Sunday, June 17, 2012

Χαρακιές

Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου


Ογδόντα χρόνων χαρακιές στο πρόσωπό της  μα πιότερο στην ψυχή της. Mια ζωή γεμάτη αγώνες χωρίς παράσημα. Και τώρα, στον Οίκο Ευγηρίας, η κάθε μέρα ένας καινούριος αγώνας. Για επιβίωση, για τη συνέχεια.  Σηκώνεται πρωί πρωί κάθε μέρα, ανοίγει το παράθυρο, κοιτάζει κατά την Ανατολή και βάζει το σταυρό της για το θεόσταλτο, ευλογημένο δώρο. ΄Αλλο ένα πρωινό, καθάριο, να σκύψει μέσα να πλύνει τις ελπίδες της. Και σαν τελειώνει η μέρα κι αποσύρεται ξανά στη σιωπή της, μια προσευχή βγαίνει ψιθυριστά απ΄την ευγνωμοσύνη της.

«Δόξα σε σένα, Κύριε, που όλα τα ορίζεις». ΄Υστερα θυμάται τα παιδιά, τις νύμφες, τα εγγόνια της. Να΄ναι καλά όπου κι αν βρίσκονται, ό,τι κι αν κάνουν και να΄ρχονται τακτικά να τη βλέπουν. Κι αποκοιμάται μ΄ένα μικρό χαμόγελο πάντα να ταξιδεύει μες στον ύπνο της. Κάποτε,  στη σιωπή μέσα  της νύχτας , ταξιδεύει στο παρελθόν. Παιδί του κάμπου, μέστωσε σαν στάχυ στα χωράφια.

Μικροπαντρεμένη απ΄τα δεκάξι της, με τρία παιδιά, τρία αγόρια σαν κυπαρίσσια να ομορφαίνουν με τη λυγεράδα τους το λιβάδι της ψυχής της.  Κι ο άντρας της, λεβεντάνθρωπος, νοικοκύρης απ΄τους λίγους, Θεός ν΄αναπάψει την ψυχή του. Άδικα τον πήρε ο Χάρος, σ΄ένα καβγά επάνω με το γείτονά τους τον Κυριακό. Μια λωρίδα γης η διαφορά τους, που τη διεκδικούσανε κι οι δυο για το κτήμα τους.  Τρεις  μαχαιριές, τρεις  χαρακιές μες στη ζωή τους. Μπήκε ο άντρας της στο χώμα, ο Κυριακός στη φυλακή.

Σαν γύρισε στο χωριό, είκοσι χρόνια μετά, ήτανε τόση η καταφρόνια των χωριανών, που δεν άντεξε. ΄Εβαλε τέρμα στη ζωή του, πέφτοντας στο βαθύ πηγάδι του κάμπου.
Αυτά συλλογάται κι αργεί πολύ να την πάρει ο ύπνος τα βράδια. Αξημέρωτα σηκώνεται, βγαίνει στον κήπο, αφουγκράζεται τη ζωή που ξυπνά. ΄Υστερα, παρά τα ογδόντα της χρόνια, μπαίνει στην κουζίνα, βοηθά να σερβιριστεί το πρωινό, λέει σε όλους μια καλή κουβέντα κι έχει να εισπράξει από όλους την καλή τους τη διάθεση.

«Να’ σαι πάντα καλά, Αριστέα, να χαμογελάς πρωί πρωί, να παίρνουμε κι εμείς δύναμη από σένα». Και χαμογελά η κυρα-Αριστέα , πιάνει κάποτε κι ένα παλιό τραγουδάκι κι ανοίγει η καρδιά όλων όσων την ακούνε να μοιράζει αισιοδοξία στους θαλάμους και στους διαδρόμους. Σήμερα έχει κι ένα λόγο παραπάνω να τραγουδήσει. Της είπαν πως δε θα κοιμάται πια μόνη στο δωμάτιό της. Θα΄χει παρέα την καινούρια που έρχεται στον Οίκο Ευγηρίας. Γι΄αυτό και σήμερα η Αριστέα συγύρισε με λίγη παραπάνω σπουδή,  τακτοποίησε και την ντουλάπα, να κάνει χώρο για τη συγκάτοικο . ΄Υστερα έβαλε το καινούριο της φουστάνι και κάθισε στο σαλόνι μ’ ένα καρδιοχτύπι πρωτόγνωρο.

 Δεν άργησε ν΄ανοίξει η κεντρική είσοδος. ΄Ενας άντρας, γύρω στα πενήντα, μπήκε σπρώχνοντας ένα καροτσάκι . Σ΄αυτό καθόταν μια πολύ  καλοβαλμένη γυναίκα, πάνω κάτω συνομήλική της. Είχε τα άσπρα της μαλλιά πιασμένα κότσο, ενώ τα μάτια της κάλυπταν χοντρά, σκούρα γυαλιά. ΄Ετρεξαν οι υπεύθυνοι του Οίκου Ευγηρίας να την υποδεχτούν . Κάποιος κουβάλησε τις δυο βαλίτσες της  και η Διευθύντρια  , αφού στάθηκε στη μέση του σαλονιού, φρόντισε να καλωσορίσει και επίσημα την καινούρια ένοικο.
 
«Από σήμερα θα είναι μαζί μας η κυρία Αναστασία Παναγίδη. Θέλω όλοι μαζί με ένα ζεστό χειροκρότημα, να την υποδεχτούμε στο ΄Ιδρυμά μας και…». Η Αριστέα δεν μπορούσε πια ν ΄ακούσει τίποτα άλλο. Μια μνήμη είχε αρχίσει ήδη να στροβιλίζεται στο σαλόνι και να χορεύει το χορό της θύμησης. Μα ναι. Γι΄αυτό της φάνηκε γνώριμη η νιοφερμένη μόλις την αντίκρισε. Και πάει πίσω, πολύ πίσω με το ταξίδι του χρόνου. Σταματά  στη μέρα που της φέρανε σφαγμένο τον άντρα της και στάθηκε να κλάψει από πάνω του μαζί με τα τρία της παιδιά. Ξαναβλέπει μπροστά της το ωχρό πρόσωπο του αδικοχαμένου συντρόφου της , ακούει τους λυγμούς  της ψυχής της πάνω απ΄το ακινητοποιημένο σώμα του.

Κι απέναντί της, σαν σηκώνει το κεφάλι, στέκει εκείνη. Του φονιά η γυναίκα. Αψηφώντας την κατακραυγή του μικρού χωριού και τις κατάρες που εκστομίζει κάθε τόσο μες στο θρήνο της η πεθερά της, την κοιτάζει με βλέμμα που ξεχειλίζει από συμπόνια, από πόνο. ΄Υστερα , καθώς το πλήθος τη σπρώχνει προς τα έξω, βλέπει τα χείλη της να σχηματίζουν μια συγγνώμη. Και μετά χάνεται. Φεύγει κι απ΄το χωριό. Στην πόλη είπαν κάποιοι πως κατέβηκε, κοντά στον αδερφό της που΄χε μαγαζί, κοντά του ν΄αναστήσει τα παιδιά της. Στην περιοχή τους πάντως δεν ξαναγύρισε ούτε και σαν αποφυλακίστηκε ο Κυριακός και δοκίμασε να ξαναστήσει εκεί  το βιος του.

Και τώρα είναι εκεί, μπροστά της, με όλα τα σημάδια του χρόνου στην όψη, ανήμπορη στο καροτσάκι που φιλοξενεί το ασθενικό της σώμα.  Σε κάποια στιγμή ακούει τη Διευθύντρια να τη φωνάζει.  Είναι η ώρα που πρέπει να γνωριστεί με τη συγκάτοικό της. Παίρνει βαθιά ανάσα, πλησιάζει, στέκεται μπροστά της.

«Καλωσόρισες, Αναστασία», λέει απλά και της αγγίζει το χέρι. «Εδώ θα ζήσουμε πλάι, πλάι για όσες μέρες μας χρωστάει ακόμα ο Θεός».
Σηκώνει το κεφάλι εκείνη , προσπαθεί να βρει το χέρι της. Η Αριστέα καταλαβαίνει. Δεν τη βοηθά πια η όρασή της. Παίρνει η ίδια το χέρι που της απλώνει και το κλείνει ζεστά μέσα στο δικό της. 

Νιώθει τις χαρακιές μιας ολόκληρης ζωής, μιας δύσκολης ζωής,  να της γδέρνουν τη σάρκα, να της ματώνουν και πάλι τη μνήμη. Μα είναι τέτοια η ανημπόρια απέναντί της, που βγάζει μόνο απ΄τη μεγάλη της καρδιά το μαντίλι της κατανόησης, σκουπίζει τρυφερά τις ιδρωμένες παλάμες της Αναστασίας και την οδηγεί στο κοινό τους δωμάτιο, στην κοινή τους μοίρα.
Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου

4 comments:

paraskevi malouxou said...

συγκλονιστικό!!!

Ροδούλα said...

ΥΠΕΡΟΧΟ!!!! ΥΠΕΡΟΧΟ!!!! ΥΠΕΡΟΧΟ!!!!!
Ένα μεγάλο ευχαριστώ Φοίβο μου!!!
Καλή σου μέρα, και αν γνωρίζεις από κοντά την Ελένη, σε παρακαλώ, να της μεταβιβάσεις τα συγχαρητήριά μου!!!

Marilu said...

Querido amigo, tenha uma linda semana. Beijocas

mara said...

Θα σχολιάσω πράγμα που κάνω σπάνια.Ότι μόνο με αγγίζει Φοίβο και το ξέρεις.Ο Ισοκράτης με μια φράση του με εκφράζει χρόνια τώρα...
«Μηδενί συμφοράν ονειδίσης, κοινή γάρ ή τύχη καί τό μέλλον αόρατον» σε ελεύθερη μετάφραση...
μην κοροϊδέψεις κανένα για τη συμφορά του, γιατί η τύχη είναι κοινή και το μέλλον άγνωστο.
Και εδώ το μέλλον των δύο γυναικών είναι κοινό μέχρι το τέλος ....ανατρίχιασα ...Συγχαρητήρια!!!!!!!!!!