Tuesday, November 19, 2024

Οι Έλλενες εναντίον των Περσών και των Καρχηδονίων

Σκελετοί πεσόντων Ελλήνων πολεμιστών από τη μάχη της Ιμέρας, κοντά στο Παλέρμο της βόρειας Σικελίας, που έπεσαν υπερασπιζόμενοι τη γη τους εναντίον των Καρχηδονίων το 480 π.Χ., την ίδια ακριβώς μέρα της ναυμαχίας της Σαλαμίνας, όπου οι Έλληνες νίκησαν και τους Πέρσες!

Είναι ένα γεγονός άνευ προηγουμένου. Την ίδια ακριβώς μέρα, σε δύο διαφορετικά μέρη, τη Σαλαμίνα και την Ιμέρα, σε απόσταση 1344 χλμ. το ένα από το άλλο, οι Έλληνες νίκησαν τις δύο υπερδυνάμεις του τότε κόσμου. Τους Πέρσες και τους Καρχηδόνιους! Και έσωσαν τον πολιτισμό τους!!!...

Skeletons of fallen Greek warriors from the battle of Imera, near Palermo, northern Sicily, who fell defending their land versus the Carthaginians in 480 BC, the exact same day of the naval battle of Salamis , where the Greeks defeated the Persians too!

It’s an unprecedented fact. At the exact same day, in two different places, Salamis and Imera, 1344 km distant from each other, the Greeks defeated the two superpowers of that time world. The Persians and the Carthaginians! And they saved their civilization !!!...

Αρχαίες Ελληνικές πόλεις στη μακρινή Ινδία

 

Χάρτης αρχαίων ελληνικών πόλεων στην Ινδίκή
ANCIENT GREEK CITIES IN INDIA
The God Dionysos was the first to campaign to India 6451 years before alexander 154 king before androcotos ( also known as Chandragupta).
The Greeks did three major campaigns in India-Heracles followed Dionysos and Alexander the Great was the last one. The successors of Alexander the Great continued the conquests in India, with the various Kingdoms which they created there.

Η προέλευση της Κυπριακής Διαλέκτου

Η κυπριακή διάλεκτος αποτελεί
μια ανόθευτη και ζωντανή γλωσσική ποικιλία

Η κυπριακή διάλεκτος αποτελεί μια ανόθευτη και ζωντανή γλωσσική ποικιλία. Ανήκει στο γεωγραφικό και διαλεκτικό χώρο τής αρχαίας Αρκαδοκυπριακής (νότιο-αχαϊκής) ενώ οι υπόλοιπες ελληνικές διάλεκτοι υπάγονται στην Αττική-Ιωνική, εκτός από τα Τσακωνικά που προέρχονται από τη Δωρική.

Δεν αποτελεί ως εκ τούτου έκπληξη πως στην ομιλούμενη κυπριακή διάλεκτο σώζονται λέξεις όπως ο κίλλης (μικρόσωμος άνθρωπος ή γάιδαρος), ο βόρτακος (βάτραχος) και βαβάτσινος (καρπός της συκαμινιάς) που κρατούν από τη διάλεκτο την οποία μιλούσαν οι Αχαιοί που αποίκισαν την Κύπρο το 12ον αιώνα π.Χ.

Σύμφωνα με τον άγγλο ιστορικό Stanley Casson, «η Κύπρος κατοικείται από Έλληνες που διεκδικούν μια περισσότερο απ’ ευθείας καταγωγή από τους προ-Δωριείς Έλληνες, παρά τα πλείστα μέρη της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπου αλβανικές και σλαβικές εισβολές έχουν αλλοιώσει σε σημαντικό βαθμό τους φυλετικούς τύπους». Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ελληνικές διαλέκτους, στο κυπριακό ιδίωμα δεν συναντούμε ούτε μια σλαβική ή αρβανίτικη λέξη κι έτσι εδώ η αρβανίτικη κότα είναι ακόμη όρνιθα.

Η κυπριακή διάλεκτος διακρίνεται στο ότι διατήρησε την προφορά των διπλών συμφώνων της αρχαίας όπως αλλάσσω, λάκκος, πεθθερά, αμμάτιν. Ξεχωρίζει επίσης γιατί κράτησε το ν στο τέλος των λέξεων της αρχαίας ελληνικής γλώσσας όπως το δεντρόν, το μωρόν, το χωρκόν, το λαμπρόν. Κατ’ αναλογία, πρόσθεσε ν εκεί που δεν υπήρχε, όπως μέλιν, στόμαν, χώμαν. Είναι γενικώς παραδεκτό ότι με τη διατήρηση της προφοράς των διπλών συμφώνων και του τελικού ν στα ουδέτερα και στην αιτιατική των ονομάτων, η κυπριακή διάλεκτος πλησιάζει περισσότερο προς την αρχαία Ελληνική από οποιαδήποτε άλλη νεοελληνική διάλεκτο.

Χάριν εμφάσεως, τα λεγόμενα άηχα σύμφωνα ν, σ, τ, θ, π, λ, μ πολλές φορές διπλασιάζονται όταν βρίσκονται μεταξύ δύο φωνηέντων, όπως πίννω, σπίννος, έσσω, ποττέ, πόθθεν, έππεσα, λλία, σήμμερα. Η έμφαση αυτή δόθηκε γιατί βοηθά πολύ στην κατανόηση της λέξης. Για παράδειγμα, το έσσω για να τονιστεί το έσω και όχι έξω και το ποττέ για να δηλωθεί το παντελώς ποτέ.

Η ύπαρξη εκατοντάδων λέξεων της κυπριακής διαλέκτου που παραπέμπουν στ’ αρχαία, με υποχρέωσε να προβώ σε ανάλυση της ετυμολογίας αυτών που χρησιμοποιούνται περισσότερο στην καθημερινή μας ζωή. Πηγή μου ήταν το «Ετυμολογικό λεξικό της ομιλούμενης κυπριακής διαλέκτου» του Κυριάκου Χατζηιωάννου.

 Γιανίσκω = θεραπεύομαι, από το αρχαίο υγιαίνω.

Κανίσσι = δώρο σε τρόφιμα, από το αρχαίο κανίσκιον.

Αντζειόν = πιάτο, σκεύος, από το αρχαίο αγγείον.

Ξημαρίζω = λερώνω, σύνθετο από εκ + μαγαρίζω.

Ποσσιεπάζω = κοιτάζω κρυμμένος, από το αρχαίο υποσκεπάω = κρύβω.

Ατζία = μυτερή άκρη του ψωμιού, από το αρχαίο ακίς.

Καμμώ = κλείνω τα μάτια, από το αρχαίο καμμύω.

Αρμάζω = παντρεύω, από το αρμάζω, μεταγενέστερος τύπος του αρμόζω = ταιριάζω.

Καταϊσσιεύκω = σπαταλώ, από το αρχαίο καταχεύω = χύνω κάτι κάτω.

Δκιατζινεύκουμαι = σεργιανίζω, από το αρχαίο διακινέομαι.

Συντυχάννω = μιλώ, συνομιλώ, από το αρχαίο συντυγχάνω = συναντώ.

Ποταυρίζουμαι = τεντώνω το χέρι ή το σώμα για να φτάσω κάτι, σύνθετο από το από + ταυρίζω. Η αρχική έννοια του ποταυρίζουμαι = ορμώ (τεντώνω το κορμί μου σαν ταύρος).

Κουτσατζιά = πρόχειρη βελονιά, σύνθετη λέξη από κουτσή + ακίδα = αιχμηρή άκρη αντικειμένου, το βελόνι σε αυτή την περίπτωση.

Αγγρίζω = δυσαρεστώ κάποιον, από το αρχαίο αγρίζω = ερεθίζω.

Πεζαρίζουμαι = αναστατώνομαι, παραφέρομαι, από το αρχαίο επιζαρέω.

Ακρολλοούμαι = ωτακουστώ, από το αρχαίο άκρον + λογούμαι = παίρνω λογαριασμό.

Κρώννομαι = υπακούω, από το αρχαίο ακροώμαι με την ίδια σημασία.

Ποκνιάζομαι = τεντώνω τα μέλη μου για ν’ αποδιώξω την οκνιάν, σύνθετο του από + οκνιάζουμαι.

Δκιανεύκω = παίρνω κάποιον περίπατο, από το αρχαίο διανέω.

Έψημαν = μέλι από βρασμένο μούστο, από το αρχαίο έψημα = οτιδήποτε βρασμένο, από το αρχαίο έψω = ψήνω.

Ζινίσσιν = το σβέρκο, προήλθε από το υποκοριστικό ινίχιον του αρχαίου ινίον που αναφέρεται από τον Αριστοτέλη ως σβέρκο.

Καπύρα = φρυγανιά, αρχαία λέξη που αναφέρεται ως καπύρια από τον Αθήναιο το Ναυκρατίτη, (βιολόγος, φυτολόγος, ζωολόγος, γαστρονόμος, διαιτολόγος που έζησε τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. – αρχές του 3ου αιώνα).

Πέμπερος = πολύ ηλικιωμένος, από το αρχαίο πέμπελος.

Καρταμοθωρώ = βλέπω άλλα αντ’ άλλων, σύνθετο κάρταμον + θωρώ. Τα κάρδαμα έχουν καυστική ιδιότητα που προκαλεί ερεθισμό στα μάτια αυτού που τα τρώει ώστε να βλέπει άλλα αντ’ άλλων. Πολύ συγγενικό με το «κάρδαμα βλέπω» που αναφέρεται στις «Σφήκες» του Αριστοφάνη.

Τζηεύκω = φροντίζω κάτι ώστε να μη σπαταληθεί, από το αρχαίο κηδεύω = φροντίζω, περιποιούμαι.

Καταγνώννω = κατακρίνω στη συνείδηση μου, από το αρχαίο καταγιγνώσκω.

Καύκα = ερωμένη, παράγεται από το καυχάομαι, δηλαδή η καύχα είναι το καύχημα του ανδρός που την έχει.

Περιβάρεση = ενόχληση, το βάρος που γίνεται κανείς στον άλλο, σύνθετη λέξη από το περί + το αρχαίο βάρησις.

Ριώ = κρυώνω, από το αρχαίο ριγέω.

Λάμνω = θέτω σε κίνηση ζώο και κινούμαι, από το αρχαίο ελαύνω.

Στυλλομμαδκιάζω = προσηλώνω απλανές το βλέμμα μου στο κενό, από το αρχαίο στύλος + αμμάδκια.

Λάσσω = γαυγίζω, από τον τύπο υλάσσω του αρχαίου υλάσκω και υλακτώ.

Δκιακλύζω = ξεπλένω, από το αρχαίο διακλύζω.

Συντροβολώ = εκσφενδονίζω, συμφυρμός του συνταράσσω + βολώ.

Κορατζίζω = πιάνομαι πάνω σ’ αιχμηρό αντικείμενο, από το αρχαίο κόραξ = αγκιστρωτό ή αιχμηρό αντικείμενο.

Παρασσιονώννω = χύνω το φαγητό στο πιάτο, σύνθετο από το παρά + χενώννω (συμφυρμός χύω + ενώνω).

Η κυπριακή διάλεκτος τείνει να εκλείψει αφού πλέον ομιλείται κυρίως από τους ανθρώπους της υπαίθρου που βρίσκονται μακριά από τ’ αστικά κέντρα. Το γεγονός ότι το κυπριακό ιδίωμα δεν γράφεται και η επίδραση της κοινής νεοελληνικής αποτελούν τους κυριότερους λόγους για τη φθίνουσα πορεία του. Αποτελεί ως εκ τούτου ηθική υποχρέωση μας η διατήρηση της κυπριακής διαλέκτου, έστω και με αρκετά νεοελληνικά στοιχεία. Δεν πρέπει εξάλλου να μας διαφεύγει ότι διαφυλάττοντας τη διάλεκτο μας, διαφυλάσσουμε την ίδια μας την ιστορία.

Monday, November 18, 2024

Η ηδονή της Τραγωδίας

Γράφει η Δρ. Έλσα Νικολαΐδου

«Η Τραγωδία δεν είναι μίμηση ανθρώπων αλλά πράξεων και ζωής και ευδαιμονίας και κακοδαιμονίας» Αριστοτέλης, Ποιητική 1450a16-17 

Στην Ποιητική ο Αριστοτέλης δεν δείχνει λιγότερο ενδιαφέρον για το αντικείμενό του από ό,τι στα φυσικά του έργα. Στο εργώδες εγχείρημά του, παραθέτει αποσπάσματα από δεκάδες έργα, κρίνει ήρωες και συγγραφείς, για να τολμήσει εν τέλει να αποφανθεί για το καλύτερο λογοτεχνικό είδος. Ο φιλόσοφος πρώτος θα ασχοληθεί ενδελεχώς με το ζήτημα της Τραγωδίας και του έπους στην προσπάθεια του να συστήσει σε ποιητές και στο κοινό τα χαρακτηριστικά τους, ώστε να αξιολογήσει τα έργα. Ωστόσο, δεν είναι μόνο αυτός ο σκοπός του. 

Η ποίηση για τον Αριστοτέλη -είτε πρόκειται για κείμενο είτε για θεατρική παράσταση- πρέπει να εξυπηρετεί τον δικό της στόχο, όπως φαίνεται εξάλλου και από τον ορισμό της. Ο θεατής, ακόμη και ο ακροατής ή αναγνώστης -γιατί ο Αριστοτέλης δεν στηρίζει την επιτυχία ενός έργου στη σκηνογραφία, αλλά στην απόδοση του μύθου από τον ποιητή- πρέπει να φτάσει στην πολυπόθητη «κάθαρση» μέσω του ελέους και του φόβου. Αυτή είναι και η ηδονή που αποκομίζει ο θεατής από την Τραγωδία, η «οικεία ηδονή» που αναμένουμε από ένα έργο αυτού του είδους. 

Ο Αριστοτέλης εξηγεί: «Όσοι λοιπόν προετοιμάζουν με το θέαμα μόνο κάτι τερατώδες και όχι κάτι φοβερό δεν έχουν σχέση με την Τραγωδία. Γιατί δεν πρέπει να επιζητούμε οποιαδήποτε ηδονή από την Τραγωδία αλλά μόνο τη δική της (ο γρ πσαν δε ζητεν δονν π τραγδίας λλ τν οκείαν). Επειδή ο ποιητής πρέπει να προετοιμάζει την ηδονή (δονν παρασκευάζειν) με τη μίμηση μέσω του ελέους και του φόβου, είναι φανερό ότι αυτό συμβαίνει μέσα στα πράγματα. Ας ξεκινήσουμε τότε από το ποια συμβάντα φαίνονται δεινά ή ποια οικτρά» Αριστοτέλης, Ποιητική 1453b8-14

Το κριτήριο της «οικείας ηδονής» είναι εκείνο που διακρίνει την καλή από την κακή Τραγωδία. Σκοπός είναι ο θεατής να αισθανθεί ουσιαστικά το συναίσθημα του ελέους (απέναντι στον ήρωα για τα παθήματά του) και του φόβου (για τα ίδια δεινά που θα μπορούσαν να συμβούν στον ίδιο). Η κάθαρση, η οικεία ηδονή της Τραγωδίας, είναι απαραίτητο συστατικό της και ο Αριστοτέλης θα υπερθεματίσει, αναλύοντας τους συνδυασμούς που θα οδηγήσουν σ’ αυτήν.

«Είναι ανάγκη επομένως ο καλός μύθος να είναι μάλλον απλός παρά διπλός, όπως ισχυρίζονται κάποιοι, και να μεταβάλλει τον ήρωα όχι σε κατάσταση ευτυχίας από αυτή της δυστυχίας, αλλά αντίθετα από την κατάσταση της ευτυχίας στη δυστυχία (ξ ετυχίας ες δυστυχίαν) και όχι από μοχθηρία αλλά από μεγάλο σφάλμα είτε ενός προσώπου όπως αυτά που αναφέραμε είτε κάποιου καλύτερου από εμάς παρά χειρότερου» Αριστοτέλης, Ποιητική 1453a11-16.

Πρότυπο είναι ο μύθος του Οιδίποδα και ο Αριστοτέλης δεν κρύβει τον θαυμασμό του για τον Σοφοκλή που, όσο και να συγκριθεί με τον «τραγικότερο των ποιητών», Ευριπίδη, υπερτερεί. Ο Αριστοτέλης θα υπερασπιστεί όμως και τον Ευριπίδη απέναντι στις κατηγορίες ότι τα έργα του τελειώνουν με δυστυχία: «Αυτό είναι το σωστό, όπως είπαμε» υπενθυμίζει. Η οικεία ηδονή της Τραγωδίας επιβάλλει το «δυστυχές» τέλος. Η πραγμάτευση οδηγεί στην οικεία ηδονή της Κωμωδίας (που προφανώς ο συγγραφέας πραγματεύεται στο, χαμένο, Β΄ βιβλίο της Ποιητικής) η οποία διαφέρει από εκείνη της Τραγωδίας. Εδώ έγκειται και το λάθος των Τραγικών ποιητών οι οποίοι, προσπαθώντας να εξυπηρετήσουν τις επιθυμίες των θεατών, ακολουθούν τη δομή της Κωμωδίας, συμφιλιώνοντας στην τελική έκβαση ακόμη και τους χειρότερους εχθρούς.

Ο Αριστοτέλης είναι δάσκαλος. Τα έργα του απευθύνονται κυρίως στους μαθητές του. Ως εκ τούτου, θέτει μία τελευταία απορία, ώστε να κινητοποιήσει τη σκέψη τους: «Ποια είναι καλύτερη, η μίμηση της εποποιίας ή της Τραγωδίας;». Εκείνη που μιμείται τα πάντα είναι βαρετή (φορτική). Το προσωπικό γούστο δεν αναφέρεται ποτέ ως κριτήριο. Εξάλλου, διαμορφώνεται μέσω της ορθής παιδείας, που θα διδάξει στους νέους να χαίρονται και να λυπούνται με αυτά που πρέπει («χαίρειν τε κα λυπεσθαι ος δε» Ηθ. Νικ.1104b 11-13).

Το τελευταίο κεφάλαιο της Ποιητικής είναι αφιερωμένο στην υπεράσπιση (που καταλήγει σε υπεροχή) της Τραγωδίας έναντι του Έπους. Η ανωτερότητα της πρώτης οφείλεται κυρίως στην επίτευξη του στόχου της, δηλαδή της αισθητικής απόλαυσης. Η Τραγωδία δεν δημιουργεί τυχαία ηδονή, αλλά τη δική της (οικεία). Αισθανόμαστε ευχάριστα, όταν επέρχεται η κάθαρση. Και, μάλιστα, όταν δεν επιζητούμε την ευτυχία του ήρωα.

 *Η Δρ Έλσα Νικολαΐδου είναι συγγραφέας του βιβλίου Φιλοσοφία για όλους (Γιατί να διαβάζουμε τους αρχαίους φιλοσόφους;) Μεταίχμιο, 2022

 philosophy.elsanicolaidou@gmail.com