Monday, March 29, 2010

Η Αρμενική κοινότητα στην Κύπρο


Το νομικό καθεστώς της Αρμενικής θρησκευτικής ομάδας (Μέρος 1ο)
  
Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας

Γράφει από τη Λευκωσία

Μετά από τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ κατά των Βρετανών (1955-1959) και τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, καταρτίστηκε το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο και τέθηκε σε εφαρμογή από τα μεσάνυχτα της 15ης προς 16η Αυγούστου 1960. Το Σύνταγμα δεν διαμορφώθηκε από την ελεύθερη θέληση του κυπριακού λαού, αλλά επιβλήθηκε, γι’ αυτό άλλωστε και χαρακτηρίζεται ως «δοτό». Θεωρείται από τα εκτενέστερα και λεπτομερέστερα συντάγματα του κόσμου, αφού αποτελείται από 199 άρθρα και από τις Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας. Ταυτόχρονα, θεωρείται από τα πιο άκαμπτα συντάγματα, αφού αριθμός των άρθρων του (ολόκληρα ή τμήματά τους) «αποτελούν θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος και δεν μπορούν, με οποιοδήποτε τρόπο, να τροποποιηθούν με μεταβολή, προσθήκη ή κατάργηση» (Άρθρο 182 § 1).

Το Σύνταγμά μας διέπεται από δύο κύριες αρχές: α) την αναγνώριση της ύπαρξης δύο κοινοτήτων, «ελληνικής» και «τουρκικής», οι οποίες και ορίζονται πρωτίστως με βάση την καταγωγή και δευτερευόντως βάσει γλώσσας, κουλτούρας ή θρησκείας (Άρθρο 2 § 1 και 2) και που, παρά την αριθμητική τους διαφορά, τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης και β) την εξασφάλιση της συμμετοχής της κάθε κοινότητας στις λειτουργίες της κυβέρνησης, αποφεύγοντας την αναγνώριση της κυριαρχίας της μεγαλύτερης κοινότητας, αλλά ταυτόχρονα αναγνωρίζοντας μερική διοικητική αυτονομία στην κάθε κοινότητα. Επιπρόσθετα, η έννοια του κυπριακού λαού ως σύνολο απουσιάζει παντελώς.

Ο δυαδικός και διαχωριστικός χαρακτήρας του Συντάγματος δεν άφηνε χώρο για τις διάφορες εθνοτικές/θρησκευτικές/πολιτιστικές ομάδες να αναγνωριστούν ως μειονότητες. Με βάση το Άρθρο 2 § 3 εισάγεται η έννοια της θρησκευτικής ομάδας, ως «ομάδα προσώπων που συνήθως κατοικούν στην Κύπρο, πρεσβεύουν την ίδια θρησκεία και ανήκουν είτε στο ίδιο δόγμα είτε υπόκεινται στην ίδια δικαιοδοσία με αυτή, των οποίων ο αριθμός κατά την ημερομηνία της έναρξης της ισχύος του Συντάγματος υπερβαίνει τους χίλιους, εκ των οποίων τουλάχιστον πεντακόσιοι έγιναν υπήκοοι της Δημοκρατίας κατά την αναφερόμενη ημερομηνία». Οι περιορισμοί αυτοί ουσιαστικά «φωτογράφησαν» τους Αρμένιους, τους Μαρωνίτες και τους Λατίνους, αφού οι μεν Τσιγγάνοι και Εβραίοι ήσαν λιγότεροι από 1.000 άτομα, ενώ οι πολυπληθέστεροι Αγγλικανοί δεν επέλεξαν να γίνουν υπήκοοι της Κυπριακής Δημοκρατίας.


Η ίδια η ύπαρξη ειδικών συνταγματικών διευθετήσεων για τις θρησκευτικές ομάδες είναι προφανώς κατάλοιπο της Τουρκοκρατίας και του θεσμού των μιλλετιών, γι’ αυτό άλλωστε και το Σύνταγμά μας θεωρείται ότι ανήκει στο σύστημα post-millet. Οι θρησκευτικές ομάδες δημιουργήθηκαν εφάπαξ, υπό την έννοια ότι ούτε μπορούν να καταργηθούν, αλλά ούτε και μπορούν να δημιουργηθούν νέες. Ο ίδιος ο καθορισμός τους (και η μετέπειτα ονοματοθεσία τους) είναι προβληματικός, αφού:
α) και οι Μαρωνίτες και οι Λατίνοι είναι Καθολικοί, οι μεν Ανατολικοί Καθολικοί και οι δε Ρωμαιοκαθολικοί. Προς τι η διάκρισή τους ως διαφορετικές θρησκευτικές ομάδες;
β) η συντριπτική πλειοψηφία των Αρμενίων είναι Αποστολικοί (Ορθόδοξοι), υπάρχουν όμως και λιγοστοί Καθολικοί και Ευαγγελικοί. Προς τι η ενοποίησή τους ως μία θρησκευτική ομάδα;
γ) το ανήκειν σε μία θρησκευτική ομάδα ουσιαστικά εξαρτάται από το κανονικό δίκαιο της οικείας Εκκλησίας τους· δηλαδή, ένας μη-κρατικός θεσμός αποφασίζει για μια κρατική διευθέτηση.
Σύμφωνα με το δημοψήφισμα που διενεργήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 1960, και οι τρεις (χριστιανικές) θρησκευτικές ομάδες επέλεξαν να ανήκουν στην ελληνοκυπριακή κοινότητα (όπως ήταν αναμενόμενο), κάτι το οποίο επηρέασε κάπως τις σχέσεις τους με τους Τουρκοκύπριους, που τις έβλεπαν ως προέκταση των ελληνοκυπριακών πολιτικών επιλογών· γι’ αυτό και είχαν όμοια ή και χειρότερη αντιμετώπιση κατά τις διακοινοτικές ταραχές (1963-1964) και τη βάρβαρη τουρκική εισβολή (1974). Μολονότι η υποχρέωση επιλογής μίας εκ των δύο κοινοτήτων φαίνεται άδικη, αυτό εξασφάλιζε πως τα μέλη των ομάδων αυτών θα απολάμβαναν τα ίδια οφέλη με τα άλλα μέλη της κοινότητάς τους, π.χ. εκλεξιμότητα για τη δημόσια υπηρεσία και τα δημόσια αξιώματα (Νόμος Περί Κύπρου 1960, Παράρτημα E). Αξίζει να αναφέρουμε ότι το Σύνταγμα, εκτός από την ομαδική επιλογή κοινότητας, δίνει και το δικαίωμα της διαφορετικής ατομικής επιλογής.


Το Άρθρο 110 § 3 αναγνωρίζει τη διοικητική αυτονομία των Εκκλησιών των θρησκευτικών ομάδων, όπως αυτή είχε καθιερωθεί με το φιρμάνι HattHümayun του 1856. Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο αυτό αναφέρεται ότι «η κάθε εκκλησία θρησκευτικής ομάδας, για την οποία ισχύουν οι διατάξεις της τρίτης παραγράφου του άρθρου 2, θα συνεχίσει να έχει από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Συντάγματος κάθε δικαίωμα σχετικό προς θρησκευτικά θέματα το οποίο ακριβώς έχει συμφώνως με τον ισχύοντα αμέσως πριν από την αναφερόμενη ημερομηνία νόμο της αποικίας της Κύπρου». Αντίστοιχες πρόνοιες υπάρχουν στις παραγράφους 1 και 2 του προαναφερόμενου άρθρου αναφορικά με την αυτοκέφαλη Ελληνορθόδοξη Εκκλησία και τα Ευλαβή Ιδρύματα Εβκάφ.

Στην απουσία μιας επίσημης θρησκείας, ισχύει ένα σύστημα ομοταξίας (co-ordination), όπου δεν υπάρχει μία επίσημη ή επικρατούσα θρησκεία, αλλά πέντε μεγαλύτερες με προνομιακό και ιδιόρρυθμο νομικό καθεστώς (αυτοκέφαλη Ελληνορθόδοξη Εκκλησία, Ευλαβή Ιδρύματα Εβκάφ, Αρμενική Αποστολική Ορθόδοξη Εκκλησία, Μαρωνιτική Καθολική Εκκλησία, Λατινική Καθολική Εκκλησία), χωρίς να προβαίνει σε διαφοροποιήσεις μεταξύ τους· όταν προκύπτουν θέματα κοινού ενδιαφέροντος, τα ενδιαφερόμενα μέρη (κράτος και Εκκλησία) συνδιαλέγονται ισότιμα μεταξύ τους.

Σύμφωνα με το Άρθρο 111, διατηρούνται οι αρμοδιότητες των τεσσάρων χριστιανικών Εκκλησιών αναφορικά με τα ζητήματα προσωπικού θεσμού (αρραβώνας, γάμος, διαζύγιο, οικογενειακές σχέσεις κτλ), «εξαιρουμένης της με δικαστική απόφαση νομιμοποίησης ή της υιοθεσίας», οι οποίες μάλιστα ρυθμίζονται από τα οικεία εκκλησιαστικά δικαστήρια. Με την πρώτη τροποποίηση του Συντάγματος (Νόμος 95/1989), η δικαιοδοσία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων μεταβιβάστηκε στα οικογενειακά δικαστήρια των θρησκευτικών ομάδων, τα οποία, σύμφωνα με το Νόμο 87(Ι)/1994, συγκροτούνται σε δίκες διαζυγίου από τρεις δικαστές. Ωστόσο, μόνο η Αρμενική Εκκλησία συμμετέχει στη σύνθεση των εν λόγω δικαστηρίων, αφού οι Μαρωνίτες και οι Λατίνοι δεν αναγνωρίζουν τη μεταβίβαση αυτής της δικαιοδοσίας.

Η εκπροσώπηση των θρησκευτικών ομάδων στα θέσμια της Δημοκρατίας καθορίζεται από το Άρθρο 109: «Κάθε θρησκευτική ομάδα, η οποία σύμφωνα με την τρίτη παράγραφο του άρθρου 2 επέλεξε τη μία κοινότητα, δικαιούται όπως αντιπροσωπεύεται στην Κοινοτική Συνέλευση της κοινότητας, την οποία η ομάδα επέλεξε, όπως ο κοινοτικός νόμος θα ορίσει, με μέλος ή μέλη της θρησκευτικής ομάδας που εκλέγονται από αυτήν». Έτσι, ένας Αρμένιος και ένας Λατίνος συμμετείχαν στα εκ Λευκωσίας μέλη της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης, ενώ στα εκ Κυρηνείας μέλη συμμετείχε ένας Μαρωνίτης (Αποικιακός Νόμος 6/1960 και Νόμος Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης 8/1960). Οι Κοινοτικές Συνελεύσεις δρούσαν ως ένα είδος Κάτω Βουλής, με αρμοδιότητα σε όλα τα θρησκευτικά, εκπαιδευτικά, μορφωτικά, διδακτικά και άλλα θέματα (Άρθρο 87). Είναι δε ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι ο Αποικιακός Νόμος 6/1960 έχει ημερομηνία 06/07/1960, δηλαδή προ του δημοψηφίσματος επιλογής της κοινότητας (13/11/1960).


Με την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από το συνεταιρισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας, την de facto κατάργηση της Τουρκικής Κοινοτικής Συνέλευσης (η οποία, ωστόσο, συνέχισε να συνεδριάζει στην κατεχόμενη Λευκωσία), και την αυτοδιάλυση της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης, αποφασίστηκε στις 25/03/1965 η μεταβίβαση των νομοθετικών εξουσιών της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης στη Βουλή των Αντιπροσώπων, και των εκτελεστικών της εξουσιών στο νεοσύστατο Υπουργείο Παιδείας, το Υπουργικό Συμβούλιο και αλλού (Νόμος 12/1965). Με βάση το άρθρο 10 του προαναφερόμενου Νόμου, οι Εκπρόσωποι των θρησκευτικών ομάδων θα συνέχιζαν να εκπροσωπούν την οικεία τους ομάδα αναφορικά με θέματα που υπάγονταν στην αρμοδιότητα της συνέλευσής τους, έχοντας το δικαίωμα να θέτουν τις απόψεις τους για ζητήματα που αφορούσαν τις ομάδες τους, και η Βουλή των Αντιπροσώπων θα ζητούσε την άποψή τους προτού νομοθετήσει επί θεμάτων που τις αφορούσαν· η μελλοντική εκπροσώπηση των θρησκευτικών ομάδων θα ρυθμιζόταν με ειδική νομοθεσία.

Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας
Η συνέχεια στο επόμενο τεύχος. Εκφράζω ευχαριστίες στους Αχιλλέα Αιμιλιανίδη και Δρ. Αντρανίκ Αστζιάν.

3 comments:

Αστρο - Συμμορίτες said...

Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση σε όλα τα επίπεδα!

rena said...

Καλή Ανάσταση και Καλό Πάσχα!
Το δωράκι που μου έστειλες μόλις το ανάρτησα.Μπορεί να αργώ αλλά δεν ξεχνώ ποτέ φιλιά!

thumbelina said...

Καλό Πάσχα καλέ μου φίλε, καλά να περάσεις, φιλιά πολλά!!!