Του Γιώργου Κασκάνη
Κάθε φορά που άκουγα εκείνη την τηλεοπτική προτροπή για «το ΡΙΚ που θέλουμε», στο μυαλό μου έδινα αυθόρμητες απαντήσεις, αρνητικής όμως διάστασης. Μου φαινόταν πιο εύκολο να περιγράψω «το ΡΙΚ που ΔΕΝ θέλουμε», ίσως γιατί με αυτό ερχόμαστε αντιμέτωποι καθημερινά. Για παράδειγμα, προσωπικά, δεν θέλω την άκριτη αναπαραγωγή πεπαλαιωμένων και μονίμως ανακυκλούμενων απόψεων που ανασύρονται σε κάθε περίπτωση και με κάθε ευκαιρία από τους πολιτικούς.
Δεν θέλω τη χρονομετρική εκείνη παρουσίαση «ειδήσεων» που στόχο έχουν την ικανοποίηση των κομμάτων και όχι την ενημέρωση του κοινού. Δεν θέλω τη δημοσιοϋπαλληλική αντίληψη που συντηρεί μια συνταγή ξεπερασμένη από τον χρόνο και τις απαιτήσεις των πολιτών. Δεν θέλω ένα ίδρυμα που φοβάται, που βολεύεται στη λογική τού «να μην ενοχλήσει κανέναν» και που προσεγγίζει επιφανειακά και πρόχειρα όλα τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν τον τόπο αλλά και τον κόσμο.
Το βράδυ της Δευτέρας, όμως, η εξίσωση στο μυαλό μου αναστράφηκε. Μπορούσα να απαντήσω θετικά στη βάση συγκεκριμένου πλέον παραδείγματος. Αφορμή στάθηκε το ντοκιμαντέρ της Σούλας Χατζηκυριάκου «Εν ονόματι της πατρίδος» για τα γεγονότα του ’64. Έμοιαζε να φυσά ένας άλλος αέρας στα στούντιο του κρατικού ιδρύματος. Η τακτική της μίας και μοναδικής αλήθειας έδινε τη θέση της σ’ έναν σοβαρό, συγκροτημένο και τεκμηριωμένο προβληματισμό. Οι μαρτυρίες απέπνεαν ωριμότητα, γνήσια διάθεση αυτοκριτικής αλλά, κυρίως, μιαν ετοιμότητα να διαβάσουμε ξανά τις ξεχασμένες σελίδες της Ιστορίας μας.
Κι η συζήτηση που ακολούθησε χαρακτηριζόταν από την ηπιότητα, την κατάθεση επιστημονικής άποψης αλλά και εμπειριών σε μια δημοκρατική αναζήτηση όλων εκείνων των στοιχείων που συνέθεσαν -στον έναν ή τον άλλο βαθμό- αυτό το οποίο κληθήκαμε στο τέλος να πληρώσουμε όλοι. Σ’ αυτή την αναζήτηση δεν υπήρχαν συνθήματα και εύκολες ερμηνείες. Δεν υπήρχαν απαγορεύσεις. Κι ίσως γι’ αυτό ο λόγος ήταν συναινετικός και δημιουργούσε προοπτική. Παρακολουθούσα την εκπομπή και σκεφτόμουν ότι αυτός είναι ο τρόπος να συζητήσουμε το μέλλον. Χωρίς ταμπού, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς φανατισμούς και υστερίες. Ακούγοντας ο ένας την αλήθεια του άλλου και προσπαθώντας να την κατανοήσει.
Έχω την εντύπωση ότι η κοινωνία είναι έτοιμη να κάνει αυτό το βήμα. Φτάνει να μην τη φρενάρουν ξανά εκείνοι που αναζητούν την αυτοεπιβεβαίωση μέσα από τον αποκλεισμό του ελεύθερου διαλόγου και μέσα από την επιβολή της δικής τους «αλήθειας».
Τελικά, αυτό είναι το ΡΙΚ που θέλουμε...
Γιώργος Κασκάνης
Εφημερίδα "ΠΟΛΙΤΗΣ" 5/3/2014
Συμμετοχή του Δήμου Λατσιών σε διακρατικό συνέδριο στη Γαλλία με θέμα την «Ανεργία των Νέων»

Με απόλυτη επιτυχία συμμετείχε αντιπροσωπεία του Δήμου Λατσιών στο διακρατικό συνέδριο του ευρωπαϊκού έργου JobTown. Το έργο Jobtown υλοποιείται στο πλαίσιο του προγράμματος URBACTII. Το Πρόγραμμα URBACTII είναι ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα ανταλλαγής γνώσεων και εκμάθησης με στόχο τη βιώσιμη αστική ανάπτυξη. Το URBACT II παρέχει τη δυνατότητα συνεργασίας μεταξύ των πόλεων για την εξεύρεση λύσεων σε μείζονα αστικά θέματα, επιβεβαιώνοντας τον πρωταρχικό ρόλο που κατέχουν οι πόλεις στην αντιμετώπιση ολοένα και πιο σύνθετων κοινωνικών αλλαγών. Μέσω του URBACT, οι πόλεις ανταλλάσουν καλές πρακτικές και εμπειρίες που έχουν συσσωρευτεί από όλους τους εμπλεκομένους σε θέματα αστικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στο URBACT συμμετέχουν 290 πόλεις διαφορετικού μεγέθους, σε συνεργασία με τις Τοπικές Ομάδες Στήριξής τους, από 29 χώρες. Στην παρούσα φάση υλοποιούνται 37 έργα με 5.000 ενεργούς συμμετέχοντες από Περιφέρειες σύγκλισης και ανταγωνιστικότητας.

Ο Δήμος Λατσιών είναι ο μόνος οργανισμός που εκπροσωπεί την Κύπρο στο εν λόγω πανευρωπαϊκό πρόγραμμα μέσω της συμμετοχής του, ως εταίρος, στο έργο Jobtown.Το έργο JOBTOWN είναι ένα Ευρωπαϊκό Δίκτυο Τοπικών Συμπράξεων για την Ανάπτυξη της Απασχόλησης & Ευκαιριών για τους Νέους που αποτελείται από 11 τοποθεσίες ανά την Ευρώπη. Εταίροι στο έργο είναι οι: 1.Cesena(Ιταλία), 2.Thurrock Council (Ηνωμένο Βασίλειο), 3. Δήμος Λατσιών(Κύπρος), 4. Gondomar (Πορτογαλία), 5.London Borough of Enfield (Ηνωμένο Βασίλειο), 6.University of Kaiserslautern (Γερμανία), 7. Rennes Métropole (Γαλλία), 8. Aveiro (Πορτογαλία), 9. Aviles (Ισπανία) , 10.Kielce (Πολωνία) και 11. Nagykallo (Ουγγαρία).

Στις 19 - 20 Φεβρουαρίου 2014, τριμελής αντιπροσωπεία του Δήμου Λατσιών, αποτελούμενη από τους Δρ. Μιχάλη Σωκράτους (Δημοτικός Γραμματέας Λατσιών – υπεύθυνος έργου Δήμου Λατσιών), κ. Κυπριανό Φιλίππου (μέλος Δημοτικού Συμβουλίου και Πρόεδροςτου Δημοτικού Συμβουλίου Νεολαίας Λατσιών – μέλος της Τοπικής Ομάδας Υποστήριξης Έργου) και κ. Ελευθέριο Λοΐζου (Διευθύνων Σύμβουλος της Αναπτυξιακής Εταιρείας Λευκωσίας (ΑΝΕΛ) και συντονιστής της Τοπικής Ομάδας Υποστήριξης Έργου) συμμετείχε στο 3ο Διακρατικό Θεματικό Συνέδριο στην πόλη Rennes της Γαλλίας. Στο συνέδριο συμμετείχαν επίσης αντιπροσωπείες από όλους τους συμμετέχοντες στο έργο οργανισμούς.

Το Συνέδριο αφορούσε ανταλλαγή καλών πρακτικών και εμπειριών μεταξύ των συμμετεχουσών πόλεων στον τομέα της απασχόλησης των νέων και συγκεκριμένα στους άξονες: α) εποχιακή κατάρτιση- ενδυνάμωση ικανοτήτων των ανέργων, β) διαθέσιμα εργαλεία πρόβλεψης των αναγκών της αγοράς εργασίας σε σχέση με την απασχόληση, γ) προσαρμογή των τοπικών γραφείων απασχόλησης προς τις ανάγκες των ανέργων νέων και δ) κοινωνική επιχειρηματικότητα και καινοτομία ως νέες μορφές απασχόλησης. Η αποκτηθείσα, από τη συμμετοχή στο συνέδριο, γνώση θα αναλυθεί σε διαδοχικές συναντήσεις της Τοπικής Ομάδας Υποστήριξης Έργου, ούτως ώστε να προσαρμοστεί στα τοπικά δεδομένα και να αξιοποιηθεί με προώθηση τοπικών δράσεων προς όφελος των δημοτών.
Λατσιά, 27 Φεβρουαρίου 2014
Της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου
Ο κόσμος κυλούσε σαν τρένο στις προκαθορισμένες ράγες του. Kι ένα κουπλέ τραγουδιού, μονότονο , βαρύ, σκότωνε κάθε μέρα την προοπτική ενός ρεφρέν ψυχικής ανάτασης. Σηκωνότανε πάντα πολύ πρωί, έψηνε καφέ κι έβγαινε με κρύο και με ζέστη στη βεράντα του σπιτιού του . Ένα προσφυγικό καταφύγιο για τη νοσταλγία των τελευταίων σαράντα χρόνων του. Απέναντί του το βουνό πότε φλύαρο πότε σιωπηλό μα πάντα επίμονο. Μια σκιά μέσα στις εποχές και τα χρόνια, μια υπόμνηση του χρέους.
Ο Μάρτης φυσούσε απαλά και δροσερά , αύρα σαν ανοιξιάτικη σκέψη στην πανδαισία των χρωμάτων που ετοιμάζανε την έκρηξή τους. Αύριο καθαρή Δευτέρα και μετά άλλη μια Σαρακοστή. Κι η Ανάσταση πότε; αναρωτήθηκε καθώς το βουνό απέναντι με τα τραυματισμένα δάχτυλα ύψωνε για άλλη μια φορά την καρτερία του. Πέρσι, την ίδια μέρα , καθότανε και πάλι εδώ. Η γυναίκα του έφτιαχνε πρωινό, εκείνος όνειρα.
Κάπου πίσω από το βουνό, μια θάλασσα κρατούσε ακόμα μέσα στο φλοίσβο της τα νεανικά του σκιρτήματα Και μια βάρκα κατάλευκη σαν κρίνο ευαγγελισμού ακουμπούσε το ταξίδι της στην αμμουδιά και περίμενε την επόμενη εξερεύνησή τους στις θάλασσες της αγάπης . Και παραδίπλα ο κάμπος , που αμόλαγε τους πολύχρωμους χαρταετούς μήπως και γίνουν αετοί και πετάξουν στις πιο ψηλές βουνοκορφές της επιθυμίας. Πέρσι ακόμα μοιραζότανε τούτη τη θύμηση μαζί της. Τον κοίταγε εκείνη με τα μάτια της αγάπης κι ύστερα έκρυβε τη λαχτάρα και τον πόνο της μέσα στις λέξεις του. "Θα δεις, θα γυρίσουμε!".
Εχουμε ένα σπίτι απέναντι, έχουμε μια ζωή» . Μα δυο μήνες πριν, στο έμπα του καινούριου χρόνου, εκείνη κουράστηκε να περιμένει. Κοίταξε για τελευταία φορά τη σιωπή του αγέρωχου βουνού και παραδόθηκε στην ευσπλαχνία των αγγέλων. Σαράντα χρόνια ήταν πολλά για την υπομονή και την επιμονή της. Δίπλα στην κουνιστή καρέκλα που καθόταν, απέμειναν οι γλάστρες με τα γεράνια και το βασιλικό, που πότιζε κάθε μέρα η αντοχή της . Κι εκείνα , με βαθιά ευγνωμοσύνη , έσμιγαν τα αρώματά τους με τις μυρωδιές μιας ατέλευτης προσμονής για γυρισμό.
Γερνάνε, φεύγουν οι άνθρωποι και μένουν πίσω τους οι μικρές και μεγάλες αγάπες τους. Μια ποδιά στην κουζίνα, ένα τραπεζομάντιλο βελονάκι στην τραπεζαρία, μια σειρά φωτογραφίες στο έπιπλο του σαλονιού. Και μια πίκρα διάχυτη στα πλακάκια που περπάτησαν, στα σεντόνια που κοιμήθηκαν , στα μάτια που πολύ τους αγάπησαν.
Λες και σηκώθηκε άξαφνα ψύχρα. Ασυναίσθητα κάθισε στην κουνιστή της καρέκλα, γυρεύοντας ζεστασιά από το σχήμα του κορμιού της που κρατούσε ακόμα μέσα στο ρούχο του το κάθισμα. Πέρα το βουνό τον κοίταξε με παράπονο και τέντωσε ακόμα πιο πολύ μπροστά το στήθος λες και ήθελε να ακουμπήσει την καρδιά του με τη δική του.

Να γίνουν δυο καρδιές που πάλλονται σε μια ανάμνηση και μια προσδοκία. Αύριο καθαρή Δευτέρα, συλλογίστηκε και πάλι. Και βάλθηκε να καθαρίζει τη σκέψη του από όλα τα σύννεφα που γύρευαν να κρατήσουν την άνοιξη μακριά του.
Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου
Βουκουρέστι, πρωτεύουσα της Ρουμανίας 2014
Έχει 3.100 δωμάτια, 12 ορόφους και ο Τσαουσέσκου ξεκίνησε να το χτίζει με 20.000 εργάτες και 700 αρχιτέκτονες στις αρχές τις δεκαετίας του '80, για να στεγάσει την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΡ, το προεδρικό γραφείο και τα υπουργεία! Ο δικτάτορας είχε εμπνευστεί από το Σινικό Τείχος στο Πεκίνο.
Σήμερα, είναι το δεύτερο μεγαλύτερο κτίριο στον κόσμο μετά το αμερικανικό Πεντάγωνο.

Στο Βουκουρέστι ο ταξιτζής ήταν κατηγορηματικός. Η οικονομική κατάσταση δεν είναι καθόλου καλή και οι δημοκρατικοί θεσμοί ακόμη χειρότεροι.
Ο ακόλουθος διάλογος δεν είναι καθόλου φανταστικός.
-Ο Τσαουσέσκου έκανε παλάτια για να κατοικεί και να ζει σαν βασιλιάς.
-Ταξιτζής: Ναι, μεν, αλλά έδινε και δωρεάν στέγη σε όλους.
-Ναι, αλλά, αυτός ζούσε σαν άρχοντας...
-Ταξιτζής: Ε, καλά, τώρα, που μας τα πήρανε όλα και μερικοί επιτήδειοι ζούνε σαν βασιλιάδες κι εμείς οι υπόλοιποι υποφέρουμε, είναι καλύτερα;
-Μα υπάρχει δημοκρατία. Υπάρχει ελευθερία λόγου και έκφρασης…
-Ταξιτζής: Για ποια δημοκρατία μου λέτε, όταν δεν υπάρχουν δουλειές ή έστω, ένα υποφερτό εισόδημα; Ούτε καν επιλογή δεν έχουμε ποιους θα ψηφίσουμε. Διώξανε τον Τσαουσέσκου από το παλάτι του και μπήκαν μέσα αυτοί… οι βουλευτές.
Μήπως νοιάζονται καθόλου πραγματικά για μας; Εξυπηρετούν πρώτα τα συμφέροντα τους και μετά των άλλων. Όχι πάντως εμάς των φτωχών.
-Γίνονται όμως έργα, για να αναπτυχθεί η οικονομία.
-Ταξιτζής: Ο Τσαουσέσκου έκανε υποδομές, έργα, μνημεία, πάρκα. Αυτοί κάνουν εμπορικά κέντρα και νεκροταφεία για να μας θάψουν…
-Δηλαδή θα προτιμούσες, να ζούσες με το δικτατορικό καθεστώς του Τσαουσέσκου;
Ταξιτζής: Όχι ασφαλώς, αλλά ούτε και μ’ αυτό το καθεστώς, που βασικά, μας κοροϊδεύει. Ζούμε ένα δράμα κύριε… Ο άλλος, μας τυραννούσε, αλλά μας έδινε και κανένα κόκκαλο, να γλύφουμε.
Αυτοί, τώρα, αδιαφορούν παντελώς για μας. Μας λένε και από πάνω, «κόψτε το λαιμό σας» και ζήστε με 300-500 ευρώ το μήνα… Εσύ, δηλαδή, τι θα προτιμούσες;
-Πάρε με στο αεροδρόμιο…

Γριούλα έξω από το κοινοβούλιο, πωλεί λουλούδια για να ζήσει...