρι, το ζυγιάζει. Μετά κοιτάει κατά τον ορίζοντα. Υψώνει το χέρι, σημαδεύει το Άπειρο, ίσως μέσα σ΄αυτό πετύχει και το περιορισμένο που του επέβαλαν τα όπλα και η βία. Σημαδεύει ξανά και ξανά, ματώνει,  όμως, μονάχα  τις μνήμες.  Και τότε λες και βγαίνει από το βυθό μια ξεχασμένη γοργόνα. Τον κοιτάζει χωρίς να μιλά , περιμένει το ξέσπασμά του. «Ζει ο Βασιλιάς που κρύβω μέσα μου;» τη ρωτά. «Ζει και βασιλεύει», του απαντά εκείνη, σείοντας τα μακριά μαλλιά της κατά το Βορρά. «Μην κοιτάς που κάποτε κουράζεται μες στη μεγάλη πορεία. Μη λογαριάζεις πως κοιμάται κάτω από άλλο δέντρο, πως ξεδιψά σε άλλη πηγή. Ένα ταξίδι είναι μόνο με εισιτήριο επιστροφής.  Μη χάνεσαι, μην ξεχνιέσαι.  Ζήσε  και περίμενε».

Αυτά του λέει κάθε φορά η γοργόνα και χάνεται πάλι στην άβυσσο του νου του. Κάποια στιγμή νιώθει τον ήλιο να βάφεται με όλα τα χρώματα της αποχώρησης. Ακόμα μια νύχτα πολιορκεί τη δική του. Λέει να μην ενδώσει.

Να κρατηθεί από μια πανσέληνο λαμπερή, καλοκαιρινή, όμοια με πορτοκάλι βαρωσιώτικου περιβολιού. Και τότε, θες από θαύμα θες από θέληση, τα ροζιασμένα χέρια του γίνονται πάλι κρίνοι λευκοί, έτοιμοι να γεννήσουν τον Σωτήρα της Γης του.

Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου