Thursday, September 8, 2016

Αυτόν τον άνθρωπο έπρεπε να τον ξέρουν όλοι οι Έλληνες… δεν τον γνωρίζει όμως σχεδόν κανείς!

Ας κοιτάξουμε αυτή την φωτογραφία. Ας δούμε αυτό το πρόσωπο. Είναι ένας άνθρωπος που αντίστοιχό του δεν υπάρχει στην παγκόσμια ιστορία
Το όνομά του Έιζα Τζένιγκζ. Γεννήθηκε στην πολιτεία της Νέας Υόρκης και τον Αύγουστο του 1922, λίγες μέρες πριν την καταστροφή της Σμύρνης, βρέθηκε στην πόλη, να εργάζεται ως γραμματέας της YMCA.

Όταν η μοιραία πόλη πυρπολήθηκε και μισό εκατομμύριο περίπου πρόσφυγες Ελληνικής και Αρμενικής καταγωγής ήταν αποκλεισμένοι στην παραλία, χωρίς ελπίδα σωτηρίας, αυτός ήταν ο μόνος δυτικός που είχε παραμείνει εκεί. Αρνήθηκε να φύγει, έτσι ώστε να μπορέσει να σώσει ζωές. Ναι. Κι΄ αν έσωσε λέει. 350 χιλιάδες! Φαντάσου το! Έσωσε 350 χιλιάδες ανθρώπους! Πως; Συναντήθηκε με τον Κεμάλ κ εκμαίευσε από αυτόν προθεσμία 7 κ μετά επιπλέον 4 ημερών, για να φύγουν οι πρόσφυγες... Ύστερα θα ξεκινούσαν οι Τούρκοι τις εκτοπίσεις στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας όσων προσφύγων δεν είχαν μπορέσει να φύγουν.

Πως όμως θα έφευγαν, με τι μέσα θα διασώζονταν; Ο Έιζα, αυτός ο σύγχρονος άγιος, έπεισε καταρχήν τον πλοίαρχο ενός πλοίου να μεταφέρει όσους μπορούσε. Έναν άλλο, τον πλήρωσε με δικά του χρήματα. Και μετά βρέθηκε στη Μυτιλήνη όπου εξεβίασε (ναι, εξεβίασε) την Ελληνική κυβέρνηση αναγκάζοντάς την να δεχτεί να σώσει τους Έλληνες που παρέμεναν αποκλεισμένοι στην κατεστραμμένη Σμύρνη.

Μόνο μετά από την δική του παρέμβαση στάλθηκαν Ελληνικά πλοία στην χαμένη πόλη κ μάζεψαν σταδιακά όλους τους πρόσφυγες. Μάλιστα Ο θρύλος λέει πως το τελευταίο πλοίο με μικρασιάτες πρόσφυγες απέπλευσε από την Σμύρνη 6 ώρες πριν λήξει η προθεσμία που ο Έιζα είχε πάρει από τον Κεμάλ. Πως ζεις όταν ξέρεις ότι έσωσες 350 χιλιάδες ανθρώπους; Γιατί δεν ξέραμε αυτόν τον άνθρωπο, γιατί δεν υπάρχει στα βιβλία ιστορίας μας; Γιατί δεν έχει το όνομά του η πιο κεντρική πλατεία στην Αθήνα; Ο Asa K. Jennings πέθανε το 1933, σε ηλικία 56 ετών.

Στα 22 είχε περάσει μια ασθένεια που τον είχε αφήσει φρικτά καμπούρη, τον είχε συρρυκνώσει σε ύψος 1,60 και τον είχε αφήσει ευάλωτο κ φιλάσθενο. Κ όμως δεν πτοήθηκε. Κ όμως προχώρησε. Ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της μοίρας, κ σήμερα εκατομμύρια άνθρωποι, οι απόγονοι όσων έσωσε, ζουν χάρη σε αυτόν. Στο πρόσωπο του Έιζα Τζένιγκζ, το γλυκό πρόσωπο ενός ασθενικού άντρα, βλέπουμε το υπέροχο της ανθρώπινης φύσης που μας εμπνέει.


Απίστευτο: Όταν λέμε την ελληνική αλφάβητο κάνουμε πανάρχαια μυστική επίκληση! Δείτε τα λόγια...

Τελικά πόσα ακόμη μυστικά μπορεί να κρύβει η Ελληνική γλώσσα;
Η Ελληνική γλώσσα είναι η τελειότερη που έχει δημιουργηθεί στα χρονικά της ανθρώπινης ιστορίας. Πρόκειται για μια γλώσσα που έχει κατασκευαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να έχει άμεση σχέση με τη μαθηματική γλώσσα και να περικλείει μια “αφανή αρμονία”.

Όπως έγραψε ο Ιάμβλιχος στα “Θεολογούμενα της αριθμητικής” (“Περί δεκάδος” 64-15,20): “Ακόμα η δεκάδα γεννά τον (αριθμό) 55, ο οποίος περιέχει θαυμαστά κάλλη. Εάν δε υπολογίσεις τα ψηφία της λέξης ‘εν’ ( ένα) σε αριθμούς, βρίσκεις άθροισμα 55″.

Οι πρόγονοί μας δεν χρησιμοποιούσαν ψηφία αλλά τα γράμματα της αλφαβήτου τονισμένα ως σύμβολα αριθμών (π.χ. α΄=1, β΄=2 κ.ο.κ.). Όπως είδαμε προηγουμένως, με αυτό τον τρόπο οι λέξεις μπορούν να αναλυθούν σε αριθμούς σχηματίζοντας τους “λεξαρίθμους”.

Έτσι καθετί προσλάμβανε ξεχωριστή σημασία μέσα από έναν συνδυασμό μαθηματικών και ονομάτων. Για παράδειγμα, ο αριθμός της χρυσής τομής προκύπτει από τους λόγους ΑΠΟΛΛΩΝ : ΑΡΤΕΜΙΣ, ΕΣΤΙΑ: ΗΛΙΟΣ, ΑΦΡΟΔΙΤΗ : ΖΕΥΣ.

Ωστόσο αυτό που αποδεικνύεται πράγματι ασύλληπτο είναι το γεγονός ότι το Ελληνικό αλφάβητο κρύβει μια μυστική επίκληση! Εάν πάρουμε τα γράμματά του και τα θέσουμε στη σειρά, ως δια μαγείας εμφανίζεται μια αρχαία προσευχή που εξυμνεί το Φως και την Ψυχή!

Έχουμε, λοιπόν:
 
“Αλ φα, βη τα Γα! Αμα δε Ελ, τα εψ ιλών. Στη ίγμα, (ίνα) ζη τα, η τα, θη τα Ιώτα κατά παλλάν Δα. (Ινα) μη νυξ η, ο μικρόν (εστί) πυρός δε ίγμα ταφή εψ ιλών, φυ (οι) Ψυχή, ο μέγα (εστί)!”

Η μετάφραση έχει ως εξής:

“Νοητέ ήλιε, εσύ που είσαι το φως, έλα στη Γη! Κι εσύ, ήλιε ορατέ, ρίξε τις ακτίνες σου στον πηλό που ψήνεται. Ας γίνει ένα καταστάλαγμα για να μπορέσουν τα Εγώ να ζήσουν, να υπάρξουν και να σταθούν πάνω στην παλλόμενη Γη. Ας μην επικρατήσει η νύχτα, που είναι το μικρόν, και κινδυνεύσει να χαθεί το καταστάλαγμα της φωτιάς μέσα στην αναβράζουσα λάσπη, κι ας αναπτυχθεί η Ψυχή, που είναι το μέγιστο, το σημαντικότερο όλων!”

Τη μυστική αυτή επίκληση μαθαίνουμε να κάνουμε όλοι ασυνείδητα από την ώρα που μαθαίνουμε το Ελληνικό αλφάβητο!

Επίσης έρευνες δείξανε πως οι μελέτη της αρχαιοελληνικής γλώσσας, διευρύνει το νου!

Δεν είναι τυχαίο, που σε έρευνα Αμερικανών για την τεχνητή νοημοσύνη, διαπίστωσαν πως για να επικοινωνήσουν δύο υπολογιστές μεταξύ τους και να έχουν μία λογική συζήτηση, χρειάζεται να χρησιμοποιήσουν την αρχαία Ελληνική γλώσσα και μόνο!

Τελευταία καταμέτρηση μάλιστα έδειξε πως η Ελληνική γλώσσα συν της αρχαιοελληνικής, περιέχει πάνω από 6.000.000(!) λέξεις και πολλές που ακόμα δεν γνωρίζουμε ενώ π.χ. η Αγγλική φτάνει μόλις τις 40000.

Τελικά πόσα ακόμη μυστικά μπορεί να κρύβει η Ελληνική γλώσσα; Πολύ περισσότερα από όσα πιστεύουμε και σίγουρα ακόμα περισσότερα από όσα μπορεί να χωρέσουν στις σελίδες ενός αφιερώματος.

Κυπριακή διάλεκτος θεωρείται από ιστορικούς ως η μοναδική πραγματικά ζωντανή ελληνική διάλεκτος

Κυπριακή διάλεκτος 
Η ελληνικότητα της Κυπριακής διαλέκτου αποδεικνύεται απ’ τον βόρτακο. Όχι απ’ το ίδιο το βατράχι, αλλά απ’ τη λέξη, την οποία χρησιμοποιούσαν ακριβώς την ίδια για να περιγράψουν το γνωστό αμφίβιο οι Αρκάδες (το αρχαιότερο ελληνικό φύλο), αλλά και οι Αχαιοί που τον 12ο αιώνα π.Χ. αποίκισαν το νησί μας. 

Περί ιστορίας, ως εδώ. Απλώς να προσθέσουμε ότι η Κυπριακή διάλεκτος θεωρείται από ιστορικούς ως η μοναδική πραγματικά ζωντανή ελληνική διάλεκτος. Αυτά για όσους τολμήσουν να σας πουν ότι δεν μιλάτε ελληνικά ή σας στολίσουν με διάφορα επίθετα, όταν μιλάτε την Κυπριακή. 

Τα Κυπριακά, έχουν αποτελέσει (και αποτελούν) θέμα έντονης συζήτησης, διαφωνιών, τσακωμών αλλά και πολλές φορές κύριο λόγο για κόμπλεξ. Το τι κάνει κάθε χώρα/περιοχή/κοινότητα με την διάλεκτο της, είναι δικό της θέμα. Οι διάλεκτοι, βλέπετε, δεν είναι θέμα μόνο Ελληνικό. Σε άλλες χώρες έχουν αποτελέσει λόγο επανάστασης αλλά και αυτονομίας (Καταλονία). 

Σήμερα η Κυπριακή διάλεκτος δεν χρησιμοποιείται σε τέτοιο βαθμό όπως τα προηγούμενα χρόνια. Μπορεί να λεχθεί πως τείνει να εξαλείψει, αφού πλέον ομιλείται (καθαρά) από γεωργούς και γενικότερα από ανθρώπους της υπαίθρου, λόγω της απομόνωσης τους στα χώρια. Η αστυφιλία και η επίδραση της κοινής νεοελληνικής από τα διάφορα μέσα εκπαίδευσης και επικοινωνίας είναι οι κύριοι λόγοι γι’ αυτό.

Υπάρχουν συνολικά 18 ιδιώματα της Κυπριακής διαλέκτου. Τα επικρατέστερα στην εποχή μας είναι αυτά της Πάφου, της Μόρφου, της Λεμεσού, των Κοκκινοχωριών, το Ορεινό και της Λευκωσίας, με μικρές διαφορές μεταξύ τους, αν εξαιρέσουμε το ιδίωμα της Μόρφου (υπερβολικό κράτημα της φωνής), της Πάφου (βαρετή, ελλειπτική προφορά) και των Βουνών (πολύ γρήγορη ομιλία).

 Ο Γερμανός γλωσσολόγος Jacob Grimm είχε γράψει τον 18ο αιώνα πως «Η γλώσσα μας είναι επίσης και ιστορία μας» και αυτό ισχύει για κάθε γλώσσα. Στη δική μας τη περίπτωση, δείχνει ξεκάθαρα τα σημάδια των όσων πέρασαν απ’ το νησί μας και δεν ήταν και λίγοι. 
 
ΜΙΞ
Για να δούμε εν συντομία την ιστορία αυτής της κατά… πατημένης γης, σε σχέση πάντα με την κοινή (διάλεκτος).
Η Κυπριακή διάλεκτος έχει επηρεασμούς από (ή αποτελείται από τα στρώματα):

- Τη πανάρχαια Κυπριακή διάλεκτο που μιλούσαν οι Αχαιοί και οι Αρκάδες, με λέξεις όπως ο κίλλης, ο βόρτακος, ο βαβάτσινός. 

- Την Ελληνική γλώσσα της Κλασσικής εποχής (από τον Όμηρο μέχρι τον Θεόκριτον), που αποτελεί και το μεγαλύτερο του κορμού της, με λέξεις όπως κούνος, βουρώ, καταϊσεύκω, πιντώννω.

- Την Αττική Διάλεκτο, που την συναντάμε στο λεξιλόγιο της Παλαιάς Διαθήκης αλλά και γενικά της Εκκλησίας, με λέξεις όπως γιώρκιν, το δείλης, λαώννω, πελλός, ξημαρίζω.

- Την Φραγκοκρατία κατά τη διάρκεια της οποίας η διάλεκτος μας απέκτησε τα περισσότερα από τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της, με πολλές λέξεις απ’ την αρχαία Γαλλική. Λέξεις όπως σιμιντίριν, τσιμινιά, φλαούνα, ζαλατίνα, σέντε, ζάμπα, λιβέριν. 

Ακόμη, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας εντοπίζονται και οι ελάχιστες Αράπικες λέξεις που μπήκαν στη διάλεκτο απ’ τη γλώσσα των Συριανών, που τους έφεραν στην Κύπρο οι Λουζινιανοί, με λέξεις όπως παττίχα, φαράσιν, κούλου-μάκκα.

- Την Ενετοκρατία (Ιταλοί) απ’ την οποία πήραμε επίσης αρκετά δάνεια, με λέξεις όπως πότσα, μάτσα, φόκος, κλάππα, μουντάρω. 

- Την Τουρκοκρατία με επίσης αρκετά δάνεια, με λέξεις όπως ατζαμής, ζάβαλλι, σαματτάς

- Και τέλος, την Αγγλοκρατία που υπάρχουν εμφανή στοιχεία μέχρι και σήμερα. Λέξεις όπως κανσελλάρω, κονφερμάρω, σουττάρω, παρκάρω, φλερτάρω, ρισκάρω.
ΛΕΞΙΚΟ
20 περίπου χιλιάδες λέξεις είχε μαζέψει στην πρόσφατη μελέτη του (2009) ο Κωνσταντίνος Γιαγκουλής, στο βιβλίο «Θησαυρός της Κυπριακής Διαλέκτου». Εμείς σας παραθέτουμε κάποιες σημαντικές που χρησιμοποιούνται ευρέως σήμερα.

Εξίκκοσσου (ν): Ας λείπει (Προέλευση Τουρκική: eksik olsun)
Νάμιν: Φήμη (Προέλευση Τουρκική: nam στα ελληνικά όνομα)
Χαμάλης: Αχθοφόρος (Προέλευση Τουρκική: hamal)
Σκιπέττος – Σιππέτος: Κυνηγετικό όπλο (Προέλευση Ιταλική: schiopetto)
Ποκουπίζω – Πουκουπίζω - Πουκουπώ: Αναποδογυρίζω (Προέλευση Λατινική cupa – Αρχαία Ελληνικά κύπη)
Πέρκι – Πέρκιμον - Πέρκιμουν: Ίσως (Προέλευση Τουρκική: belki)
Ιμίσιμου: Δήθεν, τάχα (Προέλευση Τουρκική: imis)
Μάππα: Μπάλα (Προέλευση Ιταλική: mapa)
Αλλολλίον: Ακόμη λίγο (Προέλευση Βυζαντινή: Άλλο ολίγον)
Ζινίσιν: Σβέρκο (Προέλευση Αρχαία Ελληνική)
Κλάτσα: Κάλτσα (Προέλευση Ιταλική: calza)
Κλάππα: Τρικλοποδιά, εμπόδιο, η περιοχή κάτω απ’ το γόνατο (Προέλευση Λατινική: clava)
Βόρτος: Αρσενικό μουλάρι. Μεταφορικά: Άξεστος, αναιδής (Προέλευση Λατινική: Burdo)
Σκάμνος: Το ξύλινο κάθισμα της εκκλησίας (Προέλευση Λατινική: Scamnum)
Σκεμπέ: Η κοιλιά (Προέλευση Τουρκική: Iskembe)
Αβάττα: Φαγοπότι σε βάρος άλλου (Προέλευση Τουρκική: avanta και Ιταλική: avanti)
Άκκιπέττι: Τελικά (Προέλευση Τουρκική: akibetti)
Τράμπα: Ανταλλαγή (Προέλευση Τουρκική: trampa)
Ταμπλάς: Αποπληξία, Σύγχυση (Προέλευση Τουρκική: tamla)
Ζαττί(ν): Είτε έτσι είτε αλλιώς (Προέλευση Αραβική: zatan)
Βίντζιν: Γερανός, Ρυμουλκό (Προέλευση Αγγλική: winc)
Τάσπιν: Σκουπιδοτενεκές (Προέλευση Αγγλική: dustbin)
Ζάμπα: Η γάμπα (Προέλευση Γαλλική: jambe)
Πρότσα: Πιρούνι (Προέλευση Γαλλική: broche)
Λιβέριν: Σιδερένιος μοχλός (Προέλευση Γαλλική: livier)
Σέντε: Αποθήκη στο άνω πάτωμα (Προέλευση Γαλλική: sente)
Πούττος: Το αιδοίο (Προέλευση Ιταλική: potta)

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΟΔΥΣΣΕΩΣ
Πηγή: Dietnesnews   

Η Κυπριακή Διάλεκτος: Αρχαία και Νεότερη

Η αρχαία κυπριακή διάλεκτος (αρκαδοκυπριακή)
Η ελληνική γλώσσα μιλιέται στην Κύπρο από τη 2. χιλιετία π.Χ. συνεχώς ως σήμερα. Ο Ηρόδοτος (7.90) και Παυσανίας (8. 5. 2) προσδιορίζουν επακριβώς την προέλευσή της, συνδέοντας την με τους πρώτους Έλληνες κατοίκους του νησιού, που είχαν ως ωρμητήριο την προδωρική (μυκηναϊκή) Πελοπόννησο και ως γλωσσικό εκφραστικό όργανο την αρκαδική διάλεκτο (η χρήση του συλλαβογραφικού αλφαβήτου στην Κύπρο, που συνεχίστηκε ως τα χρόνια του Ευαγόρα, ενισχύει ακριβώς την άποψη του ελληνικού αποικισμού του νησιού πριν από την εισαγωγή του γνωστού μας φοινικικής προέλευσης αλφαβήτου στην Πελοπόννησο). 

Αλλά, η συγγένεια της κυπριακής διαλέκτου προς την αρκαδική, που μαρτυρείται από πλείστες επιγραφές (κυρίως του 5. και του 4. αι. π.Χ.) καταφαίνεται από μερικά κοινά γνωρίσματα, όπως: (α) η κλειστότερη προφορά των άτονων βραχέων φωνηέντων α και ο, που τα μετατρέπει σε ι και υ (απεχόμενος: απεχόμινος, από: απύ, γένοιτο: γένοιτυ κ.ά.), (β) η κατάληξη ονομάτων σε- ης αντί- ευς (ιερεύς: ιερής, φονεύς: φονής), (γ) η απόδοση των ιαπετικών φθόγγων, στην Μαντίνεια της Αρκαδίας και την Κύπρο, με ιδιαίτερο γράμμα, που αντιστοιχεί περισσότερο με σ (τις, τι: σις, σι), (δ) η γραφή του συνδέσμου και ως κας κ.ά. 

Συναφώς, πρέπει να λεχθεί πως για την περαιτέρω διαφοροποίηση της αρκαδοκυπριακής διαλέκτου ευθύνεται, ως ένα σημείο, και το συλλαβογραφικό αλφάβητο, που δεν προσφερόταν πάντα για την καταγραφή της ακριβούς προφοράς ορισμένων φθόγγων. Διότι γινόταν, πράγματι, σύγχυση μεταξύ των μακρών και των βραχέων φωνηέντων (ο-ω-ου) και μεταξύ των μέσων, ψιλών και δασέων συμφώνων, που αποδίδονταν με το ίδιο σύμβολο (τ= τ, δ, θ, ή κ= κ, γ, χ, ή π= π, β, φ), ή ακόμη, τα διπλά σύμφωνα καταγράφονταν ως ένα (απόλονι αντί Απόλλωνι), ή παραλείπονταν, στο μέσο των λέξεων, πριν από σύμφωνο, ή και στο τέλος, αραιωνόταν η καταγραφόμενη λέξη, με τυχόν συμπλέγματα, συμφώνων, με την παρεμβολή του φωνήεντος που ακολουθούσε το δεύτερο σύμφωνο και μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου (πο-το-λι-σε αντί πτόλις, α-πο-ρο-δι-τα αντί Αφροδίτη.
Από την πλευρά του τυπικού της, η αρχαία κυπριακή διάλεκτος ανέπτυξε, εξάλλου, διάφορες ιδιοτυπίες, όπως: (α) στην αιτιατική του ενικού των τριτοκλίτων προσέθεσε την κατάληξη των προτοκλίτων και δευτεροκλίτων (τον ανδριάνταν αντί ανδριάντα), (β) στη γενική του ενικού των δευτεροκλίτων διαμόρφωσε, σε μερικές περιπτώσεις, την κατάληξη -ων αντί- ου (φιλοκύπρων αντί φιλοκύπρου), (γ) στο δεύτερο ενικό πρόσωπο των αρκτικών χρόνων της ενεργητικής φωνής χρησιμοποίησε κατάληξη των παρωχημένων (έρπες αντί έρπεις, (δ) στο τρίτο ενικό πρόσωπο της προστακτικής προσέθεσε στο τέλος της κατάληξης ένα -ς (ελθέτως αντί ελθέτω), (ε) κατέστησε σχεδόν κανόνα τη μετά τα φωνήεντα υ και ι ανάπτυξη F ή j (ιζατήραν αντί ιατήρα, ιjερεύς αντί ιερεύς, Fέπιjα αντί έπεα- έπη) κτλ.

Η νεότερη κυπριακή διάλεκτος
Στη διαμόρφωση της νεότερης κυπριακής διαλέκτου, που την εξέλιξή της μπορεί να παρακολουθήσει κανείς άνετα μέσα από τα βυζαντινά και μεσαιωνικά της κείμενα, συνέλαβαν οι ιδιοτυπίες της αρχαίας κυπριακής, η επίδραση της κοινής και της βυζαντινής, λόγω της κατά τις σχετικές περιόδους πολιτικής σημασίας της νήσου για τους Πτολεμαίους και τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η πρόωρη αποκοπή της Κύπρου από το βυζαντινό κορμό (1191) και η έκτοτε γεωγραφική και πολιτική απομόνωση της έναντι του υπόλοιπου ελληνισμού, οι επιδράσεις που υπέστη κατά το Μεσαίωνα (κυρίως από τους Φράγκους) και επί Τουρκοκρατίας κ.ά. 

Εκτός από ένα πλούσιο λεξιλόγιο από αρχαίες λέξεις, τα κυριότερα στοιχεία που διέσωσε από την αρχαία ελληνική γλώσσα είναι: το τελικό -ν διάφορων ονοματικών τύπων, που το επεξέτεινε και σε περιπτώσεις που δεν υπήρχε (το χώμαν, το κρασίν), την προφοράν των διπλών συμφώνων (που επίσης επεξέτεινε) και την αφομοίωση των ένρινων προς το επόμενο σύμφωνο (σπρώννω, χάννω, πεθθερός), τη ρηματική κατάληξη της οριστικής του παθιτικού αορίστου ή του μέσου αορίστου β' (ελούθην, ελούθημεν ή ελούθημαν, εδκιάβημεν ή εδκιάβημαν), τη συλλαβική αύξηση (έπαιξα αλλά και ετραούδησα), τους τύπους εν και ένι αντί είναι, τη σύνταξη ορισμένων ρημάτων με γενική πτώση (αθθυμήθηκα της μάνας μου) κ.ά.

Οι κυριότερες ιδιοτυπίες της νεότερης κυπριακής διαλέκτου είναι: (α) η συχνή αποβολή των αρκτικών φωνηέντων και μερικών μέσων συμφώνων, κυρίως των β,γ,δ, (ποτζεί, κλουθώ, γάαρος, κοπελλούιν), (β) η τροπή του ουρανίσκου χ σε σσι (sh) και των συμπλεγμάτων ρχ, ργ, σε ρκ και ρδ, ρθ σε ρτ (χοίρος- shίρος, έρχομαι- έρκουμε, οργή- ορκή, κορδώνω- κορτώνω, να έρθω - να έρτω), (γ) ο τσιτακισμός (τζιαι- και, τζαιρός- καιρός), (δ) η εναλλαγή των συμφώνων β, γ, δ, ή και των δασέων (βοράζω - (α)γοράζω, χέλω- θέλω), (ε) η αλλαγή των θέσεων των συμφώνων στα συμπλέγματα σφ και σβ (σφογγώ- φσογγώ, έσβησε- έβζησε, (στ) οι διάφορες μεταβολές με τα ρ, β, δ, θ, π, φ, τ, με το ημίφωνο ι (j) ή και υ (αρκάτζιν- ρυάκι, καρκιά- καρδιά ή, ακόμη: άρκον- αύριο, δάρκα- δύκρυα), (ζ) ο σχηματισμός του μέλλοντος με το εννά (=θε να) και των συγκριτικών με το περίτου= πλέον και το παρκάτου= παρακάτω (εννά πάω, περίτου όμορφος, παρκάτου πλούσιος), (η) πολλές ιδιορυθμίες στην κλίση των ονομάτων (η Πάφου- της Πάφους, η νύκτα- της νυκτούς, ο γιος- οι γού(δ)ες κ.ά), (θ) η αντικατάσταση της γενικής πληθυντικού των αρσενικών ονομάτων από την αιτιατική τους (τα βάσανα τους γονιούς- γονιών), (ι) η ποικιλία τύπων στην κλίση των ρημάτων (ερχόμεθα: ερκούμασταν, ερκούμαστεν, ερκούμαστιν, ερκούμαστον ή είμεθα, είσθε, είναι- είμαστιν, είμαστον, είμαστεν, είσαστιν, είσαστεν, είσαστον, εν, ένι , ένουν), (ια) η ανάπτυξη του λεγόμενου άλογου ηχηρού σε ρήματα όπως το γυρεύω - γυρεύγω- γυρεύκω, (ιβ) η διατήριση του έναρθρου απαρεμφάτου (το φιλείν, το δειν, το στραφήν), (ιγ) η χρησιμοποίηση της κατάληξης -ισκω σε ρήματα, όπως: κρυώνω= κρυανίσκω, πλαταίνω= πλατυνίσκω, πλένω= πλυννίσκω, κάμνω κάτι πιο αδρό= αδρινίσκω), (ιδ) η χρησιμοποίηση της κατάληξης - ούιν ή ούδιν ως υποκοριστικής (το αρνούιν, το ριφούιν- πληθ. αρνούδκια, ριφούδκια, (ιε) οι συντακτικές ιδιορρυθμίες με μερικούς συνδέσμους (αν είεν το μάθαινα= αν το μάθαινα, νάεν το λάλουν= αν το 'λεγα, νείεν καεί η σταλαμή= μακάρι να καιγόταν η στιγμή, γοιόν, η σγοιόν το γρουσάφιν= σαν το χρυσάφι).

Η κυπριακή διάλεκτος διαμορφώθηκε με τον καιρό σε αξιόλογο εκφραστικό όργανο, που στα ελληνιστικά χρόνια, αναδύθηκε μέσα από την κοινή με καινούργια δύναμη, κατά τη βυζαντινή περίοδο οριστοκοποίησε τόσο στέρεα την υφή και τη μορφή της, που, κατοπινότερες επιδράσεις των κατακτητών της Δύσης και των Τούρκων, δεν μπόρεσαν να την επηρεάσουν πέρα από το φλοιό της. 

Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό, το ότι, μέχρι σήμερα, στο φθογγολογικό, το λεξιλόγιο και τη σύνταξή της, διατηρεί μερικούς από τους γνησιότερους τύπους της αρχαίας, της κοινής και της μεσαιωνικής ελληνικής γλώσσας- πράγμα που φαίνεται να οφείλεται κυρίως στη συντηρητικότητα της πνευματικής ζωής της, χάρη στην οποία, άλλωστε, ο κυπριακός ελληνισμός επιβίωσε- σε πείσμα της απόστασης του νησιού από τον κεντρικό ελληνικό κορμό και των ατελεύτητων γι' αυτό περιπετειών του. 

Η κυπριακή διάλεκτος δεν είναι μόνο μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ελληνικές διαλέκτους, αλλά αποτελεί σήμερα την μοναδική αληθινά ζωντανή διάλεκτο του ελληνισμού.

Πηγή: Νόστος