Στα πολύ παλιά χρόνια η Αγλαντζιά ήταν μια αγροτική
κοινότητα, ένα μικρό χωριό στις παρυφές της Λευκωσίας. Ο οικισμός είχε
περιορισμένη έκταση, χαμηλή πληθυσμιακή πυκνότητα και έντονο το στοιχείο της
παραδοσιακής κοινοτικής ζωής, με στενούς κοινωνικούς δεσμούς. Οι κάτοικοί της
ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, καλλιεργώντας σιτηρά,
ελιές και χαρούπια. Λειτουργούσαν επίσης λατομεία με εξορύξεις πέτρας
(ασβεστόλιθου) και σε ορισμένες περιοχές γύψου. Τα υλικά αυτά χρησιμοποιούνταν
για οικοδομικές εργασίες.
Η Αγλαντζιά αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα περιοχής της Κύπρου που εξελίχθηκε από μια μικρή αγροτική κοινότητα στα ανατολικά της Λευκωσίας σε μια σύγχρονη αστική πόλη, ακολουθώντας τις κοινωνικές, οικονομικές και πολεοδομικές αλλαγές του 20ού και 21ού αιώνα.
Τουρκοκρατία (1571 -1878)
Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας που διήρκησε
πάνω από 300 χρόνια (1571 -1878), οι μικρές χριστιανικές κοινότητες διοικούνταν
κυρίως εσωτερικά, με σχετική αυτονομία, αλλά πάντοτε υπό την εποπτεία της
Οθωμανικής εξουσίας. Κεντρικό πρόσωπο σε αυτό το σχήμα ήταν ο μουχτάρης (από το
τουρκικό muhtar = εκλεγμένος). Ήταν ο εκπρόσωπος της κοινότητας απέναντι στις
οθωμανικές αρχές. Συνήθως, εκλεγόταν από τους προεστούς ή τα μέλη της
κοινότητας ή διοριζόταν.
Ο θεσμός του μουχτάρη υπήρξε αρκετά δημοφιλής, γιατί αποτελούσε αξίωμα κύρους και γιατί πολλά θέματα και προβλήματα που αφορούσαν την κοινότητα, λύνονταν στο επίπεδο του ή μέσω αυτού και της ανώτερης αρχής. Ήταν υπεύθυνος για τη συλλογή των φόρων και την απόδοσή τους στην εξουσία, την τήρηση της τάξης στο χωριό, την έκδοση πιστοποιητικών γέννησης, θανάτου, οικογενειακής κατάστασης και τη μεταφορά εντολών της εξουσίας (με κάποιο φιρμάνι ή διαταγή) προς τους κατοίκους.
Υπήρχαν επίσης οι προεστοί ή δημογέροντες, οι οποίοι ήταν συνήθως εύποροι ή μορφωμένοι χωρικοί. Συμμετείχαν στη λήψη αποφάσεων για κοινοτικά ζητήματα (νερό, γη, εκκλησία, διαχείριση των φόρων). Σε πολλές περιπτώσεις είχαν μεγάλη πραγματική εξουσία, περισσότερη ίσως από τον ίδιο τον μουχτάρη.
Στο ευρύτερο πλαίσιο διακυβέρνησης, η κοινότητα υπαγόταν σε έναν αγά ή μπέη (τοπικό αξιωματούχο). Για νομικές διαφορές αρμόδιος ήταν ο καδής (μωαμεθανός δικαστής). Οι χριστιανοί θεωρούνταν ραγιάδες οι οποίοι δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα.
Να σημειωθεί ότι σε μικτά χωριά όπου ζούσαν μουσουλμάνοι και χριστιανοί, η διοίκηση ασκείτο ξεχωριστά για κάθε θρησκευτική κοινότητα. Έτσι, υπήρχε μουχτάρης μουσουλμάνος για τους μουσουλμάνους κατοίκους και μουχτάρης χριστιανός (ή προεστοί) για τη χριστιανική κοινότητα.
Αγγλοκρατία (1878–1960)
Όταν η εξουσία πέρασε στους
Άγγλους (1878–1960), οι χριστιανοί (κυρίως
Ελληνοκύπριοι) και οι μουσουλμάνοι (Τουρκοκύπριοι) θεωρούνταν πλέον υπήκοοι της
ίδιας αποικιακής αρχής. Το 1885 οι Άγγλοι κατάργησαν όλους του νόμους που
θέσπισαν οι Οθωμανοί που αφορούσαν τις δημοτικές υποθέσεις. Κατά τη διάρκεια
της Αγγλοκρατίας θεσμοθετήθηκαν επίσημα οι κοινοτικές αρχές / κοινοτικά συμβούλια
υπό τον απόλυτο έλεγχο των Άγγλων με βάση αποικιακούς νόμους. Η κάθε κοινότητα
διοικείτο από κοινοτικό συμβούλιο, με επικεφαλής τον μουχτάρη (κοινοτάρχη). Ο
μουχτάρης και τα μέλη του συμβουλίου είτε διορίζονταν, είτε εκλέγονταν, (με
περιορισμένο εκλογικό σώμα) και πάντα με την έγκριση των Βρετανών.
Μετά το 1908 οι δημοτικές εκλογές διεξάγονταν κάθε τρία χρόνια μέχρι την Οκτωβριανή εξέγερση του 1931. Απαγορεύτηκαν τότε οι εκλογές και τα δημοτικά συμβούλια διορίζονταν από τους Άγγλους μέχρι το 1943. Την χρονιά αυτή επιτράπηκαν οι εκλογές λόγω της προσπάθειας προσέγγισης του ελληνικού πληθυσμού, για να πολεμήσει μαζί με τους Άγγλους στον τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και στη δεκαετία του 1950, οι Άγγλοι δημιούργησαν σε τοπικό επίπεδο τα πρώτα συμβούλια βελτιώσεως. Σκοπός του θεσμού ήταν η υποβοήθηση στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των χωριών και των κωμοπόλεων. Οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα τους ήταν περίπου παρόμοια με τα σημερινά δημοτικά ή κοινοτικά συμβούλια.
Οι τοπικές αρχές ασχολούνταν κυρίως με τη συλλογή φόρων και τελών, τη συντήρηση δρόμων και κοινόχρηστων χώρων, ζητήματα ύδρευσης και υγιεινής και την εφαρμογή οδηγιών της αποικιακής διοίκησης. Δεν είχαν ουσιαστική πολιτική αυτονομία και οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονταν από τον έπαρχο Λευκωσίας και τη Βρετανική κυβέρνηση.
Το 1955 λόγω του αντιαποικιακού αγώνα της ΕΟΚΑ αναστάλθηκαν και πάλι οι δημοτικές εκλογές. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στις μέχρι τότε εκλογές δικαίωμα ψήφου είχαν μόνο οι άνδρες.
Ανεξαρτησία 1960 και μετά
Μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου το 1960, η Αγλαντζιά άρχισε να αναπτύσσεται ταχύτερα. Η εγγύτητά της στη Λευκωσία την κατέστησε ελκυστική περιοχή για κατοίκηση. Μετά την τουρκική εισβολή και κατοχή το 1974, η Αγλαντζιά δέχθηκε μεγάλο αριθμό εκτοπισμένων, γεγονός που οδήγησε σε ραγδαία οικιστική ανάπτυξη και αλλαγή της κοινωνικής της δομής.
Στις επόμενες δεκαετίες, η Αγλαντζιά μετατράπηκε σε ένα σύγχρονο αστικό κέντρο. Αναπτύχθηκαν υποδομές, σχολεία, πολιτιστικοί χώροι και αθλητικές εγκαταστάσεις, ενώ η ίδρυση και λειτουργία του Πανεπιστημίου Κύπρου στην περιοχή ενίσχυσε σημαντικά τον εκπαιδευτικό και οικονομικό της ρόλο.
Το 1960 η Κύπρος αποκτά την ανεξαρτησία της και συνεχίζεται ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης με τα κοινοτικά συμβούλια στις μη δημαρχούμενες περιοχές. Την 1η Ιανουαρίου 1963 καταργήθηκε ο νόμος για τους Δήμους και όλες οι περιοχές των δήμων ανακηρύχθηκαν ως περιοχές διοίκησης και βελτίωσης. Καθήκοντα δημάρχων εκτελούσαν οι έπαρχοι κάθε επαρχίας. Τον Ιανουάριο του 1965, λόγω έκτακτης ανάγκης που δημιούργησε η τουρκοκυπριακή ανταρσία, ψηφίστηκε νόμος για διορισμό δημοτικών επιτροπών.
Τοπική αυτοδιοίκηση Αγλαντζιάς
Οι δραστηριότητες και δράσεις της τοπικής αυτοδιοίκησης στην Αγλαντζιά πάνε δεκαετίες πίσω και σίγουρα πριν το 1960 που ανακηρύχθηκε η Κύπρος σε ανεξάρτητη δημοκρατία. Μετά το 1960 συνέχισαν να λειτουργούν κανονικά στο πλαίσιο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Αγλαντζιά λειτούργησε ως κοινότητα με επικεφαλής τον κοινοτάρχη από την εποχή της Τουρκοκρατίας, συνεχίστηκε επί Αγγλοκρατίας (1878 – 1960) και μετά την ανεξαρτησία του 1960 μέχρι το 1986 που τέθηκε σε εφαρμογή ο νέος περί Δήμων νόμος του 1985 που ανακηρύχθηκε η Αγλαντζιά σε δήμος και αντικαταστάθηκε έτσι η κοινοτική διοίκηση από δήμαρχο και δημοτικό συμβούλιο.
Παρ’ όλο που η τοπική αυτοδιοίκηση χρησιμοποιήθηκε από
τους Άγγλους κυρίως ως εργαλείο ελέγχου του πληθυσμού, αποτέλεσε χώρο όπου
άρχισαν να αναδεικνύονται τοπικοί παράγοντες με εθνική και πολιτική δράση,
ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1930. Η Αγλαντζιά κοντά στη Λευκωσία,
επηρεάστηκε έντονα από τα εθνικά κινήματα (Ένωση, αργότερα ΕΟΚΑ).
Μεταξύ 1960 και 1986 επικεφαλής της τοπικής αυτοδιοίκησης ήταν το κοινοτικό συμβούλιο Αγλαντζιάς με τον κοινοτάρχη με τα μέλη να εκλέγονται από τους κατοίκους. Με την ανακήρυξή της Αγλαντζιάς σε δήμο με πλήρη δημοτική αυτοδιοίκηση το 1986, το κοινοτικό συμβούλιο καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον δήμαρχο και το δημοτικό συμβούλιο.
Στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία τέθηκε σε πλήρη εφαρμογή την 1η Ιουλίου 2024, ο Δήμος Αγλαντζιάς συνενώθηκε με τον Δήμο Λευκωσίας και αποτελεί πλέον δημοτικό διαμέρισμα, του νέου, διευρυμένου Δήμου Λευκωσίας.
Για τους πρώην δήμους που ενσωματώθηκαν σε δήμους ως
δημοτικά διαμερίσματα όπως η Αγλαντζιά, εκλέγηκαν αντιδήμαρχοι και δημοτικοί
σύμβουλοι. Στις δημαρχούμενες πόλεις όπως είναι η Λευκωσία, διορίστηκαν επίσης
κοινοτάρχες από το υπουργείο εσωτερικών. Ο θεσμός του κοινοτάρχη διατηρήθηκε
γιατί κρίθηκε απαραίτητος στην προσφορά ειδικών πλέον υπηρεσιών στους δημότες.
Σήμερα, η Αγλαντζιά είναι μια σύγχρονη πόλη, που
διοικητικά χαρακτηρίζεται ως διαμέρισμα του ευρύτερου δήμου της Λευκωσίας με
έντονη πολιτιστική και κοινωνική δραστηριότητα, οργανωμένο πολεοδομικό
σχεδιασμό και ποικιλία πληθυσμού. Παρότι έχει εκσυγχρονιστεί, διατηρεί στοιχεία
της ιστορικής της ταυτότητας, συνδυάζοντας το παρελθόν με τις απαιτήσεις της
σύγχρονης ζωής.
Κατά σειρά κοινοτάρχες Αγλαντζιάς
Ο πρώτος κοινοτάρχης μετά την ανεξαρτησία του 1960 ήταν ο
Νίκος Κωνσταντίνου
αδελφός της Δέσποινας Χριστοφή, συζύγου του Αδάμου
Χριστοφή, μετέπειτα κοινοτάρχη Αγλαντζιάς. Ο Νίκος Κωνσταντίνου ήταν νονός του
Κώστα Χριστοφή, γιός της Δέσποινας και Αδάμου Χριστοφή.
Ο Νίκος Κωνσταντίνου είχε στη Λευκωσία το γνωστό καθαριστήριο, «New London» με συνέταιρο τον Χριστάκη Γεωργίου Μαραγκό και οι δυο από την Αγλαντζιά, μέλη της ΕΟΚΑ. Ο Νίκος Κωνσταντίνου υπηρέτησε ως κοινοτάρχης Αγλαντζιάς τα πρώτα χρόνια μετά την ανεξαρτησία και μετά από διαφωνία με τον υπουργό Εσωτερικών Πολύκαρπο Γιωρκάτζη, παραιτήθηκε. Τον διαδέχθηκε ο Δημοσθένης Πιττάκας μέχρι το 1970. Τον Δημοσθένη Πιττάκια τον διαδέχθηκε για ένα διάστημα ο Νίκος Κωνστναντίνου, ο οποίος επανήλθε ως κοινοτάρχης και μετά από ασθένεια 6 μηνών, απεβίωσε το 1973.
Μετά από σχολαστική έρευνα μηνών, τα διαθέσιμα στοιχεία των προσώπων που διετέλεσαν Κοινοτάρχες Αγλαντζιάς από το 1960 μέχρι και σήμερα είναι:
1. 1960 - 1965: ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
2. 1965 – 1971: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΠΙΤΤΑΚΑΣ
3. (από
20/10/1971) αρχές 1972 ΝΙΚΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
4. 1972 -
1973 ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΠΙΤΤΑΚΑΣ
5. (από
28/07/1973) μέχρι το1988 ΑΔΑΜΟΣ
ΧΡΙΣΤΟΦΗ
6. 1990 – 1991 : ΔΩΡΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ (Αναπληρωτής Κοινοτάρχης εξελέγη δημοτικός
σύμβουλος στη συνέχεια)
7. 1991 –
1999: ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΠΕΤΡΟΥ
8. 2000 –
2001: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΟΥΡΓΟΥΡΑΣ
(αντικατ. λόγω θανάτου)
9. 2001 –
2008: ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
10. 2009 –
2011: ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΙΟΚΚΑΣ
11. 2012 –
2025: ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
12. 2025
– ΦΙΛΙΠΠΟΣ (ΦΟΙΒΟΣ) ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Φοίβος Νικολαΐδης
Πρώην δημοτικός σύμβουλος Αγλαντζιάς
