Tuesday, May 2, 2023

Έξεστι Κλαζομενίοις ασχημονείν


Οι Κλαζομενές ήταν μια σπουδαία, πλούσια και ισχυρή πόλη, σύμμαχος της Σπάρτης, κτισμένη επί της ακτής της Ιωνίας, πλησίον της ομώνυμης νησίδας, περίπου στην ευθεία που συνδέει τη Χίο με τη Σμύρνη. Από εκεί καταγόταν ο διάσημος φιλόσοφος Αναξαγόρας (490-428 π.Χ.), φίλος του Περικλή.

Σε κάποια χρονική στιγμή επισκέφθηκαν τη Σπάρτη απεσταλμένοι των Κλαζομενίων. Κατά την παραμονή τους στη Σπάρτη η συμπεριφορά τους ήταν αυτό που σήμερα θα λέγαμε συμπεριφορά “χωριάτη”, άσεμνου και χυδαίου, που ούτε γνωρίζει, ούτε ενδιαφέρεται να ακολουθήσει κανόνες συμπεριφοράς και έθιμα καλής διαγωγής, ελαττώματα για τα οποία είχαν γενικώς κακό όνομα οι Κλαζομένιοι. Μεταξύ των άλλων, τους καταλογίζουν ότι, κατά την παραμονή τους στη Σπάρτη, “ελέρωσαν” (άλλοι λένε ότι μαύρισαν με καπνιά) τους θώκους των εφόρων, που βρίσκονταν στον χώρο της εκκλησίας του δήμου.

Οι Σπαρτιάτες μαθημένοι στην πειθαρχία και την αυστηρή τήρηση των νόμων, δυσφορούσαν, τόσο με τους Κλαζομένιους για την απαράδεκτη συμπεριφορά τους, όσο και με τους εφόρους για την ανοχή τους σ΄αυτή τη διαγωγή.

Οι Έφοροι βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, γιατί δεν ήθελαν να χαλάσουν τις σχέσεις της Σπάρτης με μια σημαντική συμμαχική πόλη, ενώ εξ άλλου ανεγνώριζαν την δικαιολογημένη αγανάκτηση των Σπαρτιατών, τους οποίους δεν ήθελαν να συνηθίσουν στην ανοχή της απειθερχίας και της αυθαιρεσίας απέναντι του νόμου. Αντέδρασαν λοιπόν με τον εξής τρόπο: έβαλαν τον κήρυκα να περιφέρεται στην πόλη κεφωνίζοντας “έξεστι Κλαζομενίοις ασχημονείν”, δηλαδή επιτρέπεται στους Κλαζομένιους να κάνουν απρέπειες. Με τον τρόπο αυτόν πετύχαιναν δύο στόχους:

– “νομιμοποιούσαν” τη συμπεριφορά των Κλαζομενίων, που είχαν πια την ειδική “κατ΄εξαίρεσιν” άδεια να συμπεριφέρονται διαφορετικά από τους άλλους και να ασχημονούν

– “χτυπούσαν καμπανάκι” για τους Κλαζομένιους, που όσο “βλάχοι” κι αν ήταν, καταλάβαιναν ότι δεν φέρονται σωστά και ότι η διαγωγή τους ενοχλεί.
Η φράση παρέμεινε έκτοτε παροιμιώδης και χρησιμοποιείται συχνά ως τις μέρες μας. Αν κάποιος συκοφαντείται ή κατηγορείται αδίκως ή ίσως κι αν θέλει απλώς να δείξει ότι αυτό συμβαίνει, απαντά στις κατηγορίες λέγοντας “έξεστι (τοις) Κλαζομενίοις ασχημονείν” που δείχνει την έκφραση μιας περιφρόνησης και σημαίνει περίπου “από τέτοιας ποιότητας ανθρώπους, σαν τους κατηγόρους μου, είναι αναμενόμενο, μόνο τέτοια συμπεριφορά μπορείς να περιμενεις” ή ίσως “δεν αξίζει να ασχοληθώ και να απαντήσω σε γνωστούς συκοφάντες” ή ενδεχομένως “είναι γνωστό ότι αυτός που με κατηγορεί είναι σεσημασμένος για απρέπεια και χυδαιότητα” ή κάτι παρόμοιο. Οι “Κλαζομένιοι” στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι οι χυδαίοι, οι άεμνοι, οι έτοιμοι να “λερώσουν θώκους” ασχημονούντες.

Οι Λατίνοι χρησιμοποιούσαν μια διαφορετική φράση, όχι ακριβώς με την ίδια έννοια, αλλά με την ίδια πρόθεση, για να απαντήσουν σε ορισμένες αστήρικτες κατηγορίες: “Υπάρχουν κατηγορίες που είναι για σένα ο καλύτερος έπαινος”.

Τις πιο πολλές φορές η παραπάνω φράση ισχύει, είναι πιο σωστή, πιο κοντά στην αρχαία φράση του τίτλου μας και μπορεί να λεχθεί, λιγάκι τροποποιημένη: “Υπάρχουν άνθρωποι, που η κατηγορία τους είναι για σένα ο καλύτερος έπαινος”.

Πηγή: Θόδωρος Βουδικλάρης , capital.gr

Η μάχη στην ψυχή του ανθρώπου (οι δυό λύκοι)

Ένα βράδυ ένας γέρος ινδιάνος της φυλής Τσερόκι, μίλησε στον εγγονό του για τη μάχη που γίνεται μέσα στην ψυχή των ανθρώπων και του είπε:

– Γιέ μου, η μάχη γίνεται ανάμεσα σε δυο λύκους που έχουμε όλοι μέσα μας.

Ο ένας είναι το Κακό. Είναι ο θυμός, η ζήλια, η θλίψη, η απογοήτευση, η απληστία, η αλαζονεία, η ενοχή, η προσβολή, τα ψέματα, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, και το εγώ.

Ο άλλος είναι το Καλό. Είναι η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη, η ελπίδα, η ηρεμία, η ταπεινοφροσύνη, η ευγένεια, η φιλανθρωπία, η συμπόνια, η γενναιοδωρία, η αλήθεια, η ευσπλαχνία.

Ο εγγονός το σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά ρώτησε τον παππού του:

– Και ποιος λύκος νικάει;

Ο γέρος Ινδιάνος Τσερόκι απάντησε απλά:

– Αυτός που ταΐζεις.  

O λύκος

Διδακτικές ιστορίες και μύθοι




Η παράδοσις: Αμα ο Χριστός έπλασε τα πρόβατα και βγήκε στα βουνά να τα βοσκήση, τόσο χάρηκεν η ψυχή του, που έκοψε ένα ξύλο, το έφκιασε μια μεγάλη φλογέρα κι άρχισε να λαλά Ακούσε ο Σατανάς τα λαλήματα και τα βελάσματα, πήγε κοντά, είδε τα πρόβατα και μαύρισε η ψυχή του.

– Τι παράμορφα πλάσματα είναι τούτα πούκαμε ο Χριστός!!! είπε. Κι ο νους του πήγε πως να του τα χαλάση. Παραμέρισε στο λόγγο, έκοψε μία αγριαπιδιά κι άρχισε να φκιάνη τον Λύκο. Γι’ αυτό πούναι φκιασμένο από αγριαπιδιά δεν λυγίζει καθόλου αυτό το πλάσμα του Σατανά. Μα άμα τον απόφκιασε το Λύκο και πήγε να τον στήση, είδε πως δεν μπορούσε να στα0ή στα ποδάρια του το έργο του. Αφού είδε και αποείδε πως δεν 3α στυλώση τον Λύκο, πήγε στο Χριστό, γονάτισε μπροστά του και είπε:

– Αφέντη, θέλησα κι εγώ να κάμω ένα πλάσμα σαν τα δικά σου, μα γιατί δεν στέκει στα πόδια του; Αξίωσέ με να το ιδώ όρθιο και θα προσκυνώ τ’ όνομά σου.

Ο Χριστός του είπε:

– Πήγαινε να του φωνάξεις: Σήκω έργο μου και κάμε ό,τι πρόσταξε ο Χριστός.

Ο Σατανάς γνοιάστηκε.

Κι αν το πρόσταξε ο Χριστός να με φάη; είπε.

Πήγε γρήγορα, έκανε ένα λάκκο κοντά στον Λύκο, κρύφτηκε μέσα και αφήνοντας, έξω το ένα ποδάρι του μόνο φώναξε:

– Σήκω έργο μου, και κάμε ό,τι πρόσταξε ο Χριστός.

Ο Λύκος πήδησεν επάνω, άρπαξε το ποδάρι του Σατανά και το έφαγε. Γι αυτό λένε ότι ο αρχιδαίμονας είναι κουτσός.

Η πονηριά του: Επειδή γνωρίζει ότι η οσμή του χτυπά τα προβατόσκυλα, άμα πηγαίνει στη στάνη βαδίζει από το μέρος που έχει αντίθετο τον αέρα. Αν έχει ρέμμα χώνει το ρόγχος του στα νερό. Αν είναι μέρα ποτέ δεν βαδίζει σε γυμνό τόπο. Προτιμά πάντοτε τ’ απόσκια, για να μη διακρίνεται εύκολα. Αν είναι συμμορία χωρίζεται εις δύο μπουλούκια. Οι μεν πηγαίνουν από το μέρος που φυσά, ώστε να μη τους αντιληφθούν τα σκυλιά και τους πάρουν από κοντά. Αμα κατ’ αυτόν τον τρόπον απομακρυνθούν τα σκυλιά, ορμούν οι άλλοι στο κοπάδι και σφάζουν. Πόσα;

Πιστεύουν, ότι άμα μπη στο κοπάδι σφάζει κάθε Λύκος έως 99. Αμα φθάσει τα 100 λέγουν ότι σκάζει. Η αλήθεια είναι ότι ένας Λύκος σφάζει όσα προφθάση. Να χορτάση δεν υπάρχει φόβος. Μήπως τρώγη κρέας; Ανοίγει μια φλέβα στο λαιμό και πίνει το αίμα. Γι’ αυτό λέγουν: Αμα έχη ένας Λύκος, έχουν εκατό κοράκια. Αμα έχουν εκατό κοράκια δεν έχει ένας Λύκος.

«Μπήκε ο Λύκος στο κοπάδι, αλλοιά πώχει το ένα.. Βεβαιωμένο πράγμα είναι, ότι αν σ’ ένα κοπάδι είναι πεταμένα ένα ή λίγα πρόβατα κανενός συμμορίτη, εκείνα θα πρωτοπάρη ο Χάρος. Ο λόγος είναι ο εξής:

Κάθε μπουλούκι είναι σαν από ιδιαιτέρα πάστα φκιασμένο. Αν σμίξετε πέντε μπουλούκια, θα έχετε μεν ένα μεγάλο κοπάδι, αλλά με την πρώτη ταραχή σχίζονται κατά μπουλούκια, όπως όταν ήταν χωρισμένα. Αν λοιπόν στο κοπάδι είναι ένα μοναχό πρόβατο θα ξεκόψη και ίσως γλυτώσουν τα άλλα από τα σκυλιά, τα οποία, ως μυαλωμένα, θα τρέξουν να γλυτώσουν τα περισσότερα αλλά το ένα σπάνιον να σωθή.

Επειδή με το αίμα ενός προβάτου δεν μπορεί βέβαια να χορτάση, ούτε επί τόπου είναι εύκολον να το καταπιή, αναγκάζεται να το παίρνη μαζί του, και ιδού πώς. Αν μεν είναι μικρό το πετά στην πλάτη του και φεύγει, σαν να έχει επανωφόρι ριγμένο στους ώμους του. Αν είναι μεγάλο το δαγκάνει από το αυτί, το ζώνει με τη ουρά του στη μέση και τοιουτοτρόπως πηγαίνουν αλαμπράτσο.

Αν είναι άλογο, το πιάνει από τ’ αδύνατα μέλη του σώματός του. Αν είναι βώδι, πηδά στο λαιμό του και με την ουρά του το διευθύνει όπου θέλει σαν καβαλλάρης με το καμτσίκι του. Αν είναι μουλάρι πιάνει τη στράτα και κάνει τον πεθαμένο. Το μουλάρι, κατά την περιέργέιά του, πηγαίνει να τον μυρίση και άμα πλησιάση την μύτη τουτ’ αρπάζει απαυτή και το σκάζει. Αν είναι δυνατό το μουλάρι τον σηκώνει επάνω και τον βροντά κάτω σαν χταπόδι.

Οι μουλαροτρόφοι, για να σώσουν την υπόληψιν της ράτσας των, λέγουν ότι ο Λύκος τρώγει προηγουμένως άμμο για να βαρόνη και γι’ αυτό ως επί το πολύ δεν μπορούν να τον σηκώσουν τα μουλάρια.

Αλλοίμονο, αν έκοβαν όλοι οι Λύκοι, λέγει μια παροιμία. Κόβει μόνον ο Μονιάς. Τι είναι ο Μονιάς; Το μεγαλύτερο παιδί των ο Λύκος και η Λύκαινα το χωρίζουν άμα γεννηθή. Το τρέφουν και το εκπαιδεύουν ιδιαιτέρως. Εις αυτό εμπιστεύονται όλην την τέχνην την οποίαν του διδάσκουν με την επιμέλειαν της Αλεπούς. Κουβαλούν πρόβατο κατ γίδια ζωντανά στην φωληά του Μονιά χάριν της υποδειγματικής του διδασκαλίας. Μεθ’ ο οδηγείται στα κοπάδια, προς τελειοποίησιν των σπουδών του.

Όρος απαράβατος: Από κοπάδια που είναι γύρω από την φωληά του ποτέ δεν κλέβει ο Λύκος. Επιθυμεί να μην ευρίσκεται εις παρεξηγήσεις με τους γειτόνους του, τουλάχιστον εφόσον έχει τα μικρά του εις κατάστασιν ανηλικότητος.

Αφ’ ότου έρχεται ο Αγγλικός στόλος στον Αστακό, η πεδινή Ακαρνανία ησύχασε. Αι προβολαί των ηλεκτρικών εφόβισαν τον Λύκο πολύ, ώστε να φύγη. Αλλοτε τον είχε τρομάξει η λοκομοτίβα του σιδηροδρόμου Κρυονερίου – Αγρίνιου τόσον, ώστε έφυγαν όλοι και επέρασαν εις τους ορεινούς δήμους της Ακαρνανίας. Ο μακαρίτης ο Τρικούπης εμαυρίσθη τότε εξαιρετικώς από τους ποιμένας, διότι «του διαβόλου το σιδηρικό έρριψε τους λύκους μέσα στη στάνη τους».

Η επικήρυξις του Λύκου είναι από τα κυριώτερα ποιμενικά έδιμα. Αν δεν απατώμαι, μόνον εις την Ελλάδα δεν είνατ επικεκηρυγμένοι οι Λύκοι. Εις όλα τα άλλα κράτη ζη η νομοθεσία του Σόλωνος, του πρώτου επικηρύξαντος τους Λύκους. Ετς τον περυσινόν Γαλλικόν προϋπολογισμόν της Γεωργίας βλέπομεν την εξής κλίμακα αμοιβών:

Λύκαινα εις ενδιαφέρουσαν κατάστασιν …………. 75 φράγκα

Λύκος……………………………………….50 φράγκα

Λυκόπουλο………………………………….. 20 φράγκα

Λύκος που έφαγε άνθρωπο …………………….. 100 φράγκα

Ο νόμος του 1882 έχει διπλάσιάς τιμάς έφερε δε ως αποτέλεσμα, όπως βλέπομεν εις το ίδιον τεύχος του περυσινού προϋπολογισμού, ότι από 1336 Λύκους, που ηρίθμει τότε η Γαλλία, σήμερον, δηλαδή πέρυσιν, έμειναν μόνον 72.

Ζη επίσης η πρόληψις την οποίον αναφέρει ο Βιργίλιος, ότι αν σε ιδή ο Λύκος «χαβώνεσαι», τουτέστι μένεις άλαλος.

Αι καταστροφαί που κάνει στην Ελλάδα υπολογίζονται εις εκατοντάδας χιλιάδας. Γι’ αυτό ο σκοτώνων ή ο συλλαμβάνων Λύκον ανεπικήρυκτον ακόμη τον περιφέρει στα χωριά και παίρνει δώρα. Αν ο Λύκος είναι ζωντανός του γίνεται μεγάλη διαπόμπευσις. Τον γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι, με μάσιο, με ντέλφια και σφυρίγματα.

Ο Γύφτος δεν έχει πρόβατα κι απ’ αυτόν το βρίσκει ο Λύκος. Το δέρμα του είναι για νταούλια και για ντέλφια.

Κάποτε δίκαζαν ένα Λύκο, λέγει ο μύθος. Ο Γύφτος εφώναξε περισσότερο από τους άλλους εναντίον του. Και ο Λύκος, που δεν μιλούσε εφ’ όσον τον κατηγορούσαν οι άλλοι, βλέποντας το Γύφτο να κόβεται εναντίον του εγύρισε και του είπε;

– Καλά μωρέ Γύφτε, όλου του κόσμου τούχω κάμει ζημιά, αλλ’ εσένα τ’ αμώνι σώφαγα, πανάθεμά σε παληόγυφτε…

Όταν άλλη μια φορά τον κατηγόρησαν τα ζώα ότι τρώγει πρόβατα και γίδια απάντησε:

– Εγώ μωρέ πειράζω τα γιδοπρόβατα; Αμ’ αν εγώ έτρωγα πρόβατα θα γύριζα χειμώνα καιρό γυμνός; Δεν θάφκιανα με τα μαλλιά τους μια κάπα να μη με δέρνη η βροχή;

Κάποτε η αλεπού έστειλε και του εζήτησε λίγα μαλλιά γιατί δεν της έφθαναν τα δικά της να αποσώση τον αργαλειό της. Ο Λύκος κατάλαβε τι του ζητούσε και της γύρισε ένα κομμάτι κρέας:

– Πέστε της, είπε, άμα τελειώση τα δικά της υφάδια να βάλη κι ένα ζευγάρι καλτσοδέτες για μένα…

Tου Στέφανου Γρανίτσα
Από το βιβλίο εκλεκτά διηγήματα εκδοτικού οίκου Γιάννη Ρίζου
Πηγή: Αντικλείδι  

Ο ελέφας, οι λύκοι και τα πρόβατα

Διδακτικές ιστορίες και μύθοι


Ένα διδακτικό παραμύθι για άρχοντες κι αρχόμενους…

Ο βαρύς ελέφας έθνους εβασίλευσεν προβάτων

και της κυβερνήσεως του υπουργούς μεν είχε λύκους

διοικούντας δια νόμων κ’ ελευθέρων συνταγμάτων,

κατασκόπους δε του θρόνου είχε στήσει τους πιθήκους.

****

Κ’ οι μεν υπουργοί ασπλάγχνως τον λαόν ελεηλάτουν,

οι δε πίθηκοι υπούλως διηγούνται τω Μονάρχη

οτ’ οι υπουργοί τους νόμους και το σύνταγμα φυλάττουν,

και εις τον λαόν μεγάλη ευχαρίστησις υπάρχει.

Πλην τα πρόβατα εις άκρον φθάσαντα απελπισίας

έκθεσιν προς τον Μονάρχην παριστούν των εγκλημάτων,

αναφέρουσι των λύκων τας φρικτάς παρανομίας

και απαλλαγήν αιτούνται των τοσούτων παθημάτων.

****

Ο ελέφας εθυμώθη και καλεί ενώπιον του

υπουργούς και κατασκόπους κ’ εις αυτούς καθυποβάλλει

τας λεπτομερείς εκθέσεις των αγαπητών λαών του,

ζητεί λόγον των εν ταύταις παρανομιών μεγάλων.

****

Βασιλεύ, λέγουν οι λύκοι, είναι ψεύσται οι λαοί σου,

μας συκοφαντούν αδίκως από ζήλιαν και φθόνον,

σε ομνύομεν δε ότι με την ακριβήν ζωήν σου

παίρνομεν απ’ τον καθένα από μια προβίτζαν μόνον.

****

Ο δ’ ελέφας την μακράν του συγκινήσας προβοσκίδα

ως ελέφας απεκρίθη: «Και τω όντι οι λαοί μου

δια το μηδέν φωνάζουν, τους εγνώρισα, τους είδα,

δίκαι’ είν’ οι υπουργοί μου και πιστοί οι αυλικοί μου».

****

Ιβάν Αντρέγιεβιτς Κριλόβ, Μύθοι

(Μετάφραση Κ. Τσορβατζόγλου, 1848)

25/04/2017
Πηγή: Αντικλείδι