Thursday, November 13, 2014

Η άλλη Λευκωσία - Nicosia…

Γράφει ο Ανδρέας Χριστοδούλου
Πρόσφατα (8/9 Μαρτίου 2012) το διεθνές ειδησεογραφικό τηλεοπτικό κανάλι CNNI, σε εκτενές ρεπορτάζ του πριν από τη συνάντηση ΑΠΟΕΛ-Ρεάλ Μαδρίτης για τους προημιτελικούς του Champions League κατέγραψε, λανθασμένα, ως τόπο προέλευσης της ομάδας μας την πόλη Nicosia στη Σικελία προκαλώντας διάφορα αρνητικά και ειρωνικά σχόλια. Web address:



Το γεγονός αυτό είναι ενδεικτικό, δυστυχώς, της έλλειψης αναγνωρισιμότητας των πόλεων μας και κατ΄ επέκταση και της ίδιας της νήσου Κύπρου από παγκόσμιας εμβέλειας ΜΜΕ όπως είναι και το CNN και γι αυτό το πρόβλημα ελπίζω να έχουν ήδη επιληφθεί οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους.

Ταυτόχρονα είναι επίσης πραγματικότητα ότι ελάχιστοι Κύπριοι γνωρίζουν για την ύπαρξη στη Σικελία, πόλης που φέρει το ίδιο όνομα με την πρωτεύουσά μας στη λατινογενή του εκδοχή – Nicosia. 

 


Το παρόν άρθρο στοχεύει, πρώτον, να δώσει στο κυπριακό αναγνωστικό κοινό μια σύντομη γενική περιγραφή αυτής της πόλης, που μοιράζεται αρκετά πολιτιστικά στοιχεία – εκτός από το όνομα – με την πρωτεύουσά μας, και, δεύτερο, να θέσει προβληματισμό για την πιθανή διδυμοποίηση των δυο ομώνυμων αυτών πόλεων με την αναβάθμιση της υφιστάμενης ήδη συμφωνίας συνεργασίας τους που υπογράφτηκε το 2000.

Πρώτα απ΄ όλα θα τοποθετήσουμε τη μικρή πληθυσμιακά πόλη με τους 15.000 κατοίκους. Η Nicosia είναι κτισμένη αμφιθεατρικά από το κέντρο της κοιλάδας Val Demone, προς τέσσερις ψηλούς λόφους (Cappuccini, Monte Oliveto, Roccapalta και Castello), που καλύπτονται από πευκοδάση στη νότια πλαγιά της οροσειράς Nebrodi, σε υψόμετρο που κυμαίνεται από 700 σε 800 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας.
 

Το όνομα της πόλης πιθανότατα συνδέεται με κάποιο τρόπο με αυτό του πολιούχου της πόλης, Αγίου Νικολάου, του οποίου η λατρεία είναι πολύ συχνή μεταξύ των ελληνικών κοινοτήτων, παραπέμποντας στην ελληνική καταγωγής της, ενδεχομένως την περίοδο της βυζαντινής κυριαρχίας της Σικελίας. Μια άλλη εκδοχή συνδέει το όνομα της πόλης με μέλη της οικογένειας Nicosia, τα οποία εκδιώχθηκαν για πολιτικούς λόγους από τη φραγκική διακυβέρνηση της Κύπρου το 13 αιώνα και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή αυτή της Σικελίας.

Διοικητικά η πόλη ανήκει στην επαρχία της Έννα της ΒΑ Σικελία και βρίσκεται σε απόσταση 150 χλμ από την πρωτεύουσα του νησιού, Παλέρμο, 100 χλμ από την πόλη Κατάνια στην ανατολική ακτή και 170 χλμ από την πόλη Μεσσήνα στο βόρειο άκρο του νησιού. Οι γεωγραφικές της συντεταγμένες της είναι 37 45΄Β και 14 24΄Α.

Το κλίμα της πόλης είναι μεσογειακό με ενισχυμένη λόγω τοποθεσίας την ηπειρωτική διάσταση με χαμηλότερες θερμοκρασίες το χειμώνα και ψηλότερες το καλοκαίρι από τα παράλια της Σικελίας. Επιπρόσθετα, λόγω υψομέτρου, οι θερμοκρασίες μειώνονται ανάλογα ενώ η βροχόπτωση αυξάνεται. Συγκεκριμένα η μέση θερμοκρασία το Γενάρη, που είναι ο ψυχρότερος μήνας, είναι γύρω στους 7 Κελσίου ενώ τον Αύγουστο, το θερμότερο μήνα, ανέρχεται στους 25 Κελσίου. Η ετήσια βροχόπτωση είναι γύρω στα 500 χιλιοστά. Για σύγκριση τα αντίστοιχα δεδομένα για τη δική μας Λευκωσία είναι 10 Κελσίου, 29 Κελσίου και 340 χιλιοστά.

Η πόλη έχει πανάρχαια προέλευση και μια μακρά ιστορία, αφού ιδρύθηκε από τους Έλληνες και στη συνέχεια κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους. Ο σημερινός οικισμός αναπτύχθηκε κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, τον 6 αιώνα, πρώτα κάτω από την τοποθεσία του κάστρου, σε μια δυσπρόσιτη θέση, ενώ στη συνέχεια, επεκτάθηκε - στη διάρκεια της Αραβικής κυριαρχίας και αργότερα από τους Νορμανδούς - προς την εύφορη κοιλάδα. Οι Νορμανδοί προώθησαν τη μαζική μετανάστευση οικογενειών από τη Λομβαρδία και το Πιεμόντε, στη ΒΔ Ιταλία (σύνορα με τη Γαλλία), γεγονός που εξηγεί γιατί η τοπική διάλεκτος περιέχει πολλές λέξεις από την Ιταλο-γαλλική διάλεκτο των περιοχών αυτών.

Οι κυριότερες ασχολίες των κατοίκων της πόλης είναι η επεξεργασία των εκλεκτών γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων της γύρω περιοχής. Ιδιαίτερης ποιότητας είναι το τοπικό ελαιόλαδο καθώς και το πολυβραβευμένο κρασί από τα οινοποιεία Cantine ενώ από τα κτηνοτροφικά προϊόντα πιο γνωστό είναι το Sagredel Castrato, είδος νοστιμότατου βοδινού κρέατος. Επιπλέον η πόλη έχει αναπτυγμένη βιοτεχνία παραδοσιακά στους τομείς της ξυλογλυπτικής και των χειροποίητων υφαντών καλαθιών. Στους πόρους της πόλης περιλαμβάνονται και ορυχεία αλατιού και θειούχα ιαματικά νερά που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή.

Τις τελευταίες δεκαετίες η πόλη έχει αναδειχθεί σε περιφερειακό τουριστικό κέντρο τόσο για Ιταλούς όσο και ξένους επισκέπτες, αφού αποτελεί ολόκληρη ένα ζωντανό μουσείο. Σημειώνεται ότι σχεδόν όλα τα κτίρια ανάγονται σε προηγούμενους αιώνες (κυρίως στην περίοδο από τον 15 μέχρι το 19 αιώνα). Είναι φανερό από των αριθμό των κτιρίων ότι ο πληθυσμός της πόλης ήταν πολύ μεγαλύτερος τους προηγούμενους αιώνες από το σημερινό με σημαντική μείωση να παρατηρείται λόγω αστυφιλίας και εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης κυρίως το 19 και 20 αιώνα.

Τα κύρια αξιοθέατα της πόλης περιλαμβάνουν:

o Τα ερείπια του κάστρου Νόρμαν, που κτίστηκαν από τους Νορμανδούς, προσφέρουν μια υπέροχη θέα του Monti Nebrodi και του ηφαιστείου της Αίτνα προς τα ανατολικά, του Monte Altesina και της αλυσίδας Madonie προς τα δυτικά, και του Monte La Guardia και του Rocca Cannone προς τα νότια.

o Τον καθεδρικό ναό του 14ου αιώνα του San Nicola di Bari, πολιούχου αγίου της πόλης, που διαθέτει πλούσια διακοσμημένη πύλη, ένα τεράστιο κωδωνοστάσιο με τριπλά και διπλά παράθυρα-νυστέρι, και φιλοξενεί το έργο «Σταύρωση» του 17ου αιώνα του μοναχού Umile από την Πετραλιά . Ο μαγευτικός άμβωνας προς τα δεξιά είναι φιλοτεχνημένο μαρμάρινο έργο του Antonelli Gagini από το 1566. Αλλά ίσως το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι η ξύλινη ζωγραφισμένη οροφή, που καλύπτει πάνω από 300 τετραγωνικά μέτρα, και που πιθανότατα φιλοτεχνήθηκε από πολλούς καλλιτέχνες σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, με γεωμετρικά μοτίβα, τοπία-σκηνές, πορτρέτα, μετάλλια με φωτεινά γράμματα και σκηνές από την καθημερινή ζωή, καθώς και μυθολογικά και ιερά στοιχεία.

o Την εκκλησία της Santa Maria Maggiore που διαθέτει, επίσης, μεγαλοπρεπή μαρμάρινο άμβωνα του Antonello Gagini. Η εν λόγω εκκλησία αρχικά χτίστηκε τον 12ο αιώνα, όμως κατέρρευσε από κατολίσθηση το 1757, μαζί με πάνω από 400 σπίτια, και η ανοικοδόμηση στη σημερινή της μορφή πήρε πάνω από ένα αιώνα.

o Τα ερείπια του κάστρου Νόρμαν, σε υψόμετρο 814 μ στο Monte San Giorgio, με μία επιβλητική γέφυρα με οξυκόρυφα τόξα .

Αυτά τα λίγα στοιχεία δίνονται για εμπλουτισμό των γνώσεων του κοινού για τη γραφική και ιστορική πόλη της Nicosia, που βρίσκεται στη Σικελία.

Κλείνοντας θα ήθελα να υπογραμμίσω και πάλι ότι και μόνο το ταυτόσημο όνομα αλλά και η σχεδόν παράλληλη ιστορική και πολιτιστική πορεία (Μεγάλη Ελλάδα, Ρωμαϊκή περίοδος, Βυζαντινή περίοδος, Αραβική κυριαρχία κλπ) είναι αρκετοί λόγοι που δικαιολογούν,
πιστεύω, τη διδυμοποίηση των δύο πόλεων – της Λευκωσίας (Nicosia) της Κύπρου και της Nicosia της Σικελίας- και εισηγούμαι στη δημοτική αρχή της πρωτεύουσάς μας να μελετήσει σοβαρά αυτό το θέμα.
Ανδρέας Χριστοδούλου
Επικοινωνιολόγος – Ειδικός για τα Μέσα
Νοέμβριος 2014
 

1 comment:

Damian Ziyotis said...

Η αναγνωρισιμότητα της πρωτεύουσας της Κύπρου Λευκωσίας, καθώς και ολόκληρης της νήσου αγαπητέ Ανδρέα, θα μπορούσε κάλλιστα να μεγαλώνει διαρκώς, αν κάθε φορά που οι οπαδοί της ομάδας σου, για την οποία το CNNΙ έκανε το αφιέρωμα, υποπίπτοντας στην γκάφα, αναρτούσαν και μερικές (έστω) σημαίες της Κυπριακής Δημοκρατίας στην κερκίδα τους, στους διάφορούς Ευρωπαϊκούς αγώνες, αντί να την υπονομεύουν, προκαλώντας σύγχυση με ενωτικά κορεό (βλ. αγώνα ΑΠΟΕΛ-ΑΓΙΑΞ ημερομηνίας 30 Σεπτεμβρίου 2014) και άλλα σύμβολα, τα οποία μάλιστα προκαλούν και το μέγα θαυμασμό των Κυπριακών ΜΜΕ και όχι μόνο!