Wednesday, December 9, 2015

Η Κυπριακή Δημοκρατία σε κίνδυνο


Στον σοβαρό μελετητή του Κυπριακού δεν πρέπει να προκάλεσαν έκπληξη τα όσα ανάφερε ο Αχμέτ Νταβούτογλου κατά την επίσκεψή του στα κατεχόμενα στις 1.12.2015. Και ο πιο αφελής θα πρέπει να έχει πειστεί ότι πρωταρχική επιδίωξη της Τουρκίας σε μια λύση είναι να «προστατεύσει» τα συμφέροντά της στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε τούτο απέβλεπαν και οι προκλητικές της ενέργειες στην κυπριακή ΑΟΖ με τις οποίες αποσκοπούσε να διακηρύξει ότι διεκδικεί και αυτή μερίδιο στην «ενεργειακή πίτα». Εμπόδιο στους επεκτατικούς σχεδιασμούς της είναι η Κυπριακή Δημοκρατία, κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ούτε πρέπει να ξενίζει η δήλωση για τη δημιουργία «μιας νέας Κυπριακής Δημοκρατίας που να βασίζεται στη διζωνικότητα, στο δίκαιο και την πολιτική ισότητα, στη βάση δύο ιδρυτικών πολιτειών». Νταβούτογλου και Ακιντζί έχουν, χωρίς περιστροφές, ξεκαθαρίσει πως η Κυπριακή Δημοκρατία και η «ΤΔΒΚ» θα μετεξελιχθούν ως ιδρυτικές οντότητες σε ελληνοκυπριακό και τουρκοκυπριακό κρατίδιο και θα ιδρύσουν τη νέα Κυπριακή Δημοκρατία.

Η Τουρκία, που επιδιώκει την κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας από το 1964, την εξασφαλίζει με την «Κοινή Δήλωση» των Χριστόφια-Ταλάτ της 23ης Μαΐου 2008 και με την «Κοινή Διακήρυξη» της 11ης Φεβρουαρίου 2014 των Αναστασιάδη-Έρογλου, αν οι συνομιλίες καταλήξουν σε λύση βασιζόμενη στην παράγραφο 4 της «Κοινής Διακήρυξης» της 11ης Φεβρουαρίου 2014. Η παράγραφος αυτή προβλέπει ότι «το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα θα ορίζει ότι η ενωμένη Κυπριακή Ομοσπονδία θα αποτελείται από δύο συνιστώσες πολιτείες ισότιμου καθεστώτος». Γι' αυτό, και ο σημερινός Πρωθυπουργός και τότε υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας δήλωνε ότι «έγινε αποδεκτό ένα κείμενο το οποίο λαμβάνει υπόψη τις βασικές αρχές που υιοθετεί η τουρκική πλευρά, για μια λύση βασισμένη στα δύο ιδρυτικά κράτη». Επανειλημμένα το τόνισα και θα το επαναλάβω: τις ασάφειες στις διεθνείς συμφωνίες δεν είναι οι διεθνολόγοι ή οι συνταγματολόγοι που τις ερμηνεύουν, αλλά οι ισχυροί.

Όπως έγραψα και σε προηγούμενα άρθρα μου, ο όρος «συνιστώντα κράτη» (constituent states) απαντάται το πρώτον στο σχέδιο Ανάν ΙΙΙ και συνεχίζει να χρησιμοποιείται και στα επόμενα, ενώ προηγουμένως γινόταν λόγος για «συστατικά κράτη» (component states). Η διαφορά είναι τεράστια. «Συνιστώντα κράτη» (constituent states) σημαίνει κράτη που θα καθιδρύσουν το νέο κράτος, ενώ «συστατικά κράτη» (component states) σημαίνει τα κράτη που θα αποτελέσουν τα μέρη του νέου κράτους. Για να αντιληφθεί κάποιος τη σημασία αυτής της αλλαγής θα πρέπει να ανατρέξει στο ιστορικό της. Εμπνευστής του όρου των «constituent states», που δεν απαντάται σε κανένα σύγγραμμα συνταγματικού δικαίου, ήταν ο τότε Sir David Hannay, ο σημερινός Lord Hannay of Chiswick. Στο πολύ ενδιαφέρον και χρήσιμο για τους μελετητές του Κυπριακού βιβλίο του «Cyprus, The Search for a Solution, 2005», στις σελίδες 151 και 152, ο David Hannay είναι αρκετά αποκαλυπτικός για το πώς υιοθετήθηκε ο πιο πάνω όρος και, το πιο σημαντικό, σε τι η υιοθέτηση του όρου αυτού απέβλεπε. Ήταν μια από τις «εποικοδομητικές ασάφειες» για τις οποίες επαίρεται. 

Αναφερόμενος στο άρθρο 1 του σχεδίου ΙΙΙ, ο David Hannay στη σελίδα 208 αναφέρει ότι αυτή η «σολομώντεια απόφαση» πρόσφερε στους Ελληνοκύπριους την «ομοσπονδιακή ετικέτα» (federal label) στην οποία πάντα επέμεναν και «στους Τουρκοκύπριους την ιδέα των συνιστώντων κρατών και ένα πολύ ελκυστικό όνομα για το κράτος τους. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι η παρθενογένεση είχε επιτευχθεί» (… the Turkish Cypriots getting the concept of constituent states and a very attractive name for their own state. It could be said that parthenogenesis had been achieved). (Βλ. άρθρα μου στον «Φιλελεύθερο» ημερ. 5.1.2014 και 27.4.2014).

Οι συνομιλίες, αν καταλήξουν με βάση την «Κοινή Διακήρυξη» της 11ης Φεβρουαρίου 2014 των Αναστασιάδη-Έρογλου, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε βιώσιμη λύση. Θα οδηγήσουν στην κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη διαδοχή της από ένα συμφωνημένο θνησιγενές κρατικό μόρφωμα, με το ψευδεπίγραφο της «διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας», στο οποίο το βόρειο τμήμα θα τελεί υπό τον πλήρη έλεγχο της Τουρκίας και το νότιο υπό την επικυριαρχία της. 

Η Τουρκία σε καμιά περίπτωση δεν θα δεχθεί τη μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και ούτε συμφώνησε σε κάτι τέτοιο στην «Κοινή Διακήρυξη» της 11ης Φεβρουαρίου 2014. Αυτό το κρατικό έκτρωμα, που η Τουρκία επιδιώκει να προκύψει από τις συνομιλίες, θα διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη, όταν η Τουρκία βρει την κατάλληλη ευκαιρία για ολοκλήρωση του τελικού της στόχου, όπως τούτο θα συνέβαινε και στην περίπτωση του σχεδίου Ανάν. Και τότε δεν θα υπάρχει η Κυπριακή Δημοκρατία για να αμυνθεί. Και τότε η Ελλάδα θα είναι ξανά μακριά!

Νίκος Χρ. Χαραλάμπους
Εφημερίδα "Ο Φιλελεύθερος" 6.12.2015
Νίκος Χρ. Χαραλάμπους Website
 

Monday, December 7, 2015

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου
Μπήκε και πάλι ο Δεκέμβρης, αναβοσβήνοντας τις λαμπερές του υποσχέσεις σαν στολίδια σε χριστουγεννιάτικες ώρες. ΄Οσο να φύγουνε οι μέρες γυρνάνε σαν επανάληψη επιτυχημένης τηλεοπτικής σειράς. Κι αναρωτιέσαι βλέποντας και πάλι τον γιορτινό διάκοσμο στους δρόμους πότε ήτανε, αλήθεια, οι μέρες που τον χάρηκες για τελευταία φορά. Είναι, πράγματι, τόσο γρήγορος ο καιρός, που τρέχει με ασύλληπτες ταχύτητες ή εσύ κλείστηκες όλους αυτούς τους μήνες σε μια ρουτίνα που επιτάχυνε την αίσθηση πως όλα έρχονται και επανέρχονται λες και δεν έχουν φύγει ποτέ;

΄Οπως και να΄χει, όλα πλέον φωνάζουν πως τα Χριστούγεννα είναι και πάλι εδώ. Φώτα, στολίδια, δέντρα που επιμένουν να κρατάνε ένα αστέρι στην κορυφή. Και στις γωνιές των δρόμων , εκεί που ανυποψίαστος γυρνάς στα τετριμμένα, μια φάτνη εμφανίζεται άξαφνα μπροστά σου . Και μέσα μια εικόνα τόσο γλυκιά, τόσο… αταίριαστη με το ταραγμένο βλέμμα των ημερών. Είναι τα μάτια της Παναγίας, είναι η ηρεμία των ζώων πάνω από τη φάτνη, είναι το θείο βρέφος μες στη μεγάλη αγκαλιά της αγάπης. Είναι κι αυτή η κατάνυξη των βοσκών. Και γύρω σου, μέσα σου ένας σεισμός συναισθημάτων, με τον φόβο πια στους οκτώ και πλέον βαθμούς Ρίχτερ. Φόβος πως το Επί Γης Ειρήνη, κάθε χρόνο, όλο και λιγότερο ακούγεται, όλο και λιγότερο μας καθησυχάζει. Φόβος πως ο κόσμος αλλάζει μόνο προς το χειρότερο. ΄Ενα ατέλειωτο κατήφορο, που κανείς δεν ξέρει πού και πώς μπορεί να σταματήσει. « Και επί γης ειρήνη…» ΄Οταν γύρω μας το θηρίο νικά τον άνθρωπο και ο άνθρωπος αφήνει το θηρίο να τον κατασπαράξει.

Πού είναι, λοιπόν, η ειρήνη; Και πού η φάτνη της, έτσι ώστε να βρει και πάλι τη δύναμη να ξαναγεννηθεί; Πού οι άγγελοι να ψάλλουν την ευδοκία , την ευφροσύνη των ημερών; Όχι, δεν αρκούν αυτά τα τρεμάμενα σαν άστρα φώτα. Ούτε και τα γλυκά, τα σοκολατάκια, οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα στους λαχταριστούς δίσκους των ζαχαροπλαστείων. 

΄Αλλα ζητά η ψυχή μας, για άλλα κλαίει κατά τον ποιητή Καβάφη. Για τα απλά και τ’ ανθρώπινα στην προκειμένη περίπτωση. Να καθίσουμε, λέει, μια τέτοια βραδιά μπροστά στους δέκτες μας και να μην ανατριχιάσουμε από φρίκη. Να μην κλείσουμε τα μάτια από ντροπή ή αποτροπιασμό. Να μην κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή προσμένοντας με καρδιοκτύπι τρόμου την κατάθεση της επόμενης κτηνωδίας.

Πόσο αξίζει τελικά μια ανθρώπινη ζωή σε τούτο τον πλανήτη; Πόσο κοστολογεί κανείς τον θάνατο; «Και επί γης ειρήνη…» Τόσο μακριά οι άγγελοι. Τόσο κοντά η κόλαση που φτιάξαμε. Ακριβώς έξω από την πόρτα μας, ακριβώς μέσα στη σκέψη μας.

΄Υστερα, σαν τελειώνει αυτός ο στοχασμός, προσπαθώ να βρω παράθυρα, φεγγίτες έστω απόδρασης. Σκαρφαλώνω βάζοντας σκαλί σκαλί την κάθε ελπίδα μου, φτάνω μέχρι τον τελευταίο φεγγίτη μες στα τείχη μου, μαζεύω όλα τα κουρέλια της καρδιάς μου, τα δένω κόμπο κόμπο, φτιάχνω εκείνο το σεντόνι της απόδρασης, που σαν το ρίξω επιτήδεια έξω από την αγωνία μου, ίσως πηδήξω σε ένα στέρεο έδαφος ψυχής. 

Στέκω στις μύτες της αγάπης μου εκεί ακριβώς στο στερνό το σκαλοπάτι. Από εκεί μπορώ να βλέπω ακόμα μια λουρίδα ουρανό. Λέω πως σαν νυχτώσει μπορεί από κάπου, από Ανατολή ή Δύση-δεν έχει σημασία πια -να φανεί ξανά το υπέρλαμπρο εκείνο άστρο που θα μαρτυρά πως ένας Βασιλιάς έρχεται στην ταλαίπωρη ανθρωπότητα. 

Μόνο που φέτος, Χριστέ μου, σε παρακαλώ, μην γεννηθείς σε μια άγνωστη φάτνη. ΄Ελα να γεννηθείς, να ανυψωθείς μέσα στην κόλασή μας , μήπως και ζηλέψει έστω και την υστάτη την ειρηνική σου μορφή, την αγγελική σου παραίνεση. «Και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία…» Αμήν! 
Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου

Saturday, December 5, 2015

Η σαγήνη του λαϊκισμού

Πώς η Ελλάδα μετατράπηκε σε «λαϊκιστική δημοκρατία»; Ο καθηγητής Τάκη Σ. Παππάς λύνει το γρίφο της αποτυχίας της χώρας
Συνέντευξη του Τάκη Σ. Παππά 
στην Αγγελική Μπιρμπίλη
Τι πήγε στραβά; Πώς η Ελλάδα μετατράπηκε από ισότιμο μέλος της ΕΕ σε μια πτωχευμένη «λαϊκίστικη» δημοκρατία διεθνή παρία; Μια ενδιαφέρουσα ανάλυση του λαϊκιστικού φαινόμενου θα διαβάσετε στο βιβλίο «Λαϊκισμός και κρίση στην Ελλάδα» του αναπληρωτή καθηγητή Συγκριτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Τάκη Σ. Παππά. 
Το βιβλίο καλύπτει την περίοδο της Μεταπολίτευσης, «που ξεκίνησε με όνειρα και κατέληξε σε πλήρη αποτυχία». Αν ο ορισμός της λαϊκίστικης δημοκρατίας είναι ένα κομματικό σύστημα που μοιράζει εκ περιτροπής προσόδους σε όλη την κοινωνία, τότε η Ελλάδα υπήρξε πρότυπο. 
Αυτή η υποτίθεται «δημοκρατική» μοιρασιά μεταμόρφωσε τους πολίτες σε πελάτες και μόλυνε όλο το σώμα της ελληνικής κοινωνίας. Το δόγμα ο καθένας για τον εαυτό του κυριάρχησε. Τώρα με την οικονομία μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, τη σχετική απώλεια εθνικής κυριαρχίας, τις συνεχείς διαψεύσεις, ένα νέο πολιτικό ξεκίνημα είναι απαραίτητο. Για να γίνει αυτό χρειαζόμαστε ολοκληρωμένες ερμηνείες της κρίσης. Σε αυτή την κατεύθυνση το βιβλίο αυτό έχει να προσφέρει.
Η Ελλάδα μέσα σε περίπου μια τεσσαρακονταετία κατέληξε ένα «αποτυχημένο» κράτος. Τι συνέβη; 
Σε αυτά τα χρόνια που είναι όσα περίπου και τα χιλιόμετρα ενός μαραθώνιου, η χώρα έτρεξε ένα μαραθώνιο! Με ποιoν τρόπο; Στην αρχή έκανε ένα πολύ δυνατό σπριντ με την εγκαθίδρυση (και όχι «αποκατάσταση», όπως συνηθίζουμε να λέμε) πλήρους δημοκρατίας. Ο στρατός επέστρεψε στους στρατώνες του, το ΚΚΕ νομιμοποιήθηκε, γεννήθηκαν κι άλλα πολλά κόμματα, έγιναν δημοκρατικές εκλογές, ψηφίστηκε το πιο φιλελεύθερο σύνταγμα που είχε ποτέ η Ελλάδα, καταφέραμε να μπούμε στην ΕΟΚ και, εντέλει, το ΠΑΣΟΚ κατέλαβε την εξουσία δίχως να ανοίξει ρουθούνι. Στις επόμενες δεκαετίες η χώρα έτρεξε πολύ αργά, μερικές φορές παραπατώντας, άλλοτε σκουντουφλώντας. Άλλες χώρες άρχισαν να την προσπερνάνε, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία που μπήκαν στην ΕΟΚ το 1986. Η Ιρλανδία έκανε τη δική της θεαματική κούρσα, ενώ οι πρώην κομμουνιστικές χώρες που μπήκαν στον αγώνα μετά το 1989, άρχισαν να κερδίζουν το ενδιαφέρον. Μια τελευταία προσπάθεια επιτάχυνσης έγινε επί Σημίτη, αλλά χωρίς θεαματικά αποτελέσματα. Μετά από αυτόν, η χώρα άρχισε να χάνει γρήγορα και τις τελευταίες δυνάμεις της. Και όταν ήρθε η κρίση, ενώ όλες οι άλλες χώρες συνέχιζαν την κούρσα, η Ελλάδα λιποθύμησε στο ταρτάν. Εκεί βρίσκεται λιπόθυμη μέχρι σήμερα καθώς την προσπερνούν ακόμη και πρώην τριτοκοσμικές χώρες.

Σήμερα η Ελλάδα αποτελεί κλασική περίπτωση αποτυχημένου κράτους και αυτό συμβαίνει πρώτη φορά σε χώρα της ΕΕ. Πού βλέπουμε την αποτυχία;
Σχεδόν παντού! Πρώτα-πρώτα, η χώρα έχει χρεoκοπήσει οικονομικά, βρίσκεται εκτός διεθνών αγορών και, συνεπώς, βασίζεται στον εξωτερικό δανεισμό. Δεύτερον, ενώ το παλαιό κομματικό σύστημα έχει καταρρεύσει ήδη από το 2012, δεν έχει ακόμη δημιουργηθεί ένα νέο. Η παρούσα κυβέρνηση δείχνει εντελώς ανίκανη να διαχειριστεί την κρίση, η αντιπολίτευση μοιάζει ανύπαρκτη, ενώ ένα φασιστικό κόμμα βυσσοδομεί μέσα κι έξω από τη Βουλή. Τρίτον, ο κρατικός μηχανισμός υπολειτουργεί ή, συχνά, δεν λειτουργεί καθόλου, όπως συμβαίνει με τα σχολεία χωρίς δασκάλους, τα νοσοκομεία χωρίς γιατρούς και φαρμακευτικό υλικό, την αστυνομία που μένει απαθής σε σοβαρές πράξεις δημόσιας βίας και πολλά άλλα. Τέταρτον, τα σύνορα της χώρας είναι ανοιχτά και αφύλακτα, πράγμα που έγινε εντελώς φανερό με τη συνεχιζόμενη κρίση του μεταναστευτικού, ενώ οι παραδοσιακοί μας σύμμαχοι στην Ευρώπη μάς παρακολουθούν με αυξανόμενη ανησυχία και μειούμενη υπομονή. Εντωμεταξύ, η ελληνική κοινωνία είναι οικονομικά εξαντλημένη, κοινωνικά διαιρεμένη, με ψυχολογία θύματος και επιρρεπής σε κάθε είδους βία. Οι καλύτεροι φεύγουν. Η δε έξοδος από το ευρώ παραμένει μια σοβαρή πιθανότητα. Εάν συμβεί, θα πρόκειται για ολική καταστροφή.

Στη μελέτη σας επιχειρείτε να λύσετε το γρίφο της αποτυχίας της χώρας στη βάση της ανάπτυξης ενός υπέρμετρου λαϊκισμού. Ο λαϊκισμός, σημειώνετε, «ανήλθε στην εξουσία το 1981». Να ζητήσουμε πολιτικές ευθύνες για την αποτυχία μας αποκλειστικά από το ΠΑΣΟΚ και από το ιδιότυπο σοσιαλιστικό πείραμα που εφήρμοσε;
Η ιδιοτυπία του ΠΑΣΟΚ ήταν ότι έλεγε σοσιαλισμό και έκανε λαϊκισμό. Πήρε μια χώρα που είχε κάνει μερικά γενναία, αλλά οπωσδήποτε ατελή βήματα προς την κατεύθυνση του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού και την έστρεψε προς έναν αντιευρωπαϊκό λαϊκισμό με έξοδα της Ευρώπης. Σιγά-σιγά, η Νέα Δημοκρατία συνειδητοποίησε ότι, για να επανέλθει στην εξουσία, θα έπρεπε κι αυτή να γίνει κάτι σαν δεξιό ΠΑΣΟΚ, δηλαδή ένα λαϊκιστικό κόμμα, κι έτσι ακριβώς έγινε επί ηγεσίας Έβερτ και, κατόπιν, Κώστα Καραμανλή. Έτσι, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, η χώρα μετατράπηκε σε αυτό που στο βιβλίο αποκαλώ «λαϊκιστική δημοκρατία», δηλαδή απέκτησε ένα πολιτικό σύστημα όπου, κάθε φορά, τόσο το κυβερνητικό κόμμα όσο και το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης εφάρμοζαν το λαϊκισμό.

Στη λαϊκίστικη δημοκρατία μας, λοιπόν, το κομματικό σύστημα μοίραζε εκ περιτροπής προσόδους σε αγαστή σύμπνοια με τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων. Όλοι ήταν ωφελημένοι! Η κρίση τελικά ήταν το αποτέλεσμα συλλογικής δράσης;
Ξέρετε, όλες οι μεγάλες ιδεολογίες εμπεριέχουν δύο απαραίτητα συστατικά – πρώτον, την προβολή μιας ιδανικής κοινωνίας την οποία και επιδιώκουν και, δεύτερον, ένα οικονομικό σύστημα ικανό να πραγματοποιήσει αυτή την επιδίωξη. Για παράδειγμα, ο κομμουνισμός επιδιώκει τη δικτατορία του προλεταριάτου μέσω της συγκέντρωσης των μέσων παραγωγής στο κράτος, ο φασισμός ήταν η ιδέα μιας ομογενοποιημένης και αυστηρά οργανωμένης κοινωνίας βασισμένης στον οικονομικό κορπορατισμό, ο φιλελευθερισμός στοχεύει στην ατομική ελευθερία και συστήνει την ελεύθερη αγορά, ενώ η σοσιαλδημοκρατία επιδιώκει το σοσιαλισμό μέσω της δημιουργίας του κοινωνικού κράτους. Αντίθετα, ο λαϊκισμός, ενώ διαθέτει ένα όραμα για την κοινωνία (ο λαός αδιαμεσολάβητα στην εξουσία), δεν έχει δικό του οικονομικό πρόγραμμα. Έτσι, όταν υπάρχουν οικονομικά αποθέματα (όπως οι ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις στην Ελλάδα ή οι πρόσοδοι από το πετρέλαιο στη Βενεζουέλα), οι λαϊκιστές τα χρησιμοποιούν με κλασικά πελατειακό τρόπο για την εξυπηρέτηση όσο το δυνατόν περισσότερων κοινωνικών ομάδων. Αυτό το φαινόμενο πήρε εξαιρετικά μεγάλες διαστάσεις στη χώρα μας ακριβώς διότι, μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, και τα δύο κόμματα εξουσίας συμπεριφέρθηκαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, δηλαδή μοιράζοντας απλόχερα κρατικές προσόδους εις βάρος του κοινού καλού. Με αυτό τον τρόπο, τόσο τα παλαιά πολιτικά κόμματα όσο και οι εκλογείς ενεπλάκησαν σε ένα παίγνιο άψογα συντονισμένης συλλογικής δράσης που άφηνε και τις δύο πλευρές κερδισμένες – τα μεν κόμματα διατηρούσαν ένα ολιγοπώλιο εξουσίας, οι δε εκλογείς μπορούσαν να απομυζούν συστηματικά το κράτος.

Ποιος όμως έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη;
Η ευθύνη λοιπόν της τελικής κατάρρευσης του παλαιού συστήματος μοιράζεται ανάμεσα σε όλους όσοι συμμετείχαν σε αυτό, αλλά όχι ισομερώς. Με άλλα λόγια, υπάρχει πρόδηλη συνενοχή αλλά δεν πρέπει να υπάρχει ίσος καταλογισμός ποινών. Και αυτό για δύο βασικούς λόγους. Πρώτα, και απλούστερα, διότι η λεηλασία του κράτους δεν έγινε στον ίδιο βαθμό από όλους τους συνυπεύθυνους. Ο δεύτερος όμως λόγος είναι ακόμη σημαντικότερος. Διότι αυτή η λεηλασία πήρε πολλές και διαφορετικές μορφές (που περιγράφονται αναλυτικά στο βιβλίο), διήρκεσε πολλά χρόνια και ακολούθησε ένα πλήρως οργανωμένο σχέδιο που δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί εάν είχε υπάρξει έγκαιρη και αποφασιστική αντίδραση στα ανώτερα κλιμάκια της πολιτικής, της οικονομικής και της κοινωνικής ζωής της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της διανόησης. Τέτοια όμως αντίδραση ουδέποτε υπήρξε, πλην βεβαίως ελαχίστων και απολύτως αναποτελεσματικών εξαιρέσεων.

Επισημαίνετε ότι ο λαϊκισμός είναι δημοκρατικός αλλά ποτέ φιλελεύθερος. Τελικά η εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία, σε αντίθεση με αυτό που πολλοί πιστεύουν, δεν αρκεί για να διασφαλιστεί ο δημοκρατικός φιλελευθερισμός;
Η εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία διασφαλίζει τη δημοκρατία αλλά όχι και το χαρακτήρα της, ο οποίος μπορεί να είναι φιλελεύθερος, μη φιλελεύθερος ή αυταρχικός. Για να δώσω ένα παράδειγμα, η Νορβηγία, η Ελλάδα και η Τουρκία είναι δημοκρατίες εφόσον και οι τρεις επιτρέπουν την εναλλαγή κομμάτων στην εξουσία μέσα από εκλογές. Μόνο η πρώτη χώρα όμως διαθέτει φιλελεύθερη δημοκρατία, δηλαδή ένα καθεστώς που υπόκειται στις αρχές του δημοκρατικού φιλελευθερισμού. Η Ελλάδα αποτελεί κλασική περίπτωση λαϊκιστικής δημοκρατίας, ενώ η Τουρκία έχει ένα καθεστώς που αποτελεί μείγμα μπόλικου αυταρχισμού με ολίγη δημοκρατία.

Το παπανδρεϊκό αφήγημα, ότι η Ελλάδα είναι μια «χώρα υπό ξένη κατοχή», συνεχίζεται. Τότε ο κόσμος πίστεψε το «έξω από την ΕΟΚ», τώρα το θα «διαπραγματευόμαστε για να αλλάξουμε την Ευρώπη». Ποιες είναι οι αναλογίες και γιατί έχει τόση απήχηση παρότι οι συνθήκες είναι τόσο διαφορετικές;
Μοιάζει να είναι το ίδιο πράγμα, αλλά δεν είναι. Στο παπανδρεϊκό λαϊκιστικό αφήγημα, η ΕΟΚ, μαζί με το ΝΑΤΟ και τον παγκόσμιο καπιταλισμό, αποτελούσαν «εχθρούς» του απλού λαού. Από τότε κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι και η απόσταση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ευρώπη μεγάλωσε πολύ και συνεχίζει να μεγαλώνει. Όσο αυτό το χάσμα γίνεται όλο και δυσκολότερο να γεφυρωθεί, το νέο λαϊκιστικό αφήγημα των ημερών μας παρουσιάζει την Ευρώπη, όχι τόσο σαν εχθρό, αλλά σαν έναν ασθενή που, έχοντας χάσει το μέτρο, την ηθική και τις αξίες του, χρειάζεται εμάς, τους υπέροχους Έλληνες, για να επανέλθει σε κατάσταση υγείας. Θεωρώ ότι αυτό το αφήγημα μπορεί να πάρει επικίνδυνες προεκτάσεις. Διότι, αν ο ασθενής-Ευρώπη δεν εννοήσει να «επανέλθει», γιατί εμείς να μην αποκοπούμε εντέλει από το σώμα του για να διαφυλάξουμε μόνοι τις «αξίες της δημοκρατίας και της Ευρώπης»;

Η Ευρώπη δεν φάνηκε βεβαίως να συμερίζεται αυτές τις απόψεις, εξού και η ασφυκτική κηδεμονία των «θεσμών». Αυτό θα περιορίσει τις δυνατότητες λαϊκίστικων ελιγμών όλων των κομμάτων ή οδεύουμε προς την «έξοδο»;
Κάτω από τις σημερινές συνθήκες, ο λαϊκισμός είναι ο δρόμος προς την καταστροφή. Αν δεν ανατραπεί, το κράτος δεν πρόκειται να μεταρρυθμιστεί, η οικονομία δεν θα γίνει παραγωγική και η κοινωνική συμβίωση θα παραμείνει προβληματική. Μόνη «διέξοδος» θα είναι η έξοδος από το ευρώ και στη συνέχεια πιθανώς την ΕΕ.

Οι μεταρρυθμιστές πάντως τιμωρούνται στην κάλπη. Γιατί να επιχειρήσει κάποιο κόμμα μεταρρυθμίσεις;
Πράγματι, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, οι μεταρρυθμιστές τιμωρήθηκαν σκληρά για την αποκοτιά τους. Τα πιο γνωστά παραδείγματα ήσαν ο Τάσος Γιαννίτσης και η Άννα Διαμαντοπούλου από το ΠΑΣΟΚ και η Μαριέττα Γιαννάκου από τη ΝΔ. Η αποτυχία μεταρρυθμίσεων στο ασφαλιστικό και την παιδεία είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για την κρίση που ακολούθησε. Αλλά και σήμερα, που είμαστε στον έκτο χρόνο της κρίσης, δεν βλέπω πουθενά καμιά επιθυμία για μεταρρυθμίσεις. Όσο για συγκεκριμένο σχέδιο...

O Ανδρέας Παπανδρέου αρχικά παρουσίασε το ΠΑΣΟΚ ως μαρξιστικό κόμμα σε ευθεία αντιπαράθεση με τη σοσιαλδημοκρατία. Ο ΣΥΡΙΖΑ δηλώνει ριζοσπαστικό αριστερό κόμμα. Πιστεύετε ότι, όπως και τότε έτσι και σήμερα θα δούμε μια στροφή προς την κεντροαριστερά;
Ο Παπανδρέου ήταν ένας πολιτικός με ικανότητα εντυπωσιακών πολιτικών ελιγμών και ένας από τους λόγους που μπορούσε να τους κάνει ήταν ότι, επί των ημερών του, το κράτος είχε τη δυνατότητα να δανείζεται απρόσκοπτα και να ξοδεύει αλόγιστα. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει απολύτως κανένα περιθώριο ελιγμών και αυτό δεν οφείλεται μόνο στις περιορισμένες ικανότητες του σημερινού πρωθυπουργού. Όσο για τη στροφή στην κεντροαριστερά για την οποία πολλοί ευελπιστούν, αυτή προϋποθέτει ένα κεντροαριστερό οικονομικό σχέδιο που δεν φαίνεται να υπάρχει. Στην πραγματικότητα, όπως φαίνεται, δεν υπάρχει απολύτως κανένα σχέδιο, εκτός βέβαια από τη με κάθε τρόπο παραμονή στην εξουσία.

Στη λαϊκίστικη δημοκρατία το πεδίο του εκλογικού ανταγωνισμού γίνεται τόσο ευρύ που απορροφά τους κεντρώους φιλελεύθερων τάσεων ψηφοφόρους. Αυτό σημαίνει ότι η πόλωση θα γίνει το νεκροταφείο του Ποταμιού, της Δημοκρατικής Συμπαράταξης κ.λπ.;
Όπως έχουμε δει στις τέσσερις εθνικές εκλογές που είχαμε από το 2012 μέχρι σήμερα, το πολιτικό έδαφος δεν είναι εύφορο για κεντρώα φιλελεύθερα κόμματα, που στο τέλος μαραίνονται και πεθαίνουν. Αυτό οφείλεται στην πολιτική ηγεμονία του λαϊκισμού. Μετά από τις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις του Ιανουαρίου και Σεπτεμβρίου, όμως, είδαμε και κάτι άλλο, ακόμη πιο επικίνδυνο – την πολιτική συμμαχία του αριστερού λαϊκισμού του ΣΥΡΙΖΑ με το δεξιό λαϊκισμό των ΑΝΕΛ που πλέον έχουν κατά κάποιον τρόπο περικυκλώσει το φιλελεύθερο κέντρο και το απειλούν με πολιτική ασιτία. Στο βιβλίο μου (που κυκλοφόρησε αρχικά σε αγγλική έκδοση το 2014) είχα προβλέψει επακριβώς την εκλογική συμμαχία των δύο λαϊκιστικών κομμάτων και, αν μου ζητούσατε να κάνω ξανά μια πρόβλεψη για το μέλλον των μικρών κεντρώων κομμάτων κάτω από τις παρούσες συνθήκες, αυτή φοβάμαι ότι δεν θα ήταν καθόλου αισιόδοξη.

Κλείνετε γράφοντας ότι δεν βλέπετε ούτε χαρισματικούς πολιτικούς ηγέτες ικανούς να εισηγηθούν ένα νέο πολιτικό και θεσμικό σχέδιο, ούτε κάποια νέα μεταρρυθμιστική πολιτική τάξη. Η μόνη μας ελπίδα για να επανέλθει η χώρα σε ένα «ενάρετο» κύκλο ανάπτυξης είναι να στραφεί στην Ευρώπη. Πώς θα ξεφύγουμε από το φαύλο κύκλο, αν δεν μπορούμε να στηριχθούμε στις δικές μας δυνάμεις

Αν υπήρχαν ικανοί ηγέτες ή μια κρίσιμη μάζα πολιτικών που θα μπορούσαν να τραβήξουν το κάρο έξω από τη λάσπη, θα τους είχαμε δει και θα τους ξέραμε. Αλλά, δυστυχώς, δεν υπάρχουν. Ίσως μάλιστα να τους είχαμε κιόλας εκλέξει! Αυτή τη στιγμή η χώρα διαθέτει πολιτικό προσωπικό μηδαμινών προσόντων, χαμηλών δυνατοτήτων και στενών οριζόντων. Σε τέτοιες συνθήκες, η μόνη ρεαλιστική λύση είναι αυτό που ονομάζω «υποχώρηση προς την Ευρώπη», που δεν είναι άλλο από την απλή εισαγωγή και εφαρμογή στην Ελλάδα μεθόδων και πρακτικών που έχουν δοκιμαστεί σε άλλες χώρες με επιτυχία. Αν θέλουμε, για παράδειγμα, να έχουμε ένα σωστό εκπαιδευτικό σύστημα δεν πρέπει να ανεχθούμε άλλους πειραματισμούς από τυχαίους υπουργούς. Άλλες χώρες στην Ευρώπη έχουν εδώ και χρόνια καταλήξει σε συστήματα που λειτουργούν εξαιρετικά και δεν καταλαβαίνω γιατί κάθε φορά πρέπει να ανακαλύπτουμε την πυρίτιδα. Το ίδιο ισχύει για το σύστημα υγείας, το ασφαλιστικό, τη νομοθεσία για τα ΜΜΕ, και για κάθε άλλο μικρό ή μεγάλο πρόβλημα που χρόνια τώρα ταλαιπωρεί την κοινωνία μας. Δεν είμαστε μοναδικοί, συνεπώς ούτε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε χρειάζονται κάποια «μοναδική» αντιμετώπιση. Κυρίως όμως δεν είμαστε μόνοι. Αποτελούμε μέλος του ευρωπαϊκού κλαμπ και από αυτό πρέπει να επωφεληθούμε με μακροχρόνιο ορίζοντα. Και τούτο γιατί, παρά τις οποιεσδήποτε ατέλειες, μόνο η Ευρώπη μπορεί να μας δώσει όλα όσα χρειαζόμαστε για να ορθοποδήσουμε ξανά. Τους θεσμούς που έχει ανάγκη η ευάλωτη δημοκρατία μας, τους οικονομικούς πόρους για να πετύχουμε την ανάπτυξη, τις πολιτικές συμμαχίες για να διακριθούμε ξανά διεθνώς, τη στρατιωτική υπεροπλία για να διατηρήσουμε την ασφάλεια των συνόρων μας, την κοινή ευρωπαϊκή κουλτούρα. Και κάτι ακόμη σημαντικό που έχει η Ευρώπη για εμάς: τις εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων που ζουν και προκόβουν στις διάφορες χώρες της και έχουν βαθιά ελληνική όσο και ευρωπαϊκή συνείδηση. Αυτοί είναι, ίσως, η μεγαλύτερη ελπίδα μας για τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Εσείς βλέπετε κάποια καλύτερη λύση εκτός Ευρώπης;
Πηγή: Athens Voice

Monday, November 30, 2015

Εν αρχή ην το ταλέντο

Της Τόνιας Τσακίρη
Οδυσσέας Άννινος 
Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Διακοσμητών 
μιλάει για το επάγγελμά του

Ο κ. Οδυσσέας Άννινος είναι πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Διακοσμητών - Μορφολόγων και διαθέτει διακοσμητικό - μελετητικό γραφείο το οποίο αναλαμβάνει παντός είδους μελέτες και διαμορφώσεις χώρων. Αρχικά παρακολούθησε για δύο χρόνια μαθήματα ζωγραφικής σε ένα εργαστήρι ελεύθερων σπουδών, ενώ στη συνέχεια φοίτησε στην ιδιωτική σχολή Δοξιάδη για τρία χρόνια, όπου και απέκτησε το πτυχίο του διακοσμητή. Μετά τις σπουδές του, επειδή το επάγγελμα του διακοσμητή δεν είχε ακόμη ζήτηση στην Ελλάδα, εξυπηρετούσε τους λιγοστούς πελάτες του από ένα σχεδιαστήριο που είχε στο σπίτι του, ενώ συγχρόνως για να αυξήσει τα έσοδά του ζωγράφιζε και πίνακες ώσπου, το 1985, άνοιξε το δικό του γραφείο.

Ποια γεγονότα καθόρισαν την επαγγελματική σας πορεία;
«Η ζωγραφική ήταν ένας τομέας που με απασχόλησε από πολύ νωρίς, καθώς από τα παιδικά μου χρόνια οι ακουαρέλες και χρώματα αποτελούσαν ένα μέσο έκφρασης. Το αβέβαιο όμως μέλλον αυτού του επαγγέλματος, του ζωγράφου, με ώθησε να ασχοληθώ με ένα παρεμφερές επάγγελμα παρ' όλο που παρακολούθησα στο εργαστήρι του ζωγράφου Δ. Χυτήρη μαθήματα εικαστικής τέχνης επί δύο χρόνια».

Τι προσόντα χρειάζεται κάποιος για να γίνει επιτυχημένος διακοσμητής;
«Το ταλέντο είναι ένα στοιχείο, όπως προανέφερα, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το συγκεκριμένο επάγγελμα, το οποίο βέβαια πρέπει να συνδυάζεται και με τις κατάλληλες σπουδές. Οι νέοι που επιθυμούν να αποκτήσουν πτυχίο διακοσμητή μπορούν να αποφοιτήσουν από τα ΤΕΙ ή από μια ιδιωτική σχολή ή ακόμη και να σπουδάσουν στο εξωτερικό και στη συνέχεια να παρακολουθήσουν ένα μεταπτυχιακό προκειμένου να εξειδικευθούν».

Ποιες είναι οι προοπτικές ενός διακοσμητή;
«Η οικονομική εξέλιξη της χώρας μας καθώς και η πληθώρα εντύπων, διαφημίσεων και καταστημάτων με διακοσμητικά είδη είναι δύο από τους βασικότερους παράγοντες που έχουν συμβάλει στην αύξηση ζήτησης των διακοσμητικών υπηρεσιών τα τελευταία χρόνια. Όταν πρωτοξεκίνησα αυτό το επάγγελμα, τη δεκαετία του '70, κυρίως οι ευκατάστατοι πολίτες, όπως κάτοικοι των βορείων και νοτίων προαστίων της Αττικής, ζητούσαν τη βοήθειά μας. Σήμερα όμως η κατάσταση έχει αλλάξει και θα έλεγα ότι το μέλλον του επαγγέλματος διαγράφεται θετικό. Μια μεγάλη μερίδα των νέων που αποφοιτούν απορροφώνται από εταιρείες ή εργοστάσια παραγωγής, π.χ. επίπλων, ειδών δώρων, κλιματιστικών κ.ά., στα οποία συνήθως προσφέρουν μόνο διακοσμητικές συμβουλές και δεν προβαίνουν σε διαμορφώσεις των χώρων. Άλλος δρόμος είναι να προσληφθούν σε ένα τεχνικό γραφείο, όπου θεωρώ ότι είναι και η ωφελιμότερη περίπτωση, τουλάχιστον για τα πρώτα βήματα, καθώς μπορούν να αποκτήσουν εμπειρία, παρακολουθώντας τους επαγγελματίες διακοσμητές και στη συνέχεια να δημιουργήσουν το δικό τους γραφείο, εφόσον θα έχουν κάνει γνωριμίες».

Ποιες είναι οι οικονομικές απολαβές;«Οι οικονομικές απολαβές δεν είναι ιδιαίτερα υψηλές για τους νέους επαγγελματίες, εφόσον στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν προσλαμβάνονται σε εταιρείες, ο μισθός τους ξεκινά περίπου από τις 150.000 δρχ. Στη συνέχεια όμως, αν ακολουθήσουν τον δρόμο του ελεύθερου επαγγελματία, ο οποίος βέβαια έχει τα ρίσκα του, η οικονομική κατάσταση αλλάζει. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι μια επίσκεψη στο γραφείο μπορεί να σας αποφέρει από 10.000 ως 20.000 δρχ. ενώ στον χώρο του πελάτη από 25.000 ως 35.000 δρχ.».

Τι συμβουλές θα δίνετε στους υποψήφιους συναδέλφους;
«Η υπομονή και η επιμονή είναι δύο στοιχεία τα οποία απαραιτήτως πρέπει οι υποψήφιοι ­ αν δεν τα διαθέτουν ­ να τα αποκτήσουν διότι εκτός του ότι πρόκειται για ένα ανταγωνιστικό και απαιτητικό επάγγελμα θα έχουν επιπλέον να αντιμετωπίσουν και τις ιδιαιτερότητες των πελατών τους. Βέβαια, βασικό εργαλείο των διακοσμητών αποτελεί το εντυπωσιακό και ισχυρό πορτφόλιο προηγούμενων εργασιών που θα χρειαστεί να επιδείξουν όχι μόνο κατά τη διάρκεια της συνέντευξης για εύρεση εργασίας στους υποψήφιους εργοδότες τους αλλά και στους μελλοντικούς πελάτες τους. Για να επιτύχουν αλλά και να παραμείνουν οι εκκολαπτόμενοι διακοσμητές "περιζήτητοι" πρέπει να ενημερώνονται διαρκώς για τις εξελίξεις, όπως τα νέα προϊόντα του χώρου, π.χ. υλικά, τάσεις, υφάσματα κ.ά., διαβάζοντας όχι μόνο ελληνικά αλλά και ξένα περιοδικά και βιβλία, καθώς και να χρησιμοποιούν το Internet για να εμπλουτίζουν τις ιδέες τους. Ενα βήμα που μπορεί να τους βοηθήσει όχι μόνο στην ενημέρωση αλλά και στην εύρεση εργασίας είναι να γίνουν μέλη της Πανελλήνιας Ενωσης Διακοσμητών - Μορφολόγων, η οποία διοργανώνει σχετικά σεμινάρια αλλά και δημοσιοποιεί αγγελίες για εργασία σε ειδικό έντυπο».

Υπέρ
* Ταξίδια * Έλλειψη ρουτίνας
Κατά
* Χαμηλοί μισθοί στην αρχή * Ιδιαιτερότητες πελατών
Απαιτούμενα χαρακτηριστικά
* Δημιουργικότητα * Υπομονή
Το Βήμα    
23/04/2000