Monday, January 19, 2015

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

Αύριο έκλεινε τα τριάντα. Κι αναπόφευκτα, σ΄αυτά τα πρώτα –άντα, έρχονταν οι απολογισμοί πότε τρυφεροί σαν νοσταλγία πότε αιχμηροί σαν ανολοκλήρωτοι πόθοι. Αύριο λοιπόν έκλεινε τα τριάντα κι άνοιγε μια καινούρια πόρτα στον χρόνο, κερκόπορτα θαρρείς, να μπει εκείνος να αλώσει ορμητικός ένα ένα τα τελευταία στάχυα της νιότης. 

Ασυναίσθητα άφησε το φλιτζάνι με τον καφέ στην άκρη. Μια μελαγχολία φτερούγιζε ήδη σαν νυχτερίδα στο δωμάτιο. Κάποιος χαμήλωνε το φως κι εκείνη ήθελε να του φωνάξει ένα μεγάλο «Όχι», μα όπως συμβαίνει στα εφιαλτικά όνειρα δεν είχε φωνή, κίνηση μόνο σπασμωδική που μεταφέρθηκε στα χέρια της καθώς ανακάτευαν συνεχώς τα μαλλιά, στα πόδια της που κυκλοφόρησαν ασταθή σε όλο το εμβαδόν του δωματίου. 

Σκέφτηκε να τον πάρει τηλέφωνο μήπως και περιμαζέψει μέσα στα λόγια του την τελευταία δόση που χρειαζόταν από αισιοδοξία και συνέχεια. ΄Αργησε να της απαντήσει και όταν τελικά το έκανε, έπιασε αμέσως στον αέρα τη βιασύνη του, ανάκατη με τις φωνές των κοριτσιών σαν φόντο σε παιδικό πάρτι. Ήταν η σειρά του να τις φυλάξει. Η πρώην γυναίκα του είχε μια επαγγελματική υποχρέωση και όχι, σίγουρα δεν ήταν εύκολο να κανονίσει και μια συνάντηση μαζί της, είχε πολλά να κάνει για τα κορίτσια, από διάβασμα μέχρι ψώνια, άσε πια τη μαγειρική και ίσως τα κατάφερναν να βρεθούν για λίγο αύριο, κάπου ανάμεσα στη δουλειά και στο γυμναστήριο. 

Έκλεισε το τηλέφωνο με μια γεύση πικραμύγδαλο στα χείλη . Και τι περίμενε δηλαδή από ένα τέτοιο έρωτα; Στα σαράντα δύο πια εκείνος, εδώ και μήνες σε διάσταση που δεν γινότανε ρήξη οριστική κι εκείνη να πλάθει συνεχώς φαντασιώσεις στη μοναξιά της περιμένοντας το θαύμα του έρωτα να δρασκελίσει το κατώφλι της ζωής της. Ξαφνικά το διαμέρισμά τής φάνηκε ασφυκτικά μικρό. 

Έπεφτε, λες το ταβάνι και της χτυπούσε με δύναμη το κεφάλι απαιτώντας να ελευθερώσει σκέψεις και συναισθήματα. Σαν άνεμος ορμητικός να την έσπρωχνε με όλη του τη δύναμη προς τα έξω, πήρε στα γρήγορα καπέλο και παλτό, έκλεισε πίσω της τις γκρίζες σκέψεις και βγήκε στο χειμερινό τοπίο με ένα μικρό κλειστό τριαντάφυλλο στα σωθικά της να την τσιμπάει με τα μικρά αγκάθια του. 

Ο δρόμος, ολισθηρός, έμοιαζε λες με τη ζωή της. Απαιτούσε προσοχή και σταθερότητα Κάθε της βήμα κι ένας απολογισμός. Ας μην έρχονταν ποτέ αυτά τα γενέθλια με τα τόσα άδεια χρόνια πίσω τους. Μια μουσική τράβηξε την προσοχή της κι αμέσως μετά το βήμα της. Ήταν λες και κάποιος έριχνε σχοινί στον γκρεμό της και φώναζε πως άξιζε ακόμα μια προσπάθεια να διασωθεί. Ένας νέος με μια κιθάρα έπαιζε ένα αγαπημένο της σκοπό στη γωνία. Δίπλα του κάποιος άλλος ξετύλιγε με το βιολί του όλο το νεύρο κι όλο το κέφι της ηλικίας του. 

Κι ο χειμώνας λες και σκορπιζόταν ανίσχυρος μπροστά στις χαρούμενες νότες τους. Χαμογέλασε. 
Ύστερα βάδισε ανάλαφρη σαν αερόστατο που πετάει στη γη το περιττό του βάρος κι ανεβαίνει στον προορισμό του.

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Friday, January 16, 2015

Έκθεση ζωγραφικής του Γιώργου Μιτίδη στη Γκαλερί Γκλόρια

Έκθεση ζωγραφικής του γνωστού σκιτσογράφου Γιώργου Μιτίδη 
στη Γκαλερί Γκλόρια
Ο γνωστός σκιτσογράφος Γιώργος Μιτίδης πραγματοποιεί την πρώτη του ζωγραφική έκθεση που έχει σαν κύριο θέμα τη γυναίκα. Την έκθεση θα εγκαινιάσει η Επίτροπος Διοικήσεως κα Ελίζα Σαββίδου την Τρίτη 20 Ιανουαρίου στις 7.30 μ.μ. 

Ο Γιώργος Μιτίδης γεννήθηκε στον κατεχόμενο Τράχωνα στη Λευκωσία. Από πολύ μικρή ηλικία όπως άλλωστε οι περισσότεροι καλλιτέχνες έδειξε την κλίση του προς την καλλιτεχνία. Μετά τις γυμνασιακές σπουδές πήγε στην Αθήνα όπου σπούδασε Αγγλική φιλολογία. Δούλεψε ως καθηγητής αγγλικών και παράλληλα ασχολήθηκε με την σκιτσογραφία. Δούλεψε σαν σκιτσογράφος σε διάφορες Αθηναϊκές εφημερίδες .Με την επιστροφή του στην Κύπρο δούλεψε σε όλες σχεδόν τις Κυπριακές εφημερίδες και έλαβε μέρος σε διεθνείς εκθέσεις. Πήρε διάκριση στη Διεθνή έκθεση που έγινε στο Ισραήλ (work of excellence) και διεθνές βραβείο στην Διεθνή έκθεση στην Τουρκία με θέμα «Οι κλιματολογικές αλλαγές του πλανήτη». Παράλληλα ασχολείται με την ζωγραφική . Αυτή είναι η πρώτη του έκθεση ζωγραφικής.


Μιλώντας για τη ζωγραφική του ο Γιώργος Μιτίδης αναφέρει: «Πάντα θεωρούσα τη ζωγραφική σαν την τέχνη των τεχνών. Ίσως γιατί η όραση είναι η μεγαλύτερη αίσθηση ίσως γιατί είναι μια διαχρονική τέχνη που έχει μια παγκόσμια γλώσσα και δεν ξεχωρίζει σύνορα και πατρίδες. Γεννήθηκα έχοντας μέσα μου αυτό το μικρόβιο της καλλιτεχνίας. Η αναζήτηση του ωραίου πάντα με συγκινούσε και με συγκινεί. 


Πάντοτε ζωγράφιζα, πήγαινα σε εκθέσεις ,διάβαζα βιβλία για τους μεγάλους καλλιτέχνες. Ακόμα και όταν αναγκάστηκα να διακόψω τη ζωγραφική λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων στράφηκα στη σκιτσογραφία-γελοιογραφία που ήταν πιο απλή και λειτούργησε σαν υποκατάστατο στις καλλιτεχνικές μου ανησυχίες. Εκεί πιστεύω ήταν μια άλλη μορφή τέχνης αλλά ταυτόχρονα τόσο συγγενής με τη ζωγραφική αφού οι βασικοί κανόνες ισχύουν το ίδιο και στις δύο τέχνες. Ανέπτυξα τη γραμμή μου και απέκτησα την αίσθηση του χώρου. Ακόμα και στο χρώμα πιστεύω. Έκανα μια καλλιτεχνική περιήγηση στη σκιτσογραφία και μετά από κάμποσα χρόνια στράφηκα στην πρώτη μου αγάπη, την ζωγραφική. Ανακάλυψα πως η πρώτη αγάπη είναι παντοτινή και δεν ξεχνιέται. Αν έλεγα πως ανακάλυψα την προσωπική γραμμή και το στυλ μου στην σκιτσογραφία δεν θα έλεγα ψέματα. 

Αρχίζοντας να σκιτσάρω απλές γραμμές ελεύθερες γραμμές και αφήνοντας τον εαυτό μου να απελευθερωθεί και να εκφραστεί ελεύθερα. Ζωγράφιζα γυναίκειες φιγούρες και μετά άρχισα να προσθέτω. Όπως ακριβώς στη σκιτσογραφία. Δεν ξέρω που θα με βγάλει αυτή η αναζήτηση αλλά αυτό που ξέρω είναι ότι με συναρπάζει».
Η έκθεση ανοίγει την Τρίτη 20 Ιανουαρίου και θα διαρκέσει μέχρι τις 31 του μήνα.   

Σημάδια για το δρόμο

Παρουσίαση ποιητικής συλλογής Εύας Νεοκλέους
Χρειάστηκε πολύς καιρός για να παρθεί η απόφαση. Από τη μια οι παροτρύνσεις των φίλων, από την άλλη κάτι όνειρα που επέμεναν... Να΄μαστε, λοιπόν, μπροστά στην ποιητική συλλογή Σημάδια για το δρόμο. 
Ο τίτλος της συλλογής είναι από το ποίημα "Όνειρα" που είχα αναρτήσει και παλαιότερα στο ιστολόγιο.
Δείτε εδώ : "Όνειρα" - ποίηση: Εύα Νεοκλέους (Διαβάζει ο Βασίλης Διαμάντης)  

Sunday, January 11, 2015

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

Πόσα σκαλιά μπορεί να ανέβει μια αγάπη; Και να μην αγκομαχήσει! Να μην λαχανιάσει! Αν είναι τα σκαλιά που οδηγούν στον ουρανό και στον επίγειο παράδεισο, το μέτρημα δεν έχει τέλος. Η είδηση ίσως να πέρασε σχεδόν αδιάφορα από τους πολλούς στις στήλες των εφημερίδων. Κάπου, λέει, στη μακρινή Ασία, πριν πενήντα και πλέον χρόνια, ένας δεκαεννιάχρονος ερωτεύτηκε μια γυναίκα δέκα χρόνια μεγαλύτερή του. 

Η κοινωνία, οι θεσμοί, οι προκαταλήψεις θα ήταν σίγουρα τροχοπέδη στην άνθιση αυτού του ηθικά μη αποδεχτού έρωτα. Και τότε αυτός, υπερπηδά κάθε κοινωνική σύμβαση, παίρνει την καλή του και καταφεύγει σε ένα βουνό να ζήσει ελεύθερος τη μαγεία της μοναδικής αυτής αγάπης που του χάρισαν οι Μοίρες. Στην αγαπημένη του δίνει την πιο στιβαρή υπόσχεση, αυτήν που κάθε γυναίκα λαχταρά να ακούσει και κυρίως να πιστέψει. 

Πως θα είναι πάντα δίπλα της, να τη φροντίζει και να την προστατεύει. Κόντρα στις πεποιθήσεις των πολλών, ενάντια σε ένα ρεύμα με σταθερές παραδοχές για την ηλικία του άντρα και της γυναίκας σε μια σχέση, οι δυο τους αφήνονται σε μια συμβίωση για δύο, μακριά από σχόλια, επικρίσεις και κατακρίσεις που θα μπορούσαν να αμαυρώσουν έστω και στο ελάχιστο το δώρο που τους χαρίστηκε από την Αφροδίτη των καιρών.

Κι εκεί , στο βουνό της ηθελημένης απομάκρυνσής τους, στήνουν ένα δικό τους κόσμο, άχραντο κι αμόλυντο σαν ιερό μυστήριο. Εκείνος, δε, για να μπορεί η αγαπημένη του να φτάνει ίσαμε τους πρόποδες του βουνού, αρχίζει να σκαλίζει το καταφύγιό τους, να φτιάχνει σκαλοπάτια , κατασκευαστής μιας ιδιαίτερης σκάλας που ενώνει τη γη που υποχρεώνονται να ζήσουν με τον ουρανό που τους ανεβάζουν τα ιδιαίτερα συναισθήματά τους. Σύνολο έξι χιλιάδες σκαλοπάτια ν΄ ανεβοκατεβαίνει η αγάπη τους και να γυμνάζει την αντοχή της. Ζούνε πλάι πλάι για μισό περίπου αιώνα , όταν εκείνος είναι τελικά ο πρώτος που φεύγει. Κι εκείνη σκέφτεται πως έστω και άθελά του, δεν μπόρεσε να κρατήσει την υπόσχεση που της είχε δώσει. Δεν ήταν δίπλα της μέχρι το δικό της τέλος. 


΄Ηθελε , όμως, τόσο πολύ, να σταματήσει εκείνη το δικό του. Μέρες και νύχτες ξάπλωνε πλάι στο νεκρό κορμί του αγκαλιάζοντάς το σφικτά με όλη τη θέρμη της σπάνιας αγάπης τους, προσδοκώντας ίσως πως η φλόγα της θα επανέφερε στη ζωή τα νεκρά του μέλη και κυρίως την καρδιά του, που ήταν σίγουρη πως ακόμα και στο αιώνιο ταξίδι δεν είχε πάψει, δεν θα μπορούσε να πάψει να χτυπά για χάρη της .

Και μπροστά σε μια τέτοια ζωή απίστευτου έρωτα, μπροστά σε αυτά τα απίθανα σκαλοπάτια πρωτόφαντης αγάπης, ποια κοινωνία, αλήθεια, δικαιούται να στήνει οδοφράγματα ηλικίας, ποια προκατάληψη μπορεί να σταματήσει ή δικαιούται να σταματήσει δυο ψυχές που ενώνονται πέρα από ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεως, με γνώμονα μόνο την ένταση ενός έρωτα; 


Όπως είπε κι ο Αριστοτέλης, ζούμε με συναισθήματα και όχι με τις ώρες στο ηλιακό ρολόι. 
Θα έπρεπε, λοιπόν, να μετράμε τον χρόνο με τους χτύπους της καρδιάς.

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου