Friday, January 19, 2018

ΜΕΛΕΝΙΚΟΝ… Των Ελλήνων οι κοινότητες, Αικατερίνης Θ. Κουμλίδου

Η βραβευμένη από την Ακαδημία Αθηνών 
Αικατερίνη Θ. Κουμλίδου 
για το βιβλίο της ΜΕΛΕΝΙΚΟΝ… Των Ελλήνων οι κοινότητες
Βραβεύτηκε η Αικατερίνη Θ. Κουμλίδου για το βιβλίο Μελένικον "…των Ελλήνων οι κοινότητες" στην κατηγορία ΤΑΞΗ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ.
H Ακαδημία Αθηνών είναι πνευματικό ίδρυμα με στόχο την καλλιέργεια και την προαγωγή των Επιστημών, των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών, καθώς και την επιστημονική έρευνα και μελέτη. Λειτουργεί ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και εποπτεύεται από το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.

Η κ. Κουμλίδου ανάρτησε τις ευχαριστίες τις στο διαδίκτυο :


Αγαπητοί φίλοι θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας την χαρά μου για την βράβευση του βιβλίου μου με ένα από τα ετήσια βραβεία που απονέμει η Ακαδημία Αθηνών για το 2017.
Βραβείο: ΤΑΞΗ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ.
Είναι η ηθική ανταμοιβή για την προσπάθεια χρόνων, μια προσπάθεια - χρέος για να διατηρηθεί η μνήμη του πολιτισμού του Μελενίκου ζωντανή , μικρό λιθαράκι στις προσπάθειες τόσων άλλων επιφανών συγγραφέων. Το αφιερώνω στην μνήμη όλων των Μελενικίων και των αγαπημένων γεννητόρων μας, οι οποίοι υπηρέτησαν με θάρρος και αφοσίωση τον Ελληνισμό στο άκρο της Μακεδονίας, το Μελένικο, τον Μυστρά του βόρειου Ελληνισμού.
Ευχαριστίες στην οικογένειά μου και τα παιδιά μου Athina και Thomas και όλους όσους με κάθε τρόπο στήριξαν την προσπάθειά να ολοκληρωθεί και να παρουσιαστεί δημόσια το βιβλίο μου.

Μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο στον παρακάτω σύνδεσμο:


Αίθουσα Ολομέλειας της Ακαδημίας
Βραβεία Ακαδημίας Αθηνών 2017

Αικατερίνη Θ. Κουμλίδου: «Ο γραπτός κυρίως λόγος με συναρπάζει και με ταξιδεύει αενάως πλουτίζοντας το νου και την καρδιά»
Αικατερίνη Κουμλίδου
Φιλόλογος – συγγραφέας
Διετέλεσε:
Διευθύντρια στο Υπουργείο Παιδείας και τα δημόσια Ι.Ε.Κ.
Διευθύνουσα Σύμβουλος του Ε.Ι.Ν. (Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας)
Μέλος του του Δ.Σ. του Ινστιτούτου Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων. (Ι.Δ.Ε.Κ.Ε.)
Πρόεδρος της Σχολικής Επιτροπής του Πειραματικού Σχολείου του Α.Π.Θ. (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης).
Υπεύθυνη ευρωπαϊκών σχετικών με την εκπαίδευση προγραμμάτων.

Συμμετείχε σε συνέδρια και δημοσίευσε σχετικά με την εκπαίδευση και την ιστορία άρθρα.
Είχε την επιμέλεια αξιόλογων σχετικών εκδόσεων.
Διετέλεσε Δημοτικός Σύμβουλος του Α΄ Δημοτικού Διαμερίσματος Θεσσαλονίκης.
Συμμετείχε στη διοργάνωση των εκδηλώσεων του Οργανισμού: Θεσσαλονίκη, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 1997. (ΟΠΠΕΘ’97)
Μέλος του Δ.Σ. της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ποντίων Εκπαιδευτικών.
Μέλος της Λαογραφικής Εταιρείας Σερρών – Μελενίκου
Τιμήθηκε με διακρίσεις από τον Ε.Ε.Σ. για την κοινωνική προσφορά της. 


Κα Κουμλίδου Αικατερίνη είναι χαρά και τιμή για εμένα η συνέντευξη αυτή μαζί σας.
Κα Μαίρη Γκιώνη – Λαρεντζάκη. Είναι δική μου ιδιαίτερη τιμή και ξεχωριστή χαρά να συνομιλώ εγώ μαζί σας.




Μιλήστε μας για το περιβάλλον στο οποίο ανατραφήκατε.
Έζησα, μεγάλωσα και ανατράφηκα με αγάπη μέσα σε μια στενά συνδεδεμένη πολύτεκνη και παραδοσιακή οικογένεια στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, η οποία θεωρούσε τη γνώση αρετή και έδινε μεγάλη σημασία στη μόρφωση των μελών της παράλληλα με την καλλιέργεια ηθικών αρχών και αξιών.

Η γενέτειρα σας πόλη η Θεσσαλονίκη τι σημαίνει για εσάς;

Η Θεσσαλονίκη είναι για μένα τα πάντα, αυτό που είμαι, αυτό που διαρκώς γίνομαι, «η μητέρα Θεσσαλονίκη», όπως έλεγε και ο Γ. Πεντζίκης. Τροφός πνευματικός και χώρος κοινωνικοποίησης και δράσης μου. Η ζωή μου όλη.

Η αγάπη σας για τα παιδιά είναι η αιτία επιλογή σας να είστε καθηγήτρια;

Η βαθιά αγάπη και η έγνοια για τα παιδιά και τους εφήβους ήταν το κύριο κίνητρό μου για να ασχοληθώ με την εκπαίδευση παράλληλα με τη σφοδρή επιθυμία μου να εμβαθύνω στην Κλασσική και Νεοελληνική Γραμματολογία, έτσι ώστε να μπορέσω να μεταδώσω κατά το δυνατόν στους μαθητές τις βαθύτερες διαχρονικές αξίες και τα ιδανικά που απορρέουν από τα κείμενα αυτά.

Πώς είναι ο χώρος της εκπαίδευσης στην Ελλάδα στα Δημόσια και Ιδιωτικά Ιδρύματα;
Είναι ποικίλα και χρόνια τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η εκπαίδευση στην πατρίδα μας τόσο στην δημόσια όσο κα στην ιδιωτική, ιδιαίτερα τα τελευταία δύσκολα χρόνια. Θεωρώ πως οι καιροί απαιτούν τομές ουσιαστικές και έναν ειλικρινή διάλογο μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων για όλα τα δομικά και ιδεολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα διαχρονικά.

Ποιο το επίπεδο των σπουδών στην χώρα μας βάσει των Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων;
Οι καινοτόμες δράσεις έχουν να προσφέρουν θετικά στην ελληνική εκπαίδευση . Όσο περισσότερα πρωτοποριακής σύλληψης προγράμματα υποβάλλονται στην Ε.Ε. αρμοδίως, τόσο μεγαλύτερη απορροφητικότητα των ευρωπαϊκών κονδυλίων θα έχουμε. Η εκπαιδευτική κοινότητα οφείλει να έχει την ευελιξία και την κινητικότητα που οι σύγχρονες ανάγκες απαιτούν. (Μαίρη μου η ερώτηση πρέπει να διορθωθεί σε σχέση με την απάντησή μου)

Είναι ο προφορικός ή ο γραπτός λόγος αυτός που σας συναρπάζει;

Θα έλεγα ότι ο γραπτός κυρίως λόγος με συναρπάζει και με ταξιδεύει αενάως πλουτίζοντας το νου και την καρδιά, ωστόσο και ο προφορικός λόγος με τη ζωντάνια του ασκεί μεγάλη γοητεία σε ιδιαίτερες περιστάσεις της ζωής μας.

Ποια η γνώμη σας γα την Ελληνική γλώσσα όπως ομιλείται σήμερα;

Η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός και γι’ αυτό εξελίσσεται προσαρμοζόμενη διαρκώς στις ανάγκες της καθημερινότητά μας. Ο προφορικός λόγος έχει χάσει σε σχέση με το παρελθόν την πλούσια εκφραστικότητά του κάτω από την πίεση και την ταχύτητα των συνθηκών της σύγχρονης ζωής. Ο βαθμός ευχέρειας με τον οποίο χρησιμοποιούμε την γλώσσα μας προσδιορίζει τα όρια του κόσμου μας και του προσωπικού πολιτισμού μας. Η ορθή και πλήρης χρήση της είναι καθήκον μας σήμερα παρά ποτέ. Οφείλουμε σεβασμό στην ελληνική γλώσσα, αυτόν τον αδαπάνητο θησαυρό, που επί χιλιάδες χρόνια αντέχει σε κάθε αντιξοότητα και μας προσδιορίζει.

Η άσκηση της μνήμης διδάσκεται; πόσο επίπονη είναι στην αποταμίευση των γνώσεων;
Υπάρχουν τεχνικές που μπορούμε να διδαχτούμε και με τις οποίες να αποκτήσουμε την ικανότητα αποταμίευσης πληροφοριών. Εξασκώντας τη μνήμη μας μπορούμε να συστηματοποιούμε και να οργανώνουμε τη γνώση κατά τέτοιο τρόπο ώστε να παραμένει κτήμα μας ες αεί…. Κάθε προσπάθεια είναι δύσκολη στην αρχή αλλά με υπομονή και επιμονή όλα κατακτώνται στο τέλος. Η δύναμη μας κρίνεται στα δύσκολα και απαιτητικά θέματα.

Οι πληροφορίες σήμερα έρχονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα , πώς γίνεται αξιολόγηση και ταξινόμηση πως αυτό επιτυγχάνεται;
Το διαδίκτυο έχει συντελέσει προς αυτή την κατεύθυνση. Έχουμε καθημερινά καταιγισμό πληροφόρησης και πολλαπλασιασμό της γνώσης με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε όλα τα θέματα, όπως ήδη επισημάνατε. Αυτό οδηγεί σε μεγάλη εξειδίκευση, κατάτμηση της επιστήμης, επιλεκτική προσέγγιση των πληροφοριών και κατ’ επέκταση σε μονομέρεια γνώσης και στέρησης του ανθρώπου από τη βαθύτερη πνευματική καλλιέργεια καθώς απομακρύνεται από την καθολική γνώση.

Τι είναι αυτό που θέλετε περισσότερο στον κόσμο;
Σεβασμό στη Φύση και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Ειρήνη, Δικαιοσύνη και ουσιαστική Αλληλεγγύη μεταξύ των Ανθρώπων.

Ποιό πιστεύετε είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του ανθρώπου; (μεγαλύτερη κατάκτηση)
Ο Λόγος, γραπτός και προφορικός.

Η συγγραφή του βιβλίου σας: ΜΕΛΕΝΙΚΟΝ …των Ελλήνων οι κοινότητες, τι πραγματεύεται;
Η μελέτη αυτή πραγματεύεται την ανάπτυξη της ελληνικής κοινότητας Μελενίκου και τον σημαίνοντα ρόλο της στην βορειοανατολική Μακεδονία. Κυρίως όμως αναλύει τις ιστορικές, οικονομικές και κοινωνικές συνιστώσες που διαμόρφωσαν την εκπαίδευση που παρείχε η Σχολή Μελενίκου στην ευρύτερη περιοχή τα τελευταία 100 χρόνια της παρουσίας των Ελλήνων στο Μελένικο.


Πόσος χρόνος χρειαστήκατε για το έργο σας αυτό;

Η έρευνα και η μελέτη πάντα απαιτεί αφοσίωση και σημαντικά μεγάλο χρόνο, γίνεται τμηματικά και δεν τελειώνει ποτέ. Πάνω από μια εφταετία απαιτήθηκε συνολικά για την έρευνα και συγγραφή της παρούσας εργασίας και χρειάστηκε να ταξιδέψω και εκτός Ελλάδας για να βρω σχετικά με το θέμα στοιχεία σε Αρχεία και Βιβλιοθήκες.

Ποια είναι τα θέματα που σας απασχολούν;
Το αβέβαιο μέλλον της πατρίδας μου. Η ανεργία των νέων. Η φυγή στο εξωτερικό τόσων προσοντούχων και άξιων επιστημόνων. Η σκληρότητα απέναντι στην τρίτη ηλικία. Θέματα περιβάλλοντος και θέματα παιδείας. Το πρόβλημα των προσφύγων κ.ά.

Κάνετε συχνά ταξίδια; ποιός ο αγαπημένος σας προορισμός;

Έχω ταξιδέψει από άκρη σε άκρη στην όμορφη Ελλάδας μας γνωρίζοντας επί τόπου την πλούσια ιστορία και την πολιτισμική παράδοση κάθε περιοχής είτε οικογενειακώς είτε στα πλαίσια των επαγγελματικών μου καθηκόντων. Μου αρέσει να ταξιδεύω και να απολαμβάνω τη Φύση. Έχω γοητευθεί από τα ταξίδια σε Ευρώπη και Μεσόγειο αλλά η Χαλκιδική αποτελεί τον αγαπημένο προορισμό μου παιδιόθεν…

Η ενασχόλησή σας με τα κοινά ως Δημοτικός Σύμβουλος ποια γεύση σας άφησε;
Είναι μεγάλη εμπειρία η ενασχόληση με τα κοινά στα πλαίσια της τοπικής αυτοδιοίκησης και μόνο θετικές μνήμες έχω από τη συμμετοχή μου σε αυτά. Γνωρίζεις βαθύτερα σε μικρή κλίμακα τα προβλήματα που απασχολούν την κοινωνία και τους συνανθρώπους σου και έχεις την ικανοποίηση ότι συμβάλλεις στην όποια επίλυσή τους.

Πώς βλέπετε τη θέση της γυναίκας σε κάθε εποχή ;
Η γυναίκα αγωνίζεται διαχρονικά για να αναγνωριστεί ο ουσιώδης ρόλος της στη ζωή και την κοινωνία. Σε σχέση με το παρελθόν η θέση της είναι αισθητά βελτιωμένη, αλλά παρά το δυναμισμό που η γυναίκα διαθέτει στη σύγχρονη εποχή, έχουν πολλά να κερδηθούν ακόμα σε επίπεδο νοοτροπίας αλλά και σε θεσμικό πλαίσιο.

Η λογοτεχνία πιστεύετε βοηθά στο τρόπο διαβίωσης των ανθρώπων;
Το ασπάζομαι απόλυτα. Η λογοτεχνία είναι θεραπευτική για όλους μας μικρούς και μεγάλους και επηρεάζει έμμεσα τον τρόπο σκέψης και διαβίωσης μας. Γίνεται κοινό σημείο αναφοράς μας.
 
Είναι επαρκές το έργο διάδοσης της λαογραφίας κα της παράδοσής μας ; Ποια η γνώμη σας;
Γίνονται πολλές προσπάθειες από φορείς και συλλόγους στη χώρα μας που αγωνίζονται με τις δράσεις τους να κρατήσουν ζωντανή τη λαϊκή μας παράδοση. Και εμείς έχουμε ως κοινωνία καθήκον να διατηρήσουμε τη συλλογική μας μνήμη. Τα μαθήματα ζωής που η παράδοση μάς κληροδοτεί, γίνονται στήριγμα για τη δημιουργία ενός καλύτερου μέλλοντος. Η επιστήμη της Λαογραφίας οφείλει να κάνει το καθήκον της συστηματικότερα προς την κατεύθυνση αυτή.

Τι σκέπτεστε για το μέλλον; έχετε συλλάβει την ιδέα για το επόμενο βιβλίο σας;

Να έχουμε πρώτα από όλα υγεία και αντοχές για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε την κρίση που μαστίζει την πατρίδα μας. Προς το παρόν ασχολούμαι με το συγκεκριμένο βιβλίο, ωστόσο ήδη υπάρχουν ιδέες για το επόμενο.
Σας ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δώσατε να συνομιλήσουμε. Είμαι ευγνώμων τόσο σε σας όσο και στην τοπική εφημερίδα Παλμός Γαλατσίου για την υποστήριξη αυτής της προσπάθειάς μου.

Πηγή: palmosnews.gr



Thursday, January 18, 2018

Ανέβας και κατέβας,του βιβλίου του Γιώργου Χαριτωνίδη

Παρουσίαση του βιβλίου του 
Γιώργου Χαριτωνίδη
ΤΕΤΑΡΤΗ 31 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2018
A. G. LEVENTIS GALLERY
Λεβέντειος Πινακοθήκη

Μια Παρουσίαση Εις Μνήμην…
Παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Χαριτωνίδη
Ανέβας και κατέβας, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2014.
Η εκδήλωση είναι αφιερωμένη στη μνήμη της Νίκης Μαραγκού.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:


Αλεξάνδρα Γαλανού, ποιήτρια

Αθηνά Τέμβριου, ποιήτρια

Κωνσταντής Καντούνας, δικηγόρος και συγγραφέας

(Ο Κωνσταντής Καντούνας στην ομιλία του θα αναπτύξει
τη μεταφυσική σύνδεση του βιβλίου με τη Νίκη Μαραγκού)

Συντονίζει η ποιήτρια Λίλη Μιχαηλίδου.

Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει ο ηθοποιός Μαρίνος Ξενοφώντος.

Αμφιθέατρο Κωνσταντίνος Λεβέντης, 19:30

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ο Γιώργος, πρώην εργαζόμενος στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, φεύγει από την Αθήνα λίγο καιρό πριν ξεσπάσει η μεγάλη οικονομική κρίση. Επιστρέφει στην πόλη για ένα μικρό διάστημα, όταν η κρίση αγγίζει το αποκορύφωμά της, και επηρεάζεται από τις συνέπειές της. Μικρές βιωματικές ιστορίες, η μία συνέχεια της άλλης, που σμίγουν τη σημερινή με τη μεταπολιτευτική Αθήνα, περίοδο που ο συγγραφέας πρωτοήλθε στην πόλη ως πρόσφυγας από την Κύπρο.

Λίγα λόγια για το συγγραφέα
Ο Γιώργος Ν. Χαριτωνίδης, πρόσφυγας από τη Λάπηθο Κερύνειας, μετά το 1974 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εργάστηκε ως υπάλληλος στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός. Το 2003 εμφανίστηκε στην ελληνική πεζογραφία και βραβεύτηκε από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου για το μυθιστόρημά του «Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια». Σήμερα μοιράζεται το χρόνο του ανάμεσα σε Λεμεσό και Αθήνα.

Tuesday, January 16, 2018

Το κέλυφος της διαφθοράς και ο Φαίδωνος

Δεν ζούμε σε φυσιολογικό κράτος
Από το ’60 και μετά η διαφθορά στον τόπο μας κατέληξε να είναι σχεδόν «εθιμικό δίκαιο». Ένας άγραφος νόμος, όπου ορισμένοι επιτήδειοι προνομιούχοι μπορούσαν άνετα να εκμεταλλεύονται τη θέση τους, να κάνουν κατάχρηση εξουσίας, αναξιοκρατικά να εξασφαλίζουν αξιώματα και να πλουτίζουν παράνομα.

Οι Άγγλοι αποικιοκράτες γνώριζαν πολύ καλά ότι ο εκμαυλισμός (η προαγωγή στη διαφθορά) των μαζών λυγίζει τις αντιστάσεις των πολιτών, οι οποίοι γίνονται ευάλωτοι και αποδέχονται ευκολότερα την υποταγή. Προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους τους, χρησιμοποίησαν κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο, προεξάρχοντος του χρήματος και των αξιωμάτων. Έτσι, δημιούργησαν εφιάλτες και καταδότες, οι οποίοι για τριάντα αργύρια συνεργάστηκαν μαζί τους.

Η ΕΟΚΑ αντιστάθηκε τότε, πολεμώντας τις αποικιοκρατικές προσπάθειες, να διαφθείρουν την εθνική συνείδηση, παροτρύνοντας τον κόσμο, να προδίδει την πατρίδα του έναντι χρημάτων. Το θρυλικό έπος της ΕΟΚΑ του 1955-59 εκτός από ορόσημο στην εθνική μας πορεία, έμεινε στην ιστορία και για την ηθική του διάσταση, όπου εκτός από ηρωισμούς, διακρίθηκαν η αυταπάρνηση, ο αλτρουισμός και η αυτοθυσία.

Δυστυχώς, η Κύπρος είναι μια χώρα θεμελιωμένη επάνω στην αποικιοκρατική νοοτροπία της ασυδοσίας, της ανεξέλεγκτης εξουσίας που απομυζά τους κρατικούς πόρους, του υψηλού βαθμού διαπλοκής, της διαφθοράς και της ατιμωρησίας.

Είναι μεγάλη η αυθαιρεσία που έγινε από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ώστε, να βασιλεύσει η διαφθορά, όπως την «ανακαλύπτουμε» σήμερα με αδικαιολόγητη έκπληξη!

Στα χρόνια που πέρασαν, η διαφθορά έχει διαμορφώσει συμπεριφορές και νοοτροπίες, καταφέρνοντας, να γίνει μέρος της πραγματικότητας και στο τέλος, της κουλτούρας μας ως έθιμο! Ποιος τολμούσε ως χτες, να αμφισβητήσει την παντοδυναμία ενός προέδρου, ενός εισαγγελέα, ενός υπουργού, ενός βουλευτή ή ενός δημάρχου;

Παρά το ότι γίναμε μέλος της Ε.Ε. εντούτοις, επικρατεί ακόμη η απαράδεκτη αναξιοκρατία, η ημετεροκρατία, η κομματικοποίηση των πάντων και ή έλλειψη βαθιάς δημοκρατικής συνείδησης, που υπονομεύεται από τη δωροδοκία και το ρουσφέτι. Όλα αυτά, μαζί με την έλλειψη δεοντολογίας, έχουν ως φυσικό επακόλουθο την αντιδημοκρατική συμπεριφορά, την καταρράκωση των θεσμών και την καταδολίευση του δημόσιου πλούτου.

Αλλά και το πιο τραγικό, την καταβαράθρωση της εθνικής μας υπόθεσης, γιατί μόνο μια αντιδημοκρατική και ασύδοτη κοινωνία, μπορεί εύκολα να δεχτεί αντιδημοκρατικές λύσεις στα προβλήματα της, συμπεριλαμβανομένου εννοείται και του εθνικού θέματος.

Σ’ αυτόν τον κυκεώνα, θεία τύχη αγαθή βρέθηκαν -για πρώτη φορά- ελάχιστοι, έστω, αξιωματούχοι, του κράτους, όπως ο Γενικός Εισαγγελέας, ο Γενικός Ελεγκτής, αλλά και ο Δήμαρχος Πάφου, να κάνουν τη διαφορά. Προσπαθώντας, να στήσουν αναχώματα στον κατήφορο που μας παρασέρνει, αντί να τους χειροκροτούμε, πολλοί, τους συκοφαντούμε και τους κυνηγούμε. Λεκτικά στην αρχή, μέχρι που έγινε η έκρηξη βόμβας στο αυτοκίνητο της μητέρας, του Δημάρχου Πάφου, Φαίδωνα Φαίδωνος.

Ενώ, θα περίμενε κανείς μια αυθόρμητη καταδίκη και συμπαράσταση στο Δήμαρχο, οι Φαρισαίοι, της δημόσιας ζωής του τόπου, τον κατηγόρησαν ως λαϊκιστή μέσω των χειραγωγημένων ΜΜΕ, γιατί δήλωσε ότι είναι οι γνωστοί οι εγκληματίες στην Αστυνομία. Δεν είναι η πρώτη φορά που διαβάλλεται κάποιος και εξασκείται το προσφιλές πολιτικό μπούλιγκ εναντίον του, για να του κλείσουν το στόμα.

Δεν ζούμε σε φυσιολογικό κράτος, γι’ αυτό και μοιραία πολλές πράξεις και παραλήψεις στη διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων, δεν είναι φυσιολογικές. Αντίθετα, είναι γεμάτες σκοπιμότητα, ιδιοτέλεια, εγωκεντρισμό και αλαζονεία. Και επειδή στο λεξιλόγιο των αρχόντων μας απουσιάζουν τρεις σημαντικές λέξεις –Αποστολή, Ευθύνη, Λογοδοσία- τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, από όσο φαίνονται. 

Ο άξιος Δήμαρχος Πάφου, Φαίδωνας Φαίδωνος ως εκλελεγμένος άρχοντας, με περισσή γενναιοφροσύνη, θάρρος και εντιμότητα, φαίνεται ότι σπάει αυτή την αρνητική παράδοση. Με λίγες δυνάμεις, σχεδόν μόνος του, πολεμά συνειδητά, με οδηγό τις αρχές και αξίες, για να σπάσει αυτό το κέλυφος της διαφθοράς στον τόπο μας. Γι’ αυτό και αξίζει όχι μόνο της εκτίμησης μας, αλλά και της αμέριστης συμπαράστασης μας. 
Φοίβος Νικολαΐδης
 

Monday, January 15, 2018

Γουίνστον Τσιέρτσιλ και Κύπρος

Πως πέρασε η Κύπρος στους Άγγλους που την ξεζούμισαν
Γράφει ο Πέτρος Στ. Μακρής-Στάϊκος
Ύστερα από μυστικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε δύο Αυτοκρατορίες, την Βρετανική και την Τουρκική, στις 4 Ιουνίου του 1878 υπογράφεται στην Κωνσταντινούπολη η...
λεγόμενη Συνθήκη της Κύπρου. Το κείμενό της αποτελείται από δύο άρθρα, θα συμπληρωθεί δε στις 4 Ιουλίου με ένα παράρτημα έξη άρθρων. Η Συνθήκη αφορά την αμυντική συνεργασία των δύο χωρών έναντι της Ρωσίας, η οποία στον Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο των ετών 1877-1878 έχει καταλάβει τις παληές αρμενικές επαρχίες της Adjara (όπου το λιμάνι του Batoum) του Ardahan και του Kars, προβλέπει δε (άρθρο Ι) ότι αν αυτή επιχειρήσει στο μέλλον να καταλάβει και άλλα οθωμανικά εδάφη, η Μ. Βρετανία δεσμεύεται να συνδράμει τον Σουλτάνο με την δύναμη των όπλων της.

Προκειμένου η Μ. Βρετανία να διευκολυνθεί στην εξασφάλιση εφοδίων για την εκπλήρωση της δέσμευσής της, ο Σουλτάνος (άρθρο ΙΙ) συναινεί να περιέλθει η Κύπρος υπό την κατοχή και την διοίκησή της. Το νησί θα αποδοθεί στην Τουρκία, εάν και όταν η Ρωσία της επιστρέψει τις παραπάνω επαρχίες (άρθροVI του παραρτήματος). Τέλος, η Μ. Βρετανία (άρθρο III του παραρτήματος) υποχρεώνεται να καταβάλλει κάθε χρόνο στην Υψηλή Πύλη, ολόκληρο το περίσσευμα του εθνικού εισοδήματος της Κύπρου, ύστερα από την αφαίρεση των διοικητικών δαπανών. Το ποσό του, ύστερα από διαπραγματεύσεις, ορίζεται σε 92.799 λίρες στερλίνες, 11 σελίνια και τρεις πένες…

O W. Churcill το 1905

Το 1907, ο Winston Spencer Churchill είναι 33 ετών, βουλευτής του Κόμματος των
Φιλελευθέρων και κοινοβουλευτικός υφυπουργός Αποικιών. Με την ιδιότητά του αυτή, τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, επισκέπτεται την Κύπρο. Στον δρόμο της επιστροφής του στο Λονδίνο, συντάσσει υπόμνημα για την κατάσταση στο νησί, το οποίο, με τίτλο Η κατάσταση της Κύπρου (Condition of Cyprus) απευθύνει στον SirFrancis Hopwood, μόνιμο υφυπουργό Αποικιών, και στον Λόρδο Elgin, επικεφαλής του ίδιου υπουργείου. Το κείμενο του υπομνήματος βρίσκεται στα βρετανικά Εθνικά Αρχεία (TNA(PRO) CAB 37/89/33) και παρατίθεται εδώ αυτούσιο:
Sir F. Hopwood,
Lord Elgin,

Ανησυχώ για την κατάσταση στην Κύπρο, από την οποία μόλις έφυγα, ύστερα από μια σύντομη αλλά φορτωμένη επίσκεψη. Δεν είχα καταλάβει, ότι από την έναρξη της κατοχής μας, πριν από τριάντα χρόνια, αντλήσαμε από αυτό το νησί, εξαντλημένο όπως ήταν, ύστερα από 300 χρόνια τουρκικής κακοδιοίκησης, πάνω από 1.800.000 λίρες. Η εντύπωση που είχα σχηματίσει, ήταν πως η ζωή στην Κύπρο συνεχίζεται, λίγο-πολύ χάρις σε γενναία επιχορήγηση από το Θησαυροφυλάκειό μας. Οι μέθοδοι κατάρτισης των εθνικών λογαριασμών ευνοούν αυτή την εικόνα, την οποία, όπως πιστεύω, έχουν σχεδόν όλοι. Η εικόνα, όμως, είναι τελείως εσφαλμένη. Με την Συνθήκη του 1878, υποχρεώσαμε την Κύπρο να πληρώνει, κάθε χρόνο, 92.800 λίρες στον Σουλτάνο, ως φόρο. Η Συνθήκη αυτή καταρτίσθηκε για τους δικούς μας σκοπούς. Θεωρήθηκε, τότε, ως μεγάλης στρατηγικής σημασίας το να έχουμε ένα οπλοστάσιο και μια στρατιωτική βάση στην Ανατολή, από όπου θα μπορούσαμε να παρακολουθούμε την Αίγυπτο και την Κωνσταντινούπολη. Όταν ορίσαμε το εν λόγω ποσό του φόρου, δεν ζητήσαμε την γνώμη των Κυπρίων. Ουδέποτε συμφώνησαν με αυτόν και υπολογίσθηκε στη βάση όσων δήλωσε η Τουρκία πως μπόρεσε να απομυζήσει από το νησί, με συνήθεις τουρκικές μεθόδους. Αδημονούσαμε, εντούτοις, να αποκτήσουμε το νησί και δεν είχαμε την πολυτέλεια -ή δεν μας ενδιέφερε- να σαστίσουμε με τους όρους, κυρίως διότι αφορούσαν τα συμφέροντα άλλων ανθρώπων και μόνον. Ανασκοπώντας αυτή την αρχική συναλλαγή, δεν μπορώ παρά να σκεφθώ πως υπήρξε ανάρμοστη. Δεν πιστεύω ότι θα έπρεπε ποτέ να συναινέσουμε στο να γίνουμε οι εισπράκτορες αυτού του μισητού και καταθλιπτικού φόρου, με τον οποίο ο Τούρκος συνέθλιψε και κατέστρεψε τόσες πολλές από τις υποτελείς του επαρχίες. Όμως, αυτή υπήρξε η μισή μόνον συναλλαγή.
Επετειακό γραμματόσημο για τα 40 χρόνια Αγγλοκρατίας

Συμπτωματικά, τον ίδιο ακριβώς χρόνο που άρχισε η κατοχή μας στο νησί, ο Σουλτάνος αρνήθηκε την εξόφληση του τουρκικού χρέους του 1855, του οποίου η Μ. Βρετανία και η Γαλλία υπήρξαν συνεγγυήτριες, ενώ υπέγγυα ήταν τα έσοδα της Τουρκικής Αυτοκρατορίας. Tουλάχιστον εδώ, στην Κύπρο, υπήρχε ένα μέρος των εσόδων αυτών, που μπορούσαμε να κατάσχουμε. Έτσι, δεσμεύσαμε ολόκληρο τον φόρο και τον διοχετεύσαμε στην εξυπηρέτηση του ανεξόφλητου δανείου. Χωρίς αμφιβολία, από την δική μας πλευρά, τούτο υπήρξε ένας συμφέρων διακανονισμός. Υπήρξε όμως, μια έντιμη και ηθική πράξη; Δείτε τις συνέπειες: Η Κύπρος δεν ρωτήθηκε για τον φόρο προς την Τουρκία. Επιπλέον, ουδεμία είχε σχέση με την επέκταση της βρετανο-γαλλικής εγγύησης του δανείου του 1855 και, ακόμα περισσότερο, δεν ρωτήθηκε σχετικά. Οι Μεγάλες Δυνάμεις εγγυήθηκαν το δάνειο του 1855 για λόγους υψηλής πολιτικής, ολοκληρωτικά άσχετους με την Κύπρο. Θα πρέπει να υποτεθεί πως, παραχωρώντας την εγγύηση, η Μ. Βρετανία έπραξε αποκλειστικά προς το βρετανικό συμφέρον. Ασφαλώς, η Μ. Βρετανία και ουδείς έτερος, έφερε την ευθύνη για το μερίδιό της σε περίπτωση υπερημερίας. Δεν είχε και δεν έχει περισσότερο δικαίωμα να κάνει την Κύπρο να συμμετάσχει στην εξόφληση αυτής της γνήσια βρετανικής υποχρέωσης, από ότι θα είχε στην περίπτωση της Κεϋλάνης ή οποιουδήποτε μικρού ανεξάρτητου κράτους που θα μπορούσε να υποτάξει με την δύναμη των όπλων. Όμως, αυτό έπραξε. Ο Τούρκος, ούτε μία δεκάρα δεν εισέπραξε από τον φόρο και, από την άποψη αυτή, η Συνθήκη του 1878, στην πραγματικότητα, ξεπεράσθηκε ολοκληρωτικά. Εντούτοις, η Κύπρος υποχρεώθηκε, έτσι κι αλλιώς, να πληρώσει. Τα χρήματα ήρθαν σ’εμάς και χρησιμοποιήθηκαν από εμάς για την κάλυψη του συνολικού τμήματος μιάς καθαρά βρετανικής υποχρέωσης.
Από την σκοπιά της Κύπρου, η υπόθεση φαίνεται πολύ άσχημη. Οι Κύπριοι βλέπουν πως τους δεσμεύσαμε να πληρώσουν στον Σουλτάνο έναν υπερβολικό φόρο. Βλέπουν πως έχουμε διάφορα δικά μας χρέη να εξοφλήσουμε. Και παρατηρούν πως, αντί να εκπληρώνουμε τον όρο της Συνθήκης, με τον οποίο δεσμεύθηκαν τόσο αντικανονικά, εμείς, έτσι κι’ αλλιώς, παίρνουμε τα χρήματά τους και τα κρατάμε για τους εαυτούς μας. Μπορούμε να αμφιβάλλουμε για τα αισθήματά τους; Είναι απολύτως αληθές, ότι κάτω από το βάρος που θέσαμε σ’αυτό το μικρό και πενόμενο νησί, ο κυπριακός λαός κατέρρευσε. Παρ’όλο που επιβλήθηκε η πιο σκληρή οικονομία, παρ’όλο που όλα τα δημόσια έργα παραμελήθηκαν και ολόκληρη η δημόσια διοίκηση περικόπηκε σε σημείο λιμοκτονίας, ουδέποτε πετύχαμε τίποτα παραπάνω από τον Σουλτάνο. Τους αποσπάσαμε ολόκληρο τον φόρο των 92.800 λιρών και, ως αποτέλεσμα, προχωρήσαμε στο να μεταχειριζόμαστε την Κύπρο, ωσάν να ήταν ένα μη οικονομικά αυτάρκες προτεκτοράτο. Τέθηκε υπό τον πλέον αυστηρό έλεγχο του Θησαυροφυλακείου. Το προϊόν όλων των οικονομιών της -παρ’όλη την αυτοθυσία των Κυπρίων- και κάθε περίσσευμα, όσο αξιοθρήνητα μικρό και να ήταν, τα κατάσχαμε στο τέλος κάθε οικονομικού έτους. Η διαφορά ανάμεσα στα ποσά που είχαν εισπραχθεί και, αθροιστικά, στην δαπάνη για την δημόσια διοίκηση και σε ολόκληρο τον φόρο, εμφανίζονταν, στη συνέχεια, ως επιχορήγηση και οι λογαριασμοί παρουσιάζονταν στην Βουλή, με τρόπο που έκανε οποιονδήποτε να υποθέτει ότι, στην πραγματικότητα, η Κύπρος ζούσε με βρετανικό χρήμα. Αυτή η εξοργιστική και ανήθικη τακτική διήρκεσε 27 χρόνια. Σ’αυτό το χρονικό διάστημα, πετύχαμε να αποσπάσουμε από το κατεστραμμένο νησί, 60.000 λίρες το χρόνο, κατά μέσο όρο, ή, περίπου, 1.600.000 λίρες, συνολικά.
Επετειακή εκδήλωση των Άγγλων στην Λευκωσία

Στις αρχές του 1906, το υπουργείο Αποικιών επέστησε την προσοχή του υπουργού των Οικονομικών (Chancellor of the Exchequer) σχετικά με την αξιοθρήνητη κατάσταση του νησιού, την αργή του πρόοδο, κάτω από την βρετανική κατοχή, τους ανυπόφορους οικονομικούς περιορισμούς, υπό τους οποίους τελούσε, και το αχρείο σύστημα, κατά το οποίο κάθε τοπικό οικονομικό περίσσευμα ή αποταμίευμα, διοχετεύονταν αποκλειστικά στην μείωση της συνολικής επιχορήγησης. Τότε ο υπουργός αποφάσισε -και επρόκειτο για φιλελεύθερη απόφαση- να δώσει αυτό που το Θησαυροφυλάκειο αποκαλεί μία "σταθερή επιχορήγηση 50.000 λιρών ετησίως", έτσι ώστε τα οικονομικά περισσεύματα και αποταμιεύματα, εγγυημένα πάνω σ’αυτή την βάση, να ρέουν προς όφελος του νησιού. Με άλλα λόγια, υποσχεθήκαμε στην

Κύπρο, ότι δεν θα την υποχρεώσουμε να εισφέρει στην εξόφληση καθαρά βρετανικών χρεών, με περισσότερο από 42.800 λίρες ετησίως. Αυτό είναι το καθεστώς που ισχύει σήμερα, παρ’όλον ότι δεν πρέπει να λησμονείται πως πρόκειται για ρύθμιση που ισχύει για τρία χρόνια, εκτός και αν η γενναιοδωρία μας φθάσει πολύ μακριά.

Δεν υποτιμώ την ανακούφιση που παρέχεται έτσι. Είναι πραγματική, είναι αποτελεσματική και, όσο διαρκεί, θα υπάρξει αισθητή και ουσιαστική διευκόλυνση και βελτίωση στην κατάσταση. Μολοντούτο όμως, είναι ολοφάνερο πως δεν έχουμε κανένα δικαίωμα -με εξαίρεση την ανωτέρα βία- να εισπράξουμε, έστω μια δεκάρα από τον κυπριακό φόρο, προκειμένου να ανακουφιστούμε από τις δικές μας, νόμιμες υποχρεώσεις, όσο ατυχής και να ήταν ο τρόπος με τον οποίο συμφωνήθηκαν. Σπάνια θα δει κανείς θέαμα πιο απεχθές από την καταπίεση μιας μικρής κοινότητας από μία Μεγάλη Δύναμη, με σκοπό το χρηματικό όφελος. Και, αναμφισβήτητα, αυτό είναι το θέαμα που παρουσιάζει σήμερα, η εκ μέρους μας οικονομική μεταχείριση της Κύπρου. Το να αποσπούμε φόρο με εξαναγκασμό, από οποιαδήποτε κτήση ή από έδαφος που διοικείται υπό την αιγίδα του Στέμματος, είναι, κατά την άποψή μου, ανάξιο της Μ. Βρετανίας και τελεί ολοκληρωτικά σε διάσταση προς όλες τις αρχές της αποικιακής μας πολιτικής.

Πέραν από τους ταχυδακτυλουργικούς λογαριασμούς, καταρτισμένους τεχνητά και με σοφιστεία, όσο επιτρέπει η ανθρώπινη ευφυΐα, ένα παραμένει το θεμελιώδες γεγονός: Η Κύπρος πληρώνει 42.800 λίρες ετησίως και η Μ. Βρετανία εισπράττει 42.800 λίρες ετησίως, για το δικό της όφελος, προκειμένου, δηλαδή, να εξοφλεί τμήμα των δικών της χρεών. Και αυτό, θα πω, συνιστά μια επονείδιστη κηλίδα στην αυτοκρατορική πολιτική.

Πόσο διαφορετική είναι η μοίρα της Κύπρου από εκείνην οποιουδήποτε άλλου νησιού ή προτεκτοράτου που διοικείται από το υπουργείο Αποικιών! Στα περισσότερα από αυτά δίνουμε μεγάλες επιχορηγήσεις -στην Σομαλία 75.000 λίρες το χρόνο- όλες οριστική απώλεια για μας, όλες καθαρό κέρδος για εκείνα. Είμαστε, συνήθως, ενθουσιασμένοι όταν τα βλέπουμε αυτοσυντηρούμενα. Από κανένα δεν αποσπούμε οποιαδήποτε πληρωμή, εκτός αν αυτή αποτελεί συνεισφορά στην δαπάνη για την τοπική φρουρά, από την οποία προστατεύονται και από την οποία κερδίζουν πολλά. Όμως, η Κύπρος που ήρθε στα χέρια μας κατεστραμμένη και εξουθενωμένη, ύστερα από 300 χρόνια φρικτής κακομεταχείρισης, η Κύπρος που όχι μόνον δεν έλαβε ούτε δεκάρα από εμάς, αλλά συντηρείται μόνη της και έχει συμβάλει στην πληρωμή των δικών μας χρεών με ποσό που ανέρχεται σήμερα σε 1.800.000 λίρες, αποσπασμένο από εκείνην με κόστος την δυστυχία και την αποτελμάτωση, επειδή δεν μπορεί (ορίστε μας!) να μας πληρώνει πάνω από 42.800 λίρες το χρόνο, η Κύπρος είναι στιγματισμένη ως πάμπτωχη κοινότητα που ζει με επιχορηγήσεις.

Η εικόνα της δυστυχίας δεν γίνεται λιγότερο φανερή, ούτε αν η Κύπρος θεωρηθεί ως μια επαρχία της Τουρκικής Αυτοκρατορίας, στην οποία έχουν παραχωρηθεί πολιτικά δικαιώματα, αντί αυτού που πράγματι είναι, δηλαδή ένα νησί για το οποίο είμαστε υπεύθυνοι και διοικείται ωσάν να ήταν βρετανική αποικία. Συγκρίνατε, αναλογικά, το ποσόν που αποσπούμε από την Κύπρο προς το συμφέρον μας, με τον φόρο που έχει επιδικασθεί -βάσει διεθνών συμφωνιών- στην Τουρκία, και εισπράττεται από την Αίγυπτο, από την Σάμο, από την Ρωμυλία και, πάνω απ’όλα, από την Κρήτη. Η Κρήτη καταβάλλει μόνον 5.000 λίρες ετησίως. Με βάση τα εθνικά τους εισοδήματα, το ποσό που η Κύπρος καταβάλλει κάθε χρόνο στην Μ. Βρετανία, αντιστοιχεί σε 34.000.000 λίρες, που θα πλήρωνε η Μ. Βρετανία ετησίως. Το πώς αυτός ο τόπος έχει κατορθώσει να ορθοποδήσει και να προοδεύσει, παρ’όλη την ειδεχθή αποστράγγιση, είναι αξιοθαύμαστο. Το γεγονός συνιστά ισχυρή απόδειξη, από την μια πλευρά των αρετών της βρετανικής διοίκησης και από την άλλη της εγγενούς αξίας του νησιού.
ο Ντισραέλι φέρει στους ώμους του τον Σουλτάνο

Σε υπεράσπιση του ισχύοντος συστήματος, μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν φέρουμεπραγματική ευθύνη απέναντι στον λαό της Κύπρου, παρά μόνον μέσα στα πλαίσια της Συνθήκης του 1878. Και ότι, εάν και όταν η Ρωσία επιστρέψει στην Τουρκία το Kars και άλλα μέρη της Μικράς Ασίας, είμαστε συμβατικά δεσμευμένοι να επιστρέψουμε στον Σουλτάνο και την Κύπρο. Το επιχείρημα, εν όψει της εικονικής υπόσχεσης του Λόρδου Salisbury προς τους Κυπρίους, ότι το νησί ουδέποτε θα επιστραφεί στην Τουρκία, δεν έχει ιδιαίτερη αξία. Όμως, για να μιλήσω σοβαρά, είναι έντιμο να κακομαθαίνουμε τους νησιώτες με διπλωματικά μυθεύματα, υπό το κράτος μιας διεθνούς συνθήκης, την οποία και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη έχουν ανοικτά παραβιάσει και αγνοήσει; Έχουμε, πλέον, μείνει για πολύ καιρό στην Κύπρο. Το επόμενο έτος θα είναι το τριακοστό από την επιβολή της κατοχής μας. Έχουμε αναλάβει εκεί πολλές συμβατικές υποχρεώσεις, οι γνωριμίες μας έχουν αυξηθεί και αυξάνονται καθημερινά. Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε το νησί στην Τουρκία. Η Ευρώπη και η Βουλή των Κοινοτήτων, ουδέποτε θα επέτρεπαν τέτοια επιστροφή στο παρελθόν. Πρόκειται να την δώσουμε στην Ελλάδα; Δεν γνωρίζω να έχει εγερθεί τέτοιο ζήτημα και θα μου προκαλούσε βαθιά θλίψη, εάν επρόκειτο να τεθεί. Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η ζωή των Μουσουλμάνων σ’αυτό στο νησί, που συνιστούν πάνω από το 1/5 του πληθυσμού και έχουν πάντοτε συμπεριφερθεί απέναντί μας με απόλυτη νομιμοφροσύνη και καλή συμπεριφορά, θα γινόταν ολοκληρωτικά ανυπόφορη και όλοι θα ήταν καταπιεσμένοι και χωρίς δικαιώματα, ακριβώς όπως υπέφεραν οι Έλληνες τον παλιό καιρό. Ποιά άλλη Δύναμις θα μπορούσε να ενδιαφερθεί;
Δεν θα με στενοχωρούσε το γεγονός ότι, εγκαταλείποντας την Κύπρο, θα πρέπει να λάβουμε μέτρα για την εκπλήρωση του χρέους μας, μέχρι το ποσό των 42.800 λιρών, ετησίως. Η άσκοπη, όμως, θυσία τόσης προσπάθειας από Βρετανούς αξιωματούχους, η άκαρπη απασχόληση τόσων ετών, η παραδοχή της αποτυχίας, είτε να ξαναζωντανέψουμε τον τόπο είτε να συμφιλιωθούμε με τον λαό του, θα αποτελούν ένα λυπηρό επεισόδιο στην βρετανική ιστορία και, δικαιολογημένα, δεν θα είναι αρεστά στην βρετανική κοινή γνώμη. Ο καθένας γνωρίζει, ότι, σήμερα, δεν υπάρχει πρόθεσή μας να αλλάξουμε το διεθνές καθεστώς της Κύπρου και ότι σκοπεύουμε να την κρατήσουμε υπό την κατοχή μας επ’αόριστον. Και με αυτό το δεδομένο, είναι, ασφαλώς, καιρός να εγκαταλείψουμε την θεωρία, ότι έχουμε μόνον περιορισμένη ευθύνη στο νησί και ότι έχουμε δικαίωμα να κάνουμε στους Κυπρίους πράγματα τα οποία, ούτε στα όνειρά μας δεν θα τολμούσαμε να διαπράξουμε εις βάρος των συνυπηκόων μας, σε οποιοδήποτε τμήμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Ας αφήσουμε στο νησί της Κύπρου όλα τα έσοδα που εισπράττονται από την φορολόγηση των κατοίκων της, για την ανάπτυξή της και για την αποκατάσταση της φημισμένης ευμάρειάς της. Και ας επιλέξουμε το επόμενο έτος -αυτό της συμπλήρωσης τριάντα ετών κατοχής- γι’αυτή την πράξη δικαιοσύνης και επανόρθωσης.
Η παρούσα κατάστασις στο νησί είναι ιδιαίτερα απογοητευτική. Δεν εννοώ, πως δεν έχει βελτιωθεί σημαντικά υπό την διακυβέρνησή μας. Ούτε, ακόμα περισσότερο, ότι δεν είναι ασύγκριτα πιο καλή από ό,τι θα ήταν υπό τους Τούρκους. Και, βεβαίως, ούτε πως οι ίδιοι οι Κύπριοι, μουσουλμάνοι και χριστιανοί, δεν παραδέχονται και δεν αναγνωρίζουν το γεγονός αυτό. Ωστόσο, μια βελτίωση με μέτρο την Τουρκία, δεν αποτελεί επαρκή και πρόσφορη υπεράσπιση της βρετανικής πολιτικής. Η οικονομική βελτίωση και ανόρθωση του νησιού έχουν αυξηθεί πολύ. Η ετήσια οικονομική αφαίμαξη που ανέρχεται, κατά μέσο όρο, μεταξύ 20 και 30% του συνολικού εισοδήματος, με τα ποσά της να έχουν διοχετευθεί εκτός του νησιού, χωρίς οποιοδήποτε ανταποδοτικό όφελος, και ο δαπανηρός χαρακτήρας της υψηλού επιπέδου βρετανικής διοίκησης, έχουν αποτρέψει σημαντικά κάθε μορφή ταχύρρυθμης ανόρθωσης. Ο ασθενής δεν πέθανε στα χέρια μας. Στην μακρά περίοδο της ανάρρωσης έχει, αργά αλλά σταθερά, δυναμώσει. Εάν όμως, η έμφυτη ενεργητικότητα της Κύπρου δεν απομαστευόταν χρόνο με τον χρόνο, το νησί θα ήταν εδώ και καιρό υγιές και ισχυρό. Και αν αύριο αφήσουμε αυτή την ενεργητικότητα ελεύθερη, η ευμάρεια της Κύπρου θα αποκατασταθεί σύντομα, χωρίς αυτό να στοιχίσει, έστω, μια δεκάρα στην Μ. Βρετανία και χωρίς να την αναγκάζουμε να εξεμεί τα μεγάλα ποσά που της έχουμε ήδη αποσπάσει.
Χάρτης των δημοσίων έργων και τηλεπικοινωνιών στην Κύπρο το 1905

Στο μεταξύ, ωστόσο, κάθε αναγκαίο έργο έχει παραλύσει. Εκπαίδευση, γέφυρες, λιμάνια, δρόμοι, όλα έχουν παραλύσει. Εκπαίδευση, γέφυρες, λιμάνια, δρόμοι, οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων που αγωνίζονται και σχεδόν λιμοκτονούν, η ανάπτυξη της γεωργίας (που περιλαμβάνει βαμβάκι και μετάξι) η κατασκευή των απόλυτα δικαιολογημένων και επειγόντως αναγκαίων διακλαδώσεων της σιδηροδρομικής γραμμής Αμμοχώστου-Μόρφου, που λειτουργεί σήμερα και, πάνω απ’όλα, η απίστευτα παραμελημένη αναδάσωση του νησιού -σ’αυτήν στηρίζονται η ομορφιά και η άνεση της ζωής, η συχνότητα των βροχοπτώσεων και η προμήθεια καύσιμης ύλης- όλα, μα όλα, είναι περιορισμένα μέσα σε αυταρχικά και αφύσικα όρια.

Όπου υπάρχει οικονομική αδικία, θα υπάρξει και πολιτική δυσφορία. Όπου μια κοινωνία χρησιμοποιεί μιάν άλλη σαν αγελάδα για άρμεγμα, θα υπάρξουν αναπότρεπτα, έχθρα και διάσταση. Είναι ανώφελο για την Δύναμη που εισπράττει φόρο, να αναζητά ευγνωμοσύνη από τον λαό που τον πληρώνει, χωρίς την θέλησή του, όσο έντιμη και αποτελεσματική και να είναι η σημερινή διακυβέρνησή της. Οι Κύπριοι γνωρίζουν ότι βγάζουμε χρήματα από αυτούς. Γνωρίζουν ότι, πέραν από τους μισθούς των Βρετανών αξιωματούχων, των επιφορτισμένων με τη διοίκηση του νησιού, υπάρχει η ετήσια πληρωμή ενός τεράστιου ποσού που πρέπει να καταβληθεί σε μια Δύναμη, στην άλλη πλευρά της θάλασσας, και ότι είναι η απόσπαση αυτού του ποσού που, χρόνο με τον χρόνο, εμποδίζει εκείνη ή την άλλη δραστηριότητα ή απόλαυση, που έχουν τόσο ανάγκη και ολόψυχα επιθυμούν. Γνωρίζουν πως ζούμε εις βάρος τους και ότι, παρ’όλο τον πλούτο μας, είμαστε έτοιμοι να χρησιμοποιήσουμε την δύναμή μας προκειμένου να στύψουμε κάθε χρόνο το νησί, για να αποσπάσουμε αυτό που για κείνους αποτελεί έναν φόρο που τους τραυματίζει και τους σακατεύει.

Γελοιογραφία για την συνθήκη της Κύπρου. Δεξιά ο Ντισραέλι

Και ενώ η κατάσταση αυτή συνεχίζεται, όλα τα επιτεύγματα της βρετανικής διοίκησης, όλη η δεξιότητα και η αφοσίωσή της, ακόμα και αν συγκριθούν με την πάλαι ποτέ τουρκική τυραννία, δεν πετυχαίνουν να έχουν οποιαδήποτε απήχηση στις καρδιές του λαού. Όπου και να πήγα, έγινα δεκτός από τον ελληνικό πληθυσμό -αποτελεί τα 4/5 του νησιού- με ελληνικές σημαίες και με ελληνικά τραγούδια, με παθιασμένες εκκλήσεις στην μεγαλοψυχία και την φιλελεύθερη παράδοση της Μ. Βρετανίας, προκειμένου να τους επιτρέψουμε να ενωθούν με την Ελλάδα και να τους "απελευθερώσουμε". Και αν οι μουσουλμάνοι διαμαρτύρονται γι’αυτές τις διαδηλώσεις που κάθε χρόνο γίνονται όλο και πιο βίαιες, τούτο οφείλεται στο ότι γνωρίζουν πως η ένωση με την Ελλάδα θα αποτελέσει την καταστροφή τους και όχι στο ότι δεν νοιώθουν και αυτοί την οικονομική πίεση, υπό τις σημερινές συνθήκες. Τα πράγματα δεν μπορούν να συνεχίσουν έτσι. Είναι μάταιο, να περιφέρονται οι Βρετανοί επισκέπτες του νησιού, παραπονούμενοι για την κυπριακή "αγνωμοσύνη". Κοιτάξτε πίσω από το σύμπτωμα. Αγγίξτε την αιτία.

Αξίζει τον κόπο να μετατρέψουμε την Κύπρο σε επιτυχία μας. Πολιτικά, είναι μια από τις χώρες, όπου οι βρετανικές μέθοδοι, ούτως ειπείν, δικάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρώπης. Μια μεγάλη και τρανή επιτυχία στην Κύπρο, όπως στην Αίγυπτο, θα προσθέσει στα μάτια του κόσμου, μεγαλείο -ακόμα και ακτινοβολία- στο βρετανικό όνομα. Η αποτυχία, αντίστοιχα, συνεπάγεται δυσφήμηση και ανυποληψία. Αλλά, από καθαρά υλική άποψη, αξίζει τον κόπο να μετατρέψουμε την Κύπρο σε επιτυχία μας, κάτι εύκολο στα πλαίσια των δυνατοτήτων μας. Παρατηρώ ότι δαπανούμε περίπου 80.000 λίρες το χρόνο στο προτεκτοράτο της Σομαλίας, ποσό το οποίο είναι, σχεδόν τελείως, αντιπαραγωγικό. Ακόμα και σε άλλες χώρες που ζουν από επιχορηγήσεις, υπάρχουν στοιχεία αμφιβόλου αποτελέσματος. Η Κύπρος αποτελεί μια βεβαιότητα. Γνωρίζουμε πως το νησί, όχι μόνον είναι ήδη αυτοσυντηρούμενο αλλά και ικανό να συνεισφέρει ένα σεβαστό ποσό για τις ανάγκες μας.

Γνωρίζουμε ότι τον δέκατο πέμπτο αιώνα, με μη επιστημονικές μεθόδους παραγωγής, ο πληθυσμός της Κύπρου υπερέβαινε το 1.000.000 κατοίκους, ή περισσότερο από τέσσερις φορές παραπάνω από τον σημερινό, και ότι μία μόνον πλούσια πόλις, η Σαλαμίς -σήμερα ένα μελαγχολικό ερείπιο- κάποτε είχε 250.000 κατοίκους. Δεν υπάρχει θέμα δημιουργίας αλλά αναβίωσης. Και αν επιτραπεί, τα έσοδα του νησιού να διοχετεύονται στα δημόσια έργα και στην επιστημονική οργάνωση, η αναβίωση αυτή, σίγουρα θα πραγματοποιηθεί με απρόσμενη ταχύτητα. Η Μ. Βρετανία, όχι μόνον θα αναγνωρισθεί για ένα ακόμα καλό έργο αποκατάστασης, αλλά θα εισπράξουμε και μια πιο υλική αμοιβή, με την διατήρηση μιας πολύτιμης περιοχής για τις βρετανικές διοικητικές ικανότητες και με την σταθερή ανάπτυξη εμπορικών επαφών. Το εάν η αλλαγή που προτείνω θα έχει ως αποτέλεσμα να εξανεμισθούν οι βλέψεις για ελληνική εθνική ενότητα, αυτές που έχουν αρχίσει να προκαλούν τόση αναταραχή και θα προκαλέσουν περισσότερη, δεν είμαι σε θέση να το πω. Όμως, σε κάθε περίπτωση, με την άρση της αδικίας του φόρου, τα οικονομικά συμφέροντα των Κυπρίων θα συνταχθούν με την δική μας πλευρά. Και, χωρίς να επιθυμώ να υποτιμήσω την ειλικρίνειά τους, θα εναπέθετα πολλά στη λύση αυτή.
Η Αγγλική απικοικιακή σημαία της Κύπρου

Εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε να έχουμε κάνει το καθήκον μας και να έχουμε απαλλαγεί από αυτή την κατάσταση που ηθικά, πολιτικά και οικονομικά είναι αδικαιολόγητη. Αποφεύγω σκόπιμα την αναφορά στις λεπτομέρειες της νέας ρύθμισης. Πιστεύω, εντούτοις, ότι το επόμενο έτος, οπότε συμπληρώνονται 30 χρόνια κατοχής μας, θα πρέπει να θεωρηθεί σαφώς, ως το έτος για το γεγονός. Τολμώ να πω, ότι οι Κύπριοι θα μπορούσαν να παρακινηθούν να ψηφίσουν, μιά για πάντα, ένα ετήσιο ποσό που δεν θα υπερβαίνει τις 10.000 λίρες, ως επιστροφή αξίας από την βρετανική προστασία. Όμως αυτή η εισφορά θα πρέπει να είναι αυτόβουλη. Τείνω προς την άποψη, ότι το εισοδηματικό κεφάλαιο θα πρέπει να διοχετεύεται για τοπικούς σκοπούς, χωρίς όμως, να θέλω να μειώσω τον υφιστάμενο έλεγχο του κυβερνήτη σε ολόκληρο το φάσμα της πολιτικής και της οικονομίας. Ει δυνατόν, δεν πρέπει να απομακρυνθούμε από τις διατάξεις της Συνθήκης του 1878. Ο φόρος μπορεί είτε να εισπράττεται και να επιστρέφεται εξωλογιστικά, μέσω μιας αντίστοιχης επιχορήγησης, ή, διαφορετικά, η επιχορήγηση, απλά, θα καταργηθεί. Το νησί θα αναγνωρισθεί ως αυτοσυντηρούμενο και η επιβάρυνσή μας για την εξυπηρέτηση του δανείου του 1855 θα αυξηθεί κατά 35.000 λίρες, περίπου, ετησίως. Αυτό είναι το αγκάθι. Όμως, αδυνατώ να αντιληφθώ, γιατί εμείς έχουμε περισσότερο δικαίωμα από οποιονδήποτε άλλο, να αρνούμεθα την εκπλήρωση του τμήματος της οφειλής μας ή να την μεταθέτουμε δια της βίας σε άλλους.
19 Οκτωβρίου 1907 W.S. C.

Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή: Όταν το 1914 η Τουρκία τάσσεται στο πλευρό της Γερμανίας και των συμμάχων της, η Μ. Βρετανία ακυρώνει, μονομερώς, την Συνθήκη του 1878 και προσαρτά το νησί, ενώ το 1923, με την Συνθήκη της Λωζάνης, η Τουρκία παραιτείται από όλα τα εδαφικά της δικαιώματα σ’αυτό. Δύο χρόνια αργότερα, το 1925, η Κύπρος ανακηρύσσεται, επίσημα, βρετανική αποικία. Όσο για τον φόρο, το 1927 η βρετανική κυβέρνηση αυξάνει την επιχορήγηση μέχρι το ποσό του, υπό τον όρο όμως, ότι η Κύπρος θα καταβάλλει 10.000 λίρες το χρόνο, ως "αμυντική δαπάνη".
Πηγή: istorikathemata.com