Tuesday, November 18, 2014

Των ημετέρων άλλων

Παρουσίαση της νέας συλλογής διηγημάτων του Κώστα Λυμπουρή
που κυκλοφορεί από το Παράκεντρο

Την Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου, στις 7:30 μ.μ. έγινε στη Λευκωσία, στην αίθουσα «Καστελιώτισσα», η πρώτη παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων του Κώστα Λυμπουρή «των ημετέρων άλλων», που κυκλοφορεί από το Παράκεντρο. Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο κ. Μαρίνος Πουργούρης, επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, και ο δημοσιογράφος κ. Γιώργος Κασκάνης. Αποσπάσματα των διηγημάτων θα διαβάσει η εκπαιδευτικός – ηθοποιός κ. Δήμητρα Νικολαΐδου, ενώ ο μαθητής του Μουσικού Λυκείου Αμμοχώστου Γιούρι Μελικόβ θα ερμηνεύσει τρία παραδοσιακά τραγούδια.

Η συλλογή διηγημάτων «των ημετέρων άλλων» αποπειράται μια λογοτεχνική προσέγγιση στο μείζον φαινόμενο της εποχής μας, αυτό των «ξένων», που ζουν ανάμεσά μας. Είναι οι «άλλοι», οι οποίοι ταυτόχρονα είναι και ημέτεροι – δικοί μας – με την έννοια ότι ζώντας μαζί μας, αποτελούν πια μέρος της ζωής μας. Και αυτοί οι άλλοι είναι καλοί ή κακοί, ανάλογα με την περίσταση, όπως είμαστε κι εμείς, ή όπως αλλιώς θα ήμασταν κάτω από άλλες συνθήκες.

Τα δεκατέσσερα διηγήματα της συλλογής προσπαθούν να φωτίσουν τέτοιους χαρακτήρες, άλλοτε πρωταγωνιστικούς και άλλοτε δευτερεύοντες στην καθημερινότητά μας.
Αποσπάσματα από κριτικές για τη συλλογή «των ημετέρων άλλων»

«Είναι τίμιο, πέρα για πέρα. Είναι αληθινό, πέρα για πέρα. Είναι κομψοτέχνημα λογοτεχνίας και αισθητικής, πέρα για πέρα. Είναι ελαφρό, σαν χάδι, αλλά και δυνατό, σαν σκαμπίλι.
Ο Κώστας Λυμπουρής, ατόφιος σαν το χρυσάφι, ξεγυμνώνει τον υπέργειο και υπόγειο ρατσισμό μας (τι κουσούρι κι αυτό) και, τελικά, μας καθηλώνει με το σφρίγος και την οξυδέρκειά του.
Η συλλογή των ημετέρων άλλων αποτελεί κόσμημα για την πεζογραφία γενικά και για την κυπριακή πεζογραφία ειδικά.»
Ανδρέας Κούνιος, εφημ. Αλήθεια 4 Ιουλίου 2014

«Σκηνές της καθημερινότητας, ιστορίες που θα μπορούσαν να αναφέρονται στον καθένα μας, εικόνες που συναντούμε συχνά και που ίσως τις προσπερνούμε βιαστικά χωρίς να δίνουμε σημασία, έρχεται η λογοτεχνία να τις φωτίσει, να τις προβάλει, να ταρακουνήσει σκέψη και συναίσθημα, να τους δώσει μονιμότητα και διάρκεια».
Anagnostria, 10 Ιουλίου 2014
http://anagnostria.blogspot.com/2014/07/blog-post.html

«Ανθρώπινα, ρεαλιστικά, όπου διαβάζοντάς τα δεν φαντάζεσαι καθόλου, πως ίσως σε αρκετά υπάρχει μυθοπλασία. Και το πιο σημαντικό, ο συμπυκνωμένος, λιτός λόγος. “Η συντομία είναι η αδελφή του ταλέντου”, είπε ο Τσέχοφ κι ο Κώστας Λυμπουρής ξέρει καλά ν’ αποφεύγει το περιττό και το φλύαρο. Δεν είναι υπερβολή να πω πως, διαβάζοντάς τα ένιωθα τα ίδια συναισθήματα να με γεμίζουν, όπως όταν διαβάζω διηγήματα του Τσέχοφ. Ο Τσέχοφ, πόσο ανθρώπινος, λιτός, διαχρονικός. Ας είναι σημείο αναφοράς κάθε διηγηματογράφου μας.»
Μαρία Πυλιώτου, εφημ. Αλήθεια, 21 Αυγούστου 2014

«Με ένα γλωσσικό ύφος ακριβολογικής λιτότητας, που κλιμακώνεται από τη λεπταίσθητη σάτιρα και το κωμικοτραγικό πνευματώδες χιούμορ στον σοβαρό προβληματισμό, δεν σκιαγραφεί απλώς, αλλά ανατέμνει με το ψυχογραφικό νυστέρι του Τσέχωφ την ψυχοπαθολογία της εποχής μας και τις εναγώνιες αναζητήσεις των «δρώντων» προσώπων. Μέσα, ωστόσο, από το αντικειμενικό παρατηρητήριο του τριτοπρόσωπου αφηγητή ή την αμεσότητα του πρωτοπρόσωπου μονολόγου του διηγηματικού ήρωα υψώνεται η ελεύθερη προβληματική και η απροκατάληπτη στάση υπέρβασης διλημμάτων. Πίσω, επίσης, από τον φαινομενικά γυμνό αντιλυρισμό της έκφρασης και τους τόνους ενίοτε μιας ευθυμογραφικής διάθεσης, ορθώνεται ο βαθύς «λυρισμός» της ενσυναίσθησης και μιας άνευ φυλετικών όρων και γεωγραφικών ορίων ανθρωπιστικής συμπόνιας για τον συνάνθρωπο της οικουμενικής συλλογικότητας».
Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή, εφημ. Σημερινή, 24 Αυγούστου 2014

Αντιγράφω την πρώτη παράγραφο από την δικιά μου παρουσίαση και υπενθυμίζω όσους δεν κατάφεραν να παρευρεθούν ότι το βιβλίο θα το παρουσιάσουμε ξανά στη Λεμεσό στις 30.09 (στο ΤΕΠΑΚ).
"Ένας Αφρικανός ταξιτζής, ένας παιδί κουφό (γιος μετανάστριας), ένας υπέρβαρος Ρώσος, ένα άρρωστο κοριτσάκι με μάνα Ελληνίδα και πατέρα Γεωργιανό, ένας νεκρός Νιγηριανός, ένας φοιτητής Σριλανκέζος, μια όμορφη ξένη γυναίκα αγνώστου προελεύσεως, μια ξένη οικιακή βοηθός και άλλη μία από το Βιετνάμ, ένας αλλοδαπός επίσης αγνώστου προελεύσεως, ένας Ρουμάνος Σαξοφωνίστας, μια μαθήτρια από την Παλαιστίνη, ένας φούρναρης από την Βουλγαρία, Πορτογάλοι, Αγκολέζοι, Σουδανοί, Σομαλοί, Σέρβοι. Αυτό είναι ένα δείγμα της εθνικής καταγωγής των ηρώων στα 14 διηγήματα της συλλογής του Κώστα Λυμπουρή “των ημετέρων άλλων”.

Ένα πολυεθνικό κολάζ χαρακτήρων που ζει στο περιθώριο της κοινωνίας, που συναναστρέφεται με ντόπιους Κύπριους και Ελλαδίτες οι οποίοι πολλές φορές ζουν κι αυτοί στο περιθώριο: με τους άστεγους, τους άνεργους, τους ταξιτζήδες, τους μοναχικούς, τους ηλικιωμένους. Άλλοτε θύματα ρατσισμού και άλλοτε δέκτες απέραντης συμπόνιας και στήριξης, άλλοτε αξιοθαύμαστοι και άλλοτε λωποδύτες, οι χαρακτήρες του Λυμπουρή είναι πρώτα-πρώτα άνθρωποι που, ταυτοχρόνως, επιβεβαιώνουν και ανατρέπουν τα στερεότυπα. Χρησιμοποιώ τον όρο “άνθρωπος” όχι απλά με το θετικό πρόσημο που παραπέμπει σ' έναν αόριστο “ανθρωπισμό” αλλά με τα καλά και τα κακά, με τα ίσια και τα ανάποδα, με την φιλανθρωπία και την μισανθρωπία που χαρακτηρίζει το υποκείμενο που λέγεται "άνθρωπος". Κάπως έτσι φανταζόταν και ο Όμηρος τους ανθρώπους της δικής του εποχής. Με τις αδυναμίες και τα πάθη τους, κάποτε ήρωες και κάποτε δειλούς, ικανούς για εξοντωτικό μένος και σπαρακτική συμπόνοια."
Μαρίνος Πουργούρης

Του Γιώργου Κασκάνη
Την ώρα που ακόμα βρισκόταν σε εξέλιξη η επιχείρηση διάσωσης 345 ΑΝΘΡΩΠΩΝ, στην αίθουσα Καστελιώτισσα στη Λευκωσία παρουσιαζόταν το βιβλίο του Κώστα Λυμπουρη «Των ημετέρων άλλων». Ένα βιβλίο με 14 διηγήματα για τους «ξένους» που ζουν ανάμεσά μας. Ο συγγραφέας μου έκανε την τιμή να είμαι ένας εκ των ομιλητών...

Οφείλω να ομολογήσω ότι προβληματίστηκα πολύ για το πώς παρουσιάζει κανείς ένα τέτοιο βιβλίο. Δεν το έχω ξανακάνει. Ένα βιβλίο με μικρές καθημερινές ιστορίες που αναδεικνύει όμως ένα μεγάλο και περίπλοκο ζήτημα. Ποια ανάγκη επέβαλε στον συγγραφέα να μπει σε λεωφορεία, μετρό, ταξί, φούρνους, εστιατόρια και διαμερίσματα προσφυγικών συνοικισμών για να μας γνωρίσει κάποιους άγνωστους; Ή, μήπως, κάποιους γνωστούς είναι που θέλει να φέρει κοντά μας; Ή, ακόμα, να προσπαθεί άραγε να σπρώξει όλους μας μπροστά στον καθρέφτη; Και γιατί όλα αυτά;

Στο μυαλό μου υπήρχε πάντα καρφωμένη η προσφιλής εκείνη φράση της γιαγιάς, αλλά και της μάνας μου: «Πλάσμα του Θεού είναι κι αυτό». Μέσα στην απλοϊκή αυτή διατύπωση, οι άνθρωποι κάποτε χωρούσαν μιαν ολόκληρη φιλοσοφία ζωής που είχε να κάνει με τη μοναδική ανάγνωση της πίστης τους. Γι’ αυτό και ήταν άνθρωποι ισορροπημένοι. Δεν έκρυβαν μέσα τους εκείνο το χάσμα της θεωρίας από την πράξη. Δεν εξέταζαν την ταυτότητα του Θεού και τη γεωγραφική ή ιδεολογική του προέλευση. Ο Θεός δημιουργεί, ο Θεός σού δίνει και σου παίρνει. Αυτά για τους απλούς, και όχι κατ’ ανάγκη απλοϊκούς ανθρώπους. Κι όμως, στο όνομα των θρησκειών έγιναν και γίνονται τα χειρότερα εγκλήματα. Οι ισχυρές εξουσίες που αναδείχθηκαν μέσα από αυτή τη σύγκρουση έχουν παραφράσει –κατ’ αρχάς- την αγνή λαϊκή φράση εστιάζοντας όχι στο πλάσμα αλλά στον Θεό. Που πρέπει να είναι ο δικό μας Θεός… Κι αυτό, ασφαλώς, υπό προϋποθέσεις. Γι’ αυτό άλλωστε ο Αρχιεπίσκοπός μας επικεντρώνεται στην οικονομική διάσταση των πλασμάτων καθιστώντας κάποια απ’ αυτά παράνομα! Πώς μπορεί να είναι παράνομο ένα πλάσμα του Θεού;

Είχα, επίσης, πάντα την εντύπωση ότι ως Έλληνες διατηρούσαμε το βασικό εκείνο συστατικό της επιτυχίας των προγόνων μας που είχε να κάνει με την αποδοχή και την ενσωμάτωση –ακόμα και οικειοποίηση- εκείνων των ξένων στοιχείων που συνέβαλαν στην οικοδόμηση του μεγάλου μας πολιτισμού. Μέχρι που φτάσαμε στους τύπους που ενθουσιάζονται με κείνο το έγχρωμο παιδί που τόσο ωραία παίζει μπάσκετ στην εθνική μας, αλλά βρίζουν τον μαύρο ταξιτζή ακόμα κι όταν αυτός χάνεται στο συναίσθημα μιας Πιρόγας και ως ωραίος Έλληνας αποφαίνεται «μετά απ’ αυτό, τι ν’ ακούσεις κύριέ μου; Καλύτερα ν’ αφήσεις να περάσει λίγη ώρα, έτσι που να το νιώσεις καλά μέσα σου». Κι όλη αυτή η αντίφαση να οδηγεί στο δραματικό ερώτημα: Γιατί και πώς σκούριασε τόσο πολύ το κλειδί του παραδείσου;


Κι ύστερα θυμήθηκα τη μισή μου οικογένεια που με την προσφυγιά του ΄74 έφυγε με μια βαλίτσα ρούχα για την Αυστραλία. Και που είναι ακόμα εκεί. Και διερωτήθηκα, πώς γίνεται ένα κράτος που τόσο οδυνηρά έζησε αυτή την ανάγκη να παρουσιάζει σήμερα τόσο αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές; Και πώς όλοι αυτοί που κυβέρνησαν αυτό το κράτος το οποίο –υπό τις τότε συνθήκες- διευκόλυνε τη μαζική μετανάστευση και σε μεγάλο βαθμό στηρίχθηκε σε αυτή για να ξανασταθεί στα πόδια του, σήμερα συμπεριφέρονται σαν αποικιοκράτες μιας άλλης εποχής; Εντάσσοντας τις ανθρώπινες ζωές σε αδιέξοδες μαθηματικές πράξεις και επιχειρώντας μέσα από τη στρέβλωση των αντιλήψεων να κερδίσουν χρόνο στη δική τους επιβίωση; Γίνεται πολιτική χωρίς ανθρωπιά; Φαίνεται πως γίνεται. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαία η διαπίστωση του Αντνάν. «Μια κατηγορία ανθρώπων που λυπάμαι είναι οι πολιτικοί. Κόσμος πολύς στην κηδεία τους, λόγοι, στεφάνια, επισημότητες και μετά τίποτε. Σπάνια να έρθει άνθρωπος στο μνήμα τους».

Γιατί κι εγώ «είχα πάντα την άποψη πως θα μπορούσαμε να μετρήσουμε τον βαθμό της δημοκρατικής αντίληψης κάποιου, με βάση το πώς μιλά στα γκαρσόνια»… Ή, γενικά, το πώς συμπεριφέρεται στον οποιονδήποτε αδύναμο.

Με όλα ετούτα κι αυτά, επανέρχομαι σε μία βασική μου θεώρηση: Σε αυτό τον τόπο μάθαμε ή μας έμαθαν (δεν ξέρω ποιο έγινε πρώτο) να ζούμε όλοι με έναν τουλάχιστον εχθρό. Σε αυτόν θα φορτώνουμε πάντα το άλυτο Κυπριακό, σε αυτόν θα φορτώνουμε την απώλεια της δουλειάς μας, σε αυτόν θα φορτώνουμε την οικονομική κατάρρευση, σε αυτόν θα φορτώνουμε την αδυναμία μας να ανταποκριθούμε σ’ ένα δάνειο που ούτως ή άλλως ήταν εκτός των δυνατοτήτων μας, σε αυτόν θα φορτώνουμε ακόμα και το διαζύγιό μας. Κι έτσι απλά, πολίτες και πολιτικοί, θα αποποιούμαστε το ελάχιστο έστω μερίδιο ευθύνης το οποίο θα έπρεπε να αναλάβουμε. Κι όσο περισσότερο κτίζουμε αυτή τη νοοτροπία, τόσο περισσότεροι θα είναι οι εχθροί που θα δικαιολογούν τις αποτυχίες μας. Ακόμα κι όταν πρόκειται για φτωχά και ταλαιπωρημένα πλάσματα του Θεού…

Επέλεξα να επικεντρωθώ σε τρεις βασικούς τομείς που διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό τις ζωές μας. Στην Εκκλησία, στην Πολιτική και στην Παιδεία. Για τους δύο πρώτους δεν μπορεί να τρέφει κανείς ελπίδες. Άλλωστε, οι εξουσίες, δύσκολα αλλάζουν προς το καλό. Σε μια εποχή δε που επανέρχεται στο προσκήνιο, ελέω οικονομικής κρίσης, η διαχρονική μάχη του ΙΣΜΟΣ (καπιταλισμός ή σοσιαλισμός), πιστεύω ειλικρινά πως μόνο ένας ΙΣΜΟΣ υπάρχει που μπορεί να κάνει τον κόσμο καλύτερο. Ο Πολιτισμός. Όχι αυτός των μεγάρων και των θεαματικών εκδηλώσεων. Αυτός που βελτιώνει τον άνθρωπο, που αναδεικνύει αξίες, που κάνει μια κοινωνία να στηρίζεται σε γερά θεμέλια. Αυτός που προκύπτει μέσα από την Παιδεία όχι ως βιομηχανία στεγνών γνώσεων αλλά ως αέναη διεργασία βελτίωσης.

Σε καιρούς δύσκολους και συγκρουσιακούς, το βιβλίο του Κώστα Λυμπουρη «Των ημετέρων άλλων», μοιάζει να έχει αυτήν ακριβώς την αποστολή. Να αναδείξει τη σημασία του πολιτισμού ως στοιχείο του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά και της κοινωνίας στο σύνολό της. Μέσα από την ισορροπία της διακριτικής του κριτικής προσέγγισης, αναζητεί τις ανθρώπινες αξίες και ευαισθησίες που τείνουν να χαθούν. Χωρίς μεροληπτική διάθεση και χωρίς απόλυτες αλήθειες. Με μια διήγηση που σε κάθε της βήμα γεννά μιαν εσωτερική ζύμωση που άλλοτε οδηγεί στη συγκίνηση, άλλοτε στη διαπίστωση αυτών που προσπερνούμε στην καθημερινότητά μας και άλλοτε στην ανάμνηση παρόμοιων βιωμάτων που ο καθένας είναι δυνατό να είχε. Και που, όλα μαζί, φτάνουν σ' ένα συνολικό προβληματισμό για το ποιοι είμαστε και που πάμε.

Έχω την ισχυρή πεποίθηση πως αυτό το βιβλίο πρέπει να μπει στα σχολεία. Να συναντήσει αυτούς που βομβαρδίζονται καθημερινά από τις ακρότητες κάποιων οι οποίοι επενδύουν στον αυθορμητισμό και το δυναμισμό των νέων για να στήσουν το σκηνικό του μίσους και της σύγκρουσης. Να λειτουργήσει σαν βάλσαμο στις ανοικτές πληγές μιας γενιάς που εισπράττει με τον πιο οδυνηρό τρόπο τη συλλογική μας αποτυχία. Να σμίξει η ευαισθησία του συγγραφέα με την αληθινή ευαισθησία των παιδιών που μέσα στα σημερινά αδιέξοδα αναζητούν ένα δρόμο αυθεντικό. Ο καθαρός λόγος του συγγραφέα, η κινηματογραφική αφήγηση και η διακριτική καθοδήγηση στο καλό, καταργεί την αφ υψηλού διδασκαλία και δημιουργεί τις συνθήκες ενός συμμετοχικού προβληματισμού επί ίσοις όροις.
Αν σήμερα ανησυχούμε για τις μεμονωμένες ακόμα εκδηλώσεις των ρατσιστικών συμπεριφορών, αυτό που πρέπει να μας απασχολεί δεν είναι η στιγμιαία και συχνά επιπόλαια αντίδρασή μας, αλλά η δημιουργία ενός ισχυρού πολιτισμικού υπόβαθρου το οποίο δεν θα τους αφήσει κανένα περιθώριο δράσης. Ισχυρότερος σύμμαχος σε αυτή την προσπάθεια δεν μπορεί παρά να είναι η νέα γενιά.

Οφείλω να ομολογήσω ότι προβληματίστηκα πολύ για το πώς παρουσιάζει κανείς ένα τέτοιο βιβλίο. Ένα βιβλίο με μικρές καθημερινές ιστορίες που αναδεικνύει όμως ένα μεγάλο και περίπλοκο ζήτημα. Αυτό της πολυπολιτισμικής κοινωνίας και των ρατσιστικών συμπεριφορών. Ποια ανάγκη επέβαλε στον συγγραφέα να μπει σε λεωφορεία, μετρό, ταξί, φούρνους, εστιατόρια και διαμερίσματα προσφυγικών συνοικισμών για να μας γνωρίσει κάποιους άγνωστους; Ή, μήπως, κάποιους γνωστούς είναι που θέλει να φέρει κοντά μας; Ή, ακόμα, να προσπαθεί άραγε να σπρώξει όλους μας μπροστά στον καθρέφτη; Και γιατί όλα αυτά;

Τελικά κατάλαβα.
Γι’ αυτό και ό,τι είχα να πω, το άντλησα μέσα από φράσεις του βιβλίου. Όχι, ο Κώστας Λυμπουρής έχω την εντύπωση ότι δεν θέλησε να μας γνωρίσει με τον αφρικανό ταξιτζή, το κωφάλαλο παιδί, την Μαϊλίντα, τον χοντρό Βλαντιμίρ, τον Αντνάν, την όμορφη άγνωστη του μετρό ή τον Αλεξέι. Άλλωστε, η ζωή του καθενός από αυτούς θα μπορούσε από μόνη της να είναι ένα βιβλίο.

Μιαν αντάμωση με τους εαυτούς μας είναι μάλλον που επιχειρεί. Για να κοιταχτούμε με τα μάτια της ψυχής. Για να διαπιστώσουμε, ο καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί, αν μας έχει εξαγριώσει η καλοπέραση ή αν διατηρούμε ακόμα την καθαρότητα της γριάς Πηνελόπης.

«Ο άνθρωπος που σου κρατάει συντροφιά στα γεράματά σου, που φροντίζει τα φάρμακά σου, σου μαγειρεύει, σε χτενίζει –ναι, σε χτενίζει στα ογδόντα σου, για να ‘σαι όμορφη- είναι ξένος; Κι όλα αυτά, μάλιστα, τα κάνει με αγάπη. Όχι δεν είναι επαγγελματικό καθήκον, τα κάνει με αγάπη, όταν όλοι οι άλλοι χάθηκαν από κοντά σου…
Ναι, Θοδωρή μου, μπορεί να μη θέλησα να σου τα πω κατευθείαν, να μη σε στενοχωρήσω, μπορεί να προτίμησα να τα λέω στον εαυτό μου, αλλά αυτή είναι η αλήθεια… Και να σου πω και κάτι άλλο ακόμα: Δεν με νοιάζει αν είναι χριστιανή. Δεν πα’ να πιστεύει στον Βούδα. Και, άμα θέλεις να μάθεις, ούτε που τη ρώτησα. Τον άνθρωπο μετράω πια…
Θυμάμαι ένα ψυχρό χειμωνιάτικο βράδυ, που η Ελένη ήρθε στο κρεββάτι μου και κουλουριάστηκε στα πόδια μου. Ένιωθα την ανθρώπινη ανάγκη για επαφή, άκουα την καρδιά της να χτυπά. Μ’ άγγιζε ένα πλασματάκι του Θεού, που γύρω στα τριάντα της, ήταν ταυτόχρονα παιδί, κόρη, αδελφή, σύζυγος, μάνα…».

Λοιπόν; Είμαστε έτοιμοι γι’ αυτή την ημέτερη αντάμωση; Είμαστε έτοιμοι να βγάλουμε τα μαύρα γυαλιά, να πετάξουμε από το κεφάλι το μεγάλο καπέλο που κρύβει συχνά την αδιαφορία μας και να βγάλουμε φωνή όπως η Ήρα σε όλους αυτούς που θέλουν να μειώσουν τις ευαισθησίες μας και να σκοτώσουν τον πολιτισμό μας;

«Μην τον αγγίξεις, μωρέ, γιατί θα σου βγάλω τα μάτια. Ένα πλάσμα του Θεού είναι, ένα πλάσμα που πεινά. Ένας άνθρωπος είναι μωρέ. Εσύ τι είσαι;»

Γιώργος Κασκάνης


Κώστας Λυμπουρής
Των ημετέρων άλλων
Παράκεντρο, Λεμύθου, 2014

"Ή εγώ, λόγω ηλικίας, έγινα πιο ευσυγκίνητη, ή η πένα σου έγινε πιο δυνατή. Σε μερικά από τα διηγήματά σου δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τη συγκίνησή μου ώστε να μετατραπεί σε δάκρυ".

Αυτά περίπου έγραψα στον συγγραφέα που είχε την καλοσύνη να μου στείλει την καινούρια του συλλογή διηγημάτων με τίτλο "Των ημετέρων άλλων" (το "άλλων" ευφυώς στο εξώφυλλο τυπωμένο με διαφορετικό χρώμα).

"Ημέτεροι" και ταυτόχρονα "άλλοι". Είναι οι άνθρωποι που ζούνε δίπλα μας, που ζούνε μαζί μας, που μας βοηθούν, μας εξυπηρετούν, αλλά ταυτόχρονα είναι και "άλλοι". Έρχονται από μια άλλη χώρα, από έναν άλλο πολιτισμό, έχουν ίσως διαφορετικό χρώμα, άλλη γλώσσα, άλλη θρησκεία. Σκηνές της καθημερινότητας, ιστορίες που θα μπορούσαν να αναφέρονται στον καθένα μας, εικόνες που συναντάμε συχνά, και που ίσως τις προσπερνάμε βιαστικά χωρίς να δίνουμε σημασία, έρχεται η λογοτεχνία να τις φωτίσει, να τις προβάλει, να ταρακουνήσει σκέψη και συναίσθημα, να τους δώσει μονιμότητα και διάρκεια.

Η τεχνική του Κώστα Λυμπουρή δεν διαφοροποιείται από τις προηγούμενες συλλογές του, το "Προσωρινά κλειστό" και το "Για μια μικρή παύλα". Είναι η κλασική μορφή διηγήματος, με κεντρικό μύθο, αφήγηση, διάλογο, περιγραφή. Πότε σε πρωτοπρόσωπη και πότε σε τριτοπρόσωπη γραφή, ο συγγραφέας παρατηρεί, καταγράφει, αναδεικνύει. Δεκατέσσερα διηγήματα αποτελούν τη συλλογή, στο καθένα και μια πτυχή της ζωής των ημετέρων και των άλλων. Ένας Αφρικανός ταξιτζής που όχι μόνο ακούει ποιοτική μουσική αλλά αναλύει και τους στίχους, ένας οδηγός λεωφορείου που γίνεται απεργοσπάστης για να μεταφέρει ένα κωφάλαλο παιδάκι από τις Φιλιππίνες, ο Ρώσος που αγαπούσε την κλασική μουσική κι ο Ρουμάνος που έπαιζε σαξόφωνο, ο πάτερ φαμίλιας κι η υπεροπτική του συμπεριφορά προς την οικιακή βοηθό, ο Βούλγαρος που φτιάχνει εξαιρετικό παραδοσιακό ψωμί, η μικρή Παλαιστίνια που κακοποιείται γιατί αρνείται να βγάλει τη μαντίλα της, είναι μόνο μερικοί από τους ήρωες του Λυμπουρή. Δεν είναι πάντα οι "άλλοι" καλοί και οι "ημέτεροι" κακοί, ούτε το αντίστροφο. Ο ρεαλισμός των διηγημάτων αναδεικνύει την ευγένεια και την καλοσύνη, καθώς και την κακία και την εκμετάλλευση όπου τη συναντά, τόσο ανάμεσα σ' εμάς όσο κι ανάμεσα στους άλλους.

Στάθηκα ιδιαίτερα σε δυο διηγήματα. Το ένα με τίτλο "Με μια πιρόγα" και το άλλο με τίτλο "Ελένη, η Βιετναμέζα". Είναι δυο πολύ δυνατά διηγήματα, όπου η καλοσύνη των δικών μας σμίγει με την καλοσύνη των ξένων. Στο πρώτο, ο μουσικόφιλος πρωτοπρόσωπος αφηγητής συναντά απροσδόκητα ένα εξίσου μουσικόφιλο Αφρικανό ταξιτζή. Η ευγένεια και των δύο αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο όταν προσκρούει στην υβριστική συμπεριφορά ενός "δικού" μας οδηγού.

Στο δεύτερο, το πιο συγκινητικό ίσως διήγημα της συλλογής, η μοναξιά της ηλικιωμένης Πηνελόπης σμίγει με τη μοναξιά της Βιετναμέζας Ελιέν-Ελένης. Δεν σμίγουν μόνο οι μοναξιές, σμίγουν οι πολιτισμοί, ο Λεωνίδας γίνεται Βιετκόγκ, η βιετναμέζικη μουσική πλημμυρίζει το σπιτάκι του προσφυγικού συνοικισμού, το skype φέρνει τη ξένη χώρα στο προσφυγικό δωμάτιο. Και η καταληκτήρια σκηνή του διηγήματος χαρίζει στο συγκινημένο πρόσωπο του αναγνώστη ένα χαμόγελο. Εξαιρετικό διήγημα.

Αναγνώστρια- Κίκα Ολυμπίου 


Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή
Μετά τις αξιόλογες συλλογές διηγημάτων Προσωρινά κλειστό και Για μια μικρή παύλα, ο Κώστας Λυμπουρής επανέρχεται στο προσκήνιο των ποιοτικών διηγηματικών δρώμενων με τη νέα διηγηματική του συλλογή υπό τον ανατρεπτικά και προτρεπτικά οξύμωρο τίτλο των ημετέρων άλλων, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Παράκεντρο.

Τα δεκατέσσερα διηγήματα, που περιλαμβάνονται εδώ, αποτυπώνουν την προσωπική σφραγίδα της εφευρετικής, ευθύβολης και σαγηνευτικής γραφής της προηγούμενης διηγηματογραφίας του, αναδεικνύοντας με εμφαντικότερα χρώματα και επιδεξιότερα σύνεργα την καταξίωση της «εν προόδω» ωριμότητάς της.

Τόσο η παλαιότερη όσο και η καινούργια συγκομιδή του διηγηματογράφου μας, συνδυάζει τις παραδοσιακές δομές και τις σύγχρονες τεχνικές του διηγήματος, όπως: η εκτύλιξη του ενός ή των περισσοτέρων επεισοδίων σε καθορισμένο τόπο και χρόνο της σύγχρονης κυπριακής ή ελλαδικής πραγματικότητας με την κορύφωση της δράσης σε απροσδόκητο είτε ανοικτό τέλος υπαινικτικής και αλληγορικής σημειολογίας. Με ένα γλωσσικό ύφος ακριβολογικής λιτότητας, που κλιμακώνεται από τη λεπταίσθητη σάτιρα και το κωμικοτραγικό πνευματώδες χιούμορ στον σοβαρό προβληματισμό δεν σκιαγραφεί απλώς, αλλά ανατέμνει με το ψυχογραφικό νυστέρι του Τσέχωφ την ψυχοπαθολογία της εποχής μας και τις εναγώνιες αναζητήσεις των «δρώντων» προσώπων. Μέσα, ωστόσο, από το αντικειμενικό παρατηρητήριο του τριτοπρόσωπου αφηγητή ή την αμεσότητα του πρωτοπρόσωπου μονολόγου του διηγηματικού ήρωα υψώνεται η ελεύθερη προβληματική και η απροκατάληπτη στάση υπέρβασης διλημμάτων. 



Πίσω, επίσης, από τον φαινομενικά γυμνό αντιλυρισμό της έκφρασης και τους τόνους ενίοτε μιας ευθυμογραφικής διάθεσης, ορθώνεται ο βαθύς «λυρισμός» της ενσυναίσθησης και μιας άνευ φυλετικών όρων και γεωγραφικών ορίων ανθρωπιστικής συμπόνιας για τον συνάνθρωπο της οικουμενικής συλλογικότητας. Η ενσυνείδητη αυτή ανθρώπινη προσέγγιση και η ταύτιση της ετερότητας-αλλότητας με την εταιρότητα της προσοικείωσης και της αρχαιοελληνικής φιλότητας είναι που διαπνέουν τα αριστοτεχνικά διηγήματα του Λυμπουρή τόσο στη σύλληψη όσο και στη μορφολογική συνάρθρωση του περιεχομένου τους. Επισημάνσεις, που παραπέμπουν στον γενάρχη του σύγχρονου διηγήματος, τον Άντον Τσέχωφ, μέσα από την αριστουργηματική του γραφίδα και τις θεωρητικές του αντιλήψεις: «Στους ανθρώπους να προσφέρεις ανθρώπους και όχι τον εαυτό σου».

Ποιοι είναι, εντούτοις, αυτοί «οι ημέτεροι άλλοι» της πολυπολιτισμικής μας κοινωνίας, της οικονομικής κρίσης, της αλλοτρίωσης των ηθών και των ρατσιστικών συμπεριφορών, της ιδιαιτερότητας αλλά και της ομοιότητας μ’ εμάς στη διάπραξη του κακού και το έμπρακτο παράδειγμα του καλού; Είναι, ασφαλώς, οι αλλόγλωσσοι, αλλόφυλοι και αλλόθρησκοι της διπλανής πόρτας και του «συναπαντήματος», κατά το ομότιτλο διήγημα, στους αστικούς δρόμους, στους χώρους συνύπαρξης στην πόλη και στο χωριό, οι κοινοτικοί μετανάστες, οι Ασιάτες εργάτες και οι οικιακές βοηθοί, οι μικροί και οι μεγάλοι άγνωστοι φίλοι μας, καθώς και οι κοινωνικοί παρίες, θύματα της δικής μας απόρριψης και περιθωριοποίησης. 


Όσοι, δηλαδή, προβάλλουν στα ζωντανά σκηνικά δρώμενα και τα υποβλητικά φωτογραφικά στιγμιότυπα των διηγημάτων του Κώστα Λυμπουρή: ο καταρτισμένος με μουσική παιδεία Αφρικανός ταξιτζής, που θαυμάζεται από τον έκπληκτο επιβάτη και χλευάζεται από ασύστολους νεαρούς· το κωφάλαλο παιδί μιας Φιλιππινέζας, που κερδίζει τη συμπάθεια ενός καλόκαρδου οδηγού λεωφορείου· οι αλλοδαποί «μισθοφόροι» ποδοσφαιριστές· ο χοντρός Ρώσος μουσικός, που μετατρέπει τη μοναξιά της δυσκινησίας και της χηρείας του σε «ζωή εν-ταξί»· το καρδιοπαθές κοριτσάκι του αδιάφορου Γεωργιανού πατέρα, διακινητή ναρκωτικών· ο άτυχος Σριλανκέζος βοηθός κοιμητηρίου, που καταπλακώνεται από τον «κάδο» φορτωτικού μηχανήματος· η Βιετναμέζα, που συνδέεται με αμοιβαίους δεσμούς συντροφικότητας με μιαν ηλικιωμένη· ο Ρουμάνος σαξοφωνίστας, που αλλάζει τη διάθεση των κατοίκων ενός χωριού με την εκεί εγκατάστασή του· η Παλαιστίνια μαθήτρια, που με την υποστήριξη του διευθυντή του σχολείου της διατηρεί τη μαντήλα ως έμβλημα της ταυτότητάς της· ο Βούλγαρος Ιβάν, που φτιάχνοντας το παραδοσιακό ψωμί της χώρας του, τού μιλά όπως η γιαγιά του· η μεταμφιεσμένη γυναίκα, που ξεσκεπάζει την ντροπή της σε κοινωνικό «συσσίτιο», για να υποστηρίξει έναν αλλοδαπό στην ουρά αναμονής από τη βίαιη επίθεση φανατικών ρατσιστών.

Και τα δεκατέσσερα διηγήματα της συλλογής και πολύ μετά την ανάγνωσή τους μάς αφήνουν με τη συγκινημένη αίσθηση ότι οι «άλλοι» δεν είναι οι ξένοι της αποστασιοποιημένης ή εχθρικής ετερότητας, παρά μόνο ο αντικατοπτρισμός του κακού ή καλού εαυτού μας. Ενώ, όταν με αισθήματα αγάπης, συναντίληψης και συναλληλίας τούς καταστήσουμε συνειδητά «ημέτερους», τότε μόνο θα ανεβάσουμε τη στάθμη του ανθρωπιστικού μας πολιτισμού. Αυτό είναι και το κεντρικό μήνυμα, που εκπέμπει ο χρωστήρας της διηγηματικής προσωπογραφίας του Κώστα Λυμπουρή.
 
Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή
[Φιλόλογος, Συγγραφέας, Κριτικός Λογοτεχνίας]



Γράφει η Μερόπη Μωυσέως

Δεκατέσσερα διηγήματα αποτελούν το νέο λογοτεχνικό έργο του Κώστα Λυμπουρή, τέως μορφωτικού συμβούλου στην πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αθήνα. Τρία χρόνια μετά τη συλλογή διηγημάτων «Για μια μικρή παύλα» και ήδη οκτώ από την πρώτη του απόπειρα με τίτλο «Πλανόδιον», ο Κώστας Λυμπουρής παρουσιάζει δεκατέσσερις ιστορίες «Των ημετέρων άλλων», σε μια προσπάθεια να προσεγγίσει λογοτεχνικά το μείζον κοινωνικό φαινόμενο της εποχής μας: αυτό των «ξένων», όχι μόνο των μεταναστών ή των λαθρομεταναστών. «Είναι οι ‘άλλοι’ που είναι ταυτόχρονα και ‘ημέτεροι’, αφού ζουν άναμεσά μας και έχουν ρόλους, άλλοτε πρωταγωνιστικούς και άλλοτε δευτερεύοντες. Όπως, δηλαδή, ζει και ο καθένας από εμάς, ανάλογα με την περίσταση. 


Και, βέβαια, είναι καλοί ή κακοί, όπως είμαστε και εμείς ή, όπως, θα ήμασταν κάτω από άλλες συνθήκες». Με τις ιστορίες του να ξετυλίγονται πότε στην Αθήνα και πότε στη Λευκωσία, ο συγγραφέας παρουσιάζει ιστορίες ανθρώπων μέσα από μια οικεία καθημερινότητα, με τοπωνύμια γνωστά σε όλους μας, με λόγια που ανταλλάσσουμε όλοι, με καταστάσεις που θα μπορούσαν να συμβούν στον καθένα. Τοποθετεί, έτσι, τους αναγνώστες του ο Κ. Λυμπουρής σε μια συνθήκη γνώριμη, φέρνοντάς τους μπροστά σε στερεοτυπικές καταστάσεις τις οποίες, εν τέλει, συχνά, σπάει. Ένας Αφρικανός ταξιτζής στην Αθήνα που ακούει Χαρούλα Αλεξίου και φιλοσοφεί, ένας χοντρός οδηγός λεωφορείου που γίνεται απεργοσπάστης για χάρη ενός κωφάλαλου Βιετναμέζου, ο προπονητής του ποδοσφαιρικού…. ΑΠΟΛ που προσπαθεί να πείσει μια ετερόκλητη ομάδα ποδοσφαιριστών ότι πρέπει να αγωνιστούν για… τη φανέλα, η Ελιέν που έκλαψε για τη γιαγιά Πηνελόπη περισσότερο απ’ όλους. Χαρακτήρες και γεγονότα της διπλανής πόρτας, που ο συγγραφέας προσπαθεί να τα περάσει στη λογοτεχνία για να τονίσει, ίσως, πόσο φυσική είναι η συνύπαρξη αλλά και πόσο κατανοητή είναι η αμηχανία πολλών ανθρώπων απέναντι στις πολυπολιτισμικές κοινωνίες που διαμορφώθηκαν ήδη στην εποχή μας. 

Ο Κ. Λυμπούρης γράφει με τρόπο ξεκάθαρο, ο οποίος ίσως ξενίζει τον αναγνώστη που δεν προτιμά την ευθεία οδό αλλά προτιμά έμμεσα να λάβει τα μηνύματα. Ωστόσο κατ’ επιλογήν ο συγγραφέας παρουσιάζει τα πράγματα με απλότητα και σεβασμό, ρισκάροντας, ίσως, να θεωρηθεί η γραφή του απλοϊκή. Το ζήτημα της κατανόησης είναι εκείνο στο οποίο φαίνεται να στοχεύει περισσότερο ο συγγραφέας. Και δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα στις 150 σελίδες και 14 ιστορίες του βιβλίου του, απ’ αυτό της μικρής με τη χιτζάμπ: «Δεν ζητούμε πολλά πράγματα, κύριε. Αυτό μόνο που δικαιούται κάθε άνθρωπος. Τη δικιά του την πατρίδα. Να ριζώσουμε. Να μην περιπλανιόμαστε εδώ κι εκεί. Να είμαστε αυτοί που είμαστε. Ξέρω, κύριε, πως αν βγάλω τη χιτζάμπ, θα σας διευκολύνω πολύ. Όμως, δεν θέλω να το κάνω. Νιώθω πως θα χάσω την ταυτότητά μου. Από την άλλη, δεν θέλω να ‘νικήσουν’ όσοι μισούν. Δεν είναι δίκαιο».
http://www.cypriotblogs.com/post/91430979274/cyprus-blogs
”Ή εγώ, λόγω ηλικίας, έγινα πιο ευσυγκίνητη, ή η πένα σου έγινε πιο δυνατή. Σε μερικά από τα διηγήματά σου δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τη συγκίνησή μου ώστε να μετατραπεί σε δάκρυ”.

Αυτά περίπου έγραψα στον συγγραφέα που είχε την καλοσύνη να μου στείλει την καινούρια του συλλογή διηγημάτων με τίτλο “Των ημετέρων άλλων" (το "άλλων" ευφυώς στο εξώφυλλο τυπωμένο με διαφορετικό χρώμα).

"Ημέτεροι" και ταυτόχρονα "άλλοι". Είναι οι άνθρωποι που ζούνε δίπλα μας, που ζούνε μαζί μας, που μας βοηθούν, μας εξυπηρετούν, αλλά ταυτόχρονα είναι και "άλλοι". Έρχονται από μια άλλη χώρα, από έναν άλλο πολιτισμό, έχουν ίσως διαφορετικό χρώμα, άλλη γλώσσα, άλλη θρησκεία. Σκηνές της καθημερινότητας, ιστορίες που θα μπορούσαν να αναφέρονται στον καθένα μας, εικόνες που συναντάμε συχνά, και που ίσως τις προσπερνάμε βιαστικά χωρίς να δίνουμε σημασία, έρχεται η λογοτεχνία να τις φωτίσει, να τις προβάλει, να ταρακουνήσει σκέψη και συναίσθημα, να τους δώσει μονιμότητα και διάρκεια.

Η τεχνική του Κώστα Λυμπουρή δεν διαφοροποιείται από τις προηγούμενες συλλογές του, το “Προσωρινά κλειστό" και το "Για μια μικρή παύλα”. Είναι η κλασική μορφή διηγήματος, με κεντρικό μύθο, αφήγηση, διάλογο, περιγραφή. Πότε σε πρωτοπρόσωπη και πότε σε τριτοπρόσωπη γραφή, ο συγγραφέας παρατηρεί, καταγράφει, αναδεικνύει. Δεκατέσσερα διηγήματα αποτελούν τη συλλογή, στο καθένα και μια πτυχή της ζωής των ημετέρων και των άλλων. Ένας Αφρικανός ταξιτζής που όχι μόνο ακούει ποιοτική μουσική αλλά αναλύει και τους στίχους, ένας οδηγός λεωφορείου που γίνεται απεργοσπάστης για να μεταφέρει ένα κωφάλαλο παιδάκι από τις Φιλιππίνες, ο Ρώσος που αγαπούσε την κλασική μουσική κι ο Ρουμάνος που έπαιζε σαξόφωνο, ο πάτερ φαμίλιας κι η υπεροπτική του συμπεριφορά προς την οικιακή βοηθό, ο Βούλγαρος που φτιάχνει εξαιρετικό παραδοσιακό ψωμί, η μικρή Παλαιστίνια που κακοποιείται γιατί αρνείται να βγάλει τη μαντίλα της, είναι μόνο μερικοί από τους ήρωες του Λυμπουρή. Δεν είναι πάντα οι “άλλοι” καλοί και οι “ημέτεροι” κακοί, ούτε το αντίστροφο. Ο ρεαλισμός των διηγημάτων αναδεικνύει την ευγένεια και την καλοσύνη, καθώς και την κακία και την εκμετάλλευση όπου τη συναντά, τόσο ανάμεσα σ’ εμάς όσο κι ανάμεσα στους άλλους.

Στάθηκα ιδιαίτερα σε δυο διηγήματα. Το ένα με τίτλο “Με μια πιρόγα” και το άλλο με τίτλο “Ελένη, η Βιετναμέζα”. Είναι δυο πολύ δυνατά διηγήματα, όπου η καλοσύνη των δικών μας σμίγει με την καλοσύνη των ξένων. Στο πρώτο, ο μουσικόφιλος πρωτοπρόσωπος αφηγητής συναντά απροσδόκητα ένα εξίσου μουσικόφιλο Αφρικανό ταξιτζή. Η ευγένεια και των δύο αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο όταν προσκρούει στην υβριστική συμπεριφορά ενός “δικού” μας οδηγού.

Στο δεύτερο, το πιο συγκινητικό ίσως διήγημα της συλλογής, η μοναξιά της ηλικιωμένης Πηνελόπης σμίγει με τη μοναξιά της Βιετναμέζας Ελιέν-Ελένης. Δεν σμίγουν μόνο οι μοναξιές, σμίγουν οι πολιτισμοί, ο Λεωνίδας γίνεται Βιετκόγκ, η βιετναμέζικη μουσική πλημμυρίζει το σπιτάκι του προσφυγικού συνοικισμού, το skype φέρνει τη ξένη χώρα στο προσφυγικό δωμάτιο. Και η καταληκτήρια σκηνή του διηγήματος χαρίζει στο συγκινημένο πρόσωπο του αναγνώστη ένα χαμόγελο. Εξαιρετικό διήγημα.

via Cypriotblogs.com - http://bit.ly/1w8QeZu


Ανδρέας Κούνιος
 
Είναι τίμιο, πέρα για πέρα. Είναι αληθινό, πέρα για πέρα. Είναι κομψοτέχνημα λογοτεχνίας και αισθητικής, πέρα για πέρα. Είναι ελαφρό, σαν χάδι, αλλά και δυνατό, σαν σκαμπίλι. Χρειαζόμαστε, ξέρετε, και τα δύο. Το χάδι κάθε φορά που, έστω μετ’ εμποδίων, συνειδητοποιούμε ότι όλοι, μα όλοι, οι άνθρωποι είναι ίδιοι και, συνεπώς, θα έπρεπε να είναι και ίσοι, και το σκαμπίλι κάθε φορά που μεθάμε με το κρασί της αστικής υπεροψίας, που δεν καταλαβαίνω κιόλας από πού πηγάζει, και πιστεύουμε ότι οι υπόλοιποι, ιδίως οι αλλοδαποί, είναι μαριονέτες στα, συνήθως λερωμένα, λόγω της βρωμιάς με την οποία συμπεριφερόμαστε, χέρια μας.


Ο Κώστας Λυμπουρής αφηγείται μερικές υπέροχες ιστορίες στις οποίες, και μπράβο του, αποφεύγει τον ενοχλητικό, και συνήθως δύσπεπτο, διδακτισμό. Δεν παριστάνει, θέλω να πω, τον από καθέδρας κριτή, ούτε καν τον εισαγγελία ο οποίος δείχνει με το δάχτυλό του και, αμέσως μετά, ανακοινώνει, στομφωδώς, την ποινή. Απεναντίας: προσπαθεί, και τα καταφέρνει με αξιοθαύμαστη επιτυχία, να μας μπάσει στο δικό του τρόπο σκέψης, στη δική του κοσμοθεωρία, χάρη στη γλυκύτητα και την κομψότητα των λέξεων και των φράσεών του και, πρωτίστως, χάρη στο φινετσάτο, ας μου επιτραπεί το επίθετο, χιούμορ το οποίο, κάθε άλλο παρά σε αντιπαράθεση βρίσκεται με τη γενική μελαγχολία η οποία διατρέχει τα κείμενά του.


Ο Κώστας Λυμπουρής, ατόφιος σαν το χρυσάφι, ξεγυμνώνει τον υπέργειο, και υπόγειο, ρατσισμό μας (τι κουσούρι κι αυτό!) και, τελικά, μας καθηλώνει με το σφρίγος και την οξυδέρκειά του. Θα τολμήσω, βέβαια, να προσθέσω πως, λίγο ή πολύ, γινόμαστε αυτοί που μας προετοιμάζει το περιβάλλον μας, οικογενειακό, κομματικό και ιδεολογικό, εντός του οποίου μεγαλώνουμε, παρότι δεν παίρνω και όρκο πως αυτός είναι κανόνας. Ωστόσο, ο συγγραφέας καθοδηγείται από τη βαθιά, και απροσπέλαστη, παρά τις κατά καιρούς ρωγμές ου παρουσιάζει, ιδεολογία του.


Που δεν είναι άλλη από την κοινωνική ευαισθησία η οποία μοιάζει με ηλιαχτίδα στο σκότος που μας πολιορκεί. Τι θα πει άσπρος και μαύρος; Τι θα πει ντόπιος και ξένος; Τι θα πει δικός μας και δικός τους; Αυτά όλα είναι κενά σχήματα, αδειανά πουκάμισα, προφάσεις εν αμαρτίαις. Ο μοναδικός ουσιώδης διαχωρισμός είναι ο εξής: σκλάβοι και αφεντικά. Κι άμα είσαι σκλάβος, ή άμα σε αντιμετωπίζουν ως σκλάβο, φίλε μου, δεν έχουν σημασία το χρώμα της επιδερμίδας σου, ο τόπος που γεννήθηκες, το γάλα που βύζαξες, το καράβι στο οποίο ανέβηκες για να φτάσεις, αθώε μου αλλοδαπέ, στη Γη της Επαγγελίας, τα σύνορα που χάραξαν, οι επιτήδειοι, στο έδαφος και στο μυαλό σου.


Ο Κώστας Λυμπουρής ξετυλίγει το νήμα μιας απαράδεκτης συμπεριφοράς που διακρίνει πολλούς από εμάς. Ταυτόχρονα, όμως, χαρίζει στον ξένο εργαζόμενο φωνή, υπόσταση, έπαλξη και τον εμφανίζει όπως είναι, και όχι όπως πιστεύουν πως είναι οι διάφοροι λιμοκοντόροι του συστήματος. Η συλλογή «των ημετέρων άλλων» αποτελεί κόσμημα για την πεζογραφία γενικά, και για την κυπριακή πεζογραφία ειδικά, και εάν είχα μπροστά μου τον Κώστα Λυμπουρή θα έκανα μαζί του τη θερμότερη χειραψία του κόσμου. Ωστόσο, με την άδειά σας, θέλω να ομολογήσω, μολονότι τα πάντα είναι υποκειμενικά, πως τα δύο πρώτα κείμενα («Με μια πιρόγα» και «Κόκος ο Βούδας») πρέπει να διδάσκονται σε σεμινάρια ανθρωπιάς και κατανόησης. Και συγγραφής, ασφαλώς.


«Τον παράλαβε, τεσσερισήμισι, πέντε παρά. Μέχρι να ενημερώσουν τη διευθύντρια κι αυτή, με τη σειρά της, τη μητέρα να μην ανησυχεί, άρχισε να νυχτώνει. Στους δρόμους της Λευκωσίας και μπροστά από τον κόσμο που περίμενε μάταια στις στάσεις να βρει οποιοδήποτε μέσο, περνούσε ένα μόνο λεωφορείο, μ’ έναν επιβάτη. Δεν έκανε στάσεις, ούτε έπαιρνε άλλους. Κανονικά, θα ’πρεπε ο οδηγός να αναγράψει τη φωτεινή επιγραφή «ΕΚΤΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ» και να σβήσει τα φώτα του λεωφορείου. Στον Κόκο όμως τον Βούδα, δεν πήγαινε κάτι τέτοιο, δεν ήθελε να κάνει μια «λαθραία» διαδρομή» (σελίδα 27).
*Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΠΑΡΑΚΕΝΤΡΟ. Σελίδες: 150. 

Ανδρέας Κούνιος
Εφημερίδα Αλήθεια, 4 Ιουλίου 2014
                                                                                  ********
Για τη διάσωση των ναυαγών, ανοικτά της Πάφου, έσπευσαν να βοηθήσουν, ο Ονήσιλος κι ο Ευαγόρας - βγαλμένοι από τον θρύλο και την ιστορία, όπως θα έλεγε κι ο ποιητής. Αυτά είναι τα ονόματα των ακταιωρών της λιμενικής αστυνομίας, οι οποίες ανέλαβαν την επιχείρηση. Τελικά, τη διάσωση την έκανε το Σαλαμίς Φιλοξενία. Ας προσεχτούν τα ονόματα. Γιατί, η όλη υπόθεση συνιστά ένα θρίαμβο μιας κορυφαίας αξίας του Ελληνικού Πολιτισμού, που, μακάρι, να γίνει και παγκόσμια. Κι αν τελικά, οι ναυαγοί καταστούν πονοκέφαλος για το κυπριακό κράτος - κάτι που είχαμε υπόψη μας- ο θρίαμβος των αξιών γίνεται ακόμα μεγαλύτερος.
Κώστας Λυπουρής

Με το φακό των λέξεων

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου
Ήταν εκείνη η ψιλή, επίμονη βροχή, που σου τρυπούσε την ανία σαν βελόνι που μπαλώνει τις ώρες. Κι ήτανε κι η σιωπή του δρόμου που γινότανε φλυαρία κι έμπαινε από τις χαραμάδες, από όλες τις κλειστές της πόρτες και την έκανε να βουλώνει την ψυχή , να συγκρατεί όλη την ακατάσχετη λύπη με πρόχειρους επιδέσμους περηφάνιας. Είχε κάποτε ένα καλοκαίρι ξανθό, ζεστό, γαλάζιο. Τον έλεγε Ήλιο της, την έλεγε απλώς μάνα κι άλλη λέξη πιο γλυκιά, πιο εύηχη δεν χώρεσε ποτέ μέσα στις ώρες της. Mεγάλωναν αντάμα όπως μεγαλώνει αντίστροφα η μέρα με τη νύχτα. Ωρίμαζε εκείνη, θέριευε εκείνος , αποσυρόταν εκείνη από τη σκηνή, έβγαινε εκείνος στις ρούγες της ζωής και ζήταγε επιτακτικά το μερτικό του.

Eίχε λοιπόν κάποτε ένα δρόμο να βαδίζει, ένα σκοπό να υπηρετεί. Μέχρι που της πήρε το αναπάντεχο το δρόμο κι έμεινε στη μέση μιας ερήμου να απορεί και να κοιτάζει τόσο βαθιά τον ουρανό λες και ήθελε να πάρει απαντήσεις από τα μυστικά του δώματα. Κανείς όμως δεν μπόρεσε να της πει γιατί το μοναχοπαίδι της ήρθε μια μέρα στα χέρια της σαν άψυχο περιστέρι. To ακούμπησε σαν δωρεά στο χώμα δίχως να κλάψει, δίχως να αφήσει την καρδιά της να ακουστεί. Έτσι όπως πέφτει μια νύχτα μέσα στον γκρεμό και κανείς δεν ακούει τον αντίλαλό της. 


Κι ύστερα στάθηκε στην άκρη , έκανε σιωπηρά μια προσευχή και βυθίστηκε κι εκείνη στην άβυσσο που της αναλογούσε. Έβγαινε από το σπίτι μόνο για τις καθημερινές επισκέψεις στο κοιμητήριο. Μια μαύρη φιγούρα με χαρακτηριστικά τραβηγμένα από τον πόνο, με κόσμους ερμητικά κλειστούς. Καθόταν για ώρες μπροστά στη φωτογραφία του, του μιλούσε λες και δεν έφυγε ποτέ απ΄την αγάπη της: «Σου΄χω αύριο το αγαπημένο σου φαγητό. 

Βρήκα καλό κιμά, θα μοσχομυρίζει ο μουσακάς. Και το σακάκι σου να βάζεις τώρα που κρύωσε ο καιρός. Δεν είναι , ψυχή μου, καλοκαίρι. Πολύ φοβάμαι πως ποτέ πια δεν θα΄ναι καλοκαίρι. Εσύ το έφερνες στο σπίτι, θυμάσαι; Όταν γελούσες, όταν με αγκάλιαζες… Σ΄αγαπώ τόσο γιε μου, που θαρρώ πως θα σπάσει η καρδιά μου και θα γίνει χίλια κομμάτια πάνω από την απουσία σου».

Και κόντευαν τα εννιάμερα πια, όταν το δείλι εκείνο, καθώς πότιζε τις γαριφαλιές δίπλα στο φρεσκοσκαμμένο χώμα του φευγιού του, αντίκρισε μια κοπελίτσα με μαύρο φόρεμα. Θα’ ταν δεν θα΄ταν στα δεκαοχτώ. Είχε μακριά ξανθά μαλλιά και μάτια σαν δυο πνιγμένες θάλασσες. Στάθηκε πλάι της, γνώριμη της φάνηκε, μάλλον την είχε ξαναδεί και δεν την είχε προσέξει. 


Και ναι, η κοπελίτσα ήτανε και στην ταφή ήτανε κι όλες τις άλλες μέρες εκεί, κρυμμένη σαν σκιά, μα τώρα θέλησε να βγει απ΄το σκοτάδι της, να έρθει να της ανοίξει ένα μικρό παράθυρο. Τη λέγανε Ελπίδα κι είχε προλάβει να ζεσταθεί και να ανθίσει μες στην αγκαλιά του μοναχογιού της. Ανυπόμονα που είναι τα νιάτα! Κι είχε στα σπλάχνα της όλη την αγάπη που πρόλαβε να γεννήσει ο Ήλιος της. 

Σε έξι μήνες, όταν θα μύριζε και πάλι καλοκαίρι, ένα παιδί, του παιδιού της το παιδί, θα έφτανε στον κόσμο και θα ΄θελε να βρει και στην καρδιά της ένα μικρό ξανθό καλοκαίρι. Σάστισε. Κοίταξε και τον ουρανό που είχε αρχίσει να στάζει τη δροσιά του. Ύστερα τα χέρια της μεταμορφώθηκαν , λες , σε φτερά αγγέλου κι έκλεισαν μέσα τους την Ελπίδα και… την ελπίδα του νέου της κόσμου!
Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου


Thursday, November 13, 2014

Η άλλη Λευκωσία - Nicosia…

Γράφει ο Ανδρέας Χριστοδούλου
Πρόσφατα (8/9 Μαρτίου 2012) το διεθνές ειδησεογραφικό τηλεοπτικό κανάλι CNNI, σε εκτενές ρεπορτάζ του πριν από τη συνάντηση ΑΠΟΕΛ-Ρεάλ Μαδρίτης για τους προημιτελικούς του Champions League κατέγραψε, λανθασμένα, ως τόπο προέλευσης της ομάδας μας την πόλη Nicosia στη Σικελία προκαλώντας διάφορα αρνητικά και ειρωνικά σχόλια. Web address:



Το γεγονός αυτό είναι ενδεικτικό, δυστυχώς, της έλλειψης αναγνωρισιμότητας των πόλεων μας και κατ΄ επέκταση και της ίδιας της νήσου Κύπρου από παγκόσμιας εμβέλειας ΜΜΕ όπως είναι και το CNN και γι αυτό το πρόβλημα ελπίζω να έχουν ήδη επιληφθεί οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους.

Ταυτόχρονα είναι επίσης πραγματικότητα ότι ελάχιστοι Κύπριοι γνωρίζουν για την ύπαρξη στη Σικελία, πόλης που φέρει το ίδιο όνομα με την πρωτεύουσά μας στη λατινογενή του εκδοχή – Nicosia. 

 


Το παρόν άρθρο στοχεύει, πρώτον, να δώσει στο κυπριακό αναγνωστικό κοινό μια σύντομη γενική περιγραφή αυτής της πόλης, που μοιράζεται αρκετά πολιτιστικά στοιχεία – εκτός από το όνομα – με την πρωτεύουσά μας, και, δεύτερο, να θέσει προβληματισμό για την πιθανή διδυμοποίηση των δυο ομώνυμων αυτών πόλεων με την αναβάθμιση της υφιστάμενης ήδη συμφωνίας συνεργασίας τους που υπογράφτηκε το 2000.

Πρώτα απ΄ όλα θα τοποθετήσουμε τη μικρή πληθυσμιακά πόλη με τους 15.000 κατοίκους. Η Nicosia είναι κτισμένη αμφιθεατρικά από το κέντρο της κοιλάδας Val Demone, προς τέσσερις ψηλούς λόφους (Cappuccini, Monte Oliveto, Roccapalta και Castello), που καλύπτονται από πευκοδάση στη νότια πλαγιά της οροσειράς Nebrodi, σε υψόμετρο που κυμαίνεται από 700 σε 800 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας.
 

Το όνομα της πόλης πιθανότατα συνδέεται με κάποιο τρόπο με αυτό του πολιούχου της πόλης, Αγίου Νικολάου, του οποίου η λατρεία είναι πολύ συχνή μεταξύ των ελληνικών κοινοτήτων, παραπέμποντας στην ελληνική καταγωγής της, ενδεχομένως την περίοδο της βυζαντινής κυριαρχίας της Σικελίας. Μια άλλη εκδοχή συνδέει το όνομα της πόλης με μέλη της οικογένειας Nicosia, τα οποία εκδιώχθηκαν για πολιτικούς λόγους από τη φραγκική διακυβέρνηση της Κύπρου το 13 αιώνα και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή αυτή της Σικελίας.

Διοικητικά η πόλη ανήκει στην επαρχία της Έννα της ΒΑ Σικελία και βρίσκεται σε απόσταση 150 χλμ από την πρωτεύουσα του νησιού, Παλέρμο, 100 χλμ από την πόλη Κατάνια στην ανατολική ακτή και 170 χλμ από την πόλη Μεσσήνα στο βόρειο άκρο του νησιού. Οι γεωγραφικές της συντεταγμένες της είναι 37 45΄Β και 14 24΄Α.

Το κλίμα της πόλης είναι μεσογειακό με ενισχυμένη λόγω τοποθεσίας την ηπειρωτική διάσταση με χαμηλότερες θερμοκρασίες το χειμώνα και ψηλότερες το καλοκαίρι από τα παράλια της Σικελίας. Επιπρόσθετα, λόγω υψομέτρου, οι θερμοκρασίες μειώνονται ανάλογα ενώ η βροχόπτωση αυξάνεται. Συγκεκριμένα η μέση θερμοκρασία το Γενάρη, που είναι ο ψυχρότερος μήνας, είναι γύρω στους 7 Κελσίου ενώ τον Αύγουστο, το θερμότερο μήνα, ανέρχεται στους 25 Κελσίου. Η ετήσια βροχόπτωση είναι γύρω στα 500 χιλιοστά. Για σύγκριση τα αντίστοιχα δεδομένα για τη δική μας Λευκωσία είναι 10 Κελσίου, 29 Κελσίου και 340 χιλιοστά.

Η πόλη έχει πανάρχαια προέλευση και μια μακρά ιστορία, αφού ιδρύθηκε από τους Έλληνες και στη συνέχεια κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους. Ο σημερινός οικισμός αναπτύχθηκε κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, τον 6 αιώνα, πρώτα κάτω από την τοποθεσία του κάστρου, σε μια δυσπρόσιτη θέση, ενώ στη συνέχεια, επεκτάθηκε - στη διάρκεια της Αραβικής κυριαρχίας και αργότερα από τους Νορμανδούς - προς την εύφορη κοιλάδα. Οι Νορμανδοί προώθησαν τη μαζική μετανάστευση οικογενειών από τη Λομβαρδία και το Πιεμόντε, στη ΒΔ Ιταλία (σύνορα με τη Γαλλία), γεγονός που εξηγεί γιατί η τοπική διάλεκτος περιέχει πολλές λέξεις από την Ιταλο-γαλλική διάλεκτο των περιοχών αυτών.

Οι κυριότερες ασχολίες των κατοίκων της πόλης είναι η επεξεργασία των εκλεκτών γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων της γύρω περιοχής. Ιδιαίτερης ποιότητας είναι το τοπικό ελαιόλαδο καθώς και το πολυβραβευμένο κρασί από τα οινοποιεία Cantine ενώ από τα κτηνοτροφικά προϊόντα πιο γνωστό είναι το Sagredel Castrato, είδος νοστιμότατου βοδινού κρέατος. Επιπλέον η πόλη έχει αναπτυγμένη βιοτεχνία παραδοσιακά στους τομείς της ξυλογλυπτικής και των χειροποίητων υφαντών καλαθιών. Στους πόρους της πόλης περιλαμβάνονται και ορυχεία αλατιού και θειούχα ιαματικά νερά που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή.

Τις τελευταίες δεκαετίες η πόλη έχει αναδειχθεί σε περιφερειακό τουριστικό κέντρο τόσο για Ιταλούς όσο και ξένους επισκέπτες, αφού αποτελεί ολόκληρη ένα ζωντανό μουσείο. Σημειώνεται ότι σχεδόν όλα τα κτίρια ανάγονται σε προηγούμενους αιώνες (κυρίως στην περίοδο από τον 15 μέχρι το 19 αιώνα). Είναι φανερό από των αριθμό των κτιρίων ότι ο πληθυσμός της πόλης ήταν πολύ μεγαλύτερος τους προηγούμενους αιώνες από το σημερινό με σημαντική μείωση να παρατηρείται λόγω αστυφιλίας και εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης κυρίως το 19 και 20 αιώνα.

Τα κύρια αξιοθέατα της πόλης περιλαμβάνουν:

o Τα ερείπια του κάστρου Νόρμαν, που κτίστηκαν από τους Νορμανδούς, προσφέρουν μια υπέροχη θέα του Monti Nebrodi και του ηφαιστείου της Αίτνα προς τα ανατολικά, του Monte Altesina και της αλυσίδας Madonie προς τα δυτικά, και του Monte La Guardia και του Rocca Cannone προς τα νότια.

o Τον καθεδρικό ναό του 14ου αιώνα του San Nicola di Bari, πολιούχου αγίου της πόλης, που διαθέτει πλούσια διακοσμημένη πύλη, ένα τεράστιο κωδωνοστάσιο με τριπλά και διπλά παράθυρα-νυστέρι, και φιλοξενεί το έργο «Σταύρωση» του 17ου αιώνα του μοναχού Umile από την Πετραλιά . Ο μαγευτικός άμβωνας προς τα δεξιά είναι φιλοτεχνημένο μαρμάρινο έργο του Antonelli Gagini από το 1566. Αλλά ίσως το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι η ξύλινη ζωγραφισμένη οροφή, που καλύπτει πάνω από 300 τετραγωνικά μέτρα, και που πιθανότατα φιλοτεχνήθηκε από πολλούς καλλιτέχνες σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, με γεωμετρικά μοτίβα, τοπία-σκηνές, πορτρέτα, μετάλλια με φωτεινά γράμματα και σκηνές από την καθημερινή ζωή, καθώς και μυθολογικά και ιερά στοιχεία.

o Την εκκλησία της Santa Maria Maggiore που διαθέτει, επίσης, μεγαλοπρεπή μαρμάρινο άμβωνα του Antonello Gagini. Η εν λόγω εκκλησία αρχικά χτίστηκε τον 12ο αιώνα, όμως κατέρρευσε από κατολίσθηση το 1757, μαζί με πάνω από 400 σπίτια, και η ανοικοδόμηση στη σημερινή της μορφή πήρε πάνω από ένα αιώνα.

o Τα ερείπια του κάστρου Νόρμαν, σε υψόμετρο 814 μ στο Monte San Giorgio, με μία επιβλητική γέφυρα με οξυκόρυφα τόξα .

Αυτά τα λίγα στοιχεία δίνονται για εμπλουτισμό των γνώσεων του κοινού για τη γραφική και ιστορική πόλη της Nicosia, που βρίσκεται στη Σικελία.

Κλείνοντας θα ήθελα να υπογραμμίσω και πάλι ότι και μόνο το ταυτόσημο όνομα αλλά και η σχεδόν παράλληλη ιστορική και πολιτιστική πορεία (Μεγάλη Ελλάδα, Ρωμαϊκή περίοδος, Βυζαντινή περίοδος, Αραβική κυριαρχία κλπ) είναι αρκετοί λόγοι που δικαιολογούν,
πιστεύω, τη διδυμοποίηση των δύο πόλεων – της Λευκωσίας (Nicosia) της Κύπρου και της Nicosia της Σικελίας- και εισηγούμαι στη δημοτική αρχή της πρωτεύουσάς μας να μελετήσει σοβαρά αυτό το θέμα.
Ανδρέας Χριστοδούλου
Επικοινωνιολόγος – Ειδικός για τα Μέσα
Νοέμβριος 2014
 

Sunday, November 2, 2014

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου
Ανάδρομα σήμερα βγαίνω για τη δική μου παρέλαση, για το δικό μου εμβατήριο ζωής. Λέω πως κάθε μέρα πλέον είναι ευκαιρία για να καθιερωθεί μία επέτειος. ΄Εχω και μερικά συνθήματα στη σκέψη, κάμποσα ΄Οχι να προτάξω στους εχθρούς των ημερών. Γιατί το χιόνι είναι πολύ τριγύρω κι όσο κι αν προσπαθεί η αντοχή μου να το φτυαρίσει και να το βγάλει από το δρόμο της, είναι στιγμές που βουλιάζει η θέληση και αποσύρεται με κρυοπαγήματα στον πλησιέστερο θυμό.

Κατεβαίνω λοιπόν σαν μικρή μάχη που λαχταρά να γίνει πόλεμος κι έχω τις πρώτες μου οβίδες-ιαχές για όσους άγρυπνοι κοιτάνε ακόμα το πηχτό σκοτάδι λαχταρώντας να νικήσει μια επέλαση αγγέλων όλους τους δαίμονες του άσπλαχνου καιρού. Κι έχω το Όχι μου ψηλά βαλμένο για όλες τις νύχτες που με κάνανε να σκέφτομαι το μέλλον των παιδιών μου μες στον ιδρώτα και τη θλίψη βουτηγμένη. Γιατί, πού να γυρέψω τους ορίζοντες; Και πόσο όνειρο να τους ζυμώσω, όταν τα στάχυα της πατρίδας δεν καρπίζουν πια; 


Με προσευχή κλείνω τα μάτια, με προσευχή λαγοκοιμάμαι. Κι εγώ κι όλες οι μάνες που γεννήθηκαν εκ προοιμίου με ανίατη αγάπη για τα δώρα που ακούμπησε στην έγνοια τους ο Θεός. Κι ύστερα σημαδεύω με το ΄Οχι μου τα κούφια λόγια τα μεγάλα, που πέφτουνε στα αυτιά τόσο μικρά . Ποιος πείθεται πλέον για τις καλές προθέσεις; Πού να τις ψάξει και να τις βρει; Η εμπιστοσύνη σαν γέρικο δέντρο έπεσε απότομα κάτω από τον πέλεκυ αιμοβόρου κόσμου και είναι δύσκολο πια να καρπίσει και να γίνει βαθύσκιωτη συνέχεια. Κι ύστερα ανασύρω ένα Όχι για την αναίδεια, για την αυθάδεια που θέλει να καθιερωθεί ως δικαίωμα. 

Ένα ΄Οχι για όσους μεταθέτουν τις ευθύνες τους αλλού, εθελοτυφλώντας και στρουθοκαμηλίζοντας ,εξεγείροντας έτσι περισσότερο την κοινή γνώμη που ασφυκτιά στα στενά πλαίσια ζωής που υποχρεώθηκε να ακινητοποιηθεί με τα χέρια ψηλά σε μόνιμη παράδοση των μικρών, των απλών, των αυτονόητων ονείρων.

Επιτρέψτε μου, σας λέω, να φωνάξω κι ένα Όχι για τη Λύπη, που έχει γίνει γριά ξεδοντιάρα και κυκλοφορεί ανάμεσά μας μεθυσμένη, με λόγια λειψά, με μαλλιά ανάκατα , αφού καμιά χαρά δεν έσκυψε στοργικά να τα χτενίσει. Κι είναι στιγμές που τούτη η Λύπη γίνεται οργή και κατεβαίνει κόκκινη σαν αίμα από τη σκέψη, από τα λόγια μας και τότε μοιάζουμε πιο πολύ σαν εχθροί παρά σαν άνθρωποι, γιατί έχουμε μάθει, μας έχουν μάθει, να επιβιώνουμε όχι δίνοντας ο ένας το χέρι στον άλλο μα δαγκώνοντας ο ένας ό,τι απέμεινε απ΄την τροφή του άλλου. Και ο πλησίον, πόσο πλησίον να σιμώσει, όταν στήνουμε συρματοπλέγματα κι ηλεκτροφόρα λόγια , γλείφοντας ο καθένας στη γωνιά του τις πληγές του και υψώνοντας τα τείχη του γύρω απ΄την τραυματισμένη ύπαρξή του;

Τέλος , αρθρώνω ένα μεγάλο ΄Οχι στους δήθεν σωτήρες, στους δήθεν ηθικούς, στους δήθεν ακέραιους. ΄Ενα τεράστιο ΄Οχι σε όλα τα Δήθεν. Δεν σώζεται το Σήμερα με απομιμήσεις, ούτε και χτίζεται με πλίνθους και κέραμους, ατάκτως ερριμμένους, το Αύριο για τα παιδιά μας. 

 
Εδώ θέλουμε στέρεες καρδιές, συμπαγείς συνειδήσεις, χέρια πεντακάθαρα σαν φτερά νιογέννητων αγγέλων. Ναι, εδώ που φτάσαμε , ζητάμε μια επανεκκίνηση –αγαπημένη λέξη της εποχής-επανεκκίνηση λέω του Ανθρώπου ή μάλλον… του ΑΝΘΡΩΠΟΥ!

Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου