Friday, January 9, 2015
«Η ποιητική της ύλης»
Oμαδική έκθεση μικρογλυπτικής στο
Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης ΔΙΑΤΟΠΟΣ
Το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Διάτοπος παρουσιάζει ομαδική έκθεση μικρογλυπτικής με θέμα «Η ποιητική της ύλης». Τα εγκαίνια θα πραγματοποιηθούν την Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015. Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι το Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015.
Μια ιδιαίτερη συνάντηση σημαντικών καλλιτεχνών που στόχο έχει να αναδείξει με ένα ευρηματικό τρόπο πως η ποίηση της δημιουργίας και του ευφάνταστου εικαστικού πειραματισμού βρίσκεται σε κάθε μορφής ύλης που μεταμορφώνεται σε έργο τέχνης μέσα στα χέρια των δημιουργών. Μικρά γλυπτά από διάφορα και διαφορετικά υλικά επιθυμούν την προσοχή του θεατή προσφέροντάς του ένα μοναδικό ταξίδι που ζωντανεύει τις αισθήσεις και τις νοητικές διεργασίες.
Σ’ ένα τεχνολογικά εξαρτημένο κόσμο όπου ο υλισμός αποτελεί πια αξία, η ύλη ο κατ’ εξοχήν διαχρονικός φορέας πολιτισμού, δείχνει και το άλλο της πρόσωπο που βρίσκεται κρυμμένο στα γνωστά- άγνωστα μονοπάτια της ποιητικής, δημιουργικής διάστασης της ανθρώπινης φύσης και ύπαρξης. Αυτή είναι λοιπόν και η προσδοκία της έκθεσης αυτής στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Διάτοπος. Μια απόδραση στον μαγικό χώρο της δημιουργίας προς αναζήτηση μιας άλλης νοητικής κατεύθυνσης που οδηγεί στην ανατροπή του δεδομένου και προσδίδει ποιητική διάσταση στην ύλη.
Στην έκθεση λαμβάνουν μέρος οι: Θεόδουλος Γρηγορίου, Νίκος Κουρούσιης, Μελίτα Κούτα, Κίκο Λανίτης, Λία Λαπίθη, Μαρία Λιανού, Ελέν Μπλακ και Έφη Σπύρου.
Τα εγκαίνια της έκθεσης θα γίνουν τη Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015 στις 8 μμ. Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι και τις 21 Φεβρουαρίου και θα είναι ανοιχτή κατά τις ακόλουθες ώρες: Δευτέρα –Παρασκευή 5.00μμ. – 8.00 μμ. Σάββατο 11.00 πμ. – 1.00 μμ.
Για πρωινές επισκέψεις οι ενδιαφερόμενοι παρακαλούνται να επικοινωνούν προηγουμένως με το τηλέφωνο 22766117.
Στον πρώτο όροφο λειτουργεί έκθεση έργων σε χαμηλές τιμές, καλλιτεχνών που συνεργάζονται με το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Διάτοπος.
Το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης ΔΙΑΤΟΠΟΣ βρίσκεται στην οδό Κρήτης 11, τηλ. 22-766117,email: info@diatopos.com, website: www.diatopos.com
Thursday, January 8, 2015
Εν χορώ
Μαριέλλης Σφακιανάκη-Μανωλίδου
Η Μαριέλλη Σφακιανάκη-Μανωλίδου είναι γνωστή στο χώρο της σοβαρής μουσικής από συνθέσεις της που έχουν παιχτεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει βραβευτεί με το βραβείο "Άγγελος Σικελιανός" για τη μελοποίηση του ποιήματός του "Αναδυομένη". Έχει γράψει δύο όπερες σε δικό της λιμπρέτο και μουσική, πολλά χορωδιακά, έργα θρησκευτικής χορωδιακής μουσικής καθώς έργα για φωνές και ορχήστρα.
Έχει μελοποιήσει τον ποιητικό κύκλο του Νίκου Δήμου "Το βιβλίο των γάτων", που κυκλοφορεί και σε δίσκο. Ιδρυτικό μέλος της χορωδίας της ΕΡΤ και μέλος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών.
Στο χώρο της λογοτεχνίας παρουσιάζεται για πρώτη φορά με το μυθιστόρημα "Απόηχος", που το 1984 βραβεύεται από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών. Ακολουθεί το θεατρικό της έργο "Παιχνίδι με κλειστά χαρτιά". Το 1988 εμφανίζει το χιουμοριστικό φιλοζωικό της αφήγημα "Μην πατάτε τις ουρές", από τις εκδόσεις Οδυσσέας, που έκτοτε ανατυπώνεται σε αλλεπάλληλες εκδόσεις. Το 1996 ακολουθεί το "... Κι άλλες ουρές", ένα ακόμη φιλοζωικό αφήγημα ή μια "αναγκαστική συνέχεια" του "Μην πατάτε τις ουρές". Το 1998 οι εκδόσεις Κέδρος παρουσιάζουν τα μικρα αυτοβιογραφικά της αφηγήματα για τη δεκαετία του πενήντα με τίτλο "Τις Κυριακές φορούσαμε τα καλά μας", που συνεχίζουν να ανατυπώνονται. Το 2000 οι εκδόσεις Κέδρος εκδίδουν τα μικρογραφήματά της "Ιστορίες από χώμα κι ασημόσκονη" και το 2002 το χρονικό αφήγημα "Οι κακούργες".
Τίτλοι βιβλίων
(2014) Εν χορώ, Κέδρος
(2002) Οι κακούργες, Κέδρος
(2002) Σκιές στο δάσος, Οδυσσέας
(2000) Ισορίες από χώμα κι ασημόσκονη, Κέδρος
(1998) Μη πατάτε τις ουρές, Οδυσσέας
(1998) Τις Κυριακές φορούσαμε τα καλά μας, Κέδρος
(1997) Και άλλες ουρές, Οδυσσέας
Στο νέο της βιβλίο η Μαριέλλη Σφακιανάκη-Μανωλίδου ανατρέχει στην ιστορία του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Η συγγραφέας υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Χορωδίας του Τρίτου. Φωτογραφίζοντας με γλαφυρότητα το χορωδιακό πορτρέτο των Αθηνών της δεκαετίας του εξήντα, η αφήγηση ξεκινά από τα πρώτα ερασιτεχνικά σύνολα, όπως τη Χορωδία Αθηνών, τη Xορωδία της Θάλειας Βυζαντίου, του Μιχάλη Βούρτση, του Δήμου Αθηναίων και του Φεστιβάλ Αθηνών, για να φτάσει στα χρόνια του Μάνου Χατζιδάκι με την ίδρυση της επίσημης Χορωδίας του Τρίτου. Η αφήγηση ξεδιπλώνει μερικές από τις κορυφαίες στιγμές της καλλιτεχνικής δημιουργίας στην Ελλάδα, καθώς αυτές διαδραματίζονται μέσα σε αναρίθμητες αντιξοότητες και ευτράπελα στιγμιότυπα.
Η Μαριέλλη Σφακιανάκη-Μανωλίδου είναι γνωστή στο χώρο της σοβαρής μουσικής από συνθέσεις της που έχουν παιχτεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει βραβευτεί με το βραβείο "Άγγελος Σικελιανός" για τη μελοποίηση του ποιήματός του "Αναδυομένη". Έχει γράψει δύο όπερες σε δικό της λιμπρέτο και μουσική, πολλά χορωδιακά, έργα θρησκευτικής χορωδιακής μουσικής καθώς έργα για φωνές και ορχήστρα. Έχει μελοποιήσει τον ποιητικό κύκλο του Νίκου Δήμου "Το βιβλίο των γάτων", που κυκλοφορεί και σε δίσκο. Ιδρυτικό μέλος της χορωδίας της ΕΡΤ και μέλος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών.
Στο χώρο της λογοτεχνίας παρουσιάζεται για πρώτη φορά με το μυθιστόρημα "Απόηχος", που το 1984 βραβεύεται από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών. Ακολουθεί το θεατρικό της έργο "Παιχνίδι με κλειστά χαρτιά". Το 1988 εμφανίζει το χιουμοριστικό φιλοζωικό της αφήγημα "Μην πατάτε τις ουρές", από τις εκδόσεις Οδυσσέας, που έκτοτε ανατυπώνεται σε αλλεπάλληλες εκδόσεις. Το 1996 ακολουθεί το "... Κι άλλες ουρές", ένα ακόμη φιλοζωικό αφήγημα ή μια "αναγκαστική συνέχεια" του "Μην πατάτε τις ουρές". Το 1998 οι εκδόσεις Κέδρος παρουσιάζουν τα μικρα αυτοβιογραφικά της αφηγήματα για τη δεκαετία του πενήντα με τίτλο "Τις Κυριακές φορούσαμε τα καλά μας", που συνεχίζουν να ανατυπώνονται. Το 2000 οι εκδόσεις Κέδρος εκδίδουν τα μικρογραφήματά της "Ιστορίες από χώμα κι ασημόσκονη" και το 2002 το χρονικό αφήγημα "Οι κακούργες".
Τίτλοι βιβλίων
(2014) Εν χορώ, Κέδρος
(2002) Οι κακούργες, Κέδρος
(2002) Σκιές στο δάσος, Οδυσσέας
(2000) Ισορίες από χώμα κι ασημόσκονη, Κέδρος
(1998) Μη πατάτε τις ουρές, Οδυσσέας
(1998) Τις Κυριακές φορούσαμε τα καλά μας, Κέδρος
(1997) Και άλλες ουρές, Οδυσσέας
Monday, January 5, 2015
Με το φακό των λέξεων
Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου
Και μπήκαμε πάλι στην ίδια διαδικασία. Καινούρια χρονιά, παλιές διαδρομές. Γιατί τα ίδια και τα ίδια ξαναέρχονται σαν ιστορία που επαναλαμβάνεται μα δεν εμπεδώνεται. Ο νέος χρόνος μπουσουλάει ήδη μες στη σκέψη μας, κλαίει για λίγη ιδιαιτερότητα, πεινάει και διψάει για γρήγορη ανάπτυξη. Αν είναι δυνατόν, να προσπεράσει την άχαρη εφηβεία, να τρέξει ορμητικός και νέος, γεμάτος εκρήξεις ενθουσιασμού, μπας και γίνει το θαύμα κι η μεγάλη ανατροπή κι όλες οι δυσοίωνες προβλέψεις κρυφτούνε στο καβούκι τους ηττημένες από την πολύχρωμη πραγματικότητα.
Και τι θέλει δηλαδή ο... νεαρός; Μια ευκαιρία, πολλές δυνατότητες , περισσότερα έργα, ελάχιστα έως καθόλου κούφια λόγια από στόματα ειδημόνων και μη. Ναι, μια ευκαιρία για την άνοιξη που δικαιούται. Ακόμα κι αν αυτή κρύβεται κάτω απ΄το χιόνι, θέλει να πάρει τη λάβα από τους έρωτες όλους που δικαιούται και να κάνει το χιόνι γάργαρο νερό σε ποτάμια εαρινά.
Αλίμονο αν η γη, καθώς περιστρέφεται άτσαλα γύρω από τον εαυτό της και τα πάθη της, κλείσει οριστικά τον δρόμο στα ποτάμια της ζωής! Δεν γίνεται η ορμή και ο ενθουσιασμός να εκβάλλουν μονίμως σε λίμνες με στάσιμες προοπτικές. Εδώ χρειάζονται κρυστάλλινα έργα, διάφανα λόγια, δρόμοι απαλλαγμένοι από λάσπη , να βαδίσουν, σχεδόν να πετάξουν απάνω τους η χαρά και η αίγλη της ζωής.
Βγαίνει λοιπόν κι ο νέος χρόνος στο σεργιάνι του. Σκύβει κάθε τόσο, μυρίζεται εντός του τα όνειρά του, καθώς ανθίζουν σαν τολμηρά τριαντάφυλλα μες στο καταχείμωνο. Ας τρέξουμε όσο είναι καιρός να απομακρύνουμε τυχόν οδοφράγματα. Ας του επιτρέψουμε να σταθμεύσει σε διπλές κίτρινες στιγμές, μόνο και μόνο για να τις βάψει με χρώμα ροδαλό. Ας εφεύρουμε εν τέλει ένα καινούριο κώδικα κυκλοφορίας για τη δική του είσοδο στον κόσμο. Χωρίς απαγορεύσεις, χωρίς απογοητεύσεις.
Έχουμε μπουχτίσει πια από μη και όχι, από δεν και πιθανόν. Μπορούμε να πούμε ένα μεγάλο, ένα τεράστιο Ναι στο καινούριο, στο φρέσκο, στο καθαρό; Μπορούμε να απομακρύνουμε αποφασιστικά όλα τα απορρίμματα από τις λεωφόρους του νέου χρόνου και να τον αφήσουμε απερίσπαστο να ζωγραφίσει τους κήπους και τους ουρανούς που ονειρεύεται; ΄Η μήπως απελπιστικά μικροί, θα βυθιστούμε και πάλι στο ελάχιστο του φωτός;
Αυτός ήταν και είναι ο μεγάλος φόβος. Το βάθος στο οποίο έχουμε ρίξει τα ωραία, τα δίκαια, τα αξιοπρεπή, τα ευγενή και τ΄ανθρώπινα. Τόσο βαθιά να κείτονται για να μην ακούγεται η κραυγή τους. Και τόσο βαθιά να πνίγονται, χωρίς σωσίβια, χωρίς καν μια επιχείρηση διάσωσης. Να μπορούμε απερίσπαστοι να συνεχίζουμε τον δρόμο της εκκωφαντικής σιωπής, βουλώνοντας τα αυτιά μας, κλείνοντας τα μάτια μας μπροστά στο μεγάλο έγκλημα του αφανισμού ενός γαλάζιου, απέραντου, προσδόκιμου ουρανού. Πόσο πια θα σωπαίνουμε πνίγοντας την αλήθεια μας;
Πόσο θα λαχταράμε μια φωνή , κι ας είναι και κλάμα! Πάλι ελευθερία θα την πούμε και θα μπορέσουμε με τον θαυματουργό μίτο που θα μας χαρίσει να μπούμε στον λαβύρινθο της εποχής και να παλέψουμε με τον Μινώταυρο της σήψης. Είναι καιρός για μια πραγματικά… Καλή χρονιά!
Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου
Και μπήκαμε πάλι στην ίδια διαδικασία. Καινούρια χρονιά, παλιές διαδρομές. Γιατί τα ίδια και τα ίδια ξαναέρχονται σαν ιστορία που επαναλαμβάνεται μα δεν εμπεδώνεται. Ο νέος χρόνος μπουσουλάει ήδη μες στη σκέψη μας, κλαίει για λίγη ιδιαιτερότητα, πεινάει και διψάει για γρήγορη ανάπτυξη. Αν είναι δυνατόν, να προσπεράσει την άχαρη εφηβεία, να τρέξει ορμητικός και νέος, γεμάτος εκρήξεις ενθουσιασμού, μπας και γίνει το θαύμα κι η μεγάλη ανατροπή κι όλες οι δυσοίωνες προβλέψεις κρυφτούνε στο καβούκι τους ηττημένες από την πολύχρωμη πραγματικότητα.
Και τι θέλει δηλαδή ο... νεαρός; Μια ευκαιρία, πολλές δυνατότητες , περισσότερα έργα, ελάχιστα έως καθόλου κούφια λόγια από στόματα ειδημόνων και μη. Ναι, μια ευκαιρία για την άνοιξη που δικαιούται. Ακόμα κι αν αυτή κρύβεται κάτω απ΄το χιόνι, θέλει να πάρει τη λάβα από τους έρωτες όλους που δικαιούται και να κάνει το χιόνι γάργαρο νερό σε ποτάμια εαρινά.
Αλίμονο αν η γη, καθώς περιστρέφεται άτσαλα γύρω από τον εαυτό της και τα πάθη της, κλείσει οριστικά τον δρόμο στα ποτάμια της ζωής! Δεν γίνεται η ορμή και ο ενθουσιασμός να εκβάλλουν μονίμως σε λίμνες με στάσιμες προοπτικές. Εδώ χρειάζονται κρυστάλλινα έργα, διάφανα λόγια, δρόμοι απαλλαγμένοι από λάσπη , να βαδίσουν, σχεδόν να πετάξουν απάνω τους η χαρά και η αίγλη της ζωής.
Βγαίνει λοιπόν κι ο νέος χρόνος στο σεργιάνι του. Σκύβει κάθε τόσο, μυρίζεται εντός του τα όνειρά του, καθώς ανθίζουν σαν τολμηρά τριαντάφυλλα μες στο καταχείμωνο. Ας τρέξουμε όσο είναι καιρός να απομακρύνουμε τυχόν οδοφράγματα. Ας του επιτρέψουμε να σταθμεύσει σε διπλές κίτρινες στιγμές, μόνο και μόνο για να τις βάψει με χρώμα ροδαλό. Ας εφεύρουμε εν τέλει ένα καινούριο κώδικα κυκλοφορίας για τη δική του είσοδο στον κόσμο. Χωρίς απαγορεύσεις, χωρίς απογοητεύσεις.
Έχουμε μπουχτίσει πια από μη και όχι, από δεν και πιθανόν. Μπορούμε να πούμε ένα μεγάλο, ένα τεράστιο Ναι στο καινούριο, στο φρέσκο, στο καθαρό; Μπορούμε να απομακρύνουμε αποφασιστικά όλα τα απορρίμματα από τις λεωφόρους του νέου χρόνου και να τον αφήσουμε απερίσπαστο να ζωγραφίσει τους κήπους και τους ουρανούς που ονειρεύεται; ΄Η μήπως απελπιστικά μικροί, θα βυθιστούμε και πάλι στο ελάχιστο του φωτός;
Αυτός ήταν και είναι ο μεγάλος φόβος. Το βάθος στο οποίο έχουμε ρίξει τα ωραία, τα δίκαια, τα αξιοπρεπή, τα ευγενή και τ΄ανθρώπινα. Τόσο βαθιά να κείτονται για να μην ακούγεται η κραυγή τους. Και τόσο βαθιά να πνίγονται, χωρίς σωσίβια, χωρίς καν μια επιχείρηση διάσωσης. Να μπορούμε απερίσπαστοι να συνεχίζουμε τον δρόμο της εκκωφαντικής σιωπής, βουλώνοντας τα αυτιά μας, κλείνοντας τα μάτια μας μπροστά στο μεγάλο έγκλημα του αφανισμού ενός γαλάζιου, απέραντου, προσδόκιμου ουρανού. Πόσο πια θα σωπαίνουμε πνίγοντας την αλήθεια μας;
Πόσο θα λαχταράμε μια φωνή , κι ας είναι και κλάμα! Πάλι ελευθερία θα την πούμε και θα μπορέσουμε με τον θαυματουργό μίτο που θα μας χαρίσει να μπούμε στον λαβύρινθο της εποχής και να παλέψουμε με τον Μινώταυρο της σήψης. Είναι καιρός για μια πραγματικά… Καλή χρονιά! Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου
Friday, January 2, 2015
Το Greek Yarmouth και οι λουκουμάδες
Γράφει η Πηνελόπη Γιώσα
Αν κάποτε τύχει να κοιτάξεις το χάρτη της Μεγάλης Βρετανίας, κάπου στο δεξί σου χέρι, στα ανατολικά της χώρας θα δεις μια μικρή κουκίδα να φλερτάρει με τα ύδατα της Βόρειας Θάλασσας και του ποταμού Yare. Στη μαύρη αυτή κουκίδα βρίσκεται η παραθαλάσσια κωμόπολη του Great Yarmouth, γνωστή στους περισσότερους ντόπιους με το προσωνύμιο Greek Yarmouth λόγω της ακμάζουσας ελληνικής και κυπριακής κοινότητας που μετοίκησε στον τόπο από τη δεκαετία του ’60.
Όσες φορές και να την αγναντέψεις τη θάλασσα, δεν την χορταίνεις! Ούτε η μπλε νερομπογιά της μπορεί να ξεπλύνει με μιας το γκρίζο χρώμα της μεγαλούπολης που ζεις και βιώνεις κάθε μέρα. Γι’ αυτό κάθε Κυριακή μετά το εκκλησίασμα στον Άγιο Σπυρίδωνα, λαχταρώ να βρεθώ στην παραλία του Great Yarmouth και να χαζεύω με τις ώρες τον θαλασσί ορίζοντα με την αλμυρή ανασαιμιά του.
Αυτές τις άγιες, ευλογημένες στιγμές είναι που νιώθεις την παρουσία του Θεού μέσα σου και γύρω σου, ώστε να είσαι σε θέση να τα συγχωρείς όλα, τον εαυτό σου και τις μικρότητές του, τους συνανθρώπους που πέφτουν, τις συγκυρίες της ζωής που σαν σφήνα παρεμβάλλονται στα όνειρα και τα δυσκολεύουν… Μέσα σε μια τέτοια διάθεση ενδοσκόπησης και απόλαυσης της Κυριακάτικης λιακάδας ήταν που γνώρισα τη φίλη μου, την κυρία Αθηνά, περιτριγυρισμένη από τις ευωδιές της κανέλας και της ζάχαρης άχνης. Η κυρία Αθηνά είναι Θεσσαλονικιά και έχει το δικό της κιόσκι με λουκουμάδες στην παραλία του Great Yarmouth.
«Εδώ κοντά είναι και μια Ελληνίδα που κάνει νόστιμους λουκουμάδες» μου είχαν πει όταν πρωτοκάναμε τη γνώριμη βόλτα κατά μήκος της παραλίας. Και πράγματι, σε απόσταση λίγων μόλις μέτρων, μπόρεσα να διακρίνω μια ελληνική σημαιούλα να κυματίζει σε ένα από τα πολλά κιόσκια της σειράς και τον Λευκό Πύργο να φιγουράρει στη ρεκλάμα της μικρής επιχείρησης. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις χαρές που έκανε μόλις της μιλήσαμε στα Ελληνικά. Το πρόσωπό της φωτίστηκε μονομιάς κι άρχισε να μιλάει, να μιλάει και να αγνοεί τους Άγγλους πελάτες της που περίμεναν υπομονετικά στη γωνιά τους για να πάρουν τους αφράτους λουκουμάδες της.
Το μαγαζί της λιλιπούτειο αλλά φροντισμένο, νοικοκυρεμένο. Παντού καρτ ποστάλ της πατρίδας και φωτογραφίες της ίδιας με μικρά παιδιά να ποζάρουν όλο χαμόγελα. «Τα αγαπάω πολύ τα παιδάκια» μου είπε κι άρχισε για έναν ανεξήγητο λόγο να συγκινείται. «Αυτά που βλέπεις στις φωτογραφίες είναι όλα παιδιά πελατών μου. Έρχονται και με επισκέπτονται συχνά». Και κάπως έτσι άρχισε να μου διηγείται την ιστορία της…
Μικρή κοπέλα ήτανε όταν γνώρισε το Βρετανό σύζυγό της στη Θεσσαλονίκη. Του άρεσε η ανοιχτοσύνη της κοπέλας, τα ξανθά της μαλλιά, η σπιρτάδα στο βλέμμα της… «Με είδε και με θέλησε» μου είπε. Γι’ αυτό και την πήρε μαζί του σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο της Αγγλίας, το Great Yarmouth της επαρχίας Norfolk. Όμως η κυρία Αθηνά δεν τον αγαπάει καθόλου αυτόν τον τόπο και συνεχώς φυσά και ξεφυσά κι αναπολεί τη Θεσσαλονίκη της, με την Καλαμαριά και την Τούμπα της, τα Κάστρα και την Καμάρα της. «Δεν τους θέλω παιδάκι μου τους Άγγλους» μου λέει με ένα παράπονο, «αλλά τι να κάνω; Πού να πάω; Τώρα είναι αργά πια! Να φορτωθώ στην αδερφή μου δεν το θέλει η ψυχή μου!». Και συνεχίζει: «Είχα έναν γιο στην ηλικία σου, λίγο μεγαλύτερο. Αυτός ήταν ο λόγος που με κρατούσε στη ζωή και μπόρεσα να ζήσω εδώ όλα αυτά τα χρόνια». Είχε; Σκέφτομαι. Τώρα δεν έχει;
Αίφνης σαν να διάβασε τη σκέψη μου συνεχίζει γεμάτη παράπονο και συγκίνηση: «Μου το πήρε ο Θεός το παλικάρι μου. Είκοσι τριών χρονών άνδρας μέχρι εκεί πάνω, να τον βλέπω να σωριάζεται σαν ασκί μπρος στα πόδια μου και να τον χάνω». Η δήλωσή της ακαριαία. Άρχισε να κλαίει. Άρχισα κι εγώ να κλαίω. Από τη μια ήθελα να στραγγίσω εκείνη τη στιγμή τα μάτια μου να μην τρέχουν δάκρυα, να μην επιβαρύνω τον πόνο της με τη δική μου αλμύρα στην πληγή της, όμως τι τα θες… Αν έβλεπα το σπαραγμό της πάλι, το ίδιο θα έπραττα, θα έκλαιγα μια θάλασσα.
«Από τι κυρία Αθηνά;» την ρωτώ, «από τι πέθανε το παλικάρι σας;». Παίρνει μια χαρτοπετσέτα από εκείνες που είχε για το σερβίρισμα των λουκουμάδων, τη σουφρώνει στα χέρια της και σκουπίζει το υγρό βλέμμα. «Από μηνιγγίτιδα κοριτσάκι μου! Το παιδάκι μου το καλό, ο Νικολάκης μου! Είχε πονοκέφαλο για μια εβδομάδα και πυρετό, αλλά πού να φανταστώ, πώς να πάει ο νους μου στη μηνιγγίτιδα; Είμαι καλά μανούλα μου, μου έλεγε. Κι ήταν το πιο γλυκό παιδάκι του κόσμου. Έχασα τον άγγελό μου».
Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, ασήκωτη. Τι να της πω για παρηγοριά; Βρίσκονται λέξεις, βρίσκεται κουράγιο σε τέτοιες περιπτώσεις; Μονάχα της είπα ότι τώρα ο γιος της έχει γίνει άγγελος, τη βλέπει από ψηλά κι είναι κρίμα να τον στενοχωρεί με τα δάκρυά της. Ωστόσο τα λόγια μου δεν είχαν τον αναμενόμενο αντίκτυπο ούτε καν σε εμένα που συνέχιζα να κλαίω απαρηγόρητα, πόσο μάλλον σε εκείνη. Κι αρχίσαμε τότε κι οι δυο να αγκαλιαζόμαστε και να κοιταζόμαστε στα μάτια, κλαίγοντας καθεμιά για τους δικούς της λόγους. Εκείνη για το παλικάρι της που έφυγε αναίτια ενώ θα έπρεπε να τον έχει τώρα κοντά της και να τον καμαρώνει γαμπρό κι εγώ για τη δική μου μάνα που τη νιώθει τις νύχτες να κλαίει εν απουσία μου.
Άσχημο πράμα η αποδημία των παιδιών, είτε αυτά ξενιτεύονται στον ουρανό ούτε σε κάποιο μέρος μακρινό αυτού του επίγειου κόσμου. Κι όσο όμορφο κι αν είναι αυτό το μέρος, ίδιος παράδεισος, δεν παύει να είναι μακρινό από την αγκαλιά της μάνας.
Πηνελόπη Γιώσα
Αν κάποτε τύχει να κοιτάξεις το χάρτη της Μεγάλης Βρετανίας, κάπου στο δεξί σου χέρι, στα ανατολικά της χώρας θα δεις μια μικρή κουκίδα να φλερτάρει με τα ύδατα της Βόρειας Θάλασσας και του ποταμού Yare. Στη μαύρη αυτή κουκίδα βρίσκεται η παραθαλάσσια κωμόπολη του Great Yarmouth, γνωστή στους περισσότερους ντόπιους με το προσωνύμιο Greek Yarmouth λόγω της ακμάζουσας ελληνικής και κυπριακής κοινότητας που μετοίκησε στον τόπο από τη δεκαετία του ’60.
Όσες φορές και να την αγναντέψεις τη θάλασσα, δεν την χορταίνεις! Ούτε η μπλε νερομπογιά της μπορεί να ξεπλύνει με μιας το γκρίζο χρώμα της μεγαλούπολης που ζεις και βιώνεις κάθε μέρα. Γι’ αυτό κάθε Κυριακή μετά το εκκλησίασμα στον Άγιο Σπυρίδωνα, λαχταρώ να βρεθώ στην παραλία του Great Yarmouth και να χαζεύω με τις ώρες τον θαλασσί ορίζοντα με την αλμυρή ανασαιμιά του.
Αυτές τις άγιες, ευλογημένες στιγμές είναι που νιώθεις την παρουσία του Θεού μέσα σου και γύρω σου, ώστε να είσαι σε θέση να τα συγχωρείς όλα, τον εαυτό σου και τις μικρότητές του, τους συνανθρώπους που πέφτουν, τις συγκυρίες της ζωής που σαν σφήνα παρεμβάλλονται στα όνειρα και τα δυσκολεύουν… Μέσα σε μια τέτοια διάθεση ενδοσκόπησης και απόλαυσης της Κυριακάτικης λιακάδας ήταν που γνώρισα τη φίλη μου, την κυρία Αθηνά, περιτριγυρισμένη από τις ευωδιές της κανέλας και της ζάχαρης άχνης. Η κυρία Αθηνά είναι Θεσσαλονικιά και έχει το δικό της κιόσκι με λουκουμάδες στην παραλία του Great Yarmouth.
«Εδώ κοντά είναι και μια Ελληνίδα που κάνει νόστιμους λουκουμάδες» μου είχαν πει όταν πρωτοκάναμε τη γνώριμη βόλτα κατά μήκος της παραλίας. Και πράγματι, σε απόσταση λίγων μόλις μέτρων, μπόρεσα να διακρίνω μια ελληνική σημαιούλα να κυματίζει σε ένα από τα πολλά κιόσκια της σειράς και τον Λευκό Πύργο να φιγουράρει στη ρεκλάμα της μικρής επιχείρησης. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις χαρές που έκανε μόλις της μιλήσαμε στα Ελληνικά. Το πρόσωπό της φωτίστηκε μονομιάς κι άρχισε να μιλάει, να μιλάει και να αγνοεί τους Άγγλους πελάτες της που περίμεναν υπομονετικά στη γωνιά τους για να πάρουν τους αφράτους λουκουμάδες της.
Το μαγαζί της λιλιπούτειο αλλά φροντισμένο, νοικοκυρεμένο. Παντού καρτ ποστάλ της πατρίδας και φωτογραφίες της ίδιας με μικρά παιδιά να ποζάρουν όλο χαμόγελα. «Τα αγαπάω πολύ τα παιδάκια» μου είπε κι άρχισε για έναν ανεξήγητο λόγο να συγκινείται. «Αυτά που βλέπεις στις φωτογραφίες είναι όλα παιδιά πελατών μου. Έρχονται και με επισκέπτονται συχνά». Και κάπως έτσι άρχισε να μου διηγείται την ιστορία της…
Μικρή κοπέλα ήτανε όταν γνώρισε το Βρετανό σύζυγό της στη Θεσσαλονίκη. Του άρεσε η ανοιχτοσύνη της κοπέλας, τα ξανθά της μαλλιά, η σπιρτάδα στο βλέμμα της… «Με είδε και με θέλησε» μου είπε. Γι’ αυτό και την πήρε μαζί του σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο της Αγγλίας, το Great Yarmouth της επαρχίας Norfolk. Όμως η κυρία Αθηνά δεν τον αγαπάει καθόλου αυτόν τον τόπο και συνεχώς φυσά και ξεφυσά κι αναπολεί τη Θεσσαλονίκη της, με την Καλαμαριά και την Τούμπα της, τα Κάστρα και την Καμάρα της. «Δεν τους θέλω παιδάκι μου τους Άγγλους» μου λέει με ένα παράπονο, «αλλά τι να κάνω; Πού να πάω; Τώρα είναι αργά πια! Να φορτωθώ στην αδερφή μου δεν το θέλει η ψυχή μου!». Και συνεχίζει: «Είχα έναν γιο στην ηλικία σου, λίγο μεγαλύτερο. Αυτός ήταν ο λόγος που με κρατούσε στη ζωή και μπόρεσα να ζήσω εδώ όλα αυτά τα χρόνια». Είχε; Σκέφτομαι. Τώρα δεν έχει; Αίφνης σαν να διάβασε τη σκέψη μου συνεχίζει γεμάτη παράπονο και συγκίνηση: «Μου το πήρε ο Θεός το παλικάρι μου. Είκοσι τριών χρονών άνδρας μέχρι εκεί πάνω, να τον βλέπω να σωριάζεται σαν ασκί μπρος στα πόδια μου και να τον χάνω». Η δήλωσή της ακαριαία. Άρχισε να κλαίει. Άρχισα κι εγώ να κλαίω. Από τη μια ήθελα να στραγγίσω εκείνη τη στιγμή τα μάτια μου να μην τρέχουν δάκρυα, να μην επιβαρύνω τον πόνο της με τη δική μου αλμύρα στην πληγή της, όμως τι τα θες… Αν έβλεπα το σπαραγμό της πάλι, το ίδιο θα έπραττα, θα έκλαιγα μια θάλασσα.
«Από τι κυρία Αθηνά;» την ρωτώ, «από τι πέθανε το παλικάρι σας;». Παίρνει μια χαρτοπετσέτα από εκείνες που είχε για το σερβίρισμα των λουκουμάδων, τη σουφρώνει στα χέρια της και σκουπίζει το υγρό βλέμμα. «Από μηνιγγίτιδα κοριτσάκι μου! Το παιδάκι μου το καλό, ο Νικολάκης μου! Είχε πονοκέφαλο για μια εβδομάδα και πυρετό, αλλά πού να φανταστώ, πώς να πάει ο νους μου στη μηνιγγίτιδα; Είμαι καλά μανούλα μου, μου έλεγε. Κι ήταν το πιο γλυκό παιδάκι του κόσμου. Έχασα τον άγγελό μου».
Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, ασήκωτη. Τι να της πω για παρηγοριά; Βρίσκονται λέξεις, βρίσκεται κουράγιο σε τέτοιες περιπτώσεις; Μονάχα της είπα ότι τώρα ο γιος της έχει γίνει άγγελος, τη βλέπει από ψηλά κι είναι κρίμα να τον στενοχωρεί με τα δάκρυά της. Ωστόσο τα λόγια μου δεν είχαν τον αναμενόμενο αντίκτυπο ούτε καν σε εμένα που συνέχιζα να κλαίω απαρηγόρητα, πόσο μάλλον σε εκείνη. Κι αρχίσαμε τότε κι οι δυο να αγκαλιαζόμαστε και να κοιταζόμαστε στα μάτια, κλαίγοντας καθεμιά για τους δικούς της λόγους. Εκείνη για το παλικάρι της που έφυγε αναίτια ενώ θα έπρεπε να τον έχει τώρα κοντά της και να τον καμαρώνει γαμπρό κι εγώ για τη δική μου μάνα που τη νιώθει τις νύχτες να κλαίει εν απουσία μου.
Άσχημο πράμα η αποδημία των παιδιών, είτε αυτά ξενιτεύονται στον ουρανό ούτε σε κάποιο μέρος μακρινό αυτού του επίγειου κόσμου. Κι όσο όμορφο κι αν είναι αυτό το μέρος, ίδιος παράδεισος, δεν παύει να είναι μακρινό από την αγκαλιά της μάνας. Πηνελόπη Γιώσα
Subscribe to:
Posts (Atom)








