Saturday, May 2, 2020

Τα Πολιτικά τής Εκπαίδευσης

Δημοσιεύθηκε στην τριμηνιαία επιθεώρηση «Κυπριακή Βιβλιοφιλία», 
Τόμος Δ΄, τεύχος 15, Φθινόπωρο 2010 και στο www.antifono.gr στις 22.3.2011.
Παράρτημα VI          
                                     
            Το βιβλίο «Τα Πολιτικά τής Εκπαίδευσης στην Κύπρο» τού Δρ Παναγιώτη Περσιάνη, εκδόσεων Πανεπιστημίου Λευκωσίας-Παπαζήση ΑΕΒΕ, αποτελεί στην πραγματικότητα μια παράθεση μερικών από τα γεγονότα που συγκροτούν την ιστορία τής σύγκρουσης ανάμεσα στις δυνάμεις που έθεταν και θέτουν σαν προτεραιότητα την προστασία και τη διαιώνιση τής ελληνικής ταυτότητας της Κύπρου και σ’ εκείνες που είχαν και έχουν άλλα ή κι άλλα σχέδια στο μυαλό τους. 

Οι τελευταίες, σε αντίθεση με τις πρώτες, έδρασαν και συνεχίζουν να δρουν σε πολλές περιπτώσεις ανεπίγνωστα ή παραπλανημένες κι άλλες δόλια και συγκαλυμμένα κάτω από διάφορα προσχήματα, όπως εκείνο τής «προόδου», του «εκσυγχρονισμού» και της «μεταρρύθμισης», πλην των Άγγλων που ξεκάθαρα αποπειράθηκαν, ιδιαίτερα μετά τα γεγονότα τού 1931, να φτιάξουν από τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων τής Κύπρου και την περιθωριακή μειονότητα των Τούρκων, μόνο Κυπρίους με κύρια γλώσσα την Αγγλική.
            Kαι οι δύο παρατάξεις έχουν τούς ήρωές τους. Όμως ανάμεσα σ’ εκείνους που αγωνίστηκαν για τη διατήρηση τής ελληνικότητας τού τόπου  πολλοί δεν επιδέχονται καμμίαν αμφισβήτηση γιατί είναι είτε απαγχονισμένοι, είτε αποκεφαλισμένοι ή με άλλους τρόπους πεσόντες σε μάχες, σε βασανιστήρια και σε εν ψυχρώ εκτελέσεις, ενώ ανάμεσα σ’ εκείνους που με διάφορα προσχήματα επεδίωξαν αλλότριους στόχους, υπάρχουν μεν κάποιοι που έτυχε να κερδίσουν κατά καιρούς αναγνώριση, κοινωνική καταξίωση και  μεγάλη φήμη πλην όμως η πάροδος τού χρόνου γίνεται η κολυμβήθρα μέσα από την οποία η αλήθεια αναδύεται ολόλαμπρη και η απάτη ή (στην ηπιότερη της μορφή) η πλάνη, ως αυτή ακριβώς που είναι.
            Άρχισε πλέον να γίνεται φανερό, σε πρώτο στάδιο στους ειδικά ασχολούμενους με το θέμα και από εκεί στον λαό, ότι ο μεγαλύτερος ήρωας τού αγώνα για την προάσπιση τής ελληνικότητας τής Κύπρου στη νεότερη ιστορία της είναι ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, ο οποίος υπήρξε ο ιδρυτής τού ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος τής Κύπρου. Με την ιδρυτική του πράξη τής 1η Ιανουαρίου 1812, σε συνθήκες σκοτεινής δουλείας, έθεσε σε λειτουργία ένα μηχανισμό διαμόρφωσης ανθρώπων προσηλωμένων στην πατρίδα Ελλάδα, με συνείδηση αξίας τής ελευθερίας, χωρίς την ύπαρξη των οποίων δεν θα μπορούσε ποτέ να ανατραπεί η τότε ή η οποιαδήποτε μετέπειτα κατάσταση υποδούλωσης των Κυπρίων. Ο Κυπριανός απαγχονίστηκε από τούς Τούρκους σε ηλικία 65 χρόνων στις 9 Ιουλίου 1821. Ο απαγχονισμός του όμως, μαζί με τον αποκεφαλισμό άλλων πεντακοσίων ιερωμένων και προκρίτων Ελλήνων Κυπρίων, δεν πέρασε απλώς στην Ιστορία, αλλά στην ίδια την ταυτότητα τού τόπου μέσα από τον πιο έγκυρο φορέα της, τη λογοτεχνία, με ένα ποίημα, το κορυφαίο έπος «Η 9η Ιουλίου 1821», που έγραψε ο Βασίλης Μιχαηλίδης.
            «Στη Μάλτα (σήμερα) η Αγγλική είναι η κύρια γλώσσα τής εκπαίδευσης» γράφει ο Δρ Περσιάνης, «η γλώσσα τής κοινωνικής ελίτ, η γλώσσα τής διοίκησης και η γλώσσα στην οποία εκδίδονται τα βιβλία. Στην Κύπρο το γεγονός ότι δημιουργήθηκε εκπαιδευτική παράδοση πριν από τον ερχομό των Άγγλων συνέβαλε ώστε η όλη εξέλιξη να είναι πολύ διαφορετική. Όταν ήλθαν οι Άγγλοι στην Κύπρο, υπήρχαν ήδη σχολεία δημοτικής και μέσης εκπαίδευσης («Ελληνικές Σχολές» που είχαν ιδρυθεί σε όλες τις πόλεις τής Κύπρου με πρότυπο την Ελληνική Σχολή του Κυπριανού) που εφάρμοζαν το πρόγραμμα των αντιστοίχων σχολείων τής Ελλάδος». (σ.25)
            Το σοκ που υπέστησαν οι Άγγλοι όταν, φτάνοντας εδώ, ανακάλυψαν μια εκπαιδευτική παράδοση σχολείων δημοτικής και μέσης εκπαίδευσης που εφάρμοζαν το πρόγραμμα των αντιστοίχων σχολείων τής Ελλάδος, δεν ήταν τίποτε μπροστά στο σοκ που έπαθαν όταν κατάλαβαν ότι αυτό το πρόγραμμα ήταν εκείνο που εφάρμοζαν και οι ίδιοι, αλλά μόνο για τις ανώτερες τάξεις τής Αγγλίας, εκείνους που προόριζαν να κυβερνήσουν την αυτοκρατορία, ενώ για τον υπόλοιπο λαό δεν είχαν παρά ένα σύστημα εκπαίδευσης που θα βοηθούσε απλώς τον καθένα να είναι χρήσιμος επαγγελματικά στους άλλους. Για τους Άγγλους ήταν αδιανόητο ότι παιδιά αγροτών, γεωργών και κτηνοτρόφων, επιδίδονταν στην εκμάθηση τής αρχαίας ελληνικής γλώσσας και μυούνταν στα αρχαία ελληνικά κείμενα! Η «Παιδεία» γι’ αυτούς είχε ξεκάθαρα ταξικό χαρακτήρα και χώριζε τούς ανθρώπους σε κυβερνώντες και κυβερνωμένους. Οι Κύπριοι ανήκαν αδιαμφισβήτητα και αποκλειστικά στους «κυβερνωμένους».

            Από το σημείο αυτό και μετά αρχίζει στην Κύπρο η διαμάχη μεταξύ των Άγγλων και των Κυπρίων υποστηρικτών τους από τη μια, που ήθελαν να δώσουν προτεραιότητα στις πρακτικές, επαγγελματικές γνώσεις και τις οικονομικές αξίες, σε αντίθεση με εκείνους τούς Κυπρίους από την άλλη, που έδιναν πρωταρχική σημασία στη δημιουργία ελεύθερων και ολοκληρωμένων ανθρώπων μέσα από τη διδασκαλία τού αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και τής γλώσσας του, του κύριου οχήματος ερμηνείας, μετάδοσης και μετατροπής τού ίδιου τού Χριστιανισμού σε παγκόσμια θρησκεία.

            Έτσι το Παγκύπριο Γυμνάσιο, η συνέχεια τής «Ελληνικής Σχολής» τού Αρχιεπισκόπου Κυπριανού και των άλλων «Ελληνικών Σχολών» που την ακολούθησαν, κινδύνευσε από την αρχή, από τότε που ιδρύθηκε με αυτό το όνομα στα 1893, να κάμει την πρώτη του εμφάνιση ως γεωργική ή εμπορική σχολή· τελικά, όμως, τα κατάφερε και παρέμεινε κλασικό ανθρωπιστικό. Το παράδειγμά του ακολούθησαν τα Γυμνάσια που ιδρύονταν στη συνέχεια στις άλλες πόλεις.

            Τα γεγονότα τού ’31 έδωσαν το έναυσμα για μια πιο δυναμική επέμβαση εκ μέρους των Άγγλων οι οποίοι εκτός από τη λογοκρισία, την απαγόρευση λειτουργίας πολιτικών κομμάτων και την ύψωση τής ελληνικής σημαίας, επέβαλαν επίσης τη διδασκαλία τής αγγλικής γλώσσας στα δημοτικά σχολεία και τον περιορισμό τής διδασκαλίας τής ελληνικής ιστορίας.
            Στα μετέπειτα χρόνια, παρόλη τη χαλάρωση των μέτρων, λόγω των συνθηκών τού Β΄ παγκοσμίου πολέμου, οι Άγγλοι δεν μείωσαν τις προσπάθειές τους. Ο γραμματέας τής Μητρόπολης Κερύνειας Πολύκαρπος Ιωαννίδης καταδικάστηκε σε 18 μήνες φυλακή το 1950, γιατί έγραψε άρθρο με τίτλο «Ας το ιδρύσουν», εννοώντας το πανεπιστήμιο που σχεδίαζαν να ιδρύσουν οι Άγγλοι για την εξυπηρέτηση των στόχων τους. 

            Η υπόθεση τής «απεξάρτησης» τής Κύπρου από την Ελλάδα, ως στόχευση ξένων αλλά και Κυπρίων, ακολούθησε τέτοια πορεία στη συνέχεια, πέρασε μέσα από τέτοιες μεταμφιέσεις, παραποιήσεις, μεταμορφώσεις, συγκαλύψεις, προσποιήσεις, χρησιμοποίησε τέτοιες συμπεριφορές και αλλοπρόσαλλες επιχειρηματολογίες, ώστε μέχρι σήμερα να είναι πολύ δύσκολο, ακόμα και στους μελετητές να μπορούν να δουν και να παραδεχτούν τη σκοπιμότητα ή ό,τι άλλο κρυβόταν πίσω από διακηρύξεις και ενέργειες. Ήδη από τα πρώτα χρόνια τής Ανεξαρτησίας, η ιδέα τής «απεξάρτησης» (σ. 47) από την Ελλάδα διεκδικεί «νομιμότητα» μέσα από τη σύγκρουση μιας δήθεν «συντηρητικής» αντίληψης με μια δήθεν «προοδευτική». 

Στην περιγραφή τής πρώτης αυτής, μετανεξαρτησιακής σύγκρουσης ο κ. Περσιάνης δεν χρησιμοποιεί τα εισαγωγικά για τις δύο αντιλήψεις με στόχο, ίσως, να αποφύγει να αγγίξει πραγματικά καυτές και επίμαχες πραγματικότητες. Αυτό όμως δεν προσφέρει ή, ακόμα, αφαιρεί από τις προοπτικές τής τόσο αναγκαίας αυτογνωσίας που έχει άμεση και απόλυτη ανάγκη για την επιβίωσή του ο Ελληνισμός τής Κύπρου σήμερα. Η σύγκρουση τού 1963-64 που περιγράφει ο κ. Περσιάνης είναι εκείνη μεταξύ τού «προοδευτικού» Φρίξου Πετρίδη και τού «συντηρητικού» Κωνσταντίνου Σπυριδάκι, διευθυντών και των δύο, σε διαφορετικές εποχές, τού Παγκυπρίου Γυμνασίου. 

Ο Φρίξος Πετρίδης, φημισμένος δάσκαλος των ελληνικών γραμμάτων και  ιδεωδών, και φλογερός υποστηρικτής τής Ενώσεως με την Ελλάδα, μετατράπηκε σε χρόνο μηδέν σε «πολιτικό φιλόσοφο και πολιτικό εκφραστή τής Κυπριακής Δημοκρατίας» κατά τον Δρ Περσιάνη (σ. 168). Με τον νέο του ρόλο, υποστήριζε τώρα ότι η Κύπρος έπρεπε ν’ ακολουθήσει τον δικό της δρόμο γιατί «η κυπριακή εκπαίδευση προηγείτο της ελληνικής», γιατί η Κύπρος «είχε στη διάθεσή της μεγαλύτερη οικονομική ευρωστία» από την Ελλάδα ώστε να εισαγάγει τις αναγκαίες «μεταρρυθμίσεις». Υποστήριζε ακόμα πως «η επιμονή στην πλήρη ταύτιση με την Ελλάδα αποτελεί “πηνελοπισμό (Η Πηνελόπη, δηλαδή, δεν έπρεπε να περιμένει τον Οδυσσέα, αλλά να επιλέξει… μνηστήρα το συντομότερο), που δεν εξυπηρετεί ούτε την Κύπρο ούτε την Ελλάδα»! (σ. 65). Το πιο απαράδεκτο στην υπόθεση, που ανάγκαζε τον Σπυριδάκι να αποκαλεί την πρόθεση απόκλισης από το ελλαδικό εκπαιδευτικό σύστημα «καταστροφική, απαράδεκτη και προδοτική τού εθνισμού μας», ήταν ότι οι προθέσεις απεξάρτησης παρουσιάζονταν ότι αφορούσαν μόνο «στα διδακτικά μέσα και όχι στους σκοπούς και τους στόχους», αφού οι υποστηρικτές τής απεξάρτησης διακήρυτταν ότι «ο χαρακτήρας τής εκπαίδευσης θα παραμείνει ελληνικός» (σ.65). 

Τονιζόταν, όμως, με ιδιαίτερη έμφαση, ότι η Κύπρος ήταν  πια ανεξάρτητη κρατική οντότητα που είχε κάθε «δικαίωμα» να εισαγάγει τη δική της εκπαιδευτική  μεταρρύθμιση, την οποία θα μπορούσε αργότερα να ακολουθήσει και η ίδια η (καθυστερημένη βέβαια) Ελλάς! Αυτές οι «νόμιμες» μεν θέσεις, αν τις αντικρύσει κανείς από την πλευρά τής πραγματιστικής (βασικά αγγλικής) φιλοσοφίας, ταυτίζονταν αυτόματα (χωρίς όμως να τολμά κανείς τότε ή ακόμα και σήμερα να το διερευνά ή να το ομολογεί) με το γενικότερο κλίμα τής εποχής, το απροκάλυπτα ανθενωτικό και εχθρικό για την Ελλάδα κλίμα, που καλλιεργούσε το ΑΚΕΛ μαζί με ένα μέρος τής Δεξιάς τού άμεσου περιβάλλοντος τού  Προεδρικού Μεγάρου. Η όλη απερισκεψία, η ανερμάτιστη συμπεριφορά, η επιπολαιότητα των προθέσεων και των διακηρύξεων επιστεγαζόταν ασυγχώρητα και εξοργιστικά με επικλήσεις (ομιλία Φρίξου Πετρίδη στην ΟΧΕΝ στις 5.1.1963) τής αρετής και τής τόλμης τού αγώνα τού 55-59 που είχε στόχο την Ένωση με την Ελλάδα, για να επιτευχθεί, όμως, τώρα η…απεξάρτηση από την Ελλάδα!

            Στο δεύτερο μισό τής δεκαετίας τού ’60, κατά την περιγραφή τώρα τού κ. Περσιάνη, όταν έφτασε πια στην Κύπρο και η «θεωρία περί ανθρωπίνου κεφαλαίου», «περί της εκπαίδευσης ως σημαντικής επένδυσης», σημειώθηκε νέα σύγκρουση και νέα απόπειρα «απεξάρτησης» από την Ελλάδα με πρωταγωνιστές τους ίδιους κύκλους: Τον υπουργό Εργασίας Τάσσο Παπαδόπουλο με τον υπουργό Οικονομικών Ρένο Σολομίδη (κυβερνητικό-μακαριακό-πραγματιστικό στρατόπεδο) από τη μια και τον Υπουργό Παιδείας Κ. Σπυριδάκι (ελληνοκεντρικό στρατόπεδο) από την άλλη. Οι Παπαδόπουλος-Σολομίδης «υποστήριξαν τον περιορισμό των ανθρωπιστικών/κλασικών σχολείων και την ίδρυση τεχνικών και επαγγελματικών σχολών για την τεχνική και επαγγελματική κατάρτιση των νέων και για την οικονομική ανάπτυξη τής χώρας». Ο Κ. Σπυριδάκις «υποστήριξε πως αυτό θα ήταν πλήγμα όχι μόνο για την πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη τής χώρας αλλά και για την επιστημονική και την οικονομική, αφού χωρίς τη γενική εκπαίδευση θα επηρεαζόταν αρνητικά η ανάπτυξη τού ανθρώπινου δυναμικού» (σ. 48).

            Στην ίδια δεκαετία σημειώθηκε και διαμάχη για την ίδρυση πανεπιστημίου με τους ίδιους μονομάχους: Την ελληνοκεντρική παράταξη να μη θέλει την ίδρυση πανεπιστημίου για να συνεχίσουν οι Κύπριοι νέοι να σπουδάζουν στην Ελλάδα και να διατηρείται ο δεσμός και η ταυτότητα, και την κυπροκεντρική παράταξη να επιδιώκει το αντίθετο.

            Τα γεγονότα τού ’74 κτύπησαν καίρια αλλά όχι θανάσιμα, ακόμα, την ελληνοκεντρική παράταξη και έδωσαν ισχυρή ώθηση στην κυπροκεντρική. Μεταξύ 1978-80 στο πλαίσιο τής συνεργασίας τής μακαριακής παράταξης (ΔΗ.ΚΟ.) με το ΑΚΕΛ, με πρόεδρο τον Σπύρο Κυπριανού, ο ευνοούμενος τού ΑΚΕΛ υπουργός Παιδείας Χρυσόστομος Σοφιανός υποστήριξε με πρόσχημα την τόσο αναγκαία κατά τα άλλα «μεταρρύθμιση», κυπροκεντρική εκπαίδευση, έχοντας στο νου την πάλαι ποτέ «απεξάρτηση» και την ενίσχυση τής κυπριακής κρατικής οντότητας, ενώ ο υφυπουργός Παιδείας Κώστας Χατζηστεφάνου υποστήριξε σταθερά την ελληνοκεντρική εκπαίδευση.

            Ο περί Πανεπιστημίου Νόμος τού 1989 προνοούσε για ένα «δικοινοτικό» πανεπιστήμιο με αναπόφευκτη εξέλιξη, βέβαια, να καθιερωθεί η αγγλική ως η επίσημη γλώσσα του. Την αναδρομική μετά από μισό αιώνα, πιθανή νίκη τού Σερ Χέρμπερτ Ρίτσμοντ Πάλμερ, αντιμετώπισε σθεναρά μικρή ομάδα πολιτών, η «Ομάδα Πρωτοβουλίας για το Πανεπιστήμιο» με ευρύτερη λαϊκή και ελλαδική, επιστημονική υποστήριξη. Όμως τα πράγματα τραβούσαν σταθερά τον δρόμο τους, εκείνον που ήδη πριν από 200 χρόνια ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός έβαλε τις βάσεις για να τον ανακόψει.

            Το 2003 ένας από τούς πιο παλιούς ακρογωνιαίους λίθους τής κυπροκεντρικής αντίληψης και οπαδός τής πραγματιστικής, οικονομικής ανάπτυξης σε βάρος τής κλασικής παιδείας, ο Τάσσος Παπαδόπουλος, εξελέγη στην προεδρία τής Δημοκρατίας με τη στήριξη τού ΑΚΕΛ. Μια από τις πρώτες ενέργειες τής συγκυβέρνησης ήταν ο διορισμός τής περιβόητης Επιτροπής Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης.

            Ανάμεσα στις πολλές «ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις» που πρότεινε η Επιτροπή είναι και η συγκρότηση ομάδας Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων επιστημόνων με στόχο την αναθεώρηση των βιβλίων ιστορίας τής Κύπρου. Ένα από τα προβλήματα στο κτίσιμο τού μέλλοντος τής νέας Κύπρου ή «ευρωκυπριακής πολιτείας», η Επιτροπή εύρισκε να είναι ο «εθνοδυισμός», τον οποίο πρότεινε να εξαλείψει με την κατάργηση τού εκπαιδευτικού διαχωρισμού των δύο κοινοτήτων! Θα έφτιαχνε, δηλαδή, κοινή ελληνοτουρκική παιδεία!

             Στο μεταξύ ο Τάσσος Παπαδόπουλος αναγκάστηκε να παραχωρήσει  την προεδρία τού κράτους σε εκείνους που τού την έδωσαν όταν ήρθε η σειρά τους, και εκείνοι με τη σειρά τους, διόρισαν αμέσως επιτροπή επανασυγγραφής των βιβλίων τής ιστορίας σε πρώτο στάδιο, πράγμα άλλωστε, που ζήτησε στην ετήσια έκθεσή του για το 2008 και το…αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών!

            Διαβάζοντας «Τα Πολιτικά της Εκπαίδευσης στην Κύπρο» τού Δρ Παναγιώτη Περσιάνη, δεν είναι δυνατό ο αναγνώστης, στο χρονικό πανόραμα που εκτίθεται μπροστά του από το 1960 μέχρι σήμερα, ν’ αποτύχει να δει τη σημασία τέτοιων κινήσεων στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν, όπως εκείνη τής θεολόγου Ουρανίας Κοκκίνου (τής ίδιας ομάδας των Φρίξου Πετρίδη, Ανδρέα Χριστοφίδη, Χρυσόστομου Σοφιανού, Τάσσου Παπαδόπουλου κ.α.), η οποία στις 27 Δεκεμβρίου 1976, ως διευθύντρια τού Γυμνασίου Θηλέων Κύκκου, ζήτησε με εγκύκλιό της την κατάργηση τής ελληνικής σημαίας ή εκείνη τού     Υπουργείου Παιδείας τής Κύπρου που αφαίρεσε στίχους από ανάγλυφο τού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, μέσα στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, που δήλωναν την ελληνική και βυζαντινή ταυτότητά του.  
            
Εκείνη την ίδια εποχή, για να κάμει τόπο σ’ έναν τεράστιο χάλκινο  «Αρχιεπίσκοπο Μακάριο», η σεμνή, μαρμάρινη προτομή τού Αρχιεπισκόπου Κυπριανού μετακινήθηκε πιο πέρα – σαν πιόνι σε γιγαντιαία σκακιέρα – και στήθηκε απέναντι ακριβώς από το «περιβόλι τής μονής Μαχαιράδος», εκεί  όπου το πρώτον ίδρυσε ο ίδιος, για την άμυνα τής ελληνικότητας τής Κύπρου, μιαν «Ελληνική Σχολή». Μόλις πριν λίγους μήνες, όμως, και η ακαλαίσθητη πρόκληση τού τεράστιου χάλκινου αγάλματος τού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου έφτασε η ώρα της να μετακινηθεί αλλού. Το ερώτημα είναι, θα επιστρέψει ποτέ ο Κυπριανός στη θέση του; Θα υπάρξει ένα τελικό «ματ» που θα θέσει τέρμα στον αγώνα των αμυνομένων κατά των επιτιθεμένων εναντίον τής ελληνικότητας τής Κύπρου; 
                        Άντης Ροδίτης  

No comments: