Monday, February 2, 2015

Με το φακό των λέξεων

Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου
Τελώνου και Φαρισαίου σήμερα. Καιρό είχε να βρεθεί στην εκκλησία μια τέτοια Κυριακή. Καιρό είχε ν΄ακούσει την παραβολή. Κρέμαζε το παλτό της και στ΄αυτιά της αντηχούσε ακόμα η φωνή του θεολόγου κήρυκα, που εξυμνούσε την ταπείνωση και τη μετάνοια του αμαρτωλού Τελώνη σε αντίθεση με τον εγωισμό , τον κομπασμό και την υποκρισία του δήθεν δίκαιου και ευσεβούς Φαρισαίου. 

Έβαλε μηχανικά το μπρίκι στη φωτιά για τον πρωινό καφέ της, άνοιξε για λίγο το παράθυρο , άφησε τη δροσιά του κυριακάτικου πρωινού να εισβάλει στις μοναχικές στιγμές της. ΄Εξω ο χειμώνας στοίβαζε ακόμα παγωνιά και παραζάλη. Ο κόσμος σαν προσάναμμα φωτιάς, έτοιμος ήταν να καεί στην πρώτη σπίθα παραλογισμού.

Περιπλανήθηκε με το βλέμμα στο δωμάτιο. Τρεις μέρες μόνο μετά τον φοβερό καβγά που αναστάτωσε τη ζωή της. Μετά την αίσθηση ενός ευτυχισμένου γάμου που αποδείχτηκε ψευδαίσθηση, μετά τη συντριβή της όποιας πλάνης ευτυχίας από τα τριάντα πέντε χιλιάδες πόδια μιας πολύ προβληματικής πτήσης. Κι η αφορμή; Σχεδόν ασήμαντη. ΄Οχι όμως και οι αιτίες. Ο Δούρειος ΄Ιππος της ασυμφωνίας χαρακτήρων έστεκε καιρό έξω απ΄την πόρτα τους προσμένοντας να πέσουν τα τελευταία τείχη ανοχής.

Και τι είναι τελικά η ευτυχία; Ένα φύσημα τ΄αγέρα, μια ανάσα. Κι ύστερα ξαφνικά και πάλι μια βασανιστική έρημος, που ξεκινάει από τη σκέψη, κατεβαίνει χαμηλότερα στην καρδιά και τέλος μαζεύεται σαν σκόνη στο στομάχι και δεν αφήνει τίποτα για να ευφρανθεί η ψυχή του ανθρώπου. Να είχε τουλάχιστον ένα παιδί! Ναι , ένα παιδί θα έπαιρνε την παλέτα με τα χρώματα και θα της ζωγράφιζε κάθε μέρα ένα τριαντάφυλλο να το φοράει στο στήθος. 


Θα της γέμιζε το σαλόνι ηλιαχτίδες κι εκείνη θα χόρευε ολημερίς κι ολονυχτίς μαζί τους, μην ξεχωρίζοντας το σκοτάδι από το φως. Όλα σε ένα υπέροχο νάμα ζωής θα λούζονταν. Μα εκείνος δεν ήθελε παιδί, δεν ήθελε τελικά κανένα βαρίδιο στη ζωή του, αφού πάντα ετοίμαζε πανιά, ετοίμαζε φτερά κι έτοιμος ήταν να πετάξει σαν αποδημητικό χελιδόνι σε αγάπες πιο ζεστές από την αγκαλιά της.

Ο ήχος του τηλεφώνου έφτασε αρχικά υπόκωφος στα αυτιά της. Μετά έγινε διαπεραστικός και επίμονος απαιτώντας την ανταπόκρισή της. Δεν ήθελε να μιλήσει σε κανένα. Της αρκούσε που επιτέλους μιλούσε ανοικτά με την πραγματικότητα της ζωής της. Μα η εισβολή στην αποφασιστικότητά της, με τόσα στρατεύματα ανυποχώρητης απαίτησης , δεν της άφησε πολλά περιθώρια. Η κλήση ήταν από εκείνον. ΄


Έβλεπε ξανά και ξανά το όνομά του στην οθόνη και δεν μπορούσε να αποφασίσει αν ήταν θυμός αυτό το τρέμουλο στα σπλάχνα της ή μια ενδότερη λαχτάρα να ακούσει τι είχε άραγε να της πει μετά από τόσες μέρες σιωπής. Αποφάσισε απλώς να ανταποκριθεί στην κλήση με ένα ξερό «Ναι». 

Κι άρχισε εκείνος ένα λογύδριο ασυνάρτητο, με ένα εγωισμό που ξεχείλιζε από κάθε φωνήεν, επιρρίπτοντάς της κάθε ευθύνη για το αδιέξοδο, καταλογίζοντάς της όλα τα λάθη για το τέλμα στη συμβίωσή τους. Εκείνος ο δίκαιος, ο αναμάρτητος κι εκείνη ο μεγάλος θύτης, η αμαρτωλή πτυχή της συνύπαρξής τους. Αναστέναξε με δύναμη πρωτόγνωρη. 

Λες και ένας βράχος κυλούσε ξαφνικά από τους πνεύμονές της και μπορούσε πια να αναπνέει ελεύθερα. Ύστερα έκλεισε αργά μα αποφασιστικά το τηλέφωνο, αφήνοντας απέξω, οριστικά και αμετάκλητα ,όλους τους φαρισαϊσμούς που την έστηναν άδικα στον τοίχο και την πετροβολούσαν.

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου 

No comments: