Sunday, April 6, 2014

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

«Είναι καλύτερο να αδικείται κανείς παρά να διαπράττει αδικία», ισχυρίστηκε ο σοφός Σωκράτης. Και οδηγήθηκε στο τραγικό του τέλος. Και αυτός που διάβασε πολύ την αρχαία φιλοσοφία, που είχε φροντίσει όλη του η ζωή να ενδυθεί τις αρετές που διακήρυξαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, δεν θα μπορούσε να συμφωνήσει περισσότερο με αυτή τη ρήση. Και δέχτηκε και ανέχτηκε. Και υπέμενε και δεν επέμενε. 

Όταν οι άλλοι τον καταπατούσαν και αναρριχώνταν σαν κισσοί σε προστατευτικές πλάτες, όταν η επιμέλεια, η ευσυνειδησία και η εργατικότητά του θάβονταν κάτω από τις προσβάσεις των άλλων, όταν οι προσπάθειές του προσέκρουαν στις γρήγορες και ανώδυνες αναβάσεις των εκλεκτών και προνομιούχων , εκείνος έσκυβε την καρδιά του και υποτασσόταν στο θέλημα μιας αιμοβόρας μειοψηφίας που πατούσε επί πτωμάτων και ψυχών προκειμένου να καρπωθεί δίκαια και άδικα, κεκτημένα και σφετερισθέντα. Περνούσαν τα χρόνια με την τυφλή υποταγή του στην καθεστηκυία παράνοια της δύναμης του ισχυρού.

Κι ήτανε εκείνη, τη μοναδική φορά, που ένιωσε την καρδιά του να πεθαίνει από ακατάσχετη λύπη, που θέριεψε η θέλησή του και αποφάσισε να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Για άλλη μια φορά η μετριότητα τον είχε προσπεράσει με αλαλαγμούς ισχύος και τον είχε περιθωριοποιήσει σε μια γωνιά που σιγόκαιαν ακόμα οι στάχτες των ονείρων του. Στην οπισθοφυλακή και πάλι εκείνος που μάζευε χρόνια ένα ένα τα προσόντα του και πάσκιζε να κόψει δρόμο με ένα μικρό σπαθί αξιοσύνης, όταν οι άλλοι επιχειρούσαν τα άλματα με ούριο άνεμο τις συστάσεις του σημαίνοντος κύκλου γνωριμιών τους. Η αλήθεια είναι πως πάλεψε πολύ με τις ευαισθησίες του μέχρι να το αποφασίσει. 


Έμεινε νύκτες άγρυπνος να σιγοκουβεντιάζει σαν σύγχρονος Ηρακλής πότε με την Αρετή της συνείδησής του και πότε με την εκκολαπτόμενη Κακία που τρεφόταν από μια ακμάζουσα οργή. Και σ΄ αυτή την αναμέτρηση τα ισοζύγια δυνάμεων ανατράπηκαν πολλές φορές μέχρι να κτυπήσει την πόρτα του καταξιωμένου στον τομέα των προσφυγών δικηγόρου, ο οποίος ξεδίπλωσε εμπρός του όλες τις πτυχές της υπόθεσής του και κατέθεσε την πεποίθησή του για επιτυχή έκβαση της όλης διαδικασίας.΄Ηταν εμφανής, υποστήριξε, η υπεροχή του έναντι των όσων είχαν καταλάβει τις θέσεις προαγωγής και η δικαιοσύνη θα έλαμπε θριαμβευτικά υπέρ του.

Εκείνο το απόγευμα γύρισε στο σπίτι με ένα περίεργο κόμπο στο στομάχι, λες και κάποιος τον είχε σημαδέψει εκεί με τη γροθιά του. Πρώτη φορά έβγαινε έξω απ΄το καβούκι του, πρώτη φορά δίψαγε τόσο πολύ για λίγο οξυγόνο μα σαν δραπέτης που φοβάται τη σύλληψη, κάθισε στο ημίφως του δειλινού και βάλθηκε να μετράει ξανά και ξανά τις στιγμές της πρώτης επανάστασής του. Και πρώτη φορά άφησε την ελπίδα του σαν μικρό πλεούμενο να ταξιδέψει στα πέλαγα μιας αναμενόμενης ευτυχίας που θα΄φτανε με τον υπέρλαμπρο μανδύα της δικαίωσης. 


Πάνε δυόμισι χρόνια από τότε. Η Δικαιοσύνη δεν έχει ακόμα λάμψει, παραμένει πεισματικά στο σκοτάδι. Οι δίκες πηγαίνουν από αναβολή σε αναβολή. Οι μέρες στενεύουν ασφυκτικά στο γραφείο, οι νύκτες μεγαλώνουν και γίνονται τεράστιες σκιές που καταπίνουν τις αντοχές του. Πού και πού μια αχτίδα φεγγαριού τρυπά την απομόνωσή του, μπαίνει απρόσκλητη στο υπνοδωμάτιο, κάθεται επάνω στην εικόνα του Εσταυρωμένου, ακριβώς εκεί στα μισάνοικτα χείλη Του. «Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες τη δικαιοσύνη…».
Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

Friday, April 4, 2014

ΡΙΚ: Να δει κανείς ή να μη δει;

Τι ΡΙΚ θέλουμε ή τι ΡΙΚ θέλουνε ορισμένοι; 
Του Φοίβου Νικολαΐδη
Ολοκληρώθηκε η έντονα προβεβλημένη δημόσια διαβούλευση για το ρόλο και την αποστολή της δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης με θέμα «Το ΡΙΚ που θέλουμε». Παρά την απελπιστικά περιορισμένη συμμετοχή του κόσμου, (γύρω στους 300) και τα τρομερά μειονεκτήματα για μια αντικειμενική καταγραφή της πραγματικότητας, εντούτοις χρήσιμη η προσπάθεια ως τροφή προς σκέψη.

Απέχοντας μακράν ακόμη από μια πολιτεία που να εξυπηρετεί πρωτίστως τον πολίτη και δευτερευόντως τα ειδικά συμφέροντα και σκοπιμότητες, «Το τι ΡΙΚ θέλουμε», φαίνεται, να εξαρτάται βασικά από το τι ΡΙΚ θέλουν, αυτοί που ορίζουν τους κανόνες του παιγνιδιού…

Ο «Δεκάλογος για το ΡΙΚ που θέλουμε», όπως ετοιμάστηκε με τόση επιμέλεια από το ΡΙΚ, δημιουργεί σοβαρές επιφυλάξεις. Κι αυτό γιατί «δείχνει» προς μια ορισμένη κατεύθυνση… Είναι απορίας άξιον η παντελής σχεδόν απουσία της ψυχαγωγίας, του αθλητισμού κ.ά., παρόλον που οι άξονες λειτουργίας των δημοσίων ΜΜΕ συγκροτούνται πάνω στο τρίπτυχο, ενημέρωση, πολιτισμός και ψυχαγωγία. Ανακοινώθηκε για παράδειγμα οι… «πολλοί» θέλουν κλασσική μουσική… Δεν λέχθηκε όμως από τους 300 πόσοι το ζήτησαν αυτό…

Εν πάση όμως περιπτώσει, οι λιγοστοί έστω πολίτες που ανταποκρίθηκαν και οι απαντήσεις που έδωσαν, συγκλίνουν σχεδόν όλες στο ίδιο αίτημα, που από χρόνια τώρα διψάει ο Κύπριος τηλεθεατής και ακροατής… Ένα ΡΙΚ για τους πολίτες και όχι για τους πολιτικούς. Ένα πάγιο αίτημα καθολικής απαίτησης για απεξάρτηση από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας και τις απαιτούμενες αποστάσεις από τα πολιτικά κόμματα στο σύνολό τους.

Ίσως να είναι κοινοτυπία να πει κανείς ότι το ΡΙΚ λειτουργούσε πάντοτε κάτω από ασφυκτική κυβερνητική εποπτεία και ότι υπήρχε κραυγαλέα αδιαφάνεια, με επακόλουθο το κόστος λειτουργίας του να ήταν δυσανάλογα μεγάλο σε σύγκριση με την προσφορά του.
 

Η ανεξαρτησία των δημόσιων οργανισμών αποτελεί μια από τις βασικές αρχές του Συμβουλίου της Ευρώπης, που καθορίζει για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση. Το ΡΙΚ υποχρεούται να διασφαλίζει την ανεξαρτησία του δημοσιογραφικού έργου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου και Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας (ΚΔΠ 93/2001).



Αν ανατρέξει κάποιος στα συρτάρια του ΡΙΚ θα βρει αρκετές μελέτες που έγιναν κατά καιρούς για την περιβόητη ανασυγκρότηση του. Καμιά από αυτές δεν υλοποιήθηκε ολοκληρωτικά. Τα εμπόδια που στήνονται μπροστά σε αυτές τι πρωτοβουλίες έχουν να κάνουν με το κυπριακό σύστημα λειτουργίας ειδικά και την κυπριακή πραγματικότητα γενικά.



Ακόμη και το πιο άξιο διοικητικό συμβούλιο με την πιο ικανή διευθυντική ομάδα, μέσα στις υπάρχουσες δομημένες συνθήκες και το υπάρχον άκαμπτο νομικό πλαίσιο, δεν μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά.



Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο που αφορά τη λειτουργία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης είναι ήδη ξεπερασμένο από το χρόνο, αλλά και από τις δραματικές αλλαγές, που συντελούνται τόσο ραγδαία, τα τελευταία χρόνια στον τομέα των ΜΜΕ. Ένα απλό παράδειγμα είναι αρκετό, για να καταδείξει του λόγου το αληθές. Η Κύπρος είναι ίσως η μοναδική χώρα στην Ε.Ε. που θεσμοθέτησε από το 1985 τι είναι είδηση! Και μετά συζητάμε για αντικειμενική ενημέρωση και όχι επικαιρότητα…

Χωρίς ριζικές και καινοτόμες αλλαγές, χωρίς τον εκσυγχρονισμό των θεσμών και την αλλαγή ή συμπλήρωση του νομοθετικού πλαισίου βάσει του οποίου λειτουργεί το ΡΙΚ, θα ματαιοπονούμε συνέχεια.

Επαναφέρεται σχεδόν μόνιμα, το αίτημα της ρύθμισης και του εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας για μια πραγματικά ανεξάρτητη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση, με θεσμοθετημένους πόρους, όπου οι τρεις βασικές αρχές, ανεξαρτησία, ευθυνοδοσία (Accountability) και διαφάνεια θα λειτουργούν με ασφαλιστικές δικλείδες για την ποιότητα και το επίπεδο του ραδιοτηλεοπτικού προϊόντος που παράγει το ΡΙΚ.

Αν πραγματικά επιδιώκουμε τον εκσυγχρονισμό, υπάρχουν στη διάθεσή μας σωρεία μελετών, εκθέσεων, αλλά και ψηφισμάτων της Ε.Ε., του ΟΗΕ, της ΟΥΝΕΣΚΟ και άλλων διεθνών οργανισμών για τη λειτουργία και το ρόλο των ΜΜΕ σε μια ευνομούμενη δημοκρατία κι ας μην προσπαθούμε να ανακαλύψουμε το ραδιοτηλεοπτικό τροχό στην Κύπρο…

Wednesday, April 2, 2014

Το Λιμάνι της Αμμοχώστου στις Φλόγες

ΕΟΚΑ 1955-59
Ομιλία του Ομαδάρχη της ΕΟΚΑ με το ψευδώνυμο ΤΟΜΠΑΖΗΣ, Σπύρου Στέφου, στην Ημερίδα της Ένωσης Αγωνιστών Αμμοχώστου 1955-1959 με θέμα “Η Αμμόχωστος στον ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΕΟΚΑ”

Ήταν Δευτέρα της Καθαράς, κοντά στο τέλος του Μάρτη του 1955. Πολλοί φίλοι μαζευτήκαμε στο σπίτι του Παύλου Παυλάκη για να “κόψουμε την μούττη της Σαρακοστής”. Ο Παυλάκης, ο αδελφός του Ίκκος, ο Αντώνης Παπαδόπουλος, ο Χριστόδουλος Παρλάς, ο Φώτης Παπαθωμάς, ο υποφαινόμενος και άλλοι, μεταξύ των οποίων και ένας ξένος που δεν τον γνώριζα. Όταν άρχισε το γλέντι, μου τον σύστησαν. Γρηγόρη τον έλεγαν. Πρόσεξα σε εκείνη τη συνάντηση, πως όλοι, σχεδόν, οι άλλοι, κάτι έλεγαν μεταξύ τους που δεν ήθελαν να το ακούσω εγώ. Ο Παυλάκης και ο ξένος μας εγκατέλειπαν πολλές φορές και μιλούσαν μόνοι τους μακριά από όλους μας. Δεν έδωσα όμως καμιά σημασία τότε.

Λίγες μέρες μετά, την 1η Απριλίου, αρχίζει ο Αγώνας της ΕΟΚΑ. Βόμβες, πυροβολισμοί, ενέδρες, δολιοφθορές. Ο κόσμος ανάστατος. Ο εθνικός ενθουσιασμός στο κατακόρυφο. Δεν είναι δυνατό, λέω στον εαυτό μου, να συμβαίνουν όλα αυτά και εγώ να είμαι απ’ έξω. Πρέπει να βρω ποιοί κρύβονται πίσω από όλα αυτά. Δεν γίνεται να παραμένω έξω απ’ αυτό τον γενικό ξεσηκωμό.

Πέρασα τον Απρίλη και τον Μάη παρακολουθώντας και προσπαθώντας να βρω την μυστική είσοδο στην ΕΟΚΑ και, προ παντός, αυτόν που θα μου την άνοιγε. Οι κολλητοί μου, ο Παρλάς και ο Παπαθωμάς, που τους ενοχλούσα συνεχώς, αρνούνταν κατηγορηματικά πως ήταν μέλη της ΕΟΚΑ.

Μέχρι τις αρχές Ιουνίου παρακολουθούσα και αγωνιούσα. Το θεωρούσα πολύ υποτιμητικό να διεξάγεται αγώνας για την ελευθερία της Πατρίδας μου και εγώ να είμαι εκτός. Κοντά στα μέσα Ιουνίου ορισμένα γεγονότα εφώτισαν το μέχρι τότε απόλυτο σκοτάδι. Τα γεγονότα άρχισαν να συνδέονται μεταξύ τους. Ο ξένος που γνώρισα σαν Γρηγόρης στο σπίτι του Παυλάκη ήταν ο θρυλικός ήρωας της ΕΟΚΑ Γρηγόρης Αυξεντίου. ¨όλα ταίριαζαν γάντι και συνηγορούσαν πως ορθά υποψιαζόμουν πως οι φίλοι μου ήταν όλοι αναμεμιγμένοι. Ξαναμίλησα με τον Παρλά και τον Παπαθωμά, με σιγουριά και λίγη φοβέρα αυτή τη φορά.
Δεν αντέδρασαν αρνητικά αυτή τη φορά, αλλά ούτε και μου έδωσαν καμιά υπόσχεση. Σε λίγες ημέρες όμως, με φώναξε ο Πανίκκος Γιωρκάτζιης, ο οποίος μετά τον Αγώνα μου βάφτισε την πρώτη μου κόρη, και με όρκισε στο Ιερό Ευαγγέλιο, δίνοντας μου παράλληλα και τη μεγαλύτερη χαρά και υπερηφάνεια που έγινα, επιτέλους, μέλος της ΕΟΚΑ.

Πριν φύγω από το γραφείο του, έφερε από την αποθήκη και μου έδωσε μια βόμβα υδροσωλήνα και μου είπε. «Αυτή η βόμβα να μπει σε κάποιο στόχο μέσα στο λιμάνι. Υλικές καταστροφές μόνο. Δεν πρέπει να χαθούν ζωές από την έκρηξη». Μόλις τα δάχτυλα μου ‘ήρθαν σε επαφή με τη βόμβα, βάρους 2 κιλών περίπου, η περηφάνια και ο ενθουσιασμός μετατράπηκαν, προς στιγμή, σε αμηχανία και ιδρώτα. Καλή η μαγκιά, σκέφτηκα, αλλά τώρα τι γίνεται; Βγήκα σχεδόν τρέχοντας από το γραφείο του Γιωτκάτζιη, γα να μη προδώσω τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μου.

Στιγμιαία όμως ήταν η αμηχανία και ο φόβος. Τα δάχτυλα μου συνήθισαν πολύ γρήγορα την αφή της βόμβας και δεκάδων άλλων βομβών που μας έστελλε ο Τομεάρχης. Δεν υπάρχει τίποτε που δεν γίνεται όταν υπάρχει ισχυρή θέληση και ειλικρινής επίκληση της βοήθεια του Θεού. Και τα αποτελέσματα της δράσης των Μπουρλοτιέρηδων του Λιμανιού, όπως αποκαλούσε την Ομάδα μας ο Τομεάρχης της Αμμοχώστου, μακαριστός Κώστας Χριστοδουλίδης, φαίνονται, με χρονολογική σειρά στα απομνημονεύματα του Αρχηγού Διγενή.

Περισσότερες από πενήντα βόμβες εξερράγησαν στο Λιμάνι της Αμμοχώστου κατά τη διάρκεια του ένδοξου αγώνα της ΕΟΚΑ. Μια σχεδόν κάθε βδομάδα, βόμβες όλων των τύπων. Βεντούζες, ωρολογιακές και εμπρηστικές. Με ωρολογιακό μολυβδοκόνδυλο της μιας, των τριών, των έξι και των δώδεκα ωρών. Βόμβες υδροσωλήνα που ζήγηζαν μέχρι και δέκα κιλά, των οποίων η μεταφορά και η τοποθέτηση πάνω στο στόχο ήταν όχι μόνο επικίνδυνη αλλά και σχεδόν αδύνατη.

Οι διαταγές όμως του Διγενή, οι οποίες, προς μεγάλη μας τιμή, έφταναν κοντά μας αυτούσιες και χειρόγραφες, μέσω του Τομεάρχη μας, ήταν ρητές και κατηγορηματικές και δεν αναγνώριζαν τις λέξεις «επικίνδυνη» και «αδύνατη». Θέλω, έλεγε ο Διγενής, μια βόμβα κάθε μέρα μέσα στο Λιμάνι. Θέλω ο κόσμος να γνωρίζει πως εμείς οι Έλληνες της Κύπρου πολεμούμεν ηρωϊκά και ασταμάτητα εναντίον μια πάνοπλης Αυτοκρατορίας, για την Ελευθερία της Πατρίδος μας. Κανένα εμπόδιο, κανένα μέτρο ασφαλείας και καμιά θυσία δεν πρέπει να σταματήσει τη δράση μας στο Λιμάνι. Είναι το Λιμάνι σας η μόνη μας επαφή με τον έξω κόσμο, κάθε έκρηξη μέσα στο Λιμάνι Αμμοχώστου είναι και ένας κρίκος στην αλυσίδα της διεθνοποίησης του αγώνα μας. Χρειαζόμαστε διεθνή κατανόηση και βοήθεια. Ο αγώνας σας στο στρατηγικότατο αυτό σημείο της Κύπρου θα κερδίσει και τα δύο.

Αυτά έλεγαν ο Διγενής και ο Τομεάρχης σε κάθε Διαταγή που μας έστελλαν. Και για μας δεν ήταν διαταγές από ανωτέρους σε κατωτέρους. Ήταν θεϊκές εντολές που έπρεπε να εκτελεστούν χωρίς κανένα φόβο ή δυσπιστία.

Ρητοί και απαραβίαστοι ήταν επίσης οι όροι που μας έθεταν ο Διγενής και ο Τομεάρχης. Θέλω εκρήξεις, ανατινάξεις, καταστροφές σε στρατιωτική και κυβερνητική περιουσία. Θέλω τα Αγγλικά πολεμικά πλοία που ξεκινούν από το Λιμάνι της Αμμοχώστου για τη Διώρυγα του Σουέζ, για να λάβουν μέρος στον πόλεμο εναντίον της Αιγύπτου, να παίρνουν μαζί τους τις βόμβες μας. Τις βόμβες που θα αποδεικνύουν πως τίποτε δεν είναι ασφαλές για τους κατακτητές, όσα μέτρα ασφαλείας κι’ αν λαμβάνουν. Θέλομεν, όμως, έλεγαν επιτακτικά οι Διαταγές, όλα αυτά να γίνονται χωρίς νεκρούς ή τραυματίες μεταξύ αόπλων πολιτών. Μια μύτη Άγγλου, Τούρκου ή Έλληνα πολίτη να σπάσει και θα σας στήσω όλους στον τοίχο.

Μετά τη στιγμιαία εκείνη αμηχανία και φόβο που με κυρίευσε στο πρώτο άγγιγμα της βόμβας που μου έδωσε ο Γιωρκάτζιης, άρχισε ο προγραμματισμός για τη δημιουργία μιας ομάδας η οποία θα δρούσε μέσα στο Λιμάνι για τέσσερα χρόνια. Τέσσερις αμούστακοι τότε εικοσιδυάχρονοι, ο Λάμπρος Μακρής, Ιάκωβος Ματθαίου, Κώστας Χατζηγιάννης και ο υποφαινόμενος, όλοι Τελωνειακοί Υπάλληλοι και μια εικοσάχρονη, η Μαρία Χριστοδουλίδου, που ήταν η γραμματέας του Άγγλου Τελώνη, ανάλαβαν, με τη δύναμη του Θεού και της Παναγίας και την πίστη προς το δίκαιο του αγώνα μας, να εκτελέσουν την Εθνική αλλά και φοβερά επικίνδυνη αυτή αποστολή. Γνώριζαν πάρα πολύ καλά, παρ’ όλο το νεαρό της ηλικίας τους, τους τεράστιους κινδύνους που θα συναντούσαν στην εκτέλεση του έργου που τους ανέθεσε η Πατρίδα και η Οργάνωση. Ορκίστηκαν όμως και ξεκίνησαν. Από τις πρώτες Ομάδες που άρχισαν δράση. Και από αυτές που παρέμειναν στις επάλξεις του αγώνα μέχρι τη νικηφόρα λήξη του. Τέσσερα ολόκληρα χρόνια ανατινάσσαμε τον ένα στόχο μετά τον άλλο μέσα στο άντρο της Αγγλικής Ασφάλειας. Κανένας από εμάς δεν πληγώθηκε και κανένας δεν συνελήφθηκε για τα κρατητήρια. Κανένας επίσης Κύπριος ή Άγγλος δεν σκοτώθηκε από τις βόμβες μας, οι οποίες όμως έσπερναν τον πανικό στους Άγγλους κατακτητές και πλημμύριζαν με περηφάνια τις καρδιές όλων των Ελλήνων Κυπρίων.

Από τις πρώτες εκρήξεις οι Άγγλοι καταθορυβήθηκαν. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως οι «θερμοκέφαλοι νεανίσκοι», όπως συνήθιζαν να αποκαλούν τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ, θα αψηφούσαν τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας και τον πανίσχυρο Αυτοκρατορικό στρατό και θα κτυπούσαν το Αγγλικό Λιοντάρι κατ’ ευθείαν στην καρδιά. Τους τρομοκράτησε η ιδέα πως τα πλοία που βρίσκονταν στο Λιμάνι την ώρα των εκρήξεων θα μετάφεραν στην διεθνή κοινή γνώμη το μήνυμα του Κυπριακού Απελευθερωτικού Αγώνα στις πραγματικές του τεράστιες διαστάσεις και όχι όπως τον παρουσίαζαν οι ίδιοι σαν υποκινούμενον από την Εκκλησία και εκτελούμενον από μια δράκα φανατικών θερμοκέφαλων. Γι’ αυτό η αντίδραση τους, ήταν σκληρή και άμεση. Εγέμισαν το Λιμάνι στρατό ή «δυνάμεις ασφαλείας» όπως τους αποκαλούσαν, οι οποίοι περιπολούσαν πάνοπλοι καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο. Αιφνίδιες έρευνες, σωματικές και σε όλα τα οχήματα, άρχισαν να διεξάγονται πάνω σε όλους τους Έλληνες Κυπρίους που εκινούνταν μέσα στο λιμάνι. Τούρκοι κατάσκοποι τοποθέτησαν σαν εργάτες στα πλοία ή Τελωνοφύλακες ή ακόμα και τελωνειακοί Λειτουργοί. Ένα τεράστιο τείχος δύο μιλίων εκτίσθη γύρω από το λιμάνι για να κρατηθούν, όπως λανθασμένα επίστευαν οι Άγγλοι, οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ έξω από αυτό. Διπλές φρουρές από Άγγλους στρατιώτες αντικατέστησαν τους Έλληνες και Τούρκους Τελωνοφύλακες που μέχρι τότε έλεγχαν την είσοδο και έξοδο από το λιμάνι. Όλοι ανεξαίρετα οι εισερχόμενοι και εξερχόμενοι Έλληνες ερευνούντο εξονυχιστικά.

Οι εξονυχιστικές έρευνες προς στιγμή μας εδυσκόλεψαν. Μας ερευνούσαν όλους στην είσοδο του λιμανιού και μια βόμβα πέντε κιλά βάρους δεν θα μπορούσε να περάσει μαζί μας χωρίς να γίνει αντιληπτή από τους Άγγλους φρουρούς. Η πίστη όμως στον αγώνα μας εθαυματούργησε ακόμα μια φορά. Ένας από εμάς σε μια συνάντηση της Ομάδας, πολύ δειλά αλλά με ύφος μεγάλου ευρεσιτέχνη μας είπε. «Το βρήκα! Το βρήκα επειδή είμαι καλός ψυχολόγος. Οι Εγγλέζοι είναι “τζέντλεμεν”. Είναι ευγενείς και η αγγλική τους ευγένεια δεν τους επιτρέπει να ερευνούν τις γυναίκες». Αυτόματα όλοι κοιτάξαμε προς το μέρος της Μαρίας. Δεν μας άφησε να τη κοιτούμε για πολλή ώρα, ούτε και χρειάστηκε να της το προτείνουμε. Εσηκώθηκε, έβαλε το Σταυρό της και είπε καθαρά και αποφασιστικά. «Θα το δοκιμάσω και η Παναγιά που ξέρει γιατί πολεμούμε θα μας βοηθήσει και τώρα».

Η Μαρία δοκίμασε και η Παναγία μας βοήθησε. Οι βόμβες περνούσαν η μια μετά την άλλη κάτω από τα μάτια των ….ευγενικών φρουρών μέσα στη τσάντα της Μαρίας. Κατέληγαν στο γραφείο της τυλιγμένες ωραία σαν σάντουιτς. Εγώ πήγαινα στο γραφείο της Μαρίας, έπαιρνα το σάντουιτς μου, διότι τυγχάνει να είναι η γυναίκα μου η Μαρία και το παρέδιδα με τη σειρά μου σ’ ένα από τους συναγωνιστές μας για να τοποθετηθεί σε κάποιο στόχο που είχαμε προηγουμένως διαλέξει. Τα «σάντουιτς» με τη δική τους σειρά ανατίνασσαν το στόχο και έφερναν πλησιέστερα τη μέρα της πολυπόθητης Ελευθερίας της Κύπρου μας.

Πολλά από τα κατορθώματα της μικρής μας Ομάδας έχουν ήδη ξεχασθεί. Έχουν περάσει 57 ολόκληρα χρόνια και τα εγγόνια μας είναι τώρα μεγαλύτερα από όσον είμαστε εμείς όταν αρχίσαμε τον ιερό αγώνα για την απελευθέρωση της Κύπρου. Μερικά όμως μένουν και θα παραμείνουν για πάντα ζωντανά στη μνήμη μας, γιατί ο συγκλονισμός που μας προκάλεσαν ήτο τόσης μεγάλης έντασης, που είναι αδύνατον να σβηστούν από τα χρόνια και τις σκοπιμότητες. Ελπίζω να μην θυμώσουν οι συναγωνιστές μου που σήμερα, 57 χρόνια μετά τον αγώνα, παίρνω το θάρρος να διηγηθώ ορισμένα απ’ αυτά τα ακριβά και καλά ως τώρα φυλαγμένα μυστικά μας. 


Ο Κώστας Χατζηγιάννης, είχε την παράτολμη ιδέα να τοποθετήσει μια βόμβα βεντούζα σε αγγλικό πλοίο που φόρτωνε πυρομαχικά. Θα χρησιμοποιούσε υπάρχοντα σκαλιά στο μώλο για να κατεβεί στην επιφάνεια της θάλασσας και να βάλει την βεντούζα κάτω από το νερό. Η έκρηξη θα δημιουργούσε τρύπα και θα προκαλούσε εισροή νερού στο πλοίο και θα βυθιζόταν. Δεν ήτο όμως εύκολη επιχείρηση. Το πλοίο ήταν σχεδόν απέναντι από τα Γραφεία και το λιμάνι γεμάτο στρατό. Τον περιμέναμε οι υπόλοιποι σε κάποιο γνωστό σημείο για να μας πει τα αποτελέσματα. Η ώρα όμως περνούσε και ο Κώστας δεν φαινόταν. Αρχίσαμε να φοβούμαστε. Μπορούσε να είχε συλληφθεί. Έπρεπε να λάβομεν τα μέτρα μας. Έφθασεν επιτέλους με μια ώρα καθυστέρηση, αλλά το γνωστό του χαμόγελο μας αποζημίωσε. «Τι έγινε ρε Κωστάκη;» τον ρωτήσαμε όλοι μαζί. «Που να σας τα λέω φίλοι μου» απάντησε. «Ο Θεός πάλι μας λυπήθηκε, διαφορετικά, εγώ τουλάχιστον τώρα θα ήμουν φυλακή».

Η αγωνία μας αποκορυφώθηκε και ο Κωστάκης που το κατάλαβε, συνέχισε. «¨όταν πάτησα το πρώτο σκαλί για να κατέβω στο νερό, έγινε κάτι που κανένας δεν σκέφτηκε. Το νερό της θάλασσας με το άλας του και τα σαπούνια από τα πλοία, έκαμαν τα σκαλιά τόσο γλιστερά που είναι αδύνατον να χρησιμοποιηθούν από άνθρωπο. Με το πρώτο λοιπόν πάτημα, βρέθηκα ολόισια στο νερό, μεταξύ του πλοίου και του μώλου. Δύσκολη η θέση μου, αλλά ο Θεός και η θέληση μου να σωθώ και να συνεχίσω τον αγώνα ενίκησαν. Κατόρθωσα με μεγάλη δυσκολία να βρω το θάρρος μου και να βγω στην επιφάνεια του νερού. Πριν προσπαθήσω να ανέβω από τα γλιστερά σκαλιά σκέφτηκα τη βεντούζα. Έπρεπε να κάμει τη δουλειά της. Η επανάσταση δεν έπρεπε να πληρώσει την απροσεξία μας. Την τοποθέτησα δύο πόδια κάτω από το νερό. Βγήκα σιγά-σιγά και με κάθε προφύλαξη πάνω στο μώλο. Όταν διαπίστωσα πως κανένας δεν είχε αντιληφθεί το νυχτερινό μου μπάνιο, προχώρησα ατάραχος προς το υπόστεγο που είχα το ποδήλατο μου. Το πήρα και πέρασα με φόβο και τρόμο από τον φρουρό στην είσοδο. Αν με σταματούσε γι έρευνα θα ήμουν φυλακή. Είμαι όμως εδώ μαζί σας, διότι ο φρουρός μου έδειξε να περάσω χωρίς έρευνα. Η έξοδος ήταν για τον φρουρό λιγότερο επικίνδυνη από την είσοδο και για μένα η σκέψη του αυτή, σωτήρια». Η βόμβα εξεράγει και ο Κώστας φυλάει ακόμα τη βρεγμένη του φορεσιά για ενθύμιο.

Ο Ιάκωβος Ματθαίου, μας είπε μια μέρα. «Γιατί δηλαδή σύντροφοι να περιορίσουμε τη δράση μας στα λιγότερο φρουρούμενα σημεία του λιμανιού;» Η απάντηση στο ερώτημα του ήτο γνωστή και απλή, ο Ιάκωβος όμως δεν περίμενε αν την ακούσει. «Εγώ» είπε «απόψε θα ανατινάξω την καμπίνα του υπευθύνου ασφαλείας του λιμανιού». «Και πώς σκοπεύεις να κάνεις αυτό το κατόρθωμα;» ρωτήσαμε όλοι μαζί. «Ούτε πουλί δεν μπορεί να περάσει τα συρματοπλέγματα». «Εγώ» μας λέει ο Ιάκωβος προς κατάπληξη όλων μας «δεν σκοπεύω να περάσω από τα συρματοπλέγματα για να ξεσχίσω τα ρούχα μου. Εγώ θα πάω από την είσοδο και με τη βόμβα στο χέρι μου φανερά σαν δώρο στον Ναύαρχο».

Και το έκαμε! Τον περιμέναμε κι’ αυτόν με ανυπομονησία και λιγότερες ελπίδες πως θα φανεί έστω και με μια ώρα καθυστέρηση. Ήρθεν όμως. Και ήρθε στην ώρα του για να μας πει πως πέρασε σαν καλεσμένος του Ναυάρχου σε πάρτι και με το δώρο του στο χέρι. Προχώρησε προς την καμπίνα που ήταν ολόφωτη, σημείο πως ο Ναύαρχος θα ήτο μέσα. Πλησίασε και με προφύλαξη έβαλε την βόμβα κάτω από την καμπίνα. Ο Ιάκωβος έφυγε ανενόχλητος από την επιχείρηση του, η καμπίνα όμως του Ναυάρχου δεν άντεξε στην έκρηξη. Διελύθη μετά τρείς ώρες χωρίς ευτυχώς να πάθει τίποτε ο Ναύαρχος, ο οποίος στο μεταξύ είχε φύγει για το σπίτι του.

Μια Κυριακή απόγευμα ένας συναγωνιστής ανέλαβε αν μεταφέρει μέσα στο λιμάνι μια βόμβα και να την τοποθετήσει σε στόχο που θα επέλεγε ο ίδιος. Εχρησιμοποίησε για τη μεταφορά της το ποδήλατο μου, που είχε μια μικρή τσάντα πίσω από το κάθισμα. Μπήκε στο λιμάνι και τοποθέτησε το ποδήλατο κάτω από το ειδικό για ποδήλατα υπόστεγο. Μπήκε στο γραφείο και ξεκίνησε την υπερωριακή εργασία του. Λίγα λεπτά πριν σχολάσει επέστρεψε στο ποδήλατο, για να πάρει την βόμβα και να την τοποθετήσει στον στόχο που επέλεξε προηγουμένως. Ήταν όμως αργά. Οι Άγγλοι στρατιώτες άρχισαν να ερευνούν όλες τις τσάντες των ποδηλάτων που βρίσκοντο εκείνη την στιγμή στο υπόστεγο. Έφυγε χωρίς να τοποθετήσει τη βόμβα, αλλά και χωρίς να πάρει το ποδήλατο από το υπόστεγο.

Ο Συναγωνιστής μας είπε τα γεγονότα και οι Άγγλοι, όπως μάθαμε, βρήκαν τη βόμβα. Έπρεπε να κρυφτώ κάπου και να ειδοποιήσω τον Τομεάρχη. Η απάντηση του έφτασε αμέσως και έλεγε απλά και καθαρά πως θα έπρεπε να στείλουμε κάποιο στο σπίτι μου να δούμε κατά πόσο με αναζήτησαν οι Άγγλοι. Αν με αναζήτησαν θα μεριμνήσει να βγω καταζητούμενος, αν όμως δεν με ζήτησαν, θα πρέπει να πάω στη δουλειά μου κανονικά το πρωί και ξέρεις πως θα αντιμετωπίσεις την κατάσταση αν συλληφθείς. Είσαι πολύ χρήσιμος στο Λιμάνι».

Τελικά οι Άγγλοι δεν με αναζήτησαν στο σπίτι μου. Οι οδηγίες του Τομεάρχη έπρεπε να εκτελεσθούν. Πρώτη μου δουλειά η ανεύρεση ενός παρόμοιου ποδήλατου με το δικό μου. Το βρήκαμε και τη Δευτέρα πρωί-πρωί εφτάναμε στο λιμάνι, μαζί με την Μαρία, οδηγώντας τα δύο μας ποδήλατα σαν τίποτα να μην συνέβη. Δεν ήτο καθόλου εύκολο βέβαια. Κάθε φορά που με πλησίαζε Άγγλος ενόμιζα πως ερχόταν να με συλλάβει. Ο αγώνας όμως εσυνεχίζετο και η νίκη άρχισε να προδιαγράφεται. Όταν ο Άγγλος Υπεύθυνος Ασφαλείας του Λιμανιού έφευγε μετά το τέλος του αγώνα από το αεροδρόμιο Λευκωσίας είπε στον Κώστα Χατζηγιάννη που είχε εντωμεταξύ πάρει μετάθεση στο Αεροδρόμιο. «Σας γνωρίζαμεν όλους. Εσένα, τον Λάμπρο Μακρή, τον Σπύρο Στέφου και τον Ιάκωβο Ματθαίου. Αυτό μόνο που δεν γνωρίζαμε και πραγματικά μας εσύγχυσε είναι σε ποιόν άνηκε εκείνο το ποδήλατο που ανακαλύψαμε με βόμβα στο λιμάνι». «Εσείς σε ποιόν ενομίσατε ότι άνηκε;» τον ρώτησε ο Κώστας. «Στην αρχή ενομίσαμε πως άνηκε στον Σπύρο Στέφου» αποκρίθηκε. «Πολύ σωστά ενομίσατε» του λέει ο Κώστα γελώντας. «Μα αφού ο Σπύρος ήρθε στη δουλειά με το ποδήλατο του» ψέλλισε συγχυσμένος ο υπεύθυνος. «Αυτή είναι η διαφορά μας φίλε μου» του απαντά περήφανα ο Κώστας. ‘Αγοράσαμε άλλο ποδήλατο και σας ξεγελάσαμε».

Ο Λάμπρος Μακρής, μας λέει μια μέρα γεμάτος ενθουσιασμό. «Το πλοίο “SICILIAN” φορτώνει πυρομαχικά και επειδή μου αρέσουν τα βεγγαλικά και οι φωταγωγίες αποφάσισα να προσφέρω στον εαυτό μου αυτό το θέαμα. Καλή ιδέα αλλά πώς βάζεις βόμβα πάνω σε πλοίο που φορτώνει πυρομαχικά, όταν υπάρχει ένας φρουρός στο κάτω μέρος της σκάλας του πλοίου, ένας στη μέση της και ένας στο πάνω μέρος της; «Εγώ» μας λέει ο Λάμπρος που εμάντεψε τις σκέψεις μας, «θα βγάλω τη βόμβα πάνω στο πλοίο μέσα σε μια λαμιντζανούδα. Θα τη σπάσουμε, θα βάλουμε τη βόμβα μέσα με τον μολυβδοκόνδυλο έτοιμο και θα τη κολλήσουμε. Για μεγαλύτερη ασφάλεια θα βάλουμε την λαμιντζάνα μέσα σε ένα δίχτυ. Κανένας φρουρός δεν θα θέλει να ερευνήσει μια λαμιντζάνα κρασί ή λάδι που παίρνει ένας τροφοδότης στον Καπετάνιο του πλοίου». Με πολύ λίγη πίστη ότι έτσι θα εξελίσσετο η παράτολμη ενέργεια του Λάμπρου και με μεγάλη δυσκολία στην αναπνοή μας, παρακολουθούσαμε όλοι από τα γραφεία μας τον Γολγοθά του φίλου μας προς τη κορυφή της σκάλας του πλοίου. Έπρεπε να γίνει μέρα μεσημέρι, διότι οι τροφοδοσίες των πλοίων δεν γίνονταν νύχτα. Έναν ολόκληρο αιώνα κράτησε για μας η ανάβαση των 20 σκαλιών της σκάλας. Είδαμε όμως με ανακούφιση τον Λάμπρο να περνά αγέρωχος πλάι και από τον τελευταίο φρουρό. Τα πυρομαχικά δεν θα έφταναν στο Σουέζ. Και δεν έφτασαν. Γιατί η έκρηξη τα κατάκαψε όλα. Μαζί και μέρος του πλοίου που έμεινε ένα μήνα στο λιμάνι για επιδιορθώσεις.

Ο υποφαινόμενος, βρέθηκα μια μέρα μέσα σε μια ακταιωρό του Λιμεναρχείου για να βάλω μια τεράστια βόμβα δέκα κιλών στο μηχανοστάσιο της. Ετοποθέτησα τη βόμβα και έθεσα τον ωρολογιακό μολυβδοκόνδυλο της μιας ώρας σε λειτουργία. Προσπάθησα να πηδήξω έξω από την ακταιωρό όταν είδα τρεις Άγγλους της Ασφάλειας ακριβώς δίπλα από το πλοίο. ‘Ήταν κοντά στα αυτοκίνητα τους και εκουβέντιαζαν για το πάρτι της προηγούμενης νύχτας. Κρύφτηκα μέσα στο πλοίο και περίμενα ελπίζοντας πως σύντομα θα αναχωρούσαν οι Άγγλοι για να μπορέσω να βγω από το πλοίο. Οι Άγγλοι όμως συνέχιζαν την κουβέντα και τα αστεία τους και εγώ άρχισα να νοιώθω τον ιδρώτα που κυλούσε σε όλο μου το κορμί. Μισή ‘ώρα είχε ήδη περάσει από την ώρα που έθεσα σε λειτουργία τον ωρολογιακό μηχανισμό της βόμβας και γνώριζα πολύ καλά πως η βόμβα θα μπορούσε να εκραγεί ανά πάσα στιγμή μετά τη μισή ώρα. Τα τικ-τακ της καρδιάς μου ήταν πολύ δυνατότερα απ’ αυτά της ωρολογιακής συσκευής. Ήξερα πως, αν δοκίμαζα να βγω, η σύλληψη ήταν βέβαια και θα σήμαινε για μένα θάνατο στην αγχόνη. Αν έμενα μέσα στο πλοίο, θα σήμαινε θάνατος από την έκρηξη. Αποφάσισα να μείνω μέσα στο πλοίο και ήτο η πρώτη φορά που προσευχήθηκα να μην εκραγεί βόμβα που εγώ ο ίδιος τοποθέτησα. Οι Άγγλοι έφυγαν δέκα λεπτά πριν συμπληρωθεί η ώρα. Με ένα βήμα βρέθηκα στο μώλο και προχώρησα προς την έξοδο. Εσώθηκα. Η ακταιωρός όμως δεν γλύτωσε την καταστροφή. Βυθίστηκε από την έκρηξη που ακλούθησε, πέντε μόλις λεπτά μετά τη διαφυγή μου.

Πενήντα τρία χρόνια μετά τον ηρωικό Αγώνα της ΕΟΚΑ, η πατρίδα μας εξακολουθεί να είναι μοιρασμένη και η μισή σκλαβωμένη από τις ορδές του Αττίλα. Με το δικαίωμα που μου δίδει η συμμετοχή μου στην εποποιία της ΕΟΚΑ, καλώ όλους του συναγωνιστές μου, όλους τους Έλληνες Κύπριους και όλους ακόμα τους Τούρκους Κύπριους να δώσουν τα χέρια για τη σωτηρία της κοινή μας Πατρίδας. Ο αγώνας του 1955-1959 μπορεί να μην έφερε το ποθούμενο αποτέλεσμα. Απόδειξε όμως περίτρανα πως ενωμένος ο Κυπριακός λαός θαυματουργεί. Απόδειξε πως όταν υπάρχει κοινός στόχος και σταθερή ηγεσία, ο λαός μας δεν πτοείται από υπέρτερες δυνάμεις. Πολεμά και νικά. Πολεμά και μεγαλουργεί. Σήμερα καλούμαστε όλοι να ξαναχαρίσουμε τις λαμπρές και νικηφόρες μέρες του 1955-1959 στο πολυβασανισμένο μας λαό με την ενότητα και συμφιλίωση όλων μας.
Ομαδάρχης ΤΟΜΠΑΖΗΣ
ή Σπύρος Στέφου