Monday, March 29, 2010

Η Αρμενική κοινότητα στην Κύπρο


Το νομικό καθεστώς της Αρμενικής θρησκευτικής ομάδας (Μέρος 1ο)
  
Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας

Γράφει από τη Λευκωσία

Μετά από τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ κατά των Βρετανών (1955-1959) και τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, καταρτίστηκε το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο και τέθηκε σε εφαρμογή από τα μεσάνυχτα της 15ης προς 16η Αυγούστου 1960. Το Σύνταγμα δεν διαμορφώθηκε από την ελεύθερη θέληση του κυπριακού λαού, αλλά επιβλήθηκε, γι’ αυτό άλλωστε και χαρακτηρίζεται ως «δοτό». Θεωρείται από τα εκτενέστερα και λεπτομερέστερα συντάγματα του κόσμου, αφού αποτελείται από 199 άρθρα και από τις Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας. Ταυτόχρονα, θεωρείται από τα πιο άκαμπτα συντάγματα, αφού αριθμός των άρθρων του (ολόκληρα ή τμήματά τους) «αποτελούν θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος και δεν μπορούν, με οποιοδήποτε τρόπο, να τροποποιηθούν με μεταβολή, προσθήκη ή κατάργηση» (Άρθρο 182 § 1).

Το Σύνταγμά μας διέπεται από δύο κύριες αρχές: α) την αναγνώριση της ύπαρξης δύο κοινοτήτων, «ελληνικής» και «τουρκικής», οι οποίες και ορίζονται πρωτίστως με βάση την καταγωγή και δευτερευόντως βάσει γλώσσας, κουλτούρας ή θρησκείας (Άρθρο 2 § 1 και 2) και που, παρά την αριθμητική τους διαφορά, τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης και β) την εξασφάλιση της συμμετοχής της κάθε κοινότητας στις λειτουργίες της κυβέρνησης, αποφεύγοντας την αναγνώριση της κυριαρχίας της μεγαλύτερης κοινότητας, αλλά ταυτόχρονα αναγνωρίζοντας μερική διοικητική αυτονομία στην κάθε κοινότητα. Επιπρόσθετα, η έννοια του κυπριακού λαού ως σύνολο απουσιάζει παντελώς.

Ο δυαδικός και διαχωριστικός χαρακτήρας του Συντάγματος δεν άφηνε χώρο για τις διάφορες εθνοτικές/θρησκευτικές/πολιτιστικές ομάδες να αναγνωριστούν ως μειονότητες. Με βάση το Άρθρο 2 § 3 εισάγεται η έννοια της θρησκευτικής ομάδας, ως «ομάδα προσώπων που συνήθως κατοικούν στην Κύπρο, πρεσβεύουν την ίδια θρησκεία και ανήκουν είτε στο ίδιο δόγμα είτε υπόκεινται στην ίδια δικαιοδοσία με αυτή, των οποίων ο αριθμός κατά την ημερομηνία της έναρξης της ισχύος του Συντάγματος υπερβαίνει τους χίλιους, εκ των οποίων τουλάχιστον πεντακόσιοι έγιναν υπήκοοι της Δημοκρατίας κατά την αναφερόμενη ημερομηνία». Οι περιορισμοί αυτοί ουσιαστικά «φωτογράφησαν» τους Αρμένιους, τους Μαρωνίτες και τους Λατίνους, αφού οι μεν Τσιγγάνοι και Εβραίοι ήσαν λιγότεροι από 1.000 άτομα, ενώ οι πολυπληθέστεροι Αγγλικανοί δεν επέλεξαν να γίνουν υπήκοοι της Κυπριακής Δημοκρατίας.


Η ίδια η ύπαρξη ειδικών συνταγματικών διευθετήσεων για τις θρησκευτικές ομάδες είναι προφανώς κατάλοιπο της Τουρκοκρατίας και του θεσμού των μιλλετιών, γι’ αυτό άλλωστε και το Σύνταγμά μας θεωρείται ότι ανήκει στο σύστημα post-millet. Οι θρησκευτικές ομάδες δημιουργήθηκαν εφάπαξ, υπό την έννοια ότι ούτε μπορούν να καταργηθούν, αλλά ούτε και μπορούν να δημιουργηθούν νέες. Ο ίδιος ο καθορισμός τους (και η μετέπειτα ονοματοθεσία τους) είναι προβληματικός, αφού:
α) και οι Μαρωνίτες και οι Λατίνοι είναι Καθολικοί, οι μεν Ανατολικοί Καθολικοί και οι δε Ρωμαιοκαθολικοί. Προς τι η διάκρισή τους ως διαφορετικές θρησκευτικές ομάδες;
β) η συντριπτική πλειοψηφία των Αρμενίων είναι Αποστολικοί (Ορθόδοξοι), υπάρχουν όμως και λιγοστοί Καθολικοί και Ευαγγελικοί. Προς τι η ενοποίησή τους ως μία θρησκευτική ομάδα;
γ) το ανήκειν σε μία θρησκευτική ομάδα ουσιαστικά εξαρτάται από το κανονικό δίκαιο της οικείας Εκκλησίας τους· δηλαδή, ένας μη-κρατικός θεσμός αποφασίζει για μια κρατική διευθέτηση.
Σύμφωνα με το δημοψήφισμα που διενεργήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 1960, και οι τρεις (χριστιανικές) θρησκευτικές ομάδες επέλεξαν να ανήκουν στην ελληνοκυπριακή κοινότητα (όπως ήταν αναμενόμενο), κάτι το οποίο επηρέασε κάπως τις σχέσεις τους με τους Τουρκοκύπριους, που τις έβλεπαν ως προέκταση των ελληνοκυπριακών πολιτικών επιλογών· γι’ αυτό και είχαν όμοια ή και χειρότερη αντιμετώπιση κατά τις διακοινοτικές ταραχές (1963-1964) και τη βάρβαρη τουρκική εισβολή (1974). Μολονότι η υποχρέωση επιλογής μίας εκ των δύο κοινοτήτων φαίνεται άδικη, αυτό εξασφάλιζε πως τα μέλη των ομάδων αυτών θα απολάμβαναν τα ίδια οφέλη με τα άλλα μέλη της κοινότητάς τους, π.χ. εκλεξιμότητα για τη δημόσια υπηρεσία και τα δημόσια αξιώματα (Νόμος Περί Κύπρου 1960, Παράρτημα E). Αξίζει να αναφέρουμε ότι το Σύνταγμα, εκτός από την ομαδική επιλογή κοινότητας, δίνει και το δικαίωμα της διαφορετικής ατομικής επιλογής.


Το Άρθρο 110 § 3 αναγνωρίζει τη διοικητική αυτονομία των Εκκλησιών των θρησκευτικών ομάδων, όπως αυτή είχε καθιερωθεί με το φιρμάνι HattHümayun του 1856. Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο αυτό αναφέρεται ότι «η κάθε εκκλησία θρησκευτικής ομάδας, για την οποία ισχύουν οι διατάξεις της τρίτης παραγράφου του άρθρου 2, θα συνεχίσει να έχει από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Συντάγματος κάθε δικαίωμα σχετικό προς θρησκευτικά θέματα το οποίο ακριβώς έχει συμφώνως με τον ισχύοντα αμέσως πριν από την αναφερόμενη ημερομηνία νόμο της αποικίας της Κύπρου». Αντίστοιχες πρόνοιες υπάρχουν στις παραγράφους 1 και 2 του προαναφερόμενου άρθρου αναφορικά με την αυτοκέφαλη Ελληνορθόδοξη Εκκλησία και τα Ευλαβή Ιδρύματα Εβκάφ.

Στην απουσία μιας επίσημης θρησκείας, ισχύει ένα σύστημα ομοταξίας (co-ordination), όπου δεν υπάρχει μία επίσημη ή επικρατούσα θρησκεία, αλλά πέντε μεγαλύτερες με προνομιακό και ιδιόρρυθμο νομικό καθεστώς (αυτοκέφαλη Ελληνορθόδοξη Εκκλησία, Ευλαβή Ιδρύματα Εβκάφ, Αρμενική Αποστολική Ορθόδοξη Εκκλησία, Μαρωνιτική Καθολική Εκκλησία, Λατινική Καθολική Εκκλησία), χωρίς να προβαίνει σε διαφοροποιήσεις μεταξύ τους· όταν προκύπτουν θέματα κοινού ενδιαφέροντος, τα ενδιαφερόμενα μέρη (κράτος και Εκκλησία) συνδιαλέγονται ισότιμα μεταξύ τους.

Σύμφωνα με το Άρθρο 111, διατηρούνται οι αρμοδιότητες των τεσσάρων χριστιανικών Εκκλησιών αναφορικά με τα ζητήματα προσωπικού θεσμού (αρραβώνας, γάμος, διαζύγιο, οικογενειακές σχέσεις κτλ), «εξαιρουμένης της με δικαστική απόφαση νομιμοποίησης ή της υιοθεσίας», οι οποίες μάλιστα ρυθμίζονται από τα οικεία εκκλησιαστικά δικαστήρια. Με την πρώτη τροποποίηση του Συντάγματος (Νόμος 95/1989), η δικαιοδοσία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων μεταβιβάστηκε στα οικογενειακά δικαστήρια των θρησκευτικών ομάδων, τα οποία, σύμφωνα με το Νόμο 87(Ι)/1994, συγκροτούνται σε δίκες διαζυγίου από τρεις δικαστές. Ωστόσο, μόνο η Αρμενική Εκκλησία συμμετέχει στη σύνθεση των εν λόγω δικαστηρίων, αφού οι Μαρωνίτες και οι Λατίνοι δεν αναγνωρίζουν τη μεταβίβαση αυτής της δικαιοδοσίας.

Η εκπροσώπηση των θρησκευτικών ομάδων στα θέσμια της Δημοκρατίας καθορίζεται από το Άρθρο 109: «Κάθε θρησκευτική ομάδα, η οποία σύμφωνα με την τρίτη παράγραφο του άρθρου 2 επέλεξε τη μία κοινότητα, δικαιούται όπως αντιπροσωπεύεται στην Κοινοτική Συνέλευση της κοινότητας, την οποία η ομάδα επέλεξε, όπως ο κοινοτικός νόμος θα ορίσει, με μέλος ή μέλη της θρησκευτικής ομάδας που εκλέγονται από αυτήν». Έτσι, ένας Αρμένιος και ένας Λατίνος συμμετείχαν στα εκ Λευκωσίας μέλη της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης, ενώ στα εκ Κυρηνείας μέλη συμμετείχε ένας Μαρωνίτης (Αποικιακός Νόμος 6/1960 και Νόμος Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης 8/1960). Οι Κοινοτικές Συνελεύσεις δρούσαν ως ένα είδος Κάτω Βουλής, με αρμοδιότητα σε όλα τα θρησκευτικά, εκπαιδευτικά, μορφωτικά, διδακτικά και άλλα θέματα (Άρθρο 87). Είναι δε ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι ο Αποικιακός Νόμος 6/1960 έχει ημερομηνία 06/07/1960, δηλαδή προ του δημοψηφίσματος επιλογής της κοινότητας (13/11/1960).


Με την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από το συνεταιρισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας, την de facto κατάργηση της Τουρκικής Κοινοτικής Συνέλευσης (η οποία, ωστόσο, συνέχισε να συνεδριάζει στην κατεχόμενη Λευκωσία), και την αυτοδιάλυση της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης, αποφασίστηκε στις 25/03/1965 η μεταβίβαση των νομοθετικών εξουσιών της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης στη Βουλή των Αντιπροσώπων, και των εκτελεστικών της εξουσιών στο νεοσύστατο Υπουργείο Παιδείας, το Υπουργικό Συμβούλιο και αλλού (Νόμος 12/1965). Με βάση το άρθρο 10 του προαναφερόμενου Νόμου, οι Εκπρόσωποι των θρησκευτικών ομάδων θα συνέχιζαν να εκπροσωπούν την οικεία τους ομάδα αναφορικά με θέματα που υπάγονταν στην αρμοδιότητα της συνέλευσής τους, έχοντας το δικαίωμα να θέτουν τις απόψεις τους για ζητήματα που αφορούσαν τις ομάδες τους, και η Βουλή των Αντιπροσώπων θα ζητούσε την άποψή τους προτού νομοθετήσει επί θεμάτων που τις αφορούσαν· η μελλοντική εκπροσώπηση των θρησκευτικών ομάδων θα ρυθμιζόταν με ειδική νομοθεσία.

Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας
Η συνέχεια στο επόμενο τεύχος. Εκφράζω ευχαριστίες στους Αχιλλέα Αιμιλιανίδη και Δρ. Αντρανίκ Αστζιάν.

Sunday, March 28, 2010

Στη γιαγιά μου Χλόη, που με έμαθε να σέβομαι και να αγαπώ


Της Λιάνας Κολακίδου
Γράφει από τη Λευκωσία

Η γιαγιά μου είναι αυτή που θυμάμαι περισσότερο από τα παιδικά μου χρόνια. Όχι τόσο για τις πληθωρικές αγκαλιές της και τα αμέτρητα φιλιά της που θεωρούσα δεδομένα ,όσο για την ιδία την παρουσία της.

Άφρατη, ασπρομάλλα, με ένα πέπλο  ηρεμίας στο βλέμμα της και μια μαγική σιγουριά ότι όλα θα παν καλά. Δεν την θυμάμαι ποτέ να πανικοβάλλετε αλλά ούτε και να ξεκαρδίζεται στα γέλια. Είχε μια περίεργη ισορροπία σε ότι  αφορούσε την έκφραση των αισθημάτων της.
 
Διακριτική αλλά απόλυτα αφοσιωμενη στα παιδιά της ,με λίγες αγαπημένες φίλες. Η κάθε μέρα μαζί της ήταν μια διαδρομή…

Το μαγείρεμα δεν ήταν το δυνατό της σημείο και όταν το σκέφτομαι τώρα όλα της τα φαγητά είχαν την ιδία έντονη γεύση του καμενου ανάλατου φαγητού. Ευτυχώς για την μαμά μου η οποία είναι εξαιρετική μαγειρενα αλλιώς δεν θα είχα ιδέα πως να ξεχωρίσω το τηγανητό από το βραστό....

Ναι μπορώ να πω με σιγουριά ότι η γιαγιά μου προτιμούσε το διάβασμα από το μαγείρεμα .Εγκυκλοπαιδική και πλήρως ενημερωμένη για το κους κους της εποχής της ιδίως των αγαπημένων της ηθοποιών και τραγουδιστών .Με άποψη για τα καθέκαστα τα οποία δεν την έβρισκαν και πάντοτε σύμφωνη. Σκανδαλιζόταν με την έξαλλη ζωή τους και μοιραζόταν μαζί μου την γνώμη της για γεγονότα που στη ηλικία των έξη δεν είχαν κανένα νόημα. Όμως  απολάμβανα το συνωμοτικό και κατά τα άλλα όλα σημασία  κλείσιμο του ματιού  και το πονηρό χαμόγελο της...

Το τραγούδι το άφηνε στον παππού μου που ήταν καλοφωναρης αλλά τις διηγήσεις τις αναλάμβανε η ίδια  και μένα μου άρεσαν πάντα οι ιστορίες της για την γιαγιά της που έφυγε πρόσφυγας από την Μεγάλη Πατρίδα, και πως ξεγέλασε τους Τούρκους ράβοντας  τις χρυσές λίρες στ παλτό της όταν εκδιώχθηκε από το τσιφλίκι της. Τα διηγούταν  με περηφάνια και απέραντη λύπη για την τόση αδικία που υπέστησαν τόσοι και τόσοι Έλληνες.

 Η Μεγάλη Πατρίδα ήταν το αποθυμενο της και μέχρι τα ογδόντα της ήθελε να την επισκέπτη  και να προσπαθήσει να βρει την χαμένη κληρονομιά της. Φυσικά μέχρι τα ενενήντα της και όταν δεν μπορούσαμε να την οδηγήσουμε εκεί που ήθελε μας «απειλούσε» ότι θα έπαιρνε μαθήματα οδήγησης και θα αγόραζε δικό της αυτοκίνητο… Αυτή ήταν η γιαγιά μου... ένας άνθρωπος που πάντα πίστευε και ονειρευόταν ότι  μπορούσε...

Σήμερα σκέφτομαι ότι η κάθε εμπειρία της ταπεινής μου ζωής  έχει το στίγμα της γιαγιάς μου. Εκείνα π ου βίωσα μαζί της είναι σαν να ήταν  αφιερωμένα σε ένα πρόσωπο, σε ένα περιστατικό η σε ένα έντονο αίσθημα που θα αποκόμιζα πολύ αργότερα. Πολλά είναι εκείνα πού μου φαίνονται γνώριμα.

Αυτά σκέφτομαι την ώρα ιδίως που δημιουργώ. Αυτά  που έπαιξαν και παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στη ζωή μου και που μέσα από το πέρασμα τους μου έδωσαν την ευκαιρία να  συνεχίσω να μαθαίνω, να  σέβομαι και πάνω από όλα να αγαπώ... ακριβώς όπως με έμαθε η  γιαγιά μου η Χλόη.
Λιάνα Κολακίδου

Thursday, March 25, 2010

Τη μέρα που σε γνώρισα, της Λένας Μαντά


Τη μέρα που σε γνώρισα
Συγγραφέας: Λένα Μαντά
Εκδοτικός Οίκος: Α.Α. Λιβάνη

Μαντά, Λένα

Η Λένα Μαντά γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη αλλά ήρθε στην Ελλάδα σε μικρή ηλικία. Σπούδασε νηπιαγωγός χωρίς ποτέ να θελήσει να ασκήσει το συγκεκριμένο επάγγελμα. Για τρία χρόνια είχε δικό της θίασο κουκλοθέατρου, ενώ τα έργα που ανέβαζε ήταν δικής της συγγραφής.

Για τις ανάγκες του θιάσου μάλιστα, διασκεύασε πολλά λαϊκά παραμύθια.
Έχει δημοσιεύσει άρθρα σε τοπικές εφημερίδες και για δύο χρόνια διετέλεσε διευθύντρια προγράμματος σε ραδιοφωνικό σταθμό των βορείων προαστίων.

Παράλληλα, είχε δική της καθημερινή ενημερωτική εκπομπή με μεγάλη ακροαματικότητα και ήταν υπεύθυνη για την επιμέλεια των διαφημιστικών σποτ του σταθμού, ενώ πολλά από τα κείμενα ήταν δικά της. Είναι παντρεμένη, έχει δυο παιδιά και μένει μόνιμα στο Καπανδρίτι.    
                                                                                                                                               

Γνώρισα τη Λένα Μαντά διαβάζοντας το «Βαλς», το «Σπίτι δίπλα στο ποτάμι», τη «Θεανώ, η λύκαινα της Πόλης» και «Τη μέρα που σε γνώρισα». Είναι άνθρωπος ευγενικός και τρυφερός. Οι ήρωες των βιβλίων της ξέρουν ν’ αγαπούν δυνατά ... Κάθε βιβλίο και ένα ξεχωριστό ταξίδι, ένα καράβι που σε παίρνει μακριά...
Το βιβλίο, «Τη μέρα που σε γνώρισα» αναφέρεται στη ζωή μιας κοπέλας – δεν ξέρω τ’ όνομά της – η οποία συγχύζει τ’ απλά και καθημερινά πράγματα με το κενό που νιώθει μέσα της, νομίζει πως δεν είναι ευτυχισμένη (σίγουρα, δεν είναι δυστυχισμένη) και κουβαριάζει τη ψυχή της. Η μητέρα της ηρωίδας μας τονίζει πως «Η ευτυχία δεν είναι μια μόνιμη κατάσταση… είναι στιγμές! Στιγμές ευτυχίας, δυστυχίας, πόνου. Όλα σημειώνονται σε ένα τετράδιο για να κάνεις την κριτική σου και να αποφασίσεις στο τέλος αν έζησες ευτυχισμένη ζωή...»
Η συγγραφέας προτιμά τους ήρωες της χωρίς όνομα. Αναγκάζει τον κάθε αναγνώστη να δώσει τα ονόματα που θέλει και που ταιριάζουν στον καθένα ξεχωριστά. Ο καθένας θα ταυτίσει τους ανθρώπους της ιστορίας με βάση τα δικά του δεδομένα, ίσως, ο ίδιος να θέλει να υποδυθεί κάποιο ρόλο. Κάτι εξαιρετικά δύσκολο! Προσωπικά, θα προτιμούσα τους χαρακτήρες του έργου με το δικό τους όνομα ....  Ομολογώ πως απόλαυσα τη γραφή του μύθου και την πληθώρα συναισθημάτων που βγαίνουν μέσα από αυτό. Πολλά τα ερωτηματικά που μας βασανίζουν σχεδόν καθημερινά, τα οποία αφήνουμε (τις περισσότερες φορές)  αναπάντητα. Γεμίζουμε το «καλάθι των συναισθημάτων» μας, όλοι και όλα μας φταίνε και δυστυχώς, έρχεται μια μέρα που δεν αντέχουμε άλλο … Τότε, γίνεται η επανάστασή μας!

Μου αρέσει το εξώφυλλο του βιβλίου, όπως είναι τώρα – με αγγίζει περισσότερο από ότι τα προηγούμενα δύο. Η απεραντοσύνη της θάλασσας, η αίσθηση της καυτής άμμου, τ’  άσπρο μπλουζάκι και η αεράτη φούστα με μαγεύουν! 

Οπισθόφυλλο:
Πότε σταμάτησε να είναι ευτυχισμένη; Δε θυμόταν πια.
Πότε άρχισε να είναι δυστυχισμένη; Μα ήταν;
Ήταν τριάντα πέντε χρονών. Ήταν παντρεμένη. Ήταν μητέρα. Ήταν όμορφη. Ήταν ευκατάστατη. Αλάνθαστα συστατικά ευτυχίας και επιτυχίας...

Ο άντρας της ήταν σαράντα χρονών. Ευπαρουσίαστος. Καλός οικογενειάρχης. Δεν ξεχνούσε ποτέ επέτειο ή γενέθλια. Ίσως χάρη στην καλά ενημερωμένη ατζέντα του και την καλά οργανωμένη γραμματέα του.
Τάξη και οργάνωση. Οργάνωση και τάξη. Τα κλειδιά της ζωής τους. Μιας ζωής που έμοιαζε να έχει βγει από το πρόγραμμα κάποιου πληκτικού ηλεκτρονικού υπολογιστή.
'Άραγε η έλλειψη γέλιου και η ρουτίνα σ' ένα γάμο είναι αιτία διαζυγίου; Και τι θα γίνει όταν το γέλιο έρθει στη ζωή εκείνης... από το παράθυρο; (Του διπλανού σπιτιού συγκεκριμένα...) Τι θα γίνει όταν θα χρειαστεί να διαλέξει ανάμεσα στη ζωή που ξέρει μόνο το σήμερα και τη ζωή που έχει προγραμματίσει μέχρι και τις διακοπές του επόμενου χρόνου; Κι ακόμα ανάμεσα σ' έναν τρελό έρωτα, καινούριο, σε αντίθεση μ' έναν παλιό, που δεν έχει τίποτα ενδιαφέρον να προτείνει;
Τα ονόματά τους; Δεν έχουν σημασία... Γι΄ αυτό δεν αναφέρονται πουθενά στο βιβλίο. Ας δώσει λοιπόν ο αναγνώστης όποιο όνομα θέλει στους ήρωες αυτής της ιστορίας και ας ζήσει για λίγο τη ζωή τους. Ίσως παρέα μ' ένα φλιτζάνι καφέ στη χόβολη.


*   Συνήθεια! Μαγική λέξη ... Στηρίζει γάμους, συνεργασίες, σχέσεις. Ικανότητα όλων των ζώων. Δίποδων και τετράποδων. Μοιάζει λίγο με κινούμενη άμμο. Δε γλιτώνεις εύκολα απ’ αυτή.... Σε κάνει να γυρίζεις γύρω από ένα αόρατο μαγκανοπήγαδο χωρίς σταματημό και το κυριότερο χωρίς να το καταλαβαίνεις.
*   Η κοπέλα κρύωνε κι εκείνος είχε περασμένο το χέρι του στους ώμους της προσπαθώντας μάταια να την προστατέψει και να τη ζεστάνει από το ξεροβόρι που φυσούσε. Ήταν νέοι, έμοιαζαν ερωτευμένοι. Άραγε ήταν και παντρεμένοι; Ίσως ήταν νιόπαντροι .... Την είδε να γέρνει το κεφάλι της στον ώμο του και να χασμουριέται. Εκείνος την έσφιξε κι άλλο πάνω του πριν τη φιλήσει στα μαλλιά.
*   Γιατί οι διαφημιστές ήταν τόσο μακριά από την πραγματικότητα; Γιατί έδειχναν τόσο χαρούμενες τις νοικοκυρές και τόσο όμορφες και τόσο αδύνατες  ... και γενικά τόσο από άλλο πλανήτη; Κανένας δεν τους μίλησε για ψωμάκια, κυτταρίτιδα, κούραση, σακούλες κάτω από τα μάτια και ίσως για κιρσούς; Κανένας δεν τους είχε πει ποτέ ότι καμιά γυναίκα δεν είναι μέσα στην τρελή χαρά όταν τρίβει το ταψί με τ’ απομεινάρια του μεσημεριανού φαγητού ή όταν καθαρίζει τη λεκάνη της τουαλέτας; ή μήπως πίστευαν ότι μ’ αυτό τον τρόπο θα κατάφερναν να τις πείσουν να χαμογελούν κάνοντας όλες αυτές τις άχαρες δουλειές;
*   Κοιτάχτηκαν στα μάτια και για δευτερόλεπτα της φάνηκε πως κοίταζε όχι τη μητέρα της, αλλά μια άλλη γυναίκα που είχε περπατήσει στους ίδιους δρόμους που περπατούσε κι εκείνη πληγώνοντας τα πόδια της. Αυτή η γυναίκα πρέπει να είχε νιώσει τα ίδια αδιέξοδα, την ίδια ανικανοποίητη λαχτάρα για κάτι που δεν ερχόταν, πρέπει να είχε μείνει κι εκείνη ξάγρυπνη τις νύχτες ορθώνοντας τη λογική της για να μην τρελαθεί.
*   Για μένα η ζωή είναι ένα τετράδιο, ένα τεφτέρι σαν του μπακάλη της εποχής μου. Εκεί γράφονται οι στιγμές. Γιατί αυτό είναι η ζωή. Στιγμές ευτυχίας, δυστυχίας, πόνου και πάει λέγοντας. Όταν το τεφτέρι τελειώσει και μαζί του και η ζωή, τραβάς γραμμή και κάνεις τη σούμα. Αν οι ευτυχισμένες στιγμές είναι περισσότερες, τότε υπήρξες ευτυχισμένη, άρα και τυχερή. Αν όχι .... τότε κρίμα! Έχασες! «Ουδέν λάθος αναγνωρίζεται μετά το ...... κλείσιμο των βιβλίων»!
*   Η νύφη της ήταν ένα αξιαγάπητο πλάσμα, που δεν είχε ίχνος επιτήδευσης πάνω της. Ήρεμη, διακριτική, πάντα πρόθυμη να βοηθήσει και πάντα μ’ έναν καλό λόγο για τον καθένα. Τα ενδιαφέροντά της ήταν απλά όσο και η ίδια. Δεν ήταν ούτε τριάντα, είχε δύο παιδιά και κοίταζε τον άντρα της με λατρεία και θαυμασμό ύστερα από δώδεκα χρόνια γάμου. Την κοίταξε που δίπλωνε μ’ επιδεξιότητα τις κάλτσες και αισθάνθηκε περιέργεια. Ήταν άραγε ευτυχισμένη;
*   Όχι, δεν της άρεσε η ζωή της. Ήταν τριάντα πέντε χρονών, ήταν παντρεμένη, ήταν μητέρα, ήταν ευκατάστατη, ήταν ... ναι! Γιατί όχι; Όμορφη .... Αλάνθαστα συστατικά ευτυχίας και επιτυχίας. Εκείνη δεν αισθανόταν ούτε ευτυχισμένη ούτε επιτυχημένη.... Εκείνη αισθανόταν είκοσι χρονών! Λαχταρούσε ακρογιάλια, ηλιοβασιλέματα, βόλτες με κάποιον που θα την κρατάει από το χέρι και θα της ψιθυρίζει ερωτόλογα. Θα της τηλεφωνεί για να της πει «Σ’ αγαπώ». Θα είναι έτοιμος για κάθε τρέλα! Ήθελε το άγνωστο, το απρόσμενο, την αγωνία, το καρδιοχτύπι. Ήθελε κάτι που να την κάνει να αισθανθεί και πάλι ζωντανή...
*   Και κάτι ακόμα: μην είσαι αχάριστη! Κοίταξε γύρω σου! Υπάρχει πολλή δυστυχία κι εσύ είσαι μια χαρά!
*   Ευτυχισμένη είσαι όταν ζεις σύμφωνα με τα πρότυπά σου, σύμφωνα με τα όνειρά που έχεις κάνει κάποια στιγμή στη ζωή σου. Όταν μπορείς να κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να χαμογελάς .... ίσως κι όταν χαμογελάς χωρίς φανερή αιτία....
*   Είχε χρόνια να διασκεδάσει έτσι. Είχε χρόνια ν’ αφήσει ελεύθερο τον εαυτό της τόσο που να ξαναγίνει παιδί. Είχε χρόνια να φαει μαλλί της γριάς. Έχωσε το πρόσωπό της σχεδόν ολόκληρο στα αέρινο γλυκό. Το στόμα της γέμισε από τη γλύκα του.
*   Αν δεν μπορείς ν’ αποφύγεις κάτι που δε σου αρέσει, χαλάρωσε κι απόλαυσέ του!
*   Πόσες δουλειές δεν επωμίζεται μια γυναίκα! Εκτός από την καριέρα της, αν είχε μετά το γάμο, όφειλε να μεταμορφωθεί σ’ έναν άνθρωπο για όλες τις δουλειές. Κάτι σαν το Θανάση Βέγγο, χωρίς φαλάκρα κατά προτίμηση! Μαγείρισσα ... Απαραίτητα! Οικονομολόγος, νοσοκόμα, στοργική περιποιητική και πρόθυμη. Με ανεξάντλητη υπομονή. Άρρωστη δεν μπορεί να είναι ποτέ μια γυναίκα. Μητέρα, παιδαγωγός, δασκάλα .....
*   Ο αέρας τη χτυπούσε στο πρόσωπο και η θάλασσα άφηνε στα χείλη της αλμυρές σταγόνες. Οι γλάροι, πιστοί σύντροφοι, ακολουθούσαν το καράβι μ’ εκείνο το περίεργο πέταγμά τους, που του έκανε να μοιάζουν με ψεύτικα πουλιά, σαν κάποιος να τα κρατούσε με αόρατα νήματα από τον ουρανό.
*   Μπορεί να μην το είχε πει, αλλά και ποτέ δεν της είχε δώσει το δικαίωμα ν’ αμφιβάλλει γι’ αυτό. Η καθημερινότητα που οδηγεί ένα ζευγάρι στη ρουτίνα δεν είναι αιτία για να φύγει το τρένο του γάμου από τις γραμμές του! Ήταν άδικη μαζί του...
*   Λένε ότι ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός. Εκείνη διατηρούσε τις αμφιβολίες της. Κάθε μέρα αισθανόταν και χειρότερα. Κάθε ώρα που περνούσε αναρωτιόταν αν θα κατάφερνε να περάσει και την επόμενη χωρίς να καταρρεύσει...
*   Ξέρεις τι λένε; «Δεν μπορούμε να κατευθύνουμε τον άνεμο! Μπορούμε όμως να ρυθμίσουμε τα πανιά!»
*   Μα τι φαντάζεσαι; Ότι αν μείνετε μαζί, τ’ απλά και τα καθημερινά όπως το φαγητό, η ΔΕΗ, η βρύση που χάλασε και όλα τ’ άλλα θα τα συζητάτε με πίκνικ στο Σούνιο κάτω από το φως του φεγγαριού;
*   Τώρα ο πατέρας της καθόταν δίπλα της και της χάιδευε τα μαλλιά. Χώθηκε στην αγκαλιά του και αμέσως η γαλήνη του την τύλιξε, άσχετα αν η ματιά της μητέρας της είπε ξεκάθαρα: «Δεν τελειώσαμε εμείς οι δύο!» Εκεί, στην αγκαλιά του πατέρα της ένιωσε πως ήταν στο λιμάνι της. Εκεί τίποτα δεν μπορούσε να την αγγίξει. Τίποτα, ενόσω ο ρυθμικός ήχος της καρδίας του την παρηγορούσε. Τίποτα, ενόσω τα χέρια του την κρατούσαν σφιχτά.
*   Αν κάποιος τρέχει για τις δουλειές του, αν κοιτάζει τη γυναίκα του χωρίς να τη βλέπει πραγματικά, αν την κάνει να αισθάνεται περισσότερο σαν έπιπλο παρά σαν γυναίκα.... τότε υπάρχει πιθανότητα να βρεθεί κάποιος που να της θυμίσει ότι η ζωή είναι έρωτας και ρομαντισμός ... Το κακό είναι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο σύζυγος δεν κατάλαβε εγκαίρως τι γινόταν, για να σταματήσει το κακό!
*   Όλοι έχουμε ανοιχτές απόψεις όταν δε μας αγγίζουν τα γεγονότα. Όλοι κατανοούμε τους άλλους και τα λάθη τους όταν δεν επηρεάζουν τη δική μας ζωή. Ίσως και ο άντρας της να είχε αυτές τις προοδευτικές ιδέες, αλλά όχι για τη γυναίκα του .....
*   Ευτυχία είναι η οικογένεια και η θαλπωρή της και ας λένε ό,τι θέλουν οι προοδευτικές. Τις μεγαλύτερες χαρές ο άνθρωπος τις παίρνει μέσα από την οικογένεια! Πολύ δε περισσότερο η γυναίκα. Θυμήσου πως ένιωσες την πρώτη φορά που η κόρη σου σε αγκάλιασε με τα χεράκια της, την πρώτη φορά που σε είπε «μαμά» και πες μου: Με τι συγκρίνεται αυτό; Από τη φύση της η μητρότητα είναι η ολοκλήρωση για τη γυναίκα!
*   Το σπίτι του ... η οικογένεια του ... Εκείνη .... Την αγαπούσε τόσο πολύ που πονούσε. Μια άγρια χαρά τον συνεπήρε. Δε θ’ άφηνε κανένα κενό στο παζλ του γάμου του. Τελικά ο άλλος είχε δίκιο. Ποτέ πια δε θα έπαιρνε τη ευτυχία σαν δεδομένο. Δεν είναι δώρο. Είναι κάτι που κερδίζεται με αγώνα. Τίποτα δε θα έπαιρνε σαν δεδομένο, ποτέ ξανά! Ιδιαίτερα τη γυναίκα του!
*   Θυμήθηκε τις ευχές του πατέρα της κάθε φορά που της χάριζε έναν Άγιο Βασίλη: «Να σου φέρει ό,τι επιθυμείς....» της τα είχε φέρει: μια όμορφη ζωή, έναν υπέροχο άντρα κι ένα παιδί. Η χόβολη δεν είχε θέσει στη ζωής της.
Γράφει η  
Ναταλία Ιωαννίδου
Από τη Λευκωσία

Sunday, March 21, 2010

Γιώργος Νικολαΐδης, ζωγράφος σημαντικής παιδείας και σπάνιας ευαισθησίας

The incarnation of space
 

George Niκolaides is a painter of considerable cultivation and rare sensitivity. He chooses his material and subjects, by means of which he conveys the living dialogue between light and surfaces and space, with careful thought. This is space which he incarnates with his figures, which consist largely of nude female bodies which bring out their masses, the plasticity, and their inner organic nature.
The bodies which Nikolaides negotiates in his art through their momentary stances and movements – but, above all, through their exuberance and dynamism – produce, and at the same time accumulate, light, hinting at visual means of access to the beholder, who explores, on the basis of their verisimilitude and tangibility (behind and beyond any disclosure) the mystery and  enigma which they suggest.


This artist possesses perfected capabilities in design and structural skills in handling each of his compositions, which are formed by subterranean complexes of axes and internal correspondences between the parts of which they are made up and the whole, which renders harmonized antithetical balances and an assimilated orderliness in the brush-stroke.

The body in the works of George Nikolaides, as it unfolds, is revealed, and at other times retreats. The body also becomes a landscape, and the landscape makes its appearance as light embodied by color, with the forms rising up o stress their natural, but also their primal and archetypal, presence among bedclothes, in washbasins, sometimes, or on sea-shores.
The body, at the same time, also serves as a ‘sign’ and as an ideogram, without, nevertheless, ever being turned into an abstract concept. On the contrary, it retains its sensuousness and its earthiness.  
Athina Schina, Critic and Art Historian
 Μικρό αφιέρωμα στο ζωγράφο Γιώργο Νικολαΐδη
 
Επειδή, είμαι σχεδόν σίγουρος ότι πολλοί θα με ρωτήσουν, αν με τον Γιώργο είμαστε συγγενείς!  Δηλώνω, ότι, με τον Γιώργο μας συνδέει μια μακρόχρονη φιλία από τα μαθητικά μας χρόνια. Ίσως, η συγγένεια πολλές φορές, να μην είναι τόσο δυνατή ως συνδετικός κρίκος μεταξύ ανθρώπων, όσο η πραγματική και άδολη φιλία.

Με τον Γιώργο μοιραζόμαστε όμορφες αναμνήσεις από τα νεανικά μας χρόνια, όπου αυτός, ήδη, μεσουρανούσε στη ζωγραφική, αλλά και στο τραγούδι. Το ταλέντο του φανερώθηκε πολύ ενωρίς και τα οράματά του συγκεκριμενοποιήθηκαν από τα μαθητικά του χρόνια. Έτυχε να πάμε και στο στρατό στο ίδιο σώμα, στα τεθωρακισμένα. Μετά τις σπουδές μας και την προσφυγιά, χαθήκαμε για λίγο.

Ο Γιώργος είναι ένα χαρισματικό άτομο, μια σπάνια προσωπικότητα, που όταν απλώσει τη σκέψη και τις ιδέες του, σε αιχμαλωτίζει άμεσα. Έχει μια ηρεμία λόγου και έκφρασης, που σε καθηλώνει. (Στη φωτογραφία η μητέρα του Γιώργου, Κλαίρη Νικολαΐδου).

Έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του καλλιεργημένου ατόμου, του ανθρώπου με παιδεία, και ευγένεια. Κουβαλά μέσα του ένα σπάνιο ήθος, που δύσκολα θα βρεις, ιδιαίτερα στις μέρες μας.
 

Σεμνός και μετριόφρονας, απεχθάνεται την επίδειξη και την επιτήδευση. Στην τελευταία του έκθεση στη Λευκωσία τον περασμένο μήνα, τον ρώτησα γιατί δεν έφερε κανένα ‘σημαίνον’ άτομο, όπως συνηθίζεται, να τον προλογίσει και να κάνει τα εγκαίνια. Η απάντησή του ήταν κοφτή. «Δεν είναι απαραίτητο» μου απάντησε. (Στη φωτογραφία η Ράνια, η γυναίκα του Γιώργου, ένας σπάνιος και ευαίσθητος άνθρωπος κι αυτή).

Με τη στάση του αυτή, μου ξαναθύμισε μια αγαπημένη μου Κινέζικη παροιμία που λέει: «Ο άνθρωπος είναι όπως το ποτάμι, όσο πιο βαθύ είναι, τόσο πιο αθόρυβο είναι». Έτσι και ο άνθρωπος με βάθος, αποφεύγει τα θορυβώδη και τα ηχηρά.


Ο Γιώργος είναι σίγουρα, ένας καλλιτέχνης με βάθος, ένας πνευματικός άνθρωπος με μεστό λόγο, γεμάτος ευαισθησίες και αγάπη για τους γύρω του. Όπως, είπε και η κριτικός Αθηνά Σχινά, ο Γιώργος Νικολαΐδης είναι ένας ζωγράφος «σημαντικής παιδεία και σπάνιας ευαισθησίας». (Στη φωτογραφία η ανηψιά του Γιώργου, Κλαίρη και η Ράνια, της οποίας το ωραίο χαμόγελο, μου θυμίζει αυτό της Μελίνας Μερκούρη).

Στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, δέχτηκε πίεση για να δώσει μια συνέντευξη για την τέχνη.  Το συνόδευσα μέχρι τους ραδιοθαλάμους του σταθμού του ΡΙΚ. Πριν αρχίσει η εκπομπή, τον αποχαιρέτισα. Ήμουν πραγματικά πολύ κουρασμένος εκείνη την ημέρα. Η εκπομπή άρχιζε στις 10 η ώρα το βράδυ και θα διαρκούσε μέχρι  τις δώδεκα. Κάθισα όμως, λίγο να τον ακούσω στην αρχή με τη γυναίκα του Ράνια που τον συνόδευε. Άρχισε λοιπόν ο φίλος Γιώργος να μιλά για την τέχνη και τη ζωή. Τελικά, δεν το κούνησα από την καρέκλα μου… ούτε που κατάλαβα, πώς τελείωσε η δίωρη εκπομπή! Αυτός είναι ο Γιώργος ο Νικολαΐδης. Ο άνθρωπος που σε αιχμαλωτίζει με το λόγο του και σε καθηλώνει με την τέχνη του.
Φοίβος Νικολαΐδης
Η έκθεση που παρουσίασε στην γκαλερί 'Αποκάλυψη' ήταν μια εικαστική ενότητα με τίτλο "Το γυμνό και το ιδεόγραμμά του". (Στη φωτογραφία η αδελφή του καλλιτέχνη, Λένα και η Ράνια).

Ο Γιώργος Νικολαΐδης γεννήθηκε στη Λευκωσία, όπου παράλληλα με τις γυμνασιακές του σπουδές, φοίτησε στα εργαστήρια των καταξιωμένων Κύπριων ζωγράφων Λευτέρη Οικονόμου και Τηλέμαχου Κάνθου.
 

Έκανε προετοιμασία για την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στο εργαστήρι ελευθέρων σπουδών του Γιώργου Βογιατζή.  Στην εισαγωγή στο προκαταρκτικό είχε δάσκαλο τον Νίκο Νικολάου και βοηθό τον Λευτέρη Κανακάκη. Στο εργαστήρι της Α.Σ.Κ.Τ. είχε δάσκαλο τον Γιώργο Μαυροΐδη και βοηθό τον Παναγιώτη Μεταξά. Παρακολούθησε παράλληλα νωπογραφία στο εργαστήρι του Κωνσταντίνου Ξυνόπουλου και ψηφιδωτό με τον Γιάννη Κολέφα. (Στη φωτογραία η Κλαίρη Νικολαΐδου, μητέρα του Γιώργου).
 

Κέρδισε υποτροφίες και διακρίσεις σε όλα τα έτη σπουδών του. Πήρε επίσης δίπλωμα θεωρητικών σπουδών. Από το 1977 ταξιδεύει συχνά σε Ολλανδία, Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Βέλγιο, Αγγλία, ΗΠΑ και φυσικά στην ιδιαίτερή του πατρίδα την Κύπρο. (Στη φωτογραφία η μικρή ανηψιά Κλαίρη και ο Βουλευτής Λευκωσίας Ιωνάς Νικολάου).
 

Έργα του βρίσκονται στο Υπουργείο Πολιτισμού Ελλάδος, Τράπεζα Ελλάδος, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου, Προεδρικό Μέγαρο Κύπρου, σε Ιδρύματα, Τράπεζες και πολλές ιδιωτικές συλλογές.


Από το 1977 μέχρι σήμερα, έχουν αναφερθεί στο έργο του οι Γιώργος Μαυροΐδης, Γιάννης Τσαρούχης, κωνσταντίνος Ξυνόπουλος, Ανδρέας Καραγιάν, Μάνος Στεφανίδης, Νίκος Αλεξίου, Στέλιος Λιδάκης, Αθηνά Σχινά και άλλοι.
Έχει κάνει αμέτρητες ατομικές εκθέσεις και συμμετείχε σε πολλές ομαδικές στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Αφιερώματα στην τηλεόραση της Υ.Ε.Ν.Ε.Δ., Ε.Ρ.Τ., Ρ.Ι.Κ., και Ρ.Ι.Κ. Satelite. Από το 1970 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει δυο παιδιά και είναι παντρεμένος με τη Ράνια (φωτογραφία).
Χρησιμοποιεί τα τελευταία χρόνια ως θέμα -ή αφορμή- το γυναικείο σώμα. "Ουσιαστικά μιλώ απλά και αληθινά για τον άνθρωπο", εξηγεί ο ίδιος, "την οντότητα που αντιπροσωπεύει τη ζωή σε σχέση με το περιβάλλον, διαμορφώνοντας καταστάσεις αντιληπτές της καθημερινότητας". (Στη φωτογραφία η γλυκιά ανηψιούλα, Κλαίρη).
«Η καταγραφή των μεταβολών γίνεται ανάλογα με την προσωπικότητα, το χαρακτήρα και τη φύση του θέματος. Δεν με απασχολεί η θετική ή αρνητική πλευρά των πραγμάτων μόνο, αλλά και οι απλές καθημερινές στιγμές, γιατί με λόγο και το ρόλο τους, δημιουργούν συγκινήσεις απαραίτητες. Τα θέματα μου είναι από τη φύση, σε παραλίες ή εσωτερικούς χώρους. Το ευχάριστο ή το δυσάρεστο εναλάσσονται και στις δυο περιπτώσεις χωρίς προκατάληψη».
«Από εικαστική πλευράς, μ’ ενδιαφέρει πάντα ο ανθρωποκεντρισμός, από την χειρονομιακή ζωγραφική του παρελθόντος μέχρι και τα γρήγορα σκίτσα παρόντος». (Στη φωτογραφία ο αδελφός του Βαγγέλης, η μικρή του κόρη Κλαίρη και μια ξαδέλφη).
 «Από τις απλούστερες έως τις πλέον σύνθετες μορφές, διηγούμαι ιστορίες της ανθρώπινης ύπαρξης. Η φόρμα είναι το μέσο και όχι το ζητούμενο. Μεταβάλλεται για ν’ αποδοθεί καλύτερα η ουσία, αποβάλλοντας το περιττό. Η μορφή δεν είναι αυτοσκοπός, συντελεί στην ανάδειξη της ύπαρξης, Η ενεργοποίηση επιβάλλει την παρουσία και το αίσθημα προκαλεί».
«Η ζωή είναι απλή. Η ευτυχία απλούστερη, αλλά δύσκολο να την πετύχεις. Ο αγώνας είναι άνισος, Μεγάλες οι δυσκολίες αλλά το ταξίδι υπέροχο. Το ταξίδι αυτό καταγράφω σαν ημερολόγιο. Σε μερικούς χρησιμεύει, σε άλλους όχι. Η γοητεία της γεωμετρικής ή οργανικής φόρμας δεν αμφισβητείται, αυτοσημαίνεται και αναδεικνύει τη ζωτικότητα των μορφών».
(Στη φωτογραία, Βαγγέλης Νικολαΐδης, Ιωνάς Νικολάου, Φοίβος Νικολαΐδης, Γιώργος Νικολαΐδης, Χρίστος Κτωρίδης και Γιώργος Παπαδόπουλος).

«Κυριαρχούν τα γήινα χρώματα, τα οποία συμφιλιώνουν τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης με τη φύση της». Θέμα των έργων οι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι σε στατικές ή σύνθετες πόζες. Η γραφή απελευθερώνεται για την καταγραφή του στιγμιαίου. (Στη φωτογραφία από αριστερά, η Νατάσα Τοφαρίδου, ιδιοκτήτρια της γκαλερί και η Δέσπω).

(Στη φωτογραφία: Ο Γιώργος Νικολαΐδης με την αδελφή του Λένα, τον ξάδελφό του Πέτρο Πατσιά, τη γυναίκα του Ράνια και τον αδελφό του Βαγγέλη με τη γυναίκα του Έλλη). 
Η ενσάρκωση του χώρου: Της Αθηνάς Σχινά
Ο Γιώργος Νικολαΐδης είναι ένας ζωγράφος σημαντικής παιδείας και σπάνιας ευαισθησίας. Επιλέγει με περίσκεψη το υλικό του και τα θέματά του, μέσα απ’ όπου μεταφέρει τον ζωντανό διάλογο του φωτός με τις επιφάνειες και τον χώρο. Έναν χώρο, που τον ενσαρκώνει με τις μορφές του, οι οποίες αποτελούνται κυρίως από γυμνά γυναικεία σώματα που αναδεικνύουν τους όγκους , την πλαστικότητα τους και την εσωτερική τους οργανικότητα.
Τα σώματα που εικαστικά ο καλλιτέχνης διαπραγματεύεται μέσα από τις στιγμιαίες στάσεις ή κινήσεις τους, αλλά κυρίως μέσα από τη σπαργή και τον δυναμισμό τους παράγουν και ταυτοχρόνως συσσωρεύουν φως, υποδεικνύοντας οπτικές προσπελάσεις στον θεατή που ανιχνεύει, με βάση την αληθοφάνεια και την απτότητά τους, (πίσω και πέρα από την όποια φανέρωση), το μυστήριο και την αινιγματικότητα που υποβάλλουν.
 
Ο συγκεκριμένος ζωγράφος διαθέτει άρτιες σχεδιαστικές ικανότητες και δομοσυστατικές δεξιότητες χειρισμού της κάθε του σύνθεσης, που συγκροτείται με υπόγεια πλέγματα αξόνων κι εσωτερικών ανταποκρίσεων των τμημάτων που τους απαρτίζουν προς το σύνολο, το οποίο αποδίδει εναρμονισμένες αντιθετικές ισορροπίες και αφομοιωμένη στην πινελιά ευρυθμία. Από την άποψη αυτή, ο καλλιτέχνης ως προς τη φόρμα λειτουργεί διττά, συνδυάζοντας το βλέμμα του ζωγράφου με εκείνο του γλύπτη.
 
Μορφοποιεί, μέσα από τα χρώματά του επιφάνειες και όγκους, εγγύτητες και αποστάσεις, οικοδομώντας σταδιακά τα επίπεδά του μέχρι το βάθος της εικόνας, με υφολογικές χροιές και ελεγχόμενη αισθαντικότητα. Το σώμα, στα έργα του Γιώργου Νικολαΐδη, εκτυλισσόμενο αποκαλύπτεται κι άλλοτε αναδιπλώνεται.

Το σώμα επίσης γίνεται τοπίο και το τοπίο εμφανίζεται ως ένα χρωματικά σωματοποιημένο φως, με τις μορφές να αναδύονται τονίζοντας τη φυσική, αλλά και την πρωτογενή ή αρχετυπική παρουσία τους ανάμεσα σε κλινοσκεπάσματα, άλλοτε σε λουτήρες ή σε παραθαλάσσιες ακρογιαλιές. (Στη φωτογραφία, ο Γιώργος Νικολαΐδης με τον Μίκη Κασάπη, κατά τη διάρκεια της ραδιοφωνικής εκπομπής του ΡΙΚ).
Το σώμα λειτουργεί παράλληλα ως «σήμα» και ως ιδεόγραμμα, χωρίς ωστόσο να μετατρέπεται ποτέ σε αφηρημένη έννοια. Αντίθετα, διατηρεί την αισθαντικότητα και την χοιϊκότα του. Μεταφέρει χυμούς ζωής και υφέρποντα ερωτισμό, ενώ έχει κανείς την εντύπωση πως ταυτοχρόνως πρόκειται για σώμα από σάρκα και πηλό ή για σώμα με στίλβουσες τις επιφάνειές του, θαρρείς από μάρμαρο ή αλάβαστρο. (Στη φωτογραφία, Μίκης, Γιώργος και Ράνια).
Η γραφή αποδίδεται με ρεαλιστικό τρόπο που αποκαθηλώνει όμως τα παρουσιαζόμενα και τις αναμεταξύ τους συνάφειες.  Ο ρεαλισμός επίσης, σε ορισμένα έργα του καλλιτέχνη, συνδυάζεται με γεωμετρικά και κυβιστικά στοιχεία, ενώ άλλοτε επισημαίνονται εξπρεσιονιστικές απηχήσεις. (Στη φωτογραφία, Γιώργος, Ράνια και Φοίβος).

Οποιαδήποτε ωστόσο προσωπική γραφή κι αν χρησιμοποιεί ο Γιώργος Νικολαΐδης, υπακούει στον εγγενή ρυθμό του κάθε έργου του, που μετουσιώνει λάμψεις και αντανακλάσεις, αληθοφάνειες και ψευδαισθήσεις, οι οποίες ενεργοποιούν την στοχαστικότητα και τη φαντασία του θεατή, μετατρέποντας τον σε μέρος της εικόνας, των φανερών και των παραλειπομένων της, των συνειρμών που αυτή γεννά και της ομιλητικής της, αλλά γεμάτης νοήματα σιωπής της.  
Αθηνά Σχινά, Κριτικός & Ιστορικός Τέχνης