Thursday, April 4, 2019

Ελευθερία, διά χειρός ΕΟΚΑ

Γράφει ο Γιάννος Χαραλαμπίδης
Την 1η Απριλίου του 1955 η ΕΟΚΑ αναλάμβανε να δράσει ενόπλως για να αποτινάξει τον βρετανικό ζυγό και να ενώσει την Κύπρο με την Ελλάδα. Σήμερα, εξήντα τέσσερα χρόνια μετά, ο Αγώνας εκείνος, το Έπος των Ελλήνων της Κύπρου, λογικό είναι να ιδωθεί μέσα από την ηθική, γεωπολιτική και γεωστρατηγική του διάσταση, καθώς και μέσω της Χάρτας του ΟΗΕ. Είναι, δε, ένα βασικό ερώτημα, το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί: Ήταν ορθός ή όχι ο στόχος της Ένωσης; Ήταν η ΕΟΚΑ τρομοκρατική οργάνωση, όπως οι Τούρκοι και οι Βρετανοί θέλουν να την παρουσιάζουν, ή υπηρέτησε ένα διαχρονικό σύστημα αρχών και αξιών που κυριαρχεί, ακόμη και στις μέρες μας, τόσο στα Ην. Έθνη όσο και στην Ε.Ε.;

Η νομιμοποίηση του αγώνα
Επί της ουσίας, λοιπόν. Από πού αντλεί ο αγώνας της ΕΟΚΑ τη νομιμοποίησή του; Απάντηση:
1. Από το δικαίωμα της Αυτοδιάθεσης των λαών (άρθρο 1 παράγραφος 2 του Χάρτη των Ην. Εθνών).

2. Από το Ενωτικό Δημοψήφισμα του '50, με το οποίο οι Έλληνες της Κύπρου αποφάσισαν ιδιογράφως να ενωθούν με την Ελλάδα.

3. Από το «Ουδέποτε» του Βρετανού Υπουργού Αποικιών, Χένρι Χόπκινσον· ότι, δηλαδή, η Βρετανία «ουδέποτε» θα αποδεχόταν την αυτοδιάθεση των Κυπρίων και την Ένωση με την Ελλάδα. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι Έλληνες της Κύπρου απαντούσαν με δημοκρατικό τρόπο στους Βρετανούς υπέρ της Ενώσεως. Οι Βρετανοί, από την πλευρά τους, εφόσον έκλειναν την πόρτα στην Ένωση, εξωθούσαν την κατάσταση στα άκρα και στην επιλογή του ένοπλου αγώνα, ειδικώς σε μια ιστορική περίοδο, η οποία χαρακτηριζόταν από ένοπλα αντιαποικιοκρατικά κινήματα. Υπάρχουν, δε, συναφή επί τούτου βρετανικά έγγραφα της δεκαετίας του '50, που αποδεικνύουν ότι το Λονδίνο δεν είχε πρόθεση να παραδώσει ειρηνικά την Κύπρο στην Ελλάδα. Τα έγγραφα αυτά καταρρίπτουν τον ισχυρισμό ότι, χωρίς τη δράση της ΕΟΚΑ, θα ήταν δυνατό να γίνει η Ένωση (βλέπε αυτούσια τα έγγραφα στο βιβλίο του γράφοντος, «Διπλωματικές Ίντριγκες»).

4. Από το αντιαποικιοκρατικό ρεύμα που επικρατούσε τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και του 1960 και στηριζόταν στις φιλελεύθερες αντιλήψεις, που υπερίσχυαν διεθνώς μετά τη νίκη των συμμάχων σε βάρος του φασισμού και του ναζισμού στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

5. Η ΕΟΚΑ πρέσβευε ένα απαράμιλλο σύστημα αρχών και αξιών, που στηριζόταν στην αγάπη προς την πατρίδα, στον Θεό και τον Χριστιανισμό και ό,τι αυτά πρεσβεύουν, όπως η ηθική, η αυταπάρνηση, η αλληλεγγύη, η αδελφοσύνη. Η ΕΟΚΑ πολεμούσε και υπερασπιζόταν τη δημοκρατία και τασσόταν εναντίον της τυραννίας. Αγωνιζόταν για την ελευθερία και δίδαξε την αυταπάρνηση και την αυτοθυσία. Την αγάπη για την Ελλάδα και τον στόχο: Την Ένωση, που ήταν έννοια συνταυτισμένη με την αυτοδιάθεση και την ελευθερία. Αυτό το σύστημα αρχών και αξιών είναι η σπονδυλική στήλη του ΟΗΕ και οι βασικές αρχές και αξίες επί των οποίων στηρίζεται σήμερα η Ε.Ε. και τα σύγχρονα δημοκρατικά συντάγματα. Αυτά τα στοιχεία ήταν που μετέτρεψαν τους δούλους σε επαναστάτες και όταν οι Βρετανοί τούς καταδίκαζαν εις θάνατον, τραγουδούσαν τον Ύμνον προς την Ελευθερία και γίνονταν άρχοντες της αγχόνης!

Ο στόχος της Ένωσης
Εκ των όσων έχουν αναφερθεί, μπορεί κάποιος, ομιλώντας από την πλευρά των Ελλήνων, να απαντήσει θετικά στο ερώτημα κατά πόσον ήταν ορθός ή όχι ο αγώνας της ΕΟΚΑ. Ήταν, λοιπόν, ο αγώνας ορθός ως προς τον χρόνο, λόγω και του διεθνούς περιβάλλοντος αλλά και ένεκα της εσωτερικής συνοχής και της καθολικής αποδοχής του στόχου, δηλαδή της Ένωσης, από την κοινωνία. Την εποχή εκείνη, αφενός η Βρετανική Αυτοκρατορία κατέρρεε, αφετέρου τις δεκαετίες του '50 και του '60 υπήρχε ένα επαναστατικό ρεύμα, που οδηγούσε τους λαούς σε εξεγέρσεις και εθνική αποκατάσταση. Βεβαίως, υπάρχει ένας ακόμη λόγος στρατηγικής σημασίας, ο οποίος αφορά στον σκοπό του αγώνα της ΕΟΚΑ.

Δηλαδή, στην Ένωση με την Ελλάδα. Εάν η Κύπρος ενωνόταν με την Ελλάδα, τότε το ελληνικό κράτος, διαρκούντος του Ψυχρού Πολέμου, θα μπορούσε να ασκεί σημαντικό κρατικό και εθνικό έλεγχο ή συνέλεγχο με τους λοιπούς συμμάχους του, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, από τα Βαλκάνια ώς τη Μέση Ανατολή. Συνεπώς, πληρούνται και το γεωπολιτικό και το γεωστρατηγικό κριτήριο, που είναι ιδιαιτέρως σημαντικές μεταβλητές για να καθορίσουν, εάν ένας στόχος είναι συναφής με την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων ή όχι.

Υπό αυτές τις συνθήκες, δηλαδή με την Ένωση:

1) Η Ελλάς θα διέθετε την επιχειρησιακή ευθύνη, ομού μετά των Δυτικών συμμάχων, καθώς και τη στρατηγική χρήση και εκμετάλλευση του ζωτικού, γεωστρατηγικού τριγώνου των νησιών Ρόδος - Κρήτη - Κύπρος, το οποίο σήμερα, λόγω του φυσικού αερίου, αποτελεί στρατηγικό κλειδί πλούτου και ισχύος για το ελληνικό έθνος.

2) Η Ελλάς θα ενίσχυε τη γεωστρατηγική της σημασία στον διεθνή διπλωματικό και γεωπολιτικό χώρο, καθιστώντας εαυτήν ως σημαντικότατο σύμμαχο των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και γενικότερα της Δύσης, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Πολύ πιο σημαντικό απ' ό,τι ήταν χωρίς την Κύπρο.

3) Θα περιοριζόταν η σημασία του γεωστρατηγικού ρόλου της Τουρκίας στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, ψυχροπολεμικά και μεταψυχροπολεμικά. Όμως, θα μπορούσε μέσα από μια συνεργασία Ελλάδας - Τουρκίας, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, ακόμη και της Βρετανίας, να ήταν η δυτική συμμαχία, ειδικώς την περίοδο εκείνη, δηλαδή του Ψυχρού Πολέμου, ακόμη πιο ενισχυμένη απ' ό,τι ήταν χωρίς την Ένωση.

4) Θα μειωνόταν η σημασία και ο ρόλος της παρουσίας της Βρετανίας, διότι με την Ένωση, εφόσον η Ελλάδα ήταν κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, τα συμφέροντα της Δύσης θα εξυπηρετούνταν μέσω των Ελλήνων στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Βεβαίως, η παραμονή των Βάσεων θα προέκυπτε αναπόφευκτα, για στρατηγικούς λόγους, ως αντάλλαγμα στην όποια λύση, καθώς και ως εξυπηρέτηση των αγγλικών και των ευρύτερων δυτικών ΝΑΤΟϊκών συμφερόντων. Και υπό αυτές τις συνθήκες θα μπορούσαν να ήταν τμήμα μιας οιονεί ελληνοβρετανικής επιχειρησιακής συνδιαχείρισης στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Ή θα μπορούσαν να είχαν οι Βάσεις μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα ημερομηνία λήξης. Ούτως ή άλλως, η μείωση του ρόλου των Βρετανών δεν θα ήταν ταπεινωτική, αλλά στο πλαίσιο ενός λογικού συμβιβασμού και ενός «win-win game».

5) Η ασφάλεια της Κύπρου θα ετίθετο υπό την ευθύνη του ελληνικού κράτους και του ΝΑΤΟ, εφόσον το νησί θα ήταν τμήμα τους. Ενδεχόμενη μελλοντική επίθεση από την Τουρκία θα σήμαινε ελληνοτουρκικό πόλεμο και ρήξη στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Δηλαδή, θα πλήττονταν τα αμερικανικά συμφέροντα. Ως εκ τούτου, θα ήταν αυξημένες οι πιθανότητες εφαρμογής του εξής σεναρίου: Οι ΗΠΑ θα λειτουργούσαν αποτρεπτικά έναντι μιας σύγκρουσης και της δημιουργίας συνθηκών πολιτικής αστάθειας.

Συνεπώς, η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα δεν είχε μόνο συναισθηματικό, αλλά και στρατηγικό χαρακτήρα, στη βάση της ψυχρής εξυπηρέτησης εθνικών συμφερόντων, όπως αυτά κατά την ψυχροπολεμική περίοδο ήταν ενταγμένα στη λογική του «power game». Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η κρίση των Κοκκίνων το καλοκαίρι του 1964, όταν στην Κύπρο βρισκόταν η Ελληνική Μεραρχία. Οι Αμερικανοί επενέβησαν για την αποτροπή ελληνοτουρκικής σύρραξης με «πέτρα του σκανδάλου» την Κύπρο και την απειλή της Τουρκίας να εισβάλει πριν από και μετά τους βομβαρδισμούς στην Τηλλυρία.

Τα εμπόδια και η Βρετανία
Βεβαίως, τα πλεονεκτήματα αυτά, που θα πρόσφερε η Ένωση στους Έλληνες, καθίσταντο, ταυτοχρόνως, εμπόδια στην εκπλήρωση του σκοπού τους. Γιατί; Διότι:

α) Η Βρετανία δεν ήταν μόνο σύμμαχος με την Ελλάδα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Θεωρούσε ότι ήταν και η «μεγάλη αδερφή», που την «ξελάσπωσε», κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, από τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Τότε, η Βρετανία δεν είχε απλώς αυτοκρατορική συνείδηση, αλλά ασκούσε, ταυτοχρόνως -παρότι παρακμάζουσα- αυτοκρατορική πολιτική. Ερώτημα, λοιπόν: Γιατί η Αγγλία να ήθελε να δει την Ελλάδα να της αρπάζει μέσα από τα χέρια έναν ρόλο ή τμήμα αυτού του ρόλου, τον οποίο διατηρούσε, ειδικώς στην ψυχροπολεμική περίοδο, ως περιφερειακής και παγκόσμιας εμβέλειας δύναμη, αναγκαία για τις ΗΠΑ στον αγώνα ενάντια στο κομμουνιστικό μπλοκ;

β) Η Τουρκία θεωρούσε ότι, εάν η Ελλάδα ήλεγχε την Κύπρο, τότε θα απειλείτο στο μαλακό της υπογάστριο. Υποστήριζε και συνεχίζει να υποστηρίζει ότι θα τελούσε όμηρος μιας γεωστρατηγικής λαβίδας, που θα ξεκινούσε από τη Θράκη και, διαμέσου του Αιγαίου, θα κατέληγε στην Κύπρο. Ήταν σημαντική σύμμαχος της Δύσης και δη των ΗΠΑ και θα ζητούσε, εάν θεωρούσε ως αναπόφευκτη λύση την Ένωση, ανταλλάγματα, όπως συνέβη την περίοδο '63-'67. Ταυτοχρόνως, όμως, όπως παραδέχεται ο Νιχάτ Ερίμ, όταν άρχιζε ο αγώνας της ΕΟΚΑ, η Τουρκία δεν είχε επί του Κυπριακού πολιτική και στρατηγική, η οποία οργανώθηκε σε δύο επίπεδα. Με την «Τριμερή» (Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία) τον Σεπτέμβριο του 1955, με την οποία η Άγκυρα μπαίνει στο παιχνίδι του Κυπριακού, παρότι είχε αποποιηθεί κάθε δικαίωμα επί της Κύπρου σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923. Ταυτοχρόνως, η Βρετανία έθετε σε εφαρμογή τη στρατηγική της διχοτόμησης της Κύπρου στη βάση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας από το 1956.
Το λάθος της ανθενωτικής πολιτικής
Το γεωστρατηγικό παιχνίδι, όπως είχε αρχίσει και εξελισσόταν, με τον αγώνα της ΕΟΚΑ θα το κέρδιζε εκείνος που θα είχε την πιο σταθερή στρατηγική, θα έπραττε τα λιγότερα λάθη και θα ήταν έτοιμος να εκμεταλλευτεί τις συγκυρίες. Πάντως, ο στόχος της Ένωσης είχε μετατραπεί σε μιαν ακρωτηριασμένη ανεξαρτησία, όχι γιατί ήταν λανθασμένος, αλλά λόγω έλλειψης στρατηγικής από τις πολιτικές ηγεσίες Αθηνών και Λευκωσίας.

Εκείνο που έλειπε από την ελληνική πλευρά δεν ήταν η ανδρεία στο πεδίο της μάχης, αλλά η ικανότητα και η θέληση της πολιτικής ηγεσίας να υπηρετήσει έναν τόσο υψηλό στόχο αρχών και συμφερόντων. Η αλλαγή του στόχου, δηλαδή από την Ένωση στην ανεξαρτησία, χωρίς τη λήψη κοινής στρατηγικής απόφασης από τους αρχηγούς του αγώνα και την Ελλάδα, και κυρίως χωρίς την εκ των προτέρων ενημέρωση του στρατιωτικού αρχηγού, αποτελούσε σφάλμα, το οποίο ο Ελληνισμός πλήρωσε ακριβά, χωρίς να αποδίδουμε στον οποιονδήποτε δόλιες προθέσεις. Απλώς εκείνο που ελέγχουμε είναι τη στρατηγική και τη γεωπολιτική διάσταση. Η Ζυρίχη ήταν ένας συμβιβασμός συμφερόντων, στο πλαίσιο του οποίου οι Έλληνες της Κύπρου αισθάνονταν ότι αδικούνταν, καθώς και ότι γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά ήταν όμηροι της Τουρκίας. Ο στόχος παρέμενε ανεκπλήρωτος.

Οι Βρετανοί, πάντως, επιδίωξαν να ταυτίσουν τα δικά τους και τα τουρκικά εθνικά συμφέροντα με το αμερικανικά και τα ΝΑΤΟϊκά. Και αυτό συνέβη για να δικαιολογηθεί η δική τους στρατηγική και τα δικά τους εθνικά συμφέροντα και η ανθενωτική τους πολιτική, η οποία θεμελιώθηκε επί της δημιουργίας ενός κράτους υπό την κηδεμονία της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Βρετανίας. Ενός κράτους που είχε τέτοιες αντιδημοκρατικές δομές, που θα το οδηγούσαν σε κατάρρευση και όχι σε λειτουργία.

Τελικώς, η ανθενωτική πολιτική αποδείχθηκε αντίθετη με τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ και μέγα στρατηγικό σφάλμα, αφού το Κυπριακό και το κράτος υπό κηδεμονία, που δημιούργησαν οι Βρετανοί με τους Τούρκους, στο πλαίσιο ενός ελληνικού συμβιβασμού, δημιούργησε μια πραγματική βόμβα στα θεμέλια της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ τις δεκαετίες του '60 και του '70, ακόμη και αργότερα. Εάν οι Βρετανοί συναινούσαν στην Ένωση κατά τη δεκαετία του '60, όταν οι Τούρκοι δεν είχαν καν στρατηγική ούτε καν διεκδικήσεις στο Κυπριακό, η τύχη της περιοχής μας θα ήταν διαφορετική. Και προφανώς οι Βρετανοί και οι ΗΠΑ θα είχαν εξίσου σημαντικό ρόλο, ακόμη και πιο ισχυρό και ήρεμο, απ' ό,τι σήμερα.

Απόδειξη της λανθασμένης ανθενωτικής πολιτικής και της αλλαγής πλεύσης προς την ανεξαρτησία αποτελούν τρία, μεταξύ άλλων, ιστορικά γεγονότα:

1. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός Μακμίλαν παραδέχεται ότι η ΕΟΚΑ τού προκαλούσε τέτοιο κόστος διεθνώς και εσωτερικά, κατά τρόπον ώστε, εάν δεν εξευρίσκετο λύση, θα ήταν δυνατό, όπως έγραψε ο στενός συνεργάτης του Εθνάρχη Μακαρίου, Μιλτιάδης Χριστοδούλου, να χάσει τις εκλογές από τους αντιπάλους του, δηλαδή τους Εργατικούς, οι οποίοι ήταν έτοιμοι, εάν έρχονταν στην εξουσία, να συζητήσουν εναλλακτικές επιλογές, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης.

2. Οι Αμερικανοί επανήλθαν το 1964 και πήραν τα διπλωματικά σκήπτρα από τους Βρετανούς για να εισηγηθούν μια μορφή Ένωσης, στο πλαίσιο των σχεδίων Άτσεσον.

3. Σήμερα, Κύπριοι και Ελλαδίτες ευρωβουλευτές μαζί με άλλους Ευρωπαίους κάθονται στα ίδια έδρανα στην Ε.Ε., όπως και σε επίπεδο Συμβουλίου για να υπερασπιστούν τις δημοκρατικές αρχές και αξίες και την ελευθερία των λαών. Αυτές τις αρχές και αξίες υπέγραψαν με το αίμα τους οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Εάν διαβάσει κάποιος τα χειρόγραφα του Κυριάκου Μάτση, θα διαπιστώσει το όραμα των αρχών και των αξιών της Ε.Ε. από τότε, το οποίο υπέγραψε με τη ζωή του.
Διαχρονική ορθότητα και γεωπολιτική
Η διαχρονική ορθότητα της σύζευξης του γεωπολιτικού χώρου Κύπρου - Ελλάδας διαπιστώνεται και μέσα από την αποχώρηση της Ελληνικής Μεραρχίας, που σηματοδότησε την αντίστροφη μέτρηση της Κύπρου. Και αυτό διότι με τη Μεραρχία στην Κύπρο υπήρχε καθεστώς οιονεί Ενώσεως ολόκληρου του νησιού. Εν συνεχεία η Κύπρος έμεινε αθωράκιστη και, μετά την εισβολή, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αντιληφθεί ό,τι και ο πατέρας του, Γεώργιος, στα μέσα της δεκαετίας του '60, και ομού μετά του Γλαύκου Κληρίδη έφτιαξαν το 1993 το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου, στη λογική της γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής σύζευξης του εθνικού χώρου, που τίναξε, όμως, στον αέρα ο Κώστας Σημίτης, με την ανοχή της Λευκωσίας, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η Κύπρος θα εντασσόταν στην Ε.Ε.

Ποια, όμως, Κύπρος θα εντασσόταν; Όχι βεβαίως η Κυπριακή Δημοκρατία, δηλαδή μια ενιαία πολιτεία, αλλά τα δύο συνιστώντα κράτη του σχεδίου Ανάν, όπως τα δημιούργησε η εισβολή, στο πλαίσιο μιας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Δηλαδή, παραλίγο να είχαμε ανατροπή της ιστορίας, αφού ο άλλοτε ουτοπικός στρατηγικός, διχοτομικός, στόχος της ομοσπονδίας εμφανίστηκε και εμφανίζεται ως ο μοναδικός εφικτός στόχος. Και αυτό παρότι στο Κραν Μοντανά αποδείχθηκε ανέφικτος, ο οποίος για να καταστεί εφικτός θα πρέπει να γίνουν δεκτές οι τουρκικές θέσεις. Οπότε η ομοσπονδία θα είναι το όχημα μεταφοράς στην τουρκοποίηση. Ουδεμία σχέση με το σύστημα αρχών και αξιών που υπηρέτησε η ΕΟΚΑ και οι ήρωες.

Η ιστορία κάνει νέους κύκλους και σήμερα, με αφορμή το φυσικό αέριο και τη σύγκλιση συμφερόντων, εμφανίζεται μια νέα ευκαιρία για τη σύζευξη του γεωστρατηγικού και γεωπολιτικού χώρου από τα Βαλκάνια ώς τη Μέση Ανατολή, στη βάση μιας συμμαχίας Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ με προέκταση προς την Ιταλία και τη λοιπή Ευρώπη. Μια συμμαχία που θα επιτρέπει την ασφαλή εκμετάλλευση του φυσικού αερίου και θα αποτρέπει την τουρκική απειλή, ενώ ταυτοχρόνως θα ανατρέπει τον τουρκικό σχεδιασμό που θέλει τη διχοτόμηση του Αιγαίου και τη διάσπαση της σύζευξης του ελληνικού χώρου, έτσι ώστε να καταστεί η περιοχή από τη Μαρμαρίδα ώς την Αλεξανδρέττα τουρκική λίμνη.

Μια τέτοια στρατηγική εξέλιξη μπορεί να νομιμοποιηθεί μέσω του τουρκικού και βρετανικού στόχου της ομοσπονδίας. Το ερώτημα, μετά από εξήντα τέσσερα χρόνια, είναι εάν θα υπογράψουμε τη λύση ομοσπονδίας, που ήταν ο βρετανοτουρκικός στόχος, ανατρέποντας την ιστορία και βοηθώντας στην υλοποίηση της αναθεωρητικής αυτοκρατορικής τουρκικής στρατηγικής ή εάν θα υιοθετήσουμε την εναλλακτική στρατηγική των συμμαχιών και τη σύζευξη των γεωπολιτικών χώρων για να σωθεί ο Ελληνισμός, να εξουδετερωθεί η τουρκική απειλή και να δημιουργηθούν συνθήκες ώστε να εγκαθιδρυθεί ένα πολιτειακό σύστημα στη βάση των αρχών και των αξιών του σύγχρονου κόσμου, τις οποίες υπέγραψε με τις θυσίες της και το αίμα της η ΕΟΚΑ, και όχι μια λύση προκύπτουσα από τους κανόνες των τουρκικών όπλων.

Στα όπλα του κατακτητή η ΕΟΚΑ ποτέ δεν υπέκυψε. Ποτέ δεν υποκλίθηκε. Διά της δικής της χειρός υπεγράφη η ελευθερία. Γι' αυτό κι εμείς, αλλά και κάθε πολιτισμένος λαός, υποκλινόμαστε, ηθικά και πολιτικά, στο μεγαλείο της! 


Στους άρχοντες των πεδίων των μαχών και της αγχόνης. Η ΕΟΚΑ δεν αποτελείτο από μικροπολιτικούς φεουδάρχες, αλλά ήταν ένα απελευθερωτικό κίνημα έντιμων πολεμιστών της ελευθερίας και της δημοκρατίας, που αξίζουν τον σεβασμό μας.
Στην πράξη και όχι στα λόγια.
Γιάννος Χαραλαμπίδης 

Δρ Διεθνών Σχέσεων

Πηγή: SigmaLive 1.4.2019 

Tuesday, April 2, 2019

Τα Ελληνοτουρκικά

Του Στέφανου Κωνσταντινίδη*
Με αφορμή την επίσκεψη του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Κατρούγκαλου στην Αττάλεια και τις συνομιλίες του με τον Τούρκο ομόλογό του Μεβλούτ Τσαβούσογλου, αλλά κυρίως με τις δηλώσεις του για τα δικαιώματα της Τουρκίας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, θα πρέπει να σημειωθεί η διπλωματική αδεξιότητα με την οποία έθεσε το θέμα. Δεν ήταν δουλειά του να μιλήσει για τα δικαιώματα της Τουρκίας, που ούτως ή άλλως κανένας δεν τα αμφισβητεί από ελληνικής πλευράς εφόσον οριστούν με βάση το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και τις διεθνείς συνθήκες, αλλά να υπερασπιστεί τα δίκαια και τα δικαιώματα της δικής του χώρας που καθημερινά αμφισβητούνται από την Άγκυρα. Αποστολή του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών είναι να προασπίζει τα εθνικά συμφέροντα με όρους διεθνούς δικαίου και εθνικής αξιοπρέπειας.

Επί της ουσίας όμως, αυτή υπήρξε η πολιτική όλων των μεταπολιτευτικών Κυβερνήσεων, με εξαίρεση κάποιες αναλαμπές του Ανδρέα Παπανδρέου. Πολιτική κατευνασμού και «εξημέρωσης», τάχατες, του «θηρίου». Επί Σημίτη ξεκίνησε η γκριζοποίηση του Αιγαίου με τη συμφωνία της Μαδρίτης που υπέγραψε με τον Τούρκο Πρωθυπουργό Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, τον Ιούλιο του1997, μετά το φιάσκο των Ιμίων. Επί πρωθυπουργίας Σημίτη οι συνομιλίες ανάμεσα στις δύο χώρες έφτασαν πολύ κοντά σε μια συμφωνία για το Αιγαίο, ενώ παράλληλα υπήρχαν και σκέψεις προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Ο Κωστής Στεφανόπουλος, Πρόεδρος της Δημοκρατίας τότε, πίεζε προς αυτή την κατεύθυνση. Ο Σημίτης απλώς δεν τόλμησε να προχωρήσει, έχοντας και το προηγούμενο των Ιμίων.

Επί διακυβέρνησης ΝΔ-Κώστα Καραμανλή, με ΥΠΕΞ τον Πέτρο Μολυβιάτη, υπήρξε μια σχετική επιφύλαξη στην πολιτική που ακολουθήθηκε επί Σημίτη. Όταν όμως ανέλαβε η Ντόρα Μπακογιάννη ως υπουργός Εξωτερικών, επανέφερε ουσιαστικά την πολιτική Σημίτη. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τουρκικές εφημερίδες της εποχής εκείνης εξέφρασαν την αγαλλίασή τους για την ανάληψη του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών από μέρους της και έγραψαν ότι επρόκειτο για τον «θηλυκό Γιώργο» σε αναφορά στον Γιώργο Παπανδρέου.

Όσον αφορά στην προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, η ελληνική πλευρά είχε τον φόβο ότι ενδεχομένως να μην έδινε στο μικρό ελληνικό νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελόριζου πλήρη υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ λόγω του μεγάλου χερσαίου όγκου της Τουρκίας. Ενδεχομένως να οριοθετούσε συνδυάζοντας την αρχή της μέσης γραμμής με την αρχή της αναλογικότητας. Η ελληνική πλευρά στην πραγματικότητα είχε τον φόβο ότι η ίδια αρχή θα εφαρμοζόταν και σε άλλες περιοχές του Αιγαίου. Αλλά ακόμη και κάτι τέτοιο θα ήταν υπέρ της Ελλάδας, δεδομένου ότι η Τουρκία αρνείται ότι τα ελληνικά νησιά διαθέτουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Στο παρελθόν, πολλοί της ελληνικής πολιτικής ελίτ έσπρωχναν προς το Διεθνές Δικαστήριο, διότι έτσι δεν θα είχαν να αναλάβουν την πολιτική ευθύνη μιας συμφωνίας με την Τουρκία. Η Τουρκία που στην αρχή ευνοούσε προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, άλλαξε στη συνέχεια γνώμη διότι αντελήφθη ότι θα κέρδιζε πολύ περισσότερα από έναν πολιτικό συμβιβασμό λόγω της ελληνικής υποχωρητικότητας.

Βεβαίως των δηλώσεων Κατρούγκαλου, είχαν προηγηθεί δηλώσεις του Κοτζιά που με πολύ πιο προσεκτικό και θολό τρόπο έστρωνε το χαλί για διαπραγμάτευση με την Τουρκία, αναγνωρίζοντάς της δικαιώματα στην περιοχή του Καστελόριζου. Δεν αμφισβητεί κανένας ότι σε κάποιο στάδιο θα αναγνωριστεί στην Τουρκία ό,τι δικαιούται με βάση το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και τις διεθνείς συνθήκες. Το ερώτημα είναι γιατί η ελληνική πλευρά να προτρέχει και να προσπαθεί να την κατευνάσει, τη στιγμή που η ίδια τεντώνει καθημερινά το σχοινί στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και παρουσιάζεται απειλητική απέναντι στην ελληνική και την κυπριακή κυριαρχία. Η συνεχής υποχωρητικότητα της Αθήνας εκτρέφει την τουρκική αδιαλλαξία. Να ειπωθεί πάντως ότι ο Κοτζιάς στις αναφορές του εξαίρεσε ρητά την κυπριακή ΑΟΖ, την οποία δεν συνέδεσε με τις αναφορές του στο Καστελόριζο.

Η ελληνική πολιτική ελίτ, με κάποιες εξαιρέσεις, θέλει να κάνει το μεγάλο βήμα των παραχωρήσεων προς την Τουρκία. Το ίδιο επιθυμούν και στην Κύπρο ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ. Με τις διαχρονικές όμως υποχωρήσεις τόσο στο Αιγαίο όσο και στο Κυπριακό, άνοιξε η όρεξη της Τουρκίας που στο τέλος τα θέλει όλα! Αυτό παθαίνουν όσοι διαπραγματεύονται χωρίς περίσκεψη, υποχωρώντας συνεχώς, με την ελπίδα να φτάσουν σε κάποιο συμβιβασμό με την Άγκυρα.

Υπήρχε επίσης πάντα στην Αθήνα η πάγια θέση μιας μερίδας της πολιτικής ελίτ και του οικονομικού κατεστημένου για συνδιαχείριση-συνεκμετάλλευση του πλούτου στο Αιγαίο. Να αγνοηθεί εν ολίγοις το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και η γεωπολιτική σημασία του Αιγαίου και να γίνει συνεταίρος η Τουρκία πολύ πέραν αυτών που δικαιούται, εξασφαλίζοντας, υποτίθεται, την ειρήνη στην περιοχή. Αυτή τη θέση, αλλά μόνο για την περιοχή του Καστελόριζου, φαίνεται να ασπάζεται και η Κυβέρνηση Τσίπρα. Κάτι παρόμοιο ακούεται και υποστηρίζεται από καιρό και στη Λευκωσία για την κυπριακή ΑΟΖ. Αυτές οι θέσεις προωθούνταν ανέκαθεν από τους Αμερικανούς, τους Βρετανούς και το ΝΑΤΟ. Αποδοχή τους όμως σημαίνει μετατροπή της Ελλάδας σε δορυφόρο της Άγκυρας υπό την υψηλή αμερικανο-ΝΑΤΟϊκή εποπτεία και τουρκική επικυριαρχία επί της Κύπρου.


Σε κάθε περίπτωση, ο Τσίπρας δεν έχει πια τον χρόνο να διαπραγματευτεί οτιδήποτε. Αλλά ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αν θα είναι ο επόμενος Πρωθυπουργός, και αν δεν υπάρξει λαϊκή αντίδραση, θα αποδειχτεί χειρότερος! Και για το Αιγαίο αλλά και για την Κύπρο.

Στέφανος Κωνσταντινίδης*

*Πανεπιστημιακός, διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά-ΚΕΕΚ και μέχρι πρόσφατα επιστημονικός συνεργάτης του ΕΔΙΑΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.
Facebook
stephanos.constantinides@gmail.com

Είναι καιρός η Βρετανία να αναγνωρίσει τον αγώνα της ΕΟΚΑ

Του δημοσιογράφου Κώστα Βενιζέλου
Ένας εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας, μια επανάσταση, που έχει τη στήριξη του λαού, είναι προικισμένος με όλα τα εχέγγυα επιτυχίας. Υπάρχουν, όμως, πάντα διάφοροι παράγοντες που επηρεάζουν την πορεία του αγώνα. Με την απόσταση του χρόνου και την άνεση των αναλύσεων, της αξιολόγησης των δεδομένων και των ιστορικών συγκυριών, κρίνεται σήμερα ο αγώνας της ΕΟΚΑ. 

Το μεγαλείο εκείνου του αγώνα σαφώς και δεν αμφισβητείται. Ήταν η μεγάλη αναμέτρηση ενός υπό κατοχή λαού με την αποικιοκρατική δύναμη. Η Βρετανία δεν ήθελε να χάσει την Κύπρο λόγω της στρατηγικής - γεωγραφικής της θέσης και πολέμησε για να διατηρήσει την κατοχή. Κι όταν ακόμη η πορεία των εξελίξεων, η πίεση που αισθανόταν από τον αγώνα, τον λαό, αναγκάσθηκε να οδηγήσει τις συζητήσεις σε ένα «συμβιβασμό», προσπάθησε να διατηρήσει τα «κεκτημένα» της και μετά την ανεξαρτησία.

Ποτέ δεν πίστεψε πως θα μπορούσε να μην ελέγχει την Κύπρο η Βρετανία.

Γι' αυτό και μετά την ανεξαρτησία, υπονόμευε το Κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας, επιστρατεύοντας το αγγλικής πατέντας δόγμα του διαίρει και βασίλευε.

Δεν ξεπεράσθηκε εκείνη η σύγκρουση την περίοδο του αγώνα;

Συντηρείται η καχυποψία και η έλλειψη εμπιστοσύνης;

Και τα δυο ισχύουν. Και γι' αυτό και έχουν περισσότερη ευθύνη οι Βρετανοί. Με τη συμπεριφορά τους συντηρούν αυτό το κλίμα.

Εάν στο Λονδίνο μελετούσαν τις σχέσεις της Γερμανίας με χώρες του άξονα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, θα μπορούσαν να συμπεριφέρονταν διαφορετικά. Εάν και εφόσον το ήθελαν.

Για να ξεπερασθούν συγκρούσεις, το πολεμικό κλίμα πρέπει να γίνουν εκατέρωθεν κινήσεις. Όταν για παράδειγμα, Γαλλία και Γερμανία διατηρούν στενές σχέσεις σήμερα, οι ηγέτες τους ανταλλάσουν επισκέψεις, ίδρυσαν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες λίγα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, αυτό σημαίνει πως απαρνιούνται την ιστορική αλήθεια; Αντίθετα, την αναγνωρίζουν.

Εάν το Λονδίνο ήθελε να κλείσει εκείνο το κεφάλαιο, της αποικιοκρατίας, της σύγκρουσης, θα έπρεπε και πρέπει να αναγνωρίσει τον αγώνα της ΕΟΚΑ, ως μια επανάσταση για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Θα έπρεπε ο Βρετανός πρέσβης, ο εκάστοτε, να επισκεφθεί και να επισκέπτεται κάθε χρόνο τα φυλακισμένα μνήματα για να καταθέσει στεφάνι στους απαγχονισθέντες. Θα είναι μια τιμή σε αγωνιστές της ελευθερίας και μια απολογία της χώρας του για τον απαγχονισμό τους. Για να κλείσει εκείνος ο κύκλος, χωρίς όμως λήθη.

Για τους Έλληνες της Κύπρου, η αποικιοκρατία έχει μερικώς τελειώσει με την ανεξαρτησία. Εκείνος ο αγώνας για αποτίναξη της βρετανικής κατοχής δεν έφθασε στον στόχο του, που ήταν η Ένωση με την Ελλάδα. Ένας στόχος, ο οποίος ήταν ένα παλλαϊκό αίτημα. Κατέληξε σε μια κολοβωμένη ανεξαρτησία, με πολλά βαρίδια και εξαρτήσεις. Το Κράτος είχε προβλήματα, μπήκε νωρίς σε περιπέτειες, λόγω ακριβώς των στρεβλώσεων που υιοθετήθηκαν.

Παραμένει, ωστόσο, η Κυπριακή Δημοκρατία το βασικό όχημα επιβίωσής μας και διεθνούς παρουσίας μας. Και αυτό το Κράτος είναι αποτέλεσμα του αγώνα, ανεξαρτήτως εάν κάποιοι ισχυρίζονται ότι και χωρίς την επανάσταση θα κερδίζαμε ανεξαρτησία. Αυτός ο ισχυρισμός δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ιστορικά και πολιτικά. Από πολύ νωρίς οι Βρετανοί είχαν κάνει ασκήσεις επί χάρτου για διχοτόμηση του νησιού και ενθάρρυναν τότε και την τουρκοκυπριακή ελίτ να διεκδικήσει αυτή τη λύση. Αυτά υπάρχουν σε αποχαρακτηρισμένα έγγραφα του Φόρεϊν Όφις.

Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ, η παλλαϊκή κινητοποίηση του λαού κατά της αποικιοκρατικής, κατοχικής δύναμης αποτελεί σημαντική ιστορική προίκα για τον Ελληνισμό στην Κύπρο. Εκείνος ο αγώνας δεν δικαιώθηκε. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι απέτυχε ή πως λάθος διεξήχθη.
Κώστας Βενιζέλος

Πηγή: Εφημερίδα "Ο Φιλελεύθερος" 1.4.2019, Philenews  
Του Κώστα Ν. Χατζηκωστή
«Δεν υπάρχει κείμενο περισσότερο άξιο να μελετηθεί λεπτομερώς από τους λόγους του Χίτλερ». Αυτά φώναζε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ για χρόνια, πριν από την έναρξη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι απειλητικοί λόγοι του Χίτλερ έφθαναν στο Λονδίνο καθαροί και επαναλαμβανόμενοι… Αλλά η φωνή του Τσώρτσιλ δεν ακουόταν. Τον ίδιο επεκτατισμό του Γ΄ Ράιχ εκπέμπουν τις τελευταίες δεκαετίες σε βάρος της Μάνας και της Κόρης (Ελλάδος και Κύπρου) οι Τούρκοι ηγέτες. Όλοι ανεξαιρέτως οι Τούρκοι ηγέτες. Δεξιοί, αριστεροί και αριστεροδεξιοί. Οι λόγοι τους, όμως, οι απειλές τους, δεν εμελετώντο. Και χλευάζονταν ως «ρομαντικοί» και «ακραίοι».

Οι Τούρκοι πάντοτε απεκάλυπταν και προανήγγελλαν τα Επεκτατικά τους Σχέδια. Οι Έλληνες (όπως και σήμερα) πάντοτε τα αντιμετώπιζαν είτε με πολιτικό σαρκασμό είτε με αφέλεια. Τους παρουσίαζαν ως παλιάτσους μιας ρητορικής επεκτατικής πολιτικής, η οποία ήταν εκτός πραγματικότητας. Η αφυπνιστική δύναμη έμπρακτης απόδειξης της υλοποίησης των τουρκικών απειλών, όπως προαναγγέλλονταν, υπήρξε η Εισβολή και Κατάκτηση της μισής περίπου Κύπρου το 1974. Και, όμως, ούτε αυτή η Εθνική Τραγωδία φρονημάτισε…
Έλεγε, απειλούσε, κατονόμαζε η Τουρκία, αλλά Ελλάδα και Κύπρος χαμογελούσαν ειρωνικά. Δεν ξυπνούσαν. Ούτε σήμερα ξυπνούν… Την τότε ύστατη τουρκική τελεσιγραφική απειλή ο Γεώργιος Μαύρος (Υπουργός τότε Εξωτερικών της Ελλάδος) αντιμετώπιζε με το τραγικά γνωστό ηρωϊκό «η Ελλάς, μεταξύ ταπείνωσης και πολέμου, θα επιλέξει τον πόλεμο». Όταν ερπύστριες των Τούρκων κινήθηκαν στην Κύπρο με την έναρξη της δεύτερης Εισβολής,  Μαύρος και… Εθνάρχης Καραμανλής είχαν και τον πόλεμο και την ταπείνωση. Είχαν τον πόλεμο και την καταστροφή της Κύπρου. Είχαν την ταπείνωση και τον εξευτελισμό της Ελλάδος.     
Όπως τότε έτσι και σήμερα, οι Έλληνες πολιτικοί ηγέτες κρίνουν ότι οι φραστικές προαναγγελίες της τουρκικής επεκτατικής πολιτικής είναι μπλόφες. Είναι (όπως συνηθίζουν να λέγουν) ρητορικές, που καλύπτουν εσωτερικά τουρκικά προβλήματα. Τι έχει, όμως, πέραν πάσης αμφιβολίας, αποδειχθεί στην πράξη; Έχει αποδειχθεί ότι οι Τούρκοι πραγματοποιούν αυτά που ανακοινώνουν. Επιβεβαιώνουν εμπράκτως τα όσα αναγγέλλουν. Αθήνα και Λευκωσία στη σχετική ενδημική τους ΑΥΤΑΠΑΤΗ, με την κωμικοτραγική πολιτική του Κατευνασμού αποκοιμούνται βολευόμενοι. Ο μόνος τρόπος αποτροπής της τουρκικής βουλιμίας, ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος ματαίωσής της, είναι η ΔΥΝΑΜΗ. Όχι οι συνεχείς υποχωρήσεις…     
Εδώ και 45 χρόνια η Τουρκία χωνεύει όσα πήρε στην Κύπρο. Τώρα ξεκαθαρίζει ότι η «Γαλάζια Πατρίδα», δηλαδή η Τουρκία της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου, είναι χαρτογραφημένο γεγονός και, μάλιστα, βάσει του… Διεθνούς Δικαίου! Είναι «τουρκικά δικαιώματα», τα οποία απειλούν ότι θα επιβάλουν διά της βίας. Και Ελλάς και Κύπρος πώς αντιδρούν; Οι δικοί μας ηγέτες με μοιραία κατευναστική συμπεριφορά προσπαθούν να αμβλύνουν την τουρκική επεκτατική βουλιμία. Και πώς το επιδιώκουν; Έφτασαν ακόμα και στο σημείο να αποφεύγουν συνειδητά να μιλούν για Τουρκική Εισβολή και Κατοχή στην Κύπρο, για να μην εκνευρίζουν και ερεθίζουν την Τουρκία!     
Αλλά η Τουρκία σχεδιάζει χρόνια πριν εξαγγείλει. Προγραμματίζει χρόνια πριν υλοποιήσει τις εξαγγελίες της. Είναι δραματικά πληθωρικές οι εμπειρίες των Ελλήνων. Είναι εμπειρίες γραμμένες με το αίμα χιλιάδων Ελλήνων. Από τη Σμύρνη του 1922, στην Κύπρο του 1974. Και τότε και σήμερα η Μάνα θυσίασε, λόγω… αποστάσεως, τις κόρες της. Οι τραγικές αυτές εμπειρίες δεν έπρεπε να επιτρέπουν πρόσθετες αυταπάτες, εφησυχασμούς και ερασιτεχνισμούς. Από αυτά δεν καταλαβαίνει η Τουρκία…      
Τι να πει και τι να αναφέρει κανείς για την αυριανή Εθνική Επέτειο; Ντρέπεται ο κάθε ταπεινωμένος και κατακτημένος Έλληνας για το κατάντημά μας. Οι τότε Έλληνες πολέμησαν και πέτυχαν. Πρότυπα αποφασιστικότητας και θυσίας. Χωρίς όπλα, χωρίς χρήματα, χωρίς οργάνωση, χωρίς πείρα, χωρίς φίλους. Είχαν μόνο την ΠΥΡΑ της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. Είχαν τη Φλόγα της επιτυχίας. Το όραμα «μιας ώρας ελεύθερης ζωής». Τη θέληση να νικήσουν. Δεν ξεκίνησαν με σύνδρομα ήττας και υποταγής. Δεν ζήτησαν συμβιβασμούς και «έξυπνες» φόρμουλες υποταγής και παράδοσής τους.     
Πώς μας κοιτάζουν σήμερα ο πυρίκαυστος Αυξεντίου, ο απαγχονισμένος Παλληκαρίδης, οι δεκάδες των πεσόντων αγωνιστών της  Ελευθερίας; Όλοι εκείνοι οι ωραίοι Έλληνες, που πολέμησαν για την Ελευθερία της πατρίδας τους με πρότυπό τους τούς αγωνιστές του 1821; Πώς μας κοιτάζουν σήμερα μέσα από τους τάφους τους, μέσα από τα Ιερά Χώματα που τους σκεπάζουν; Δακρύζουν για τις ντροπές που οι Έλληνες δέχονται, ανέχονται και που είναι έτοιμοι να βαφτίσουν εθνική επιτυχία την παράδοση των εδαφών, των Ιερών και των Οσίων τους στον Τούρκο Κατακτητή.  Ο αγώνας του 1821 και η 25η Μαρτίου δεν ήταν φρόνηση και σύνεση. Ήταν τόλμη, βούληση και αποφασιστικότης. ΔΥΝΑΜΗ. Σήμερα υπάρχει μόνο ο «αγώνας», η «αγωνία», ο «ρεαλισμός» και η «σύνεση» της υποταγής.
Κώστα Ν. Χατζηκωστής
ΠΗΓΗ: Sigmalive 24.03.2019