Monday, August 24, 2015

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου 
Ο δρόμος παρατημένος στα άγρια δόντια του χρόνου , το μονοπάτι χορταριασμένο κι ένας Αύγουστος που όδευε στη δύση του με τα γινάτια μικρού παιδιού που δεν θέλει να αφήσει το παιχνίδι του.

Σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου, απέναντι ακριβώς από τον πορφυρό δίσκο που ετοιμαζότανε για τη στερνή βουτιά του πίσω από το βουνό. Η νύχτα έστελνε ήδη τις πρώτες σκιές να σκαρφαλώσουνε επίμονα στα δέντρα, στις κορφές, στα μάτια των ανθρώπων που κλείνανε σιγά σιγά τη μέρα και ετοιμάζονταν για τα μεγάλα, σιωπηλά τους όνειρα. Το χωριό του, μικρό και λιτό μέσα στο σούρουπο, τον καλωσόρισε διακριτικά στέλλοντάς του γνώριμες εικόνες, βγαλμένες από παιδικές αναμνήσεις, εφηβικές διαδρομές. Τίποτα δεν είχε αλλάξει στο πέρασμα του χρόνου εκτός ίσως από τους φόβους και τις ανάγκες των ανθρώπων του. Η ζωή τραβούσε πεισματικά την ανηφόρα της σέρνοντας ξοπίσω της σαν αερικά ανθρώπους και ανθρωπάκια με τη φθορά της σάρκας και του πνεύματος.

Γιατί γυρνούσε; Γιατί επέστρεφε τώρα σε ένα χωριό που δεν τον αγκάλιαζε πια με κανένα πρόσωπό του; Η μάνα του είχε πεθάνει όταν εκείνος έκλεινε τα δέκα. Κι ο πατέρας του είχε φύγει πριν τρία χρόνια για τον άλλο κόσμο, αφήνοντας ανάμεσά τους ένα μεγάλο , αξεδιάλυτο παράπονο. ΄Ανθρωπος μοναχικός, με κοφτές κουβέντες, με δίκιο πάντα αδιαπραγμάτευτο, τον έδιωχνε κάθε φορά με τον τρόπο του, σαν κυματοθραύστης που θέλει να συνθλίψει όλα τα κύματα που απειλούν την ηρεμία του.

Μα σήμερα μέσα του είχε κλείσει με πάταγο μια πόρτα και πίσω της έπεσαν στο πάτωμα όλα τα λόγια που είχε κρεμάσει στα καρφιά της, να έχει να δίνει κάθε φορά παραγγελιά στον γιο του, όταν έφευγε. Σήμερα καβγαδίσανε περισσότερο από όσο μπορούσε να αντέξει η ψυχή του. Κι ας μην το΄θελε, ας είχε πάντα μόνο λόγια αγάπης να του πει και ένα χέρι προστατευτικό να του περάσει στον ώμο. 

Δεκάξι χρονώ ν παλικάρι, μεγάλωνε δίπλα του όπως είχε μεγαλώσει κι ο ίδιος κάποτε, χωρίς μάνα, με εκείνον μόνο να κρατάει στα λόγια και στα χέρια του τον διπλό ρόλο του γονιού. Μα λες και μια κακή μάγισσα έμπαινε πάντα απρόσκλητη ανάμεσά τους και με τα μαγικά βοτάνια της κατάφερνε να κάνει τα λόγια του απειλές και τα δικά του ποτάμι κόκκινο που έφτανε κοντά του σαν αίμα από τη σκοτωμένη ειρήνη ανάμεσά τους.

Ένα ελαφρύ αεράκι , σταλμένο από τη δρόσο των βουνών, ήρθε μες στο αυγουστιάτικο σούρουπο και του χάιδεψε το πρόσωπο. Αεράκι φλύαρο, φερμένο λες από καλοκαίρια που΄σβησαν στην άμμο του παρελθόντος , όταν τα αγκάλιασε το κύμα του χρόνου.

Γονάτισε, αφέθηκε στη μεγαλοσύνη της στιγμής. ΄Εγειρε επάνω σε έναν Αύγουστο που τον έλουζε πλουσιοπάροχα με τα χρώματα, τις μυρωδιές, τις ανάσες του. ΄Υστερα κίνησε για το κοιμητήριο. Πέρασε πρώτα από τον τάφο της μάνας του, σταυροκοπήθηκε μπρος στη φωτογραφία της, έτσι όπως θα σταυροκοπιότανε κανείς μπροστά σε εικόνισμα αγίου. Κι ύστερα βρήκε την ανάπαυση του πατέρα του, έμεινε να τον κοιτά με χτυποκάρδι περίεργο, σαν άγρια θάλασσα που ξεθυμαίνει και αγκαλιάζει πια στοργικά τις ακτές της. ΄Οταν τελικά μίλησε, η φωνή του ακούστηκε σαν εξομολόγηση σε αναστημένο του Θεό.



«Είναι πια αργά για μας τους δυο, μα έστω και τώρα θα ήθελα , πατέρα, να σου πω πως…καταλαβαίνω. Γιατί κάποια στιγμή η τραυματισμένη καρδιά κατανοεί όσα απέρριπτε κάποτε ένα ανάστατο μυαλό». 

Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου 

No comments: