Thursday, June 11, 2009

Το κατεχόμενο μοναστήρι του Αγίου Μακαρίου

Γράφει ο
Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας

Την Κυριακή, 10 Μαΐου 2009 το Γραφείο του Εκπροσώπου της Αρμενικής Κοινότητας στη Βουλή των Αντιπροσώπων, κου Βαρτκές Μαχτεσιάν, σε συνεργασία με την Αρμενική Μητρόπολη Κύπρου, διοργάνωσε τη δεύτερη επίσκεψη-προσκύνημα στο τουρκοκρατούμενο Αρμενομονάστηρο, με τη συμμετοχή πάνω από 200 Αρμενοκυπρίων και φίλων της κοινότητας. Με ευκαιρία την επίσκεψη αυτή, θα δούμε την εντυπωσιακή ιστορία του μοναστηριού αυτού και τη σημασία του για την αρμενική κοινότητα της Κύπρου.

To Μοναστήρι του Αγίου Μακαρίου (Sourp Magar), γνωστό και ως Αρμενομονάστηρο ή Magaravank, είναι το μοναδικό αρμένικο μοναστήρι στην Κύπρο, κτισμένο σε υψόμετρο 530 μέτρων μέσα στο δάσος της Ανατολικής Πλατανιώτισσας, περίπου 1 ½ χιλιόμετρο δυτικά της Χαλεύκας. Αφιερωμένο στον Άγιο Μακάριο τον Αλεξανδρινό τον Ερημίτη, του οποίου τη μνήμη τιμούσε την πρώτη Κυριακή του Μάη (αν και γιόρταζε εξίσου και τον επίσης αιγυπτιακής καταγωγής Άγιο Μακάριο τον Πρεσβύτερο το Δεκέμβριο), ιδρύθηκε γύρω στο έτος 1000 από Κόπτες εις ανάμνηση του Αγίου, ο οποίος κατά την παράδοση ασκήτεψε στην περιοχή, και μέχρι το 1425 περιήλθε στα χέρια των Αρμενίων. Ένας μεγάλος αριθμός υπέροχων και ανεκτίμητων χειρογράφων (χρονολογούμενων μεταξύ 1202 και 1740, με πολυτιμότερα ένα εικονογραφημένο ευαγγέλιο του 1293 και ένα ιερό ψαλτήριο του 1678), εκκλησιαστικών σκευών και ενδυμάτων στεγάζονταν εκεί· ευτυχώς, 56 από τα πανέμορφα χειρόγραφα γλύτωσαν, αφού από το 1947 φυλάσσονται στο Μουσείο «Κιλικία» του Καθολικάτου (Πατριαρχείου) του Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας, στο Αντηλιάς του Λιβάνου.
Κατά τη Φραγκοκρατία (1192-1489) και την Ενετοκρατία (1489-1570) οι μοναχοί ακολουθούσαν τόσο αυστηρούς κανόνες διαβίωσης και δίαιτας, που δεν επιτρεπόταν η είσοδος ούτε ακόμη και σε θηλυκά ζώα, ενώ κατά τη νηστεία της τεσσαρακοστής δεν έτρωγαν ούτε όσπρια που θα μπορούσε να περιείχαν έντομα, όπως κουκκιά και φακές. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας (1571-1878) ήταν γνωστό ως το Κυανούν Μοναστήρι, προφανώς λόγω του γαλάζιου χρώματος που είχαν οι πόρτες και τα παραθυρόφυλλά του. Το Αρμενομονάστηρο υπήρξε δημοφιλές προσκύνημα τόσο για τους Αρμένιους όσο και για τους υπόλοιπους κατοίκους του νησιού, αλλά και για διάφορους ντόπιους και ξένους περιηγητές και προσκυνητές καθοδόν προς τους Αγίους Τόπους, όπως ο Hovsep Shishmanian (γνωστός με το λογοτεχνικό όνομα “Dzerents”): εμπνευσμένος από το περίγραμμα της μακρινής οροσειράς του Ταύρου - η οποία είναι ορατή κυρίως το χειμώνα, όταν δεν έχει σύννεφα ή υγρασία -, έγραψε γύρω στο 1875 την ιστορική νουβέλα Toros Levoni.

Επιπλέον, το μοναστήρι ήταν χώρος ξεκούρασης και ανάρρωσης Καθόλικων (Πατριαρχών) και άλλων ιερωμένων από την Κιλικία, το μοναστήρι του Αγίου Ιακώβου στην Ιερουσαλήμ και το Etchmiadzin της Αρμενίας, με τα οποία και διατηρούσε στενές σχέσεις. Ένας από τους γνωστότερους φιλοξενούμενους του Αρμενομονάστηρου υπήρξε ο αββάς Mekhitar: με τελικό προορισμό τη Ρώμη, σταμάτησε στην Αμμόχωστο το 1695, όπου και φιλοξενήθηκε μέχρι που έφθασαν τα νέα της αποστασίας του από την ορθόδοξη αρμένικη πίστη κλίνοντας προς τον καθολικισμό, οπόταν και εκδιώχθηκε· έτσι, κατέφυγε στο μοναστήρι του Αγίου Μακαρίου, όπου όχι μόνο έγινε δεκτός, αλλά και οι εκεί μοναχοί τον περιέθαλψαν μέχρι να γιατρευτεί από την ελονοσία, από την οποία είχε μολυνθεί στην Αλεξανδρέττα.
.
Την Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 1901, εις ανάμνηση της 200ης επετείου της ίδρυσης του τάγματος των Μεχιταριστών της Βενετίας, οι μαθητές του ορφανοτροφείου Kurkjian και ο αρχιτέκτονας Garo Balian (ο οποίος ήταν και ο αρχιτέκτονας των κτιρίων του Μελκονιάν) κατασκεύασαν μια πέτρινη στήλη στο βουνό απέναντι από το μοναστήρι αφιερωμένη στον αββά Mekhitar. Άλλο σημαντικό μνημείο λίγο έξω από το μοναστήρι είναι η πέτρινη στήλη που εγκαινιάστηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1933, σε ανάμνηση της επίσκεψης εκεί του Καθόλικου Sahag II, ο οποίος είχε χρηματοδοτήσει το διάκοσμο του μοναστηριού το 1931.

Το 1642 ένα φιρμάνι εξαίρεσε το μοναστήρι από την καταβολή φορολογίας, οι όροι του οποίου ανανεώθηκαν το 1660 και το 1701. Το 1735 επιτράπηκαν ανακαινίσεις στο μοναστήρι, καθώς και το 1811, όταν δόθηκε και η άδεια ανέγερσης παρεκκλησίου, το οποίο κτίστηκε το 1814 στα βόρεια της αρχικής εκκλησίας της μονής. Καθ’ όλη την Τουρκοκρατία στην ευρύτερη περιοχή γύρω από το Αρμενομονάστηρο συνέχισαν να κατοικούν Αρμένιοι μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα. Μεταξύ 1894-1896, μετά από τις σφαγές του Σουλτάνου Abdul Hamid II, αρκετοί Αρμένιοι πρόσφυγες που έφθασαν στην Κύπρο κατέφυγαν στο μοναστήρι, μάλιστα δε μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα λειτουργούσε στο μοναστήρι αρμένικο σχολείο για τα παιδιά που διέμεναν στη γύρω περιοχή.

Ανακαινίσεις έγιναν ξανά το 1929, ενώ η τελευταία μεγάλη ανακαίνιση έγινε μεταξύ 1947-1949, οπόταν και το μοναστήρι απέκτησε σύστημα υδροδότησης (με τουρμπίνα που συνδέθηκε με τη γεώτρηση της πηγής του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, που ανακαλύφθηκε το 1948) και ηλεκτροδότησης (με ηλεκτρογεννήτρια). Κατά τα σαββατοκυρίακα, τις μεγάλες γιορτές και το καλοκαίρι εκατοντάδες οικογένειες Αρμενοκυπρίων επισκέπτονταν το μοναστήρι, μάλιστα δε υπήρχε και η δυνατότητα διαμονής σε αυτό. Ιδιαίτερα τα καλοκαίρια, το μοναστήρι λειτουργούσε και ως εκπαιδευτικό θέρετρο, στο οποίο Αρμενόπαιδα μαθητές των δημοτικών
σχολείων Melikian-Ouzounian αλλά της σχολής Melkonian παραθέριζαν εκεί, όπως και Αρμένιοι πρόσκοποι.
.
Με την πάροδο του χρόνου το μοναστήρι απέκτησε τεράστια κτηματική περιουσία, η οποία σύμφωνα με τους επίσημους τίτλους ιδιοκτησίας που δόθηκαν το 1945 έφθανε τις 9.900 σκάλες (μετά το 1962 μειώθηκε στις περίπου 8.500 σκάλες) και εκτείνονταν μέχρι και τη θάλασσα, περιλαμβανομένου ενός χιλιόμετρου ακτογραμμής. Στην έκταση αυτή, η οποία ήταν καταπράσινη από τα χιλιάδες πεύκα και κυπαρίσσια, βρίσκονταν σχεδόν 30.000 ελαιόδεντρα και χαρουπόδεντρα, τα οποία μέχρι το 1974 απέφεραν στην Αρμενική Μητρόπολη Κύπρου πέραν των £8.000 ετησίως.

Το 1966 ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’ δώρισε £3.000 στο μοναστήρι και φύτεψε ένα δέντρο. Το Αρμενομονάστηρο καταλήφθηκε από τους Τούρκους εισβολείς κατά τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής τον Αύγουστο του 1974. Λίγα χρόνια μετά έγινε χώρος υποδοχής παράνομων εποίκων από την Ανατολία, ενώ τη δεκαετία του 1980 χρησιμοποιείτο από τις λεγόμενες «δυνάμεις ασφαλείας». Καταστράφηκε εκτεταμένα από πυρκαγιά το Φεβρουάριο του 1997, ενώ μεταξύ του 1998-1999 το ψευδοκράτος ήθελε να το μετατρέψει σε ξενοδοχείο: μετά από αντιδράσεις της κοινότητας, της Μητρόπολης και του Πατριαρχείου, της κυπριακής και της αρμενικής κυβέρνησης, του Βατικανού και της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα ιερόσυλα σχέδια των Αττίλων εγκαταλείφθηκαν, ωστόσο από τον Απρίλιο του 2005 λειτουργεί στο χώρο καφετέρια. Στις 6 Μαΐου 2007, μετά από πρωτοβουλία του Αρμένιου Εκπροσώπου, κου Βαρτκές Μαχτεσιάν, περίπου 250 Αρμενοκύπριοι έκαμαν την πρώτη επίσκεψή τους στο κατεστραμμένο και βεβηλωμένο μοναστήρι μετά από 33 χρόνια. Σήμερα παραμένει βουβό, ερειπωμένο, συλημένο και ασυντήρητο, αφημένο στο έλεος της φύσης, περιμένοντας υπομονετικά τους νόμιμους ιδιοκτήτες του να επιστρέψουν.

Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας

7 comments:

Adamantia said...

Eξαιρετική ανάρτηση,κυρίως για όσους αγνοούμε πολλά τέτοια κομμάτια της ιστορίας της Κύπρου.
Καλημέρα!

Phivos Nicolaides said...

Adamantia. Ο Αλέξανδρος-Μιχαήλ είναι παιδί φίλου μου. Να μου το θυμηθείς. Μια μέρα θα γίνει μεγάλος επιστήμονας. Οι μελέτες τους ήδη και οι έρευνες του είναι πολύ λεπτεμερείς και με μεγάλο ενδιαφέρο. Με τον πατέρα του Μιχάλη, ψάχνουμε μαζί ιστορικά αρχεία!!

JamanFou said...

Όντως άγνωστα κι ενδιαφέροντα...

Λεμέσια said...

Η πολιτιστική κληρονομιά των Αρμενίων της Κύπρου είναι πολύ αξιόλογη και αξίζει κάθε προβολής.

Phivos Nicolaides said...

@ JamanFou. Να 'σαι καλά Ιωάννα μας.

@ Λεμέσια. Ευτυχώς, που υπάρχουν άτομα όπως τον Αλέξανδρο-Μιχαήλ που έχουν μεράκι για τέτοια...

phlou...flis said...

Αγνοούσα παντελώς την ύπαρξή του. και νόμιζα πως είχα επισκεφθεί όλα τα μοναστήρια...

Phivos Nicolaides said...

phlou...flis. Για να είμαι ειλικρινής, ούτε εγώ το γνώριζα!