Ταλαντούχος και πολυγραφότατος, ο Ανδρέας Ονουφρίου, πρόσφυγας από την Αμμόχωστο, συνεχίζει ακάθεκτος να εκπλήσσει συνέχεια με τα δοκίμια, τα κείμενα και τα ξεχωριστά βιβλία του με επίκεντρο τον άνθρωπο και την κοινωνία, οι ισορροπίες της οποίας διαταράχθηκαν με τη βάρβαρη τουρκική εισβολή το 1974 και την τραγωδία που επακολούθησε. Προσπάθεια του πάντοτε, να διατηρήσει άσβεστη τη μνήμη της κατεχόμενης γης μας. Κάθε βιβλίο του είναι και μια σπονδή στην τέχνη του γραπτού λόγου, που χειρίζεται με τόση άνεση. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί βγαίνει μέσα από τα εσώψυχα του, λιτή και κατανοητή, τις πιο πολλές φορές σπαρακτική, που βροντοφωνάζει για το δίκαιο.
Σεμνός και ταπεινός καταγράφει με πάθος, αλλά καθαρή ματιά ιστορίες που πλάθει με μαεστρία στα μυθιστορήματα του. Τα λόγια των πρωταγωνιστών και των χαρακτήρων που χρησιμοποιεί στην πλούσια συγγραφική του φαρέτρα είναι γεμάτα νοηματικές αποχρώσεις και μηνύματα, που δίνουν τροφή για τις απαραίτητες προεκτάσεις και περαιτέρω προβληματισμό.
Άνθρωπος με καλλιέργεια, παιδεία και φωτεινό μυαλό, πορεύεται σταθερός και αταλάντευτος με σπάνιο ήθος και αξιοπρέπεια στο δρόμο του καλού και του ωραίου.
Ακαταπόνητος και ανεξάντλητος με τεράστια δημιουργική
πνοή, μας χαρίζει το νέο του βιβλίο, με πλοκή και δράση, που κρατάει το
ενδιαφέρον από την αρχή μέχρι το τέλος, που κορυφώνεται με την αγωνία που
δημιουργεί στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου.
«Μολυσμένα νερά», είναι ο τίτλος του νέου μυθιστορήματος, του Ανδρέα Ονουφρίου. Ένας τίτλος που παραπέμπει στα κοινωνικά προβλήματα ως επακόλουθο της τουρκικής εισβολής. Ένα μυθιστόρημα όπως και τα προηγούμενα του, γραμμένο με τη γνώριμη σαγηνευτική απλότητα, της γραφής του συγγραφέα. Μια ιστορία που διαδραματίζεται μετά τα γεγονότα της εισβολής και της κατοχής σε ένα χωριό, όπου πρόσφυγες προσπαθούν, να σταθούν στα πόδια τους μετά την ανέλπιστη τραγωδία.
Σίγουρα, ο Ανδρέας Ονουφρίου λατρεύει τον τόπο του και την κοινωνία, που θέλει να τη βλέπει, να πορεύεται με αρχές, αξίες, ανθρωπιά και ήθος, παράμετροι που βασικά κυριαρχούν ως κύριο μήνυμα στα βιβλία του. Η εξαιρετική γραφίδα με τη σχεδόν αστυνομική πλοκή και ανέλπιστες εξελίξεις, καθηλώνει τον αναγνώστη. Γι’ αυτό και η καλογραμμένη ιστορία του, με την αδιαμφισβήτητη ευαισθησία που διακατέχει όλα τα κεφάλαια του βιβλίου, ακούγεται σαν φωνή διαμαρτυρίας για το άδικο.
Ο Ανδρέας Ονουφρίου αφηγείται σαν παραμύθι το μυθοπλαστικό
του υλικό σε μια συνεχή πάλη, με τους ήρωες του από τη μια ως άκακα αμνοερίφια
και τους αντιπάλους τους ως αφηνιασμένους λύκους από την άλλη.
Ήρωάς του πάντοτε ο ηθικός άνθρωπος που βρέθηκε στο μάτι
του κυκλώνα, ανυπεράσπιστος και αδύνατος να βαδίζει σε κακοτράχαλους δρόμους
ξυπόλυτος στ’ αγκάθια με ματωμένη καρδιά και καταπιεσμένη ψυχή, αλλά με θέληση
για το καλύτερο. Οι λύκοι γύρω του να βυσσοδομούν και να μηχανεύονται τρόπους
να τον κατασπαράξουν, όπου ο από μηχανής θεός επεμβαίνει υπέρ του αδυνάτου και
αποδίδεται η απαραίτητη δικαιοσύνη.
Η κακία, η απληστία, η δυστυχία, ο ανθρώπινος πόνος, η αδικία, το ψέμα τα ατέλειωτα κοινωνικά τραύματα που επιζητούν επούλωση βρίσκουν τη θέση τους μέσα στην ιστορία του Ονουφρίου, όπου στο τέλος κυριαρχεί η καλή πλευρά των πραγμάτων. Η πάλη του καλού και του κακού είναι παλιά όσο και ο άνθρωπος επί της Γης… οι δυο όψεις, της ζωής με τον αέναο φαύλο κύκλο, της δυαδικότητας, του καλού και του κακού. Από τη μια η χαρά και από την άλλη η λύπη. Από τη μια ο πόνος και από την άλλη η αγαλλίαση. Ο συγγραφέας σε ένα κεφάλαιο γράφει χαρακτηριστικά: «-Δεν μου λες, παπά μου, εσύ που είσαι και γραμματιζούμενος γιατί ο άνθρωπος που ‘χει το λογικό να ξεχωρίζει το κακό απ’ το καλό, να κάνει πάντα το κακό; Ενώ τα ζώα που δεν έχουν το λογικό, κάνουν πάντα αυτό που πρέπει! –Αχ Στασή! Μεγάλο κεφάλαιο ανοίγεις φίλε μου και γω δεν είμαι στα καλά μου για να σου δώσω τις πρεπούμενες απαντήσεις».
Ο Παντελής, ένα προσφυγόπουλο, λαχταρά να ανοίξει τα φτερά του και να υλοποιήσει τα όνειρά του, κάποιοι όμως του φράσσουν το δρόμο την ίδια ώρα που η αδελφή του αφήνει το φτωχόσπιτό τους και καταφεύγει στην Αθήνα όπου την καταπίνει η νύχτα και εξαφανίζεται. Και ενώ όλα φαίνονται χαμένα, μια μυστηριώδης γυναίκα θα του ανοίξει την πόρτα στο μέλλον και θα φτάσει κι αυτός στην Αθήνα όπου θα συναντήσει τον έρωτα που όμως τον σκιάζει ένα σκοτεινό μυστικό. Και ενώ η μια ανατροπή θα φέρει την άλλη, μια δολοφονία θα ανατρέψει τα πάντα και ένα ορμητικό ποτάμι θα τα παρασύρει όλα αποκαλύπτοντας κρυμμένα θανάσιμά μυστικά και τελικά θα οδηγήσει στην κάθαρση.
Όπως και τα προηγούμενα έργα, έτσι και στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα το τραγικό βίωμα της εισβολής και της προσφυγιάς διαπλέκεται με μυθοπλαστικά στοιχεία. Η αφήγηση εμφορείται από έντονη συναισθηματική φόρτιση, καθώς αποτυπώνει την ψυχική κατάσταση των χαρακτήρων μέσα από δυνατές εικόνες και προσωπικές εξομολογήσεις. Η ψυχική οδύνη των προσώπων εκφράζεται με τις δραματικές συνθήκες που βιώνουν, καθώς και με τα «μολυσμένα νερά» της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας.
Ήταν και άλλα που τυραννούσαν τη ψυχή του Παντελάκη. Ήταν κάτι νύχτες που τον έπιανε μια έξαψη, μια ταραχή που γόργιζε το αίμα στις φλέβες του, που ένιωθε τη σάρκα του να τσουρουφλίζεται και το μυαλό του να γεμίζει εικόνες αδιερεύνητες, στα όρια της αμαρτίας… (σελίδες 21-22).
Αντίθετα, η μικρή Κλειώ κατάφερνε πάντα ν’ αρπάζει τη μπουκιά ακόμα κι αν την άρπαζε από το στόμα του άλλου. Είναι ζήτημα καπατσοσύνης, τελικά, να επιβιώνεις σε τούτο τον κοσμάκη. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που στέκονταν άναυδοι μπροστά στις όποιες αναποδιές ή στα όποια προβλήματα συναντούσε στο δρόμο της. Ούτε κατάπινε απογοητεύσεις και να κάθεται να κλαψουρίζει. Είχε στόχους. Ξεκάθαρους και αμετάκλητους. Να πετύχει! Να αρπάξει όσες μπουκιές μπορούσε να αρπάζει. Οι άλλοι… ζαμανφού! (σελίδα 49).
Τα όνειρα τα γεννά η απαντοχή και τα θρέφει η ελπίδα. Κι απέ, μια ατέρμονη μάχη να τα σαρκώσεις. Ένας αγώνας είναι η πορεία και η ψυχή στο μετερίζι να παλεύει για το όνειρο. Κι η ζωή να την αντιμάχεται. Άνισα, όμως. Γιατί έχει η ζωή στη φαρέτρα της τον κεραυνό. Και σύ, στ’ απρόσμενο και στ’ απροσδόκητο, μένεις, στη μέση της παλαίστρας, με τα χέρια γεμάτα στάχτες και τη ψυχή κουρέλι, στο κοντάρι της απόγνωσης… (σελίδα 222).
Η επιτυχία του Ανδρέα Ονουφρίου αποτυπώνεται πάνω στην
εκφραστική συμπεριφορά της γλώσσας που χρησιμοποιεί με τόση άνεση και της
ευφάνταστης πλοκής του έργου που αφηγείται. Σκιαγραφεί με επιτυχία και τον
απαραίτητο δραματικό τρόπο το σκοτάδι της ανείπωτης απανθρωπιάς από τη μια με
το αναφυόμενο φως της δικαιοσύνης από την άλλη.
Η κρυμμένη απελπισία, του ‘ποιμένα’, με την άγνωστη ιδιοσυγκρασία των αμνών του, στο απρόσμενο κυνικό σκηνικό, των λύκων με το πάντα αιωρούμενο και ποθούμενο πάθος, της δικαιοσύνης, μετουσιώνεται σιγά, σιγά μέσα από την πλοκή της ιστορίας σε συγκεκριμένες δράσεις, που ενεργοποιούν όλες τις δυνάμεις μαζί με τις πέντε αισθήσεις. Γράφει κάπου ο συγγραφέας: «Από τι κινδυνεύει άραγε αυτό που έχει φτερά; Μα από κείνον που δεν έχει τίποτ’ άλλο παρά νύχια. Τα νύχια κρύβονται μέσα στο σκοτάδι. Καιροφυλακτούν στο επίπλαστο καλημέρισμα, στο αρρίζωτο χαμόγελο. Δεν αποπνέουν καμιά μυρωδιά τα κρυμμένα νύχια, ούτε έχουν φωνή να ακούσεις την απειλή…».
Μοίρα του αυθεντικού συγγραφέα είναι, με τη γλώσσα, του γραπτού λόγου, να ανοίγει την καρδιά του και να δείχνει την ψυχή του. Από μακρινούς και συχνά δύσκολους δρόμους ξεκίνησε ο Ανδρέας Ονουφρίου. Από τα ανήσυχα νιάτα του άρχισε το συγγραφικό ταξίδι. Τα σημάδια αυτής της πορείας υπάρχουν στα βιβλία του, μέσα από το λόγο του που δράχνει ηθικά νήματα. Η συγγραφή, του έδωσε «το ωραίο ταξίδι» γεμάτο διακρίσεις, επαίνους και βραβεία, που λόγω χαρακτήρα, τον έκαναν ακόμη πιο σεμνό και δυνατό.
Καλοτάξιδο να είναι και το βιβλίο του αυτό.
Φοίβος Νικολαΐδης




No comments:
Post a Comment